Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Ακατάσχετο όριο συντάξεων.

Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, Τμήμα ΣΤ, 218/ 2016.

  Αποτελούμενο από τις: Μαριορίτσα Τσομπανίκου, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Αθηνά Στεφοπούλου και Αθανασία Ζώη (Εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων.

Περίληψη. Διοικητική εκτέλεση. Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ακατάσχετο όριο των συντάξεων στο ποσό των 1.500 ευρώ. Ο εφεσίβλητος συνταξιούχος υπέβαλε την αίτηση για άρση ή περιορισμό της κρίσιμης κατάσχεσης μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής του κατά του κρίσιμου κατασχετήριου εγγράφου και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Συνεπώς, η ένδικη κατασχετήρια πράξη που εκδόθηκε εις βάρος του εφεσίβλητου ήταν νόμιμη κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης. Δέχεται την έφεση. Απορρίπτει την ανακοπή.
 1.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 9060/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν παραδοχής ανακοπής του εφεσίβλητου, ακυρώθηκε το με αρ.πρωτ. ..../20-4-2010 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ΙΕ΄ ΔΟΥ, με το οποίο κατασχέθηκε αναγκαστικώς εις χείρας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΄΄Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών [ΟΑΕΕ]΄΄, ως τρίτου, το ... της μηνιαίας σύνταξης που αυτό οφείλει στον ανακόπτοντα και μέχρι του ποσού των 96.675,55 ευρώ, προκειμένου να εξοφληθεί ισόποση οφειλή της εταιρίας με την επωνυμία ΄΄.... ...΄΄ προς το Δημόσιο.

 2.Επειδή στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄97) ορίζεται ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α)…. β)….. γ) του προγράμματος πλειστηριασμού…...», στο δε άρθρο 224 αυτού ορίζεται ότι: «1.Το Δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της.2……» και στο άρθρο 225 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Το Δικαστήριο αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής», ενώ στο άρθρο 30 ορίζεται ότι ΄΄1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό ,ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου ...’’, επίσης στο άρθρο 31 ορίζεται ότι ΄΄Εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων α]....β]...γ]...δ]...ε] τα ποσά των απαιτήσεων εκ μισθών, συντάξεων και πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων καταβαλλομένων περιοδικώς, επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί του ? αυτών δια τα προς το Δημόσιον χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων, ...΄΄. Περαιτέρω τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου αυτού τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 4 του ν.3714/2008 [ΦΕΚ Α΄231]και το άρθρο 17 του ν.3756/2009 [ΦΕΚ Α΄53] ως εξής ΄΄Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων [1.000] ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου [1/4] αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων [1.000] ευρώ. Κατασχέσεις ,που έχουν επιβληθεί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών σε βάρος οφειλετών που υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, αίρονται ή περιορίζονται μετά από αίτηση του οφειλέτη ΄΄. Στη συνέχεια, τα ίδια εδάφια αντικαταστάθηκαν εκ νέου με την παρ. Α΄υποπαρ.3 του τρίτου άρθρου του ν. 4254/2014 [ΦΕΚ Α΄85/7-4-2014], με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευση του νόμου ,ως εξής ΄΄Δεν χωρεί κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό, επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/2 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ. Κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί, μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών, σε βάρος των οφειλετών που υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, περιορίζονται ή αίρονται μετά από αίτησή τους΄΄. Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου τρίτου του ν. 4254/ 2014 αυξάνεται το όριο του ακατάσχετου ποσού μισθών και συντάξεων, αφαιρουμένων των υποχρεωτικών εισφορών, σε 1.500 ευρώ μηνιαίως, η αύξηση αυτή του ακατάσχετου ποσού κρίθηκε, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου, επιβεβλημένη για την προστασία των μισθωτών και των συνταξιούχων.

 3. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής ΄΄ Με το ..../20-4-2010 κατασχετήριο έγγραφο του Προισταμένου της ΙΕ΄ΔΟΥ, κατασχέθηκε αναγκαστικώς εις χείρας του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, ως τρίτου, το ? της μηνιαίας σύνταξης που αυτό οφείλει στον εφεσίβλητο, μέχρι του ποσού των 96.675,55 ευρώ [και με τον περιορισμό ότι το εναπομείναν μηνιαίο ποσό δεν θα είναι μικρότερο από 1.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.3714/2008], προκειμένου να εξοφληθεί ισόποση οφειλή του εφεσίβλητου προς το Δημόσιο, με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας με την επωνυμία ΄΄....΄΄. Η οφειλή αυτή αφορούσε φόρο εισοδήματος της προηγούμενης εταιρίας, οικον.ετών 2001 έως 2003, κατόπιν περαιώσεως βάσει του ν. 3259/2004 [σχετ. η .../13-10-2004 ατομική βεβαίωση ποσού 62.330,01 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων 34.281,49 ευρώ, σχετικό το από 13-10-2004 εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης των οικον.ετών 2001 - 2003, συνολικής οφειλής 83.106 ευρώ, του Προισταμένου της ΙΕ΄ΔΟΥ Αθηνών] καθώς και βεβαιωθέντα έξοδα διοικητικής εκτέλεσης ποσού 43,28 ευρώ, πλέον προσαύξησης 20,77 ευρώ. Ακολούθως υποβλήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η ../17-5-2010 δήλωση [κατ΄άρθρο 32 του ΚΕΔΕ] του εκπροσώπου ΟΑΕΕ, σύμφωνα με την οποία η καθαρή μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει ο εφεσίβλητος ανέρχεται στο ποσό των 1.459,90 ευρώ [δηλ. 1.520,77 ευρώ, αφαιρουμένων των κρατήσεων 60,83 ευρώ]. Κατά της πράξης αυτής [κατασχετήριου εγγράφου] ο εφεσίβλητος άσκησε ανακοπή [από 7-6-2010] ενώπιον του Μονομελούς Διοικ. Πρωτ/κείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι, η ένδικη κατάσχεση της μηνιαίας σύνταξης του εφεσίβλητου είναι μη νόμιμη, εφόσον η συνολική σύνταξη που λαμβάνει είναι κατώτερη του ακατάσχετου ορίου των 1.500 ευρώ, το οποίο ορίζεται ως ακατάσχετο όριο για την κατάσχεση συντάξεων και λοιπών ασφαλιστικών βοηθημάτων, που καταβάλλονται περιοδικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη της παρ.Α΄υποπαρ.3 του τρίτου άρθρου του ν.4254/2014 [ΦΕΚ Α΄85/7-4-2014 - η οποία ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου].

 4. Επειδή με την κρινόμενη έφεση, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αμφισβητεί την ορθότητα της εκκαλουμένης και επιδιώκει την εξαφάνιση αυτής. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η ένδικη κατάσχεση με το ανωτέρω κατασχετήριο έγγραφο εις βάρος του εφεσίβλητου, είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη, δεδομένου ότι επιβλήθηκε στις 20-4-2010, δηλαδή πρίν την ημερομηνία ισχύος των διατάξεων της παρ. Α΄υποπαρ.3 του τρίτου άρθρου του ν.4254/2014, εκ μέρους δε του εφεσίβλητου δεν υποβλήθηκε η προβλεπόμενη στις, εν λόγω, νεώτερες διατάξεις αίτηση για άρση της κατάσχεσης. Εξάλλου, ο εφεσίβλητος με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, υποστηρίζει ότι υπέβαλε την κρίσιμη αυτή αίτηση περί άρσης της κατάσχεσης, λόγω του ακατάσχετου ορίου των 1.500 ευρώ, στις 27-4-2015, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής του και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

 5. Επειδή, κατόπιν όλων αυτών, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι η νεώτερη διάταξη της παρ. Α΄υποπαρ. 3 του τρίτου άρθρου του ν.4254/2014 [με έναρξη ισχύος την 7-4-2014], η οποία όρισε το ακατάσχετο όριο των συντάξεων στο ποσό των 1.500 ευρώ, όρισε περαιτέρω ότι έπρεπε να υποβληθεί αίτηση για άρση ή περιορισμό της κρίσιμης κατάσχεσης, εκ μέρους των συνταξιούχων που τους είχε επιβληθεί κατάσχεση με το προηγούμενο καθεστώς του ακατάσχετου ορίου των 1.000 ευρώ, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς και ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε την αίτησή του αυτή [προς την αρμόδια φορολογική αρχή] στις 27-4-2015, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής του κατά του κρίσιμου κατασχετήριου εγγράφου και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, κρίνει ότι η ένδικη κατασχετήρια πράξη που εκδόθηκε εις βάρος του εφεσίβλητου ήταν νόμιμη κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (11.6.2014), κρίνοντας δε το αντίθετο η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί, κατά παραδοχή της κρινόμενης έφεσης ως βάσιμης. Δικάζοντας δε το παρόν δικαστήριο την ανακοπή του εφεσίβλητου και ενόψει του ότι τα προβαλλόμενα με αυτήν, σχετικά με το ότι η ένδικη κατάσχεση είναι μη νόμιμη, γιατί το εναπομένον ποσό της σύνταξής του, ανερχόμενο σε 988,80 ευρώ, είναι κατώτερο των 1.000 ευρώ, είναι απορριπτέα, αφού στο κατασχετήριο έγγραφο διαλαμβάνεται ότι επιβάλλεται κατάσχεση στο ? της σύνταξης του εφεσίβλητου, με τον περιορισμό ότι το εναπομένον μηνιαίο ποσό δεν θα είναι κατώτερο των 1.000 ευρώ, κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων, όμως, απαλλάσσει τον εφεσίβλητο από την καταβολή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.).

                                                                    Δ Ι Α   Τ Α Υ Τ Α

 Δέχεται την έφεση.
 Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση [9060/2014].
 Δικάζοντας επί της ανακοπής
 Απορρίπτει αυτήν.
 Απαλλάσσει τον εφεσίβλητο από την δικαστική δαπάνη.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...