Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Θρησκευτικά Λυκείου.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Ολομέλεια, 926/2018Δ.Ε.Ν 74 (2018).806 επ.

Πρόεδρος: ΝΙΚ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Εισηγητής: Ε. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ.

Περίληψη. Αντίκειται προς το Σύνταγμα και προς το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ η απόφαση για το Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού Λυκείου – Και συγκλίνουσα γνώμη – Και μειοψηφία 5 μελών του Δικαστηρίου – Ακύρωση της ΥΑ 143579/16 Υπ. Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Παρατηρείται ότι μεταξύ των επτά σκοπών της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο οι οποίοι περιγράφονται στην παρ. 1 του άρθρου μόνου της προσβαλλομένης, δεν περιλαμβάνεται ο προεκτεθείς, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, αποκλειστικός σκοπός της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως, η ανάπτυξη, δηλαδή, η εμπέδωση και η ενίσχυση, της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, στο σκοπό δε αυτό δεν γίνεται καμμιά αναφορά στα κεφάλαια του Οδηγού του Εκπαιδευτικού τα οποία περιγράφουν τη φιλοσοφία και τις βασικές αρχές (σελίδες 16 - 18) και τα κριτήρια (σελίδες 20 - 36) για τη σύνταξη του νέου Προγράμματος Σπουδών. Περαιτέρω, ως προς το περιεχόμενο του επίμαχου ΠΣ, από το σύνολο της ύλης του ΜτΘ, όπως αυτή περιγράφεται στα προγράμματα σπουδών κάθε τάξης, προκύπτει ότι το αντικείμενο του μαθήματος αυτού στο Λύκειο δέν συνίσταται στη διδασκαλία, κατά τρόπο πλήρη και σαφή (με οριοθέτησή της έναντι άλλων θρησκευτικών διδασκαλιών) των δογμάτων, των ηθικών αξιών, των παραδόσεων και του πνεύματος εν γένει της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε να αναπτύσσεται περαιτέρω, σε σχέση με την αντίστοιχη διδασκαλία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, η ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση των μαθητών που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, με τη μετάδοση σε αυτούς του φρονήματος, του ήθους και της πνευματικότητας της Ορθοδοξίας. Πιο συγκεκριμένα, σε καμία διδακτική ενότητα των τριών Τάξεων του Λυκείου, η διδακτέα ύλη δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στη διδασκαλία της Ορθοδοξίας και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και διακριτό σε σχέση με άλλες θρησκευτικές διδασκαλίες ώστε να μη προκαλείται σύγχυση σε σχέση με αυτές. Ειδικότερα, στη Γ’ Τάξη του Λυκείου ―στην οποία το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκεται μόνο επί 25 ώρες διδασκαλίας― ρητή αναφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι αποκλειστικώς αλλά εκ παραλλήλου προς άλλες χριστιανικές ομολογίες και άλλες θρησκείες, γίνεται μόνο σε 3 από τις 12 διδακτικές ενότητες [2.1 (πλούτος), 2.3 (συμβίωση) και 3.1 (ειρήνη)]. Στις λοιπές τάξεις αναφορά στην Ορθοδοξία γίνεται μόνο ―εκ παραλλήλου και ισοτίμως προς άλλες χριστιανικές ομολογίες και άλλες θρησκείες― σε 6 από τις 25 διδακτικές ενότητες της Α’ Τάξης του Λυκείου [1.3 (επικοινωνία), 2.2 (λατρεία), 2.4 (γιορτή), 2.5 (σωτηρία), 3.4 (ταυτότητα) και 5.2 (θάνατος)] και σε 4 από τις 25 διδακτικές ενότητες της Β’ Τάξης του Λυκείου [2.5 (ιεροσύνη - ιερατείο), 4.1 (γλώσσα), 4.2 (μύθος) και 5.2 (έρωτας)]. Πρόκειται για ένα ΠΣ, του οποίου η αναφορά στην Ορθοδοξία είναι, εν όψει των ανωτέρω, ανεπαρκής όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, καθώς με το πρόγραμμα αυτό δεν οριοθετείται, ως προς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες, τις παραδόσεις και το εν γένει πνεύμα της, η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, με επισήμανση των χαρακτηριστικών της στοιχείων που τη διακρίνουν από άλλες χριστιανικές ομολογίες και άλλες θρησκείες. Άλλωστε, στο επίμαχο ΠΣ δεν οριοθετούνται μεταξύ τους ούτε οι διδασκαλίες των άλλων χριστιανικών ομολογιών και των άλλων θρησκειών με επισήμανση των μεταξύ τους διαφορών, αντιθέσεων και συγκρούσεων (επί θεμάτων θεολογικών αλλά και σε επίπεδο ηθικών αντιλήψεων και τρόπου ζωής)· τούτο δε, στο πλαίσιο συγκεκριμένης παιδαγωγικής αντιλήψεως και προς επιδίωξη ευρύτερων κοινωνικών σκοπών (αποδοχή της ετερότητας, υπέρβαση των στερεοτύπων, αποφυγή του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας). Με την ως άνω, όμως, ποιοτική και ποσοτική ανεπάρκεια ως προς τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ―ενώ παρέχεται ελλιπής πληροφόρηση και ως προς τις διδασκαλίες των άλλων, πέραν της Ορθοδοξίας, χριστιανικών ομολογιών και θρησκειών― προκαλείται σύγχυση στη θρησκευτική συνείδηση των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, στους οποίους αποκλειστικώς, όπως έχει εκτεθεί, μπορεί να απευθύνεται κατά τα άρθρα 16 παρ. 2 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος το μάθημα των Θρησκευτικών, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται, κατά την πρώτη από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις, η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως. Εξάλλου, με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το σώμα της (παρ. 1 στοιχείο δ’ του άρθρου μόνου αυτής) και από τον Οδηγό του Εκπαιδευτικού, στον οποίο αυτή παραπέμπει, προωθείται η αντίληψη ότι η θρησκευτική πίστη μπορεί και πρέπει να είναι «κριτική» (βλ.π.χ. στη σελίδα 31 του εν λόγω Οδηγού: «η πίστη είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του ΜτΘ», στη σελίδα 69: «κριτικός αναστοχασμός» για τη πίστη στον Τριαδικό Θεό και στη σελίδα 124 αυτού: «αναστοχασμός» της αφήγησης της Γενέσεως για τη πτώση των πρωτοπλάστων) το στοιχείο δε αυτό κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία διαμορφώνουν, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού τους βίου, οι μαθητές στο πλαίσιο της οικογενείας τους, και είναι ικανό, δεδομένου ότι οι έφηβοι μαθητές δέν διαθέτουν ακόμη την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων, να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους. Πέραν δε τούτων, με το ΠΣ του ΜτΘ για το Λύκειο που εισάγει η προσβαλλομένη απόφαση δεν επιχειρείται ούτε κάν η «θρησκειολογικού» τύπου μετάδοση γνώσεων και πληροφοριών για τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας ή άλλων χριστιανικών ομολογιών ή άλλων θρησκειών, αλλά η επεξεργασία εννοιών (όπως η επικοινωνία, η ταυτότητα, η ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πολυπολιτισμικότητα, ο διάλογος, η έκφραση, η ετερότητα, η οικολογία), εννοιών οι οποίες ανάγονται σε διάφορες επιστήμες ή διδακτικά αντικείμενα (όπως η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η νομική και πολιτική επιστήμη, η φιλοσοφία, οι τέχνες) και οι οποίες (έννοιες) εξετάζονται απλώς και από θρησκευτική ―όχι αποκλειστικώς ορθόδοξη χριστιανική― οπτική γωνία. Τέλος, όπως προκύπτει από τον Οδηγό του Εκπαιδευτικού που συνοδεύει την προσβαλλομένη απόφαση, στις μεθόδους διδασκαλίας του ΜτΘ περιλαμβάνονται ως «ενδεικτικές δραστηριότητες» ή ως «προτεινόμενο εκπαιδευτικό υλικό», εκτός άλλων (π.χ. κινηματογραφικές ταινίες, βίντεο, λογοτεχνικά κείμενα, ζωγραφικοί πίνακες), και τραγούδια ξένα (σελίδες 95, 222 κ.ά.) και ελληνικά τα οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο ή από τους τίτλους τους [π.χ. τραγούδια «με θέμα τον έρωτα και τη φιλία» (σελίδα 60), «ο Μεγάλος Ερωτικός» (σελίδα 60), «ο Μπαγάσας» (σελίδα 59, 60), «Έλσα σε Φοβάμαι» (σελίδα 137), «Ανόητες Αγάπες» (σελίδα 222)] παρίστανται όλως απρόσφορα για τη μετάδοση στους μαθητές της έννοιας του ιερού εν γένει και, ιδίως, του βιώματος της ιερότητας όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στη λειτουργική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στην παράδοση της Ορθοδοξίας. Από το σύνολο των προεκτεθέντων, κυρίως δε από το προπαρατεθέν περιεχόμενο των δυο παραγράφων του άρθρου μόνου της προσβαλλομένης καθίσταται σαφές ότι με το ΠΣ που εισάγεται με την εν λόγω υπουργική απόφαση καθοδηγούνται οι μαθητές προς ένα συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και ζωής αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και προς ένα σύστημα αξιών που νοθεύει τη διδασκαλία αυτή.

15. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση α) προς την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος (η οποία αποτελεί το βασικό νομικό θεμέλιο για τη ρύθμιση του επίμαχου ζητήματος), διότι, με το επίμαχο πρόγραμμα σπουδών (ΠΣ) που εισάγει για το Λύκειο, φαλκιδεύεται ο σκοπός τον οποίο επιβάλλεται να διασφαλίζει κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, η ανάπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, β) προς την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, διότι ―ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές και να κατατείνει στην εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεώς τους― με τη σύγχυση που προκαλείται, όπως έχει εκτεθεί, από το προπεριγραφέν πρόγραμμα σπουδών και με τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού «αναστοχασμό» των εφήβων μαθητών, η εν λόγω απόφαση κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές αυτοί στο πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, είναι δε ικανή η εισαγόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση διδασκαλία ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών αυτών που δεν διαθέτουν ακόμη την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων, να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους, γ) προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι προσβάλλει το ευθέως καθιερούμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και δ) προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ) και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ, διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία, όπως έχει εκτεθεί, προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα
Κατά δε την ειδικότερη και συγκλίνουσα ως προς το αποτέλεσμα γνώμη του Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου και Μ. Σωτηροπούλου, οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης είναι ανίσχυρες, διότι από το περιεχόμενό τους, όπως έχει περιγραφεί, προκύπτει ότι η σχετική διδακτέα ύλη, απευθυνόμενη σε όλους εν γένει τους μαθητές, είναι τέτοια κατά το είδος και την έκτασή της, ώστε να κυριαρχεί η παροχή και επεξεργασία πληροφοριών και γνώσεων αναφορικά με το περιεχόμενο της θρησκείας εν γένει, των επί μέρους εκφάνσεών του στα διάφορα θρησκεύματα και των σχετικών συγκριτικών και γενικότερων προβληματισμών, σε τρόπο που να παραβιάζεται η, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, συνταγματική υποχρέωση της διαμόρφωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης των Ελλήνων έτσι, ώστε να αποβλέπει προεχόντως στην μετάδοση του βιώματος του ιερού, αντλούμενου, κατά πρόσφορο τρόπο, από την χριστιανική ορθοδοξία.

Αντιθέτως, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, την οποία υποστηρίζουν οι Σύμβουλοι Ι. Μαντζουράνης, Σ. Χρυσικοπούλου, Θ. Αραβάνης, Μ. Πικραμένος και Α.Μ. Παπαδημητρίου, η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατόπιν γνωμοδοτήσεως των αρμόδιων επιστημονικών οργάνων και φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, και αφού ακούσθηκαν οι απόψεις της Εκκλησίας, υπηρετεί τους σκοπούς της παροχής από το Κράτος θρησκευτικής εκπαίδευσης πολυφωνικής και αξιολογικά ουδέτερης, παρουσιάζει επαρκώς τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που παρατέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, κινείται δε εντός των ορίων των εξουσιοδοτικών διατάξεων, που είναι ερμηνευτέες σύμφωνα με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Επομένως οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι ερείδονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως και των παιδαγωγικών επιλογών της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη και εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος εν προκειμένω είναι οριακός.

16. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει, στο σύνολό της, δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα
Δημοσίευση σχολίου