Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, εταιρική ευθύνη, δικαίωμα ακρόασης, ΚΕΔΕ.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα ΣΤ', 359/ 2018.

  Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, Β. Ραφτοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι.

Περίληψη. Διοικητική εκτέλεση. Επιτρέπεται η κατάσχεση απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα εις χείρας τρίτου, μέχρι ποσοστού 1/4. Ο καθορισμός του ανωτέρω ορίου δεν αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Πότε ο ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τα προ της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη. Το άρθρο 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί δικαιωμάτων που απορρέουν από διοικητικό νόμο. Πριν από την επιβολή κατάσχεσης σε βάρος οφειλέτη του Δημοσίου, δεν απαιτείται η ακρόαση αυτού.

 2. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2717/1999 (Α΄ 97) ορίζει στο άρθρο 217 ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού ...», στο άρθρο 224 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. ... 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο ...» και στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής».
Εξάλλου, το ν.δ. 356/1974, «περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων», (Α΄ 90), ορίζει στο άρθρο 9 ότι: «Τα προς είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εφαρμοζόμενα αναγκαστικά μέτρα είναι τα εξής: 1. Κατάσχεσις κινητών, είτε εις χείρας του οφειλέτου είτε κινητών και απαιτήσεων εν γένει αυτού εις χείρας τρίτου. 2. Κατάσχεσις ακινήτων και 3. ... Η χρήσις των αναγκαστικών τούτων μέτρων εναπόκειται εις την κρίσιν του διώκοντος Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου, δυναμένου να λάβη ταύτα κατά τας διατάξεις του παρόντος Ν. Διατάγματος, είτε αθροιστικώς είτε εν έκαστον κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν...», στο δε άρθρο 30 ορίζει ότι: «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην... 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον... 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως... 4. (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 2648/1998, Α΄ 238, αναριθμουμένων των παρ. 4 και 5 του άρθρου αυτού σε 5 και 6 αντίστοιχα). Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό, μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε». Περαιτέρω, στο άρθρο 31 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «Εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων: α) ... ε) τα 3/4 των απαιτήσεων εκ μισθών, συντάξεων και πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων καταβαλλομένων περιοδικώς επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί του 1/4 αυτών διά τα προς το Δημόσιον χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων, στ) ...».

 3. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι η κρίση του Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου για τη λήψη των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές είναι μεν ελεύθερη, όμως δεν πρέπει να παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης, κατά την οποία η Διοίκηση οφείλει να απέχει από τη λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης τα οποία δεν είναι αναγκαία ούτε κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της είσπραξης των εσόδων, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (Βλ. ΣτΕ 848-850/2012). Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία ο αρμόδιος Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου επιλέξει τελικά, μετά από τήρηση των ανωτέρω προϋποθέσεων, το αναγκαστικό μέτρο της κατάσχεσης απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα εις χείρας τρίτου, ο νόμος θεσπίζει περαιτέρω το ακατάσχετο του ποσοστού των 3/4 των απαιτήσεων αυτών προς διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη. Με τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω καθορισμός του ορίου του ακατασχέτου ποσοστού μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων, κατά τρόπο γενικό και ανεξάρτητα από τις συνθήκες εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητος ούτε το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αλλά, αντιθέτως, τις λαμβάνει υπ’ όψη και τις συνεκτιμά στο προσήκον μέτρο εν όψει και του δημοσίου συμφέροντος της απρόσκοπτης και εύρυθμης δημοσιονομικής λειτουργίας του κράτους.

 4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με το ..../18.10.2004 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .., κατασχέθηκε αναγκαστικώς εις χείρας του Τ.Ε.Β.Ε., ως τρίτου, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος οφειλέτη του Δημοσίου, το ποσοστό 1/4 της καταβαλλόμενης σε αυτόν από το Τ.Ε.Β.Ε. μηνιαίας σύνταξης, και έως του ποσού της οφειλής αυτού, ύψους 42.611,57 ευρώ, που προέρχεται από χρέη προς το Δημόσιο της ομόρρυθμης εταιρείας «...», της οποίας ο αναιρεσείων ήταν ομόρρυθμος εταίρος. Ειδικότερα, τα χρέη της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με τον συνημμένο στο κατασχετήριο έγγραφο πίνακα χρεών, προέρχονται από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 1999 (χρήση 1998) ποσού 688,80 ευρώ (.../16.3.1999 πράξη ταμειακής βεβαίωσης), από πρόστιμο ΚΒΣ οικονομικού έτους 1995 ποσού 24.211 ευρώ (.../6.2.2001 πράξη ταμειακής βεβαίωσης), από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 (χρήση 2000) ποσού 218,99 ευρώ (.../2.4.2001 πράξη ταμειακής βεβαίωσης), από χρηματική ποινή οικονομικού έτους 2001 ποσού 300,51 ευρώ (../11.10.2001 πράξη ταμειακής βεβαίωσης) και από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 2002 (χρήση 2001) ποσού 153,54 ευρώ (.../1.4.2002 πράξη ταμειακής βεβαίωσης). Η παρακράτηση του ποσού που αντιστοιχεί στο 1/4 της μηνιαίας σύνταξης, ανερχόμενο σύμφωνα με το από 26.10.2004 έγγραφο του Τ.Ε.Β.Ε., σε 217,05 ευρώ μηνιαίως, ορίσθηκε να αρχίσει, κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω έγγραφο του Ταμείου, από 1.12.2004, μετά την υποβολή στο Ειρηνοδικείο Αθηνών της ../26.10.2004 δήλωσης του Τ.Ε.Β.Ε., ως τρίτου, σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων είναι συνταξιούχος του Ο.Α.Ε.Ε.- Τ.Ε.Β.Ε. και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 904,33 ευρώ, υποκείμενη σε κρατήσεις 36,17 ευρώ, καθώς και το ότι έχει καταβληθεί σε αυτόν από το Ταμείο έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004. Κατά του παραπάνω κατασχετηρίου εγγράφου ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της κατασχέσεως προβάλλοντας ότι δεν τηρήθηκε η υποχρέωση της προηγούμενης του μέτρου ακρόασής του, ότι το μέτρο αντίκειται στο άρθρο 281 του Α.Κ. και ότι τα επίμαχα χρέη δημιουργήθηκαν μετά την αποχώρησή του, από την εταιρεία οπότε δεν ευθύνεται για την καταβολή τους. Η ανακοπή απορρίφθηκε με την 458/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, έφεση δε του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο, έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο που αναφέρεται σε παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με την αιτιολογία ότι αναφέρεται στις σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου και δεν έχει εφαρμογή σε εκείνες του δημοσίου δικαίου. Επίσης, έκρινε ότι ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, απορρίφθηκε πρωτοδίκως ο λόγος περί παραβιάσεως του δικαιώματος της προηγουμένης ακρόασης, εφόσον, πάντως, στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ενημερώθηκε με το από 26/10/2004 έγγραφο του Τ.Ε.Β.Ε. για την, δυνάμει του επίδικου κατασχετηρίου εγγράφου, παρακράτηση του 1/4 της σύνταξής του μέχρι την εξόφληση του χρέους του. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος και τα οποία αφορούν χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν εταίρος, διότι κρίσιμος είναι ο χρόνος γένεσης των οφειλών και όχι ο χρόνος ταμειακής βεβαίωσης αυτών. Τέλος, το εφετείο έκρινε ότι οι προβαλλόμενοι με την έφεση λόγοι περί παραβιάσεως των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης πίστης του διοικουμένου προς τη διοίκηση ως προς την επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, αφενός, προβάλλονται αορίστως, εφόσον δεν γίνεται μνεία άλλου λιγότερο επαχθούς μέτρου προς είσπραξη των χρεών του αναιρεσείοντος ούτε προβάλλεται συμπεριφορά της Διοίκησης από την οποία μπορεί να συναχθεί ότι δημιουργήθηκε εύλογη πεποίθηση του αναιρεσείοντος περί μη είσπραξης της οφειλής του από το Δημόσιο, αφετέρου, η διάταξη του άρθρου 31 περ. ε΄ ΚΕΔΕ, που θεσπίσθηκε για ιδιαίτερους λόγους δημοσιονομικής πολιτικής και διασφάλισης της είσπραξης των απαιτήσεων του Δημοσίου, λαμβάνει, ρητώς, πρόβλεψη για την συντήρηση των συνταξιούχων, θεσπίζοντας το ακατάσχετο των 3/4 της συντάξεώς των.

 5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι προβαλλόμενοι λόγοι περί παραβιάσεως των αρχών της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας, και της επιείκειας κατά την επιβολή του επίδικου μέτρου, ενόψει της οικονομικής κατάστασης του αναιρεσείοντος και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 3 το άρθρο 31 του ΚΕΔΕ, κατ’ εφαρμογή του οποίου έλαβε χώρα εν προκειμένω η επίδικη κατάσχεση, δεν αντίκειται στις ανωτέρω γενικές αρχές ούτε στα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

 6. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του δικάσαντος εφετείου σχετικά με την ευθύνη του αναιρεσείοντος για την καταβολή του βεβαιωθέντος ποσού των 42.611,52 ευρώ, διότι το ποσό αυτό δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε είχε βεβαιωθεί νόμιμα σε βάρος της εταιρείας της οποίας υπήρξε ομόρρυθμος εταίρος μέχρι της αποχωρήσεώς του από αυτήν (14/1/2002). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου (β.δ. της 19.η/1.5.1835), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία για τα προ της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη, εφ’ όσον, πάντως, η σχετική αξίωση, κατά της εταιρείας γεννήθηκε προ της αποχωρήσεώς του εταίρου από την εταιρεία (ΣτΕ 1202/2009, πρβλ. ΣτΕ 2999/2006, 14.8/2001). Ως εκ τούτου, εφ’ όσον εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η γένεση των επίμαχων οφειλών του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο της αποχώρησης αυτού από την εταιρεία (14.1.2002), ο τελευταίος ευθύνεται για τα ως άνω βεβαιωθέντα εις βάρος της εταιρείας ποσά, όπως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ, κατά τα λοιπά, απαραδέκτως ο αναιρεσείων αμφισβητεί κατ’ αναίρεση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά περί την ταμειακή βεβαίωση των ως άνω χρεών (πρβλ. ΣτΕ 190/2013).

 7. Επειδή, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικάσαν εφετείο απέρριψε το λόγο περί παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι το άρθρο αυτό δεν είναι εφαρμοστέο, εν προκειμένω. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά τα παγίως κριθέντα, το άρθρο 281 ΑΚ ρυθμίζει την άσκηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου και όχι δικαιωμάτων που απορρέουν από διοικητικό νόμο (ΑΕΔ 8/84 ΣΕ 491/2003, 186/1998, 1590/2000 7μ.).

 8. Επειδή, τέλος προβάλλεται, ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος το δικάσαν εφετείο απέρριψε το λόγο που αφορούσε το δικαίωμα ακροάσεως του αναιρεσείοντος πριν την επιβολή σε βάρος του της επίμαχης αναγκαστικής κατάσχεσης. Πλην όμως, κατά τα παγίως κριθέντα, πριν από τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως όπως η κατάσχεση, σε βάρος οφειλέτη του Δημοσίου δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση αυτού (ΣΕ 29/2013, 1705/2008). Κατά συνέπεια, ορθώς απερρίφθη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ο σχετικός λόγος εφέσεως, ο δε προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 9. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.

 10. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα από τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Απορρίπτει την αίτηση.
 Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...