Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Τράπεζες, υπεξαίρεση, συμψηφισμός, ανώμαλη παρακαταθήκη, σχέση τράπεζας- καταθέτη, αοριστία ένστασης συμψηφισμού.

Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, 22/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αθανασία Ζαχαροπούλου, Πρωτοδίκη.

Περίληψη. Ευθύνη της τράπεζας έναντι του πελάτη της δικαιούχου τηρούμενου σε αυτήν καταθετικού τραπεζικού λογαριασμού από την άρνηση απόδοσης του χρηματικού ποσού της κατάθεσης. Η τράπεζα δε δύναται να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, μη αποδίδοντας τα χρήματα της κατάθεσης, που ζητάει ο παρακαταθέτης, εφόσον τα τελευταία ανήκουν ήδη, από την κατάθεση, στην κυριότητά της. Ένσταση συμψηφισμού. Μονομερής και συμβατικός συμψηφισμός. Αποτελέσματα. Διάκρισή της από την ένσταση εξόφλησης. Υπερημερία της εναγόμενης τράπεζας. Η ενέργεια της ανάληψης του χρηματικού ποσού εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας, χωρίς νόμιμο ή συμβατικό έρεισμα, λαμβανομένης υπόψη και της άρνησης προς απόδοση του ποσού στον ενάγοντα, αντέκειτο στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και συνιστούσε παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων.

 Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σε αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σε αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 345/2015 ΔΕΕ 2015.872, ΑΠ 1220/2014 ΧΡΙΔ 2015.110, ΑΠ 632/2014 ΔΕΕ 2014.1066). Εξ αυτών παρέπεται, ότι η τράπεζα, στην οποία τηρείται καταθετικός λογαριασμός του πελάτη της, δεν δύναται να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, μη αποδίδοντας τα χρήματα της κατάθεσης, που ζητάει ο παρακαταθέτης, εφόσον τα τελευταία ανήκουν ήδη, από την κατάθεση, στην κυριότητά της (ΑΠ 980/2014, 759/2014 ΝΟΜΟΣ). 
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` 914, 926, 927 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1768/2009 ΔΕΕ 2010.576, ΑΠ 326/2009 ΕλλΔνη 2010.466). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1384/2009 ΧΡΙΔ 2010.441, ΑΠ 995/2008 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η έννομη σχέση που ιδρύεται μεταξύ πελάτη και τράπεζας είναι σχέση αμφίδρομης εμπιστοσύνης, η οποία απορρέει από την καλή πίστη. Η σχέση εμπιστοσύνης εγκαθιδρύεται με την έναρξη των διαπραγματεύσεων, συγκεκριμενοποιείται στο στάδιο της συμβατικής δέσμευσης και συνεχίζεται ακόμη και μετά τη λήξη της τραπεζικής σύμβασης, με νομοθετική αναγνώριση αυτής στα άρθρα 197 - 198 και 288 ΑΚ. Έχει δε ως περιεχόμενο την πεποίθηση, την πίστη αφενός μεν κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και την προστασία των περαιτέρω στοιχείων της προσωπικότητάς του, αφετέρου δε της ίδιας της τράπεζας ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει. Ειδικότερα, διαρκούσης της συμβατικής δέσμευσης, η σχέση εμπιστοσύνης, βρίσκοντας νομοθετικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές υποχρεώσεις, αφενός μεν της τήρησης εξαιρετικής επιμέλειας ως προς την εξυπηρέτηση του αντισυμβληθέντος πελάτη της, αφετέρου δε της πρότασης, σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της (Ψυχομάνης, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Τεύχος I, Γενικό Μέρος (2008), σ. 34 - 37). 

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τηρεί στην εναγόμενη “....”, υποκατάστημα Χανίων, τον υπ` αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος είναι προσωπικός και ότι παρά το ότι ζήτησε επανειλημμένως από αυτή την απόδοση του ποσού των 27.004,78 €, του οποίου η τελευταία, την 10.03.2014, προέβη παράνομα και χωρίς λόγο σε ανάληψη, προς ικανοποίηση απαίτησης που ισχυρίζεται ότι έχει έναντι της ατομικής επιχείρησης εκμίσθωσης επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης που διατηρεί αυτός (ενάγων), δυνάμει εμπορικής σύμβασης, που η τελευταία επιχείρηση είχε συνάψει με τη “.....”, της οποίας η εναγομένη τυγχάνει καθολική διάδοχος, η τελευταία αρνείται να του το αποδώσει. Ότι λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της αντιδίκου υπέστη ηθική βλάβη συνιστάμενη στη στενοχώρια που αισθάνθηκε δεδομένης της οικονομικής αδυναμίας που προκλήθηκε σε αυτόν να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές και προσωπικές του υποχρεώσεις, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ως άνω ιστορικό ζητεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, με το νόμιμο τόκο από 10.03.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 27.004,78 € και το ποσό των 10.000 € ως ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω της αδικοπραξίας, να απαγγελθεί εις βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καταδικαστεί η αντίδικος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση, καθ` ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 12, 14 § 2, 33, 35 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία. Είναι δε ορισμένη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγομένης, διότι περιέχει όλα τα κατ` άρθρο 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 288, 297 εδ. α`, 298 εδ. α΄ 299, 330, 340, 345, 346, 361, 827, 829, 830, 914, 922, 932 ΑΚ, 176, 907, 908 § 1 ΚΠολΔ, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων: α) περί καταβολής του αιτούμενου ποσού για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η τράπεζα προέβη σε ανάληψη των χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό (10.03.2014), το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι όταν ζητείται αποζημίωση για την ανόρθωση ζημίας από αδικοπραξία, πρόκειται για χρηματική οφειλή και οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος σε προηγούμενο χρόνο, συνεπεία όχλησης από το δικαιούχο της απαίτησης (άρθρα 914, 297, 340, 345 και 346 ΑΚ, ΑΠ 1253/2003 ΝΟΜΟΣ) και εν προκειμένω ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή της ότι έλαβε χώρα τέτοια όχληση. Είναι όμως, νόμιμο το επικουρικό περί τοκοδοσίας από την επίδοση της αγωγής (ΑΚ 346) αίτημα και β) περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγομένης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο διότι, πέραν του ότι η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο και δεν κατονομάζεται ο νόμιμος εκπρόσωπός αυτής, πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία κατά των εκπροσώπων της οποίας, σε κάθε περίπτωση, δεν χωρεί προσωπική κράτηση για χρέη της εταιρείας (άρθρο 1047 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστικής της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ. το υπ` αριθμ. 1406038 Σειρά Θ/670/18.01.2017 διπλότυπο είσπραξης τύπου A της Δ.Ο.Υ. Χανίων).

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ ο ``συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των    αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξόφλησης" της επίδικης απαίτησης δια του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 486/2016, ΑΠ 450/2013 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός ότι επήλθε ήδη το αποσβεστικό αποτέλεσμα, δια συμψηφισμού που προηγήθηκε της δίκης αποτελεί καταχρηστική ένσταση (Μπαλής, Ενοχικόν Δίκαιον (1969), σ. 449). Επομένως, ο συμψηφισμός δεν επέρχεται αυτομάτως και ipso iure με τη συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, αλλά παράγεται διαπλαστικό δικαίωμα υπέρ εκάστου των μερών να δηλώσουν το συμψηφισμό. Για τον εξώδικο συμψηφισμό, απαιτείται περί συμψηφισμού δήλωση, η οποία είναι δικαιοπραξία μονομερής και ανακοινωτέα προς τον έτερο και περιέχει εκποίηση. Ενόσω δεν γίνεται η δήλωση αυτή, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση και δεν επέρχονται τα αποτελέσματα του συμψηφισμού. Όταν αυτή γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβέννυνται, αναδρομικά, αφ` ης στιγμής συνυπήρξαν (ΑΠ 435/2015, Μπαλής, όπ. ανωτ., σ. 445 - 446, 449 - 450). Περαιτέρω, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό που συνάπτεται με βάση την αρχή ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφ` όσον δεν
αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα, να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση μόλις γεννηθούν και συνυπάρχουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών (ΑΠ 782/ 2014, 411/2014). Στην περίπτωση αυτή η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 411/2014). Η εν λόγω σύμβαση φέρει χαρακτήρα αμφοτεροβαρούς σύμβασης περί αμοιβαίας άφεσης χρέους (Μπαλής, όπ. ανωτ., σ. 457)
Εν προκειμένω, η εναγομένη συνομολογεί την τήρηση του υπ` αριθμ. ....τραπεζικού λογαριασμού από τον ενάγοντα, ήτοι τη σύναψη της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης και περαιτέρω ισχυρίζεται, κατ` εκτίμηση, ότι έχει εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση προς απόδοση του αιτούμενου ποσού διότι σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης της δίκης (10.03.2014) προέβη σε συμψηφισμό ανταπαίτησης που διατηρούσε κατά της επιχείρησης του ενάγοντος προερχόμενης από εμπορική σύμβαση που ο τελευταίος είχε καταρτίσει με τη “......”, της οποίας η “.....” τυγχάνει καθολική διάδοχος, κατά τα όσα ειδικότερα εκτίθενται στις προτάσεις της. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στη σύμβασή της ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 ΑΚ) και άρνηση ως προς τη βάση αυτής που ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ως ένσταση, καθώς η εναγομένη δεν προσδιορίζει αν, αναφορικά με το συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, ο συμψηφισμός, δια του οποίου ισχυρίζεται ότι επήλθε απόσβεση της απαίτησης, έλαβε χώρα δυνάμει συμφωνίας των διαδίκων (συμψηφισμός εκ συμβάσεως ή εκούσιος) ή αν επήλθε με μονομερή και ανακοινωτέα προς τον ενάγοντα δήλωση, που αποτελεί τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος του συμψηφισμού (μονομερής συμψηφισμός), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό για το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτού, ενώ ως άρνηση δεν ανταποκρίνεται με επάρκεια στο δικονομικό βάρος της σαφούς απάντησης στη σαφή ιστορική βάση της αγωγής, σύμφωνα με τον κανόνα που συνάγεται από τα άρθρα 216 § Ια, 261 § 1 ΚΠολΔ και προς το καθήκον αληθείας του άρθρου 116 ΚΠολΔ (Νίκας, Πολιτική.Δικονομία II (2005), σ. 259, Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ άρθρ. 261 αρ. 8, 10).

 Από τη χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και τις ομολογίες αυτών, που αναφέρονται ειδικότερα παραπάνω, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων κατήρτισε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “.....", της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “....” σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, με το άνοιγμα του υπ` αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού, στο υποκατάστημα Χανίων, ο οποίος αποτελεί απλό ταμιευτηρίου ιδιωτών. Σε χρόνο μεταγενέστερο και στο πλαίσιο της άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεδομένου ότι διατηρεί ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο “...”, στην πόλη των Χανίων, που έχει ως αντικείμενο την εκμίσθωση επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η προαναφερθείσα επιχείρηση του ενάγοντος συνήψε με τη “......” την υπ` αριθμ. ..../11.04.2013 σύμβαση και τη συμπληρωματική αυτής υπ` αριθμ. ..../11.04.2013 σύμβαση διάθεσης τερματικού EFT/POS, δυνάμει των οποίων, η τράπεζα αναλάμβανε την υποχρέωση να εξοφλεί τις αποδείξεις που η επιχείριση του ενάγοντος εμφάνιζε, οι οποίες αφορούσαν αγορές υπηρεσιών από τους πελάτες της επιχείρησης, με τη χρήση καρτών που είχε εκδώσει η τράπεζα ή που έφεραν το σήμα ... . Μέσω αποτυπωτικού μηχανήματος (συσκευή ..), που παραδόθηκε στην επιχείρηση του ενάγοντος από την τράπεζα, πραγματοποιούνταν η αποτύπωση των δελτίων χρέωσης - πίστωσης συναλλαγών - υπηρεσιών, οι οποίες λάμβαναν χώρα με κάρτα. Η επιχείρηση υποχρεούνταν να λαμβάνει έγκριση της συναλλαγής, με την εισαγωγή της κάρτας στο αποτυπωτικό μηχάνημα και στη συνέχεια λάμβανε δελτίο ολοκλήρωση της προέγκρισης, στο οποίο αποτυπονώταν η συγκεκριμένη συναλλαγή. Μετά την πάροδο λίγων ημερών, πραγματοποιούνταν από την τράπεζα κατάθεση του αντιτίμου της παρεχόμενης υπηρεσίας από την επιχείριση, “...”, στον πελάτη, στον υπ` αριθμ. ... εξυπηρετούντα της σύμβαση τραπεζικό λογαριασμό, που άνοιξε η επιχείρηση του ενάγοντος στην εναγόμενη τράπεζα ταυτόχρονα με την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, προς διευκόλυνση της λειτουργίας της σύμβασης. Η διαδικασία της έγκρισης της συναλλαγής ολοκληρωνόταν με την τελική παράδοση του αυτοκινήτου ή των αυτοκινήτων. Κατόπιν αμφισβήτησης της εγκυρότητας κάποιων εκ των συναλλαγών, με τους ισχυρισμούς ότι δεν τηρήθηκε η συμφωνηθείσα διαδικασία για την έγκριση αυτών, με συνέπεια να μην χρεωθούν οι κάρτες των πελατών του ενάγοντος και συνακόλουθα να μην εισπράξει η τράπεζα τα ήδη καταβληθέντα στην επιχείρηση του ενάγοντος χρήματα και ισχυριζόμενης οφειλής του ενάγοντος εκ της ως άνω σύμβασης, η εναγομένη, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, την 10.03.2014, προέβη στην ανάληψη, εκ του υπ` αριθμ. ...τραπεζικού λογαριασμού του ενάγοντος, ήτοι όχι εκ του εξυπηρετούντος τη σύμβαση λογαριασμού της επιχείρησης του ενάγοντος, αλλά εκ του έτερου, προσωπικού λογαριασμού του, που προϋπήρχε της σύναψης της ως άνω σύμβασης, του ποσού των 27.004,78 € εκ του συνολικού ποσού των 37.504,78 € που υπήρχε σε αυτόν. Έκτοτε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος αρνείται να του το αποδώσει. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την πηγάζουσα από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης υποχρέωσή της να αποδώσει το ως άνω ποσό στον ενάγοντα - παρακαταθέτη - δικαιούχο του τραπεζικού λογαριασμού. Η ως άνω άρνησή της προς απόδοση θεμελιώνει ενδοσυμβατική ευθύνη αυτής και για το λόγο αυτό πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.004,78 €, με το νόμιμο τόκο από 10.03.2014. Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία προέβη στην ανάληψη του ως άνω ποσού, από τον προσωπικό λογαριασμό που ο ενάγων τηρούσε σε αυτή, από το έτος 2012, στο πλαίσιο νόμιμου συμβατικού (βάσει συμφωνίας των μερών) ή μονομερούς συμψηφισμού (με μονομερή και ανακοινωτέα προς τον ενάγοντα δήλωση, που αποτελεί τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος του συμψηφισμού), ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής η ύπαρξη αμοιβαίων απαιτήσεων με τα προσόντα του συμψηφισμού. Εξάλλου, από το κείμενο των ως άνω συμβάσεων προκύπτει η χορήγηση ανέκκλητης εντολής προς την τράπεζα να χρεώνει τον υπ` αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό της επιχείρησης για τις συναλλαγές που τεκμηριωμένα όφειλε να επιστρέφει η επιχείρηση στην τράπεζα, με σαφή προσδιορισμό του τραπεζικού λογαριασμού που αφορούσε η πρόβλεψη αυτή ο οποίος διακρίνεται από τον επίδικο (όροι 4 υπ` αριθμ. ...... σύμβασης και 4 από κεφάλαιο “λοιπών όρων” υπ` αριθμ. ....σύμβασης). Συνεπώς, η τράπεζα ενήργησε αντίθετα με τη καλή πίστη, μη ανταποκρινόμενη στην ιδιαιτερότητα της σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (πελάτη - τράπεζας), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, προσβάλλοντας τα οικονομικά συμφέροντα του ενάγοντος πελάτη της και διαψεύδοντας την εμπιστοσύνη που ο τελευταίος επέδειξε σε αυτή, επιλέγοντάς τη για την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του. Με βάση τα ανωτέρω, η ενέργεια της ανάληψης του ποσού των 27.004,78 € εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας και δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, με τους οποίους βρίσκεται σε σχέση πρόστησης, χωρίς νόμιμο ή συμβατικό έρεισμα, λαμβανομένης υπόψη και της άρνησης προς απόδοση του ποσού στον ενάγοντα, αντίκειται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνει τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι διαγράφεται ως παράνομη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη και υπαίτια, με αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης στον ενάγοντα. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της εν λόγω συμπεριφοράς της εναγομένης, προκλήθηκε οικονομική δυσχέρεια του ενάγοντος, τόσο ως προς την ανταπόκριση στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, όσο και ως προς την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, καθώς έχει στερηθεί, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη χρήση ενός αξιοσημείωτου ποσού χρημάτων που διατηρούσε στον υπ` αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να αισθανθεί έντονη στενοχώρια, άγχος και να υποστεί ψυχική ταλαιπωρία. Ως εκ τούτου παρέχεται στον ενάγοντα αξίωση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ως άνω ηθικής βλάβης, λόγω της αδικοπραξίας. Για την ικανοποίηση δε αυτής, εν όψει του είδους και της έντασης της βλάβης, του βαθμού πταίσματος της εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, της κοινωνικής και οικονομικής θέσης και κατάστασης των μερών και όλων γενικά των συνθηκών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματικό ποσό ύψους τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), το οποίο κρίνεται εύλογο. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή εν μιέρει η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα: α) το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (27.004,78 €), με το νόμιμο τόκο από 10.03.2014 και β) το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, κατά το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα που νίκησε. Τέλος, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ανάλογο με την έκταση της ήττας της (άρθρα 178 § 1, 189 και 191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

                                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.
 ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
 ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (27.004,78 €), με το νόμιμο τόκο από 10.03.2014 και β) το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
 ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή μέχρι του ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €).
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι ευρώ (1.420 €).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...