Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Υπερχρεωμένα, δόλος, έννοια υπερχρέωσης, αδυναμία πληρωμών, αοριστία αίτησης, ειλικρινής δήλωση, ρευστοποίηση περιουσίας, περίοδος χάριτος.

Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου 46/ 2017, ΠειρΝομ 2017.329.

Δικαστής: Ε.Τσιμέρογλου.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Προϋποθέσεις. Δεν υπάρχει δόλος μόνο από την ανάληψη επισφαλούς δα­νειακής υποχρέωσης. Απαιτείται παραπλάνηση των υπαλλήλων της τράπεζας. Η ύπαρξη κατάθεσης του αιτούντος δεν εμποδίζει τη ρύθμιση αφού καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του. - Περίπτωση άνεργου οφειλέτη που πριν εργαζόταν ως οικοδόμος, λαμβάνει επίδομα ανεργίας ύψους 375 ευρώ τον μήνα και όταν υπάρχει εργασία σε οικοδομή λαμβάνει επιπλέον 600 ευρώ τον μήνα. Η σύζυγός του είναι άνεργη, όπως και η θυγατέρα του με τον σύζυγό της, και μηδαμινών εισοδημάτων.
Προϋπόθεση υπαγωγής στη ρύθμιση του Ν 3869/2010 είναι και η μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Αποτελείται από δύο στοιχεία, την αδυναμία πληρωμών και τη μονιμότητα αυτής. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ότι εξωτερικεύεται η ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Πρόκειται για έλλειψη ρευστότητας ή ανεπάρκεια αυτής, τόσο από τα ίδια μέσα του οφειλέτη, όσο και από τα μέσα ρευστότητας τρίτων (χρηματοδοτών). Η ύπαρξη περιου­σιακών στοιχείων ρευστοποιήσιμων, ικανών ακόμα και να οδηγήσουν σε πλήρη ικανοποίηση των πιστωτών, δεν είναι σε θέση να ανατρέψει τον χαρακτηρισμό. Σημασία έχει μόνο η ρευστότητα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων. Έννοια μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών: πρόσκαιρη οικονομική στενότητα, η παροδική/περιοδική αδυναμία πληρωμών, κάποιες μεταβατικές καταστάσεις, ακόμα και η απλή δυ­στροπία, δεν οδηγούν σε μόνιμη αδυναμία. Δεν αρκεί η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμών. Δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη μονιμότητα, αλλά κατά την κρίση του δικαστή και τα δικαστικά τεκμήρια μπορεί να γίνει αντιληπτό πό­τε η αδυναμία αυτή είναι μόνιμη. Μονιμότητα προκύπτει, πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των χρεών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους. Η ανεργία του οφειλέτη ή η μείωση των εισοδημάτων, κατά τρόπο που δεν διαφαίνεται να αναστρέφεται συντόμως, αποτελούν στοιχείο μονιμότητας. Εν γένει, είναι μόνιμη η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, αν είναι στάσιμη και δεν βελτιώνεται ή δεν αναμένεται να βελτιωθεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προς διευκόλυνση της ροής χρημάτων και ικανοποίηση των πιστωτών και προς κάλυψη των βιοτικών του αναγκών. Ένδειξη μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών η στασιμότητα των εισοδημάτων του οφειλέτη και η απουσία προσδοκίας αύξησης των εισοδη­μάτων του στο μέλλον. Η υπερχρέωση δεν ταυτίζεται με την έννοια της αδυναμίας πληρωμών, με αποτέλεσμα όποιος είναι υπερχρεωμένος να μην αντιμετωπίζεται αυτοδικαίως και ως πρόσωπο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Ση­μασία έχει η αδυναμία του προσώπου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών του και όχι η υπερχρέωσή του. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι το υπερχρεωμένο φυ­σικό πρόσωπο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να δύναται να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του προς τρίτους και έτσι να αποκλείεται η αδυναμία πληρωμών. Και αντιστρόφως στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι υπερχρεωμένος. Ο οφειλέτης μπορεί να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυ­ναμία πληρωμών, ακόμη και αν οφείλει συνολικώς μικρά ποσά ή οφείλει μόνο μία απαίτηση.
Προβολή ισχυρισμού ότι ο αιτών δεν αναφέρει πότε αναλήφθηκαν οι οφειλές του προς τις πιστώτριες τράπεζες, ποιά τα εξαιρετικά ή έκτακτα περιστατικά που επηρέασαν ουσιωδώς την εισοδηματική του κατάσταση και τον οδήγη­σαν σε αδυναμία πληρωμών και ότι η μακροχρόνια ανεργία του είναι αδικαιολόγητη. Ο λόγος κρίνεται απορριπτέος, διότι η αίτηση περιλαμβάνει το ελάχιστο εκ του Νόμου περιεχόμενο και κρίνεται επαρκώς ορισμένη ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν έσφαλε, λαμβάνοντας υπ` όψιν όλα τα αξιούμενα από τον Ν 3869/2010 στοιχεία ήτοι: 1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος- φυσικού προσώπου, 2) κατάσταση της περιουσίας του, 3) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων αυτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και 5) αίτημα ρύθμισης των οφειλών.
- Την παραβίαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 10 Ν 3869/2010 μπορεί να επικαλεσθεί πιστωτής εντός έτους από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάστα­ση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με τη δηλωθείσα. Δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά του οφειλέτη να έχει μειωθεί ή βλαφθεί η ικανοποίηση των πι­στωτών, αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του είναι πρόσφορες να μειώσουν ή ζημιώσουν την ικανοποίη­ση τους. Ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του εν λόγω Νόμου. Οι κυρώσεις επί υποβολής ανειλικρινούς δή­λωσης από δόλο ή βαρεία αμέλεια ισχύουν και στην περί­πτωση υποβολής από τον οφειλέτη ανειλικρινούς δήλωσης αναφορικώς με τα πάσης φύσεως εισοδήματα του συζύγου του, παρότι ο Νόμος στο άρθρο 10 παρ. 1 παραλείπει να αναφερθεί στα εισοδήματα του συζύγου του οφειλέτη, καθόσον η προκειμένη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς και να εναρμονισθεί με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 εδ. β`, αφού σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 η αίτηση πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων κατάσταση της περιουσίας και των πάσης φύσεως εισοδη­μάτων του οφειλέτη και του συζύγου του, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. β` του ίδιου ως άνω άρθρου ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέ- πονται στις περ. α` και β` της προηγούμενης παραγράφου. Η παράλειψη αναφοράς στην αίτηση του οφειλέτη αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, και δη εισοδημάτων, αποτελεί θέ­μα που ται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια και προβάλλεται με αίτηση οποιοσδήποτε πιστωτή, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η υποβολή της αιτήσεως πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρονται ποια συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία παρέλειψε ο αιτών. Το άρθρο 10 παρ. 1 Ν 3869/2010 αναφέρεται σε ειλικρινή δήλωση, η οποία, κατά περιεχόμενο, σημασία και έκταση χρονική, είναι ευρύτερη της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 παρ. 2. Η υποχρέωση ειλικρινούς δήλωσης δεν αφορά μόνο στην προδικασία, αλλά καταλαμ­βάνει χρονικώς όλη τη διαδικασία του Ν 3869/2010, από την κατάθεση της αίτησης μέχρι και δύο έτη μετά την απαλλαγή του οφειλέτη. Συνεπώς, αφορά στην ειλικρίνεια της αίτη­σης που κατατίθεται κατά το άρθρο 4 και ως προς τις πα­ραπάνω πληροφορίες κατά τη συμπλήρωση του φακέλου από τον οφειλέτη, όταν κατά το άρθρο 8 παρ. 3 εδ. 6` λάβει χώρα κάποια αλλαγή στην περιουσιακή του κατάσταση. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης δεν εξαρτάται από το αν η ανειλικρίνεια του οφειλέτη έχει προκαλέσει πραγματική- υπαρκτή ζημία στους πιστωτές. Ούτε έχει σημασία αν ο οφειλέτης αποκόμισε τελικώς κάποιο οικονομικό όφελος από την απόκρυψη. Αρκεί η διακινδύνευση ζημίας των συμφερόντων των πιστωτών. Κυριότερο κριτήριο για την επέλευση της έκπτωσης είναι η προσφορότητα της ανειλικρίνειας να απομειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών. Γίνεται δεκτή η θεραπεία της μη συμμόρφωσης του οφειλέ­τη αν παραλείψει να αναφέρει περιουσιακό στοιχείο αλλά οικειοθελώς προσκομίζει έγγραφα με τις προτάσεις του που το αναφέρουν. Έτσι, γίνεται δεκτή όχι μόνο η συμπλήρωση πληροφοριών για περιουσιακό στοιχείο, αλλά και η προ­σθήκη περιουσιακού στοιχείου, ακόμα και εισοδήματος.
- Συντρέχει περίπτωση περιέλευσης σε δόλια αδυναμία πλη­ρωμών όταν ο οφειλέτης δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείρισή του, προκειμένου επαρκώς να εξυπηρετήσει τα χρέη του, όταν αποκρύπτοντας εισοδήματα δεν ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του και αφήνει αυτές να καταστούν μη αντιμετωπίσιμες, όταν προβαίνει σε καταδολιευτικές μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων, είτε σε ευτελείς τιμές, είτε με δωρεές, είτε με γονικές παροχές, καθώς επίσης και όταν κατασπαταλά τα εισοδήματά του σε τυχερά παίγνια, σε χαρτοπαιξία κ.ο.κ. Ο δόλος δεν αποκλείεται να προϋπάρχει της ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης, αφού κάποιος μπορεί να δημιουργή­σει υπέρογκες οφειλές με συνεχή δανεισμό, παρότι γνωρί­ζει ότι θα βρίσκεται σε αδυναμία εξόφλησής τους. Στη δόλια ανάληψη επισφαλούς υποχρέωσης εμπεριέχεται η πρόγνω­ση εκ μέρους του οφειλέτη της ανεπάρκειας των εισοδημά­των του προς εξόφληση των αναλαμβανόμενων το ορισμένο της προβολής της σχετικής ένστασης δόλου. Δυσχερώς νοείται δολιότητα του οφειλέτη από μόνη την ανάληψη επισφαλούς δανειακής υποχρέωσης προς πιστω­τικά ιδρύματα, δεδομένου ότι τα τελευταία, κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης και πριν την αποδοχή της, στην οποία (αποδοχή) δεν μπορούν να υποχρεωθούν από την αίτηση παροχής πίστωσης, έχουν τη δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του (σε άλλα ιδρύματα) ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας», απαιτείται, δε, επιπλέον, ο δανειολήπτης να επέτυχε τη σύναψη δανειακής σύμβασης παραπλανώντας τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκο­μίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες, πε­ριστατικά που βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα.
Μόνη η επίκληση από την εκκαλούσα της εκ μέρους του οφειλέτη- εφεσιβλήτου ανάληψης υπέρμετρων οικονομι­κών υποχρεώσεων, έστω και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο της αδυναμίας του να αποπληρώσει αυτές, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης περί δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οι­κονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεων αυτού και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του, ενέργειες που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται.
Η κατάθεση που έχει ο αιτών στην εκκαλούσα της α` έφεσης τραπεζική εταιρία, που αφορά υπόλοιπο έκ της ληφθείσης αποζημίωσης από ατύχημα που προκάλεσε τον θάνατο του υιού του εν έτει 2003, ύψους 42.000 ευρώ, προορίζεται για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και της θυγατέρας του εντός της προσεχούς τριετίας ενόψει του ότι στερείται άλλων εισοδημάτων ή περιου­σιακών στοιχείων, ενώ το κόστος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών αυτού και της συζύγου του ανέρχεται στο ύψος των 800 ευρώ.
- Η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη δεν διατάσσεται άνευ όρων, εν` όψει και μόνο της ύπαρξης ρευστοποι­ήσιμης περιουσίας. Η εκποίηση πρέπει να κρίνεται απαραί­τητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, όταν, δηλαδή, θα αποφέρει τίμημα που θα οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της θέσης τους. Απαραίτητη είναι η εκποίηση από την οποία μπορεί να προκύψει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλ­λάγματος, ενώ υπάρχει περίπτωση η ρευστοποίηση να είναι δύσκολη, είτε λόγω ιδιοτήτων, είτε αξίας. Είναι και έτσι η εκποίησή του να κριθεί ασύμφορη. Το δικαστή­ριο μπορεί να προκρίνει ως συμφέρουσα τη διατήρηση ενός περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη, καθόσον ωφελεί αυτόν περισσότερο, σε σύγκριση με το όφελος των πιστωτών και τη ζημία του οφειλέτη σε περίπτωση που το στερηθεί. Το ίδιο επιτάσσει και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία τριτενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών, κατ` άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
- Εξαιρεί από τη ρευστοποίηση αποθήκη του υπογείου που είναι ημιτελής αδιαμόρφωτος χώρος μικρής αξίας και δι­καίωμα δόμησης που είναι μη υλοποιημένο και αβέβαιο αν θα υλοποιηθεί, η αξία δε αμφοτέρων μειώνεται, διό­τι η περιοχή τους είναι μικρής εμπορικής αξίας και στο αγροτεμάχιό τους υπάρχουν και άλλοι συγκύριοι, ώστε να είναι λόγω της μειωμένης ζήτησης, της οικονομικής κρίσης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ασύμφορα εκποίησης. Εξαιρεί επίσης Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, 1.587 cc, πρώτης κυκλοφο­ρίας έτους 2000, το οποίο λόγω της παλαιότητάς του, της μικρής αξίας του και της αμοιβής του εκκαθαριστή είναι ασύμφορο εκποίησης.
- Επικύρωση της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως κατ` ουσίαν βάσιμη και να εξυπηρετηθούν τα χρέη με μηνιαίες καταβολές από μέρους του οφειλέτη ύψους σαρά­ντα (40) ευρώ, συμμέτρως προς τις τράπεζες και για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Επίσης, θα εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, αξίας 48.028,78 ευρώ και θα ρυθμισθεί η καταβολή ποσοστού 80% επί της αξίας της, ήτοι ποσού 38.423,024 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές, ύψους 160,09593 ευρώ, συμμέτρως προς τις εκκαλούσες για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, αρχομένων των καταβολών από την 06.11.2019, ήτοι μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφα­σης, διότι κρίνεται ότι στον αιτοΰντα πρέπει να παρασχεθεί αντίστοιχη περίοδος χάριτος τεσσάρων ετών.  
 
Φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικα­στηρίου, οι από 18.01.2016 και 04.11.2016 εφέσεις, οι οποί­ες είναι συναφείς, καθόσον αφορούν τους ίδιους διαδίκους, στρέφονται κατά της ιδίας πρωτοβάθμιας δικαστικής από­φασης και υπάγονται στην ίδια διαδικασία (της εκούσιας δικαιοδοσίας), πρέπει δε εξ αυτών των λόγων να ενωθούν και να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης και μείωση των δικαστικών εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 16.06.2014 και με αριθμό έκθεσης κατά­θεσης ... αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, ο αϊτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος ως προς αμφότερες τις εφέσεις, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρη­ματικών οφειλών του προς τις καθ`ων η αίτηση και ήδη εκ­καλούσες, ζητούσε την επικύρωση του προτεινομένου από αυτόν σχεδίου διευθέτησης οφειλών, άλλως τη ρύθμιση των χρεών του από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν 3869/2010, ώστε μετά την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του. Το πρωτοβάθμιο δι­καστήριο, αφού έκρινε την αίτηση παραδεκτή και νόμιμη, έκανε δεκτή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και καθόρισε μηνιαίες καταβολές ύψους 40 ευρώ, καταβαλλόμενες συμ­μέτρως στις καθ` ων και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Επίσης, εξαίρεσε την κυρία κατοικία του αιτούντος από τη ρευστοποίηση, αξίας 48.028,78 ευρώ, και ρύθμισε την καταβολή ποσοστού 80% επί της αξίας της, ήτοι ποσού 38.423,024 ευρώ με μηνιαίες καταβολές ύψους 160,09593 ευρώ, συμμέτρως καταβαλλόμενες προς τις καθ` ων, επί 20 έτη και αρχόμενες από την 06.11.2019, δηλαδή μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, παρέχοντας αντίστοιχη περίοδο χάριτος, διάρκειας τεσσάρων ετών. Οι εκκαλούσες, με τις κρινόμενες εφέσεις και για τους λόγους που διαλαμβάνο­νται σε αυτές, παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανισθεί, άλλως ανακληθεί, άλλως μεταρ- ρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προς τον σκοπό όπως απορριφθεί η ανωτέρω αίτηση, καθώς επίσης να καταδικασθεί ο πρώτος εφεσίβλητος στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επικουρικά αιτήματα της β5 έφεσης περί ανάκλησης και μεταρρύθμι­σης της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνονται απορριπτέα ως μη νόμιμα και εκφεΰγοντα της δικαιοδοτικής εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν έστω και ένας λόγος της έφεσης κρι- θεί βάσιμος, η απόφαση, που προσβάλλεται, εξαςοανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ`ουσίαν. Επίσης, και το αίτημα περί κατα­δίκης του πρώτου εφεσιβλήτου στην εν γένει δικαστική δαπάνη των εκκαλουσών απορρίπτεται ως νόμω αβάσι- μο, δεδομένου ότι προσκρούει στο άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν 3869/2010, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (βλ. ΜΠρΞανθ 42/2013 Nomos και A Κρητικού, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 527).
1. Επειδή, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118-120 στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα είτε του δικαστηρίου, είτε και του ίδιου του εκκαλούντος.Τα σφάλματα, δε, μπορεί να είναι παραβιάσεις δικονομικών κανόνων, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή εγκατάλειψη αιτήσεως αδίκαστης. Πε­ραιτέρω, οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εν` όψει μάλιστα της διατά- ξεως του άρθρου 522 ΚΠολΔ που ορίζει ότι, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθε­τους λόγους αυτής), και να είναι σε θέση το δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απα­ράδεκτοι, και κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του δικαστη­ρίου. Εξάλλου, στα πραγματικά σφάλματα της αποφάσεως, που μπορούν να θεμελιώσουν λόγους εφέσεως, ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Άλλωστε, οι λόγοι της εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, ήτοι σε περίπτωση βασιμότητάςτους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. ΑΠ 1709/2013 Nomos, ΑΠ 864/2010, ΕφΛαμ S6/2013 Nomos, ΕφΑΘ 1396/2012 ΕλλΔνη 2012,1076, ΕφΘεσ 435/2010 Αρμ 2011,472, ΕφΙωαν 172/2006 Αρμ 2007, 419, Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση, έκδ. 2015, σελ. 299-300, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2009, παρ. 541 -542). Τέλος, για ιις υποθέσεις που δικάζονται κα­τά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μπορούν, κατ` άρθρο 765 ΚΠολΔ, να προταθούν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΘεσ 2413/1990 Αρμ 1991, 769, Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση, έκδ. 2015, σελ. 498).
2. Επειδή, με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, και έτσι καθι­ερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσι­ες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο Νόμος παραπέμπει για εκδί­καση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον Νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ`έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον Νόμο που ισχύει κατά την έκδο­ση της δικής του αποφάσεως (βλ. ΑΠ 236/2015 ΧρΙΔ 2015, 432 και Α. Κρητικού, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 527).
3. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ παρέχεται η δυνατότητα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν η πρω­τόδικη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει εσφαλμένες, να παραθέσει τις αιτιολογίες που στηρίξουν το διατακτικό ή τις ορθές αιτιολογίες σε αντικατάσταση των εσφαλμένων της πρωτόδικης απόφασης, διότι το ουσιώδες της απόφα­σης είναι το διατακτικό και όχι οι αιτιολογίες αυτής. Εάν, συνεπώς, η απόφαση προσβάλλεται για άλλο λόγο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπιστώσει ότι το διατακτικό είναι ορθό, αλλά αιτιολογίες δεν υπάρχουν ή οι υφιστάμενες είναι εσφαλμένες, παραθέτει τις αιτιολογίες ή αντικαθιστά τις εσφαλμένες και απορρίπτει την έφεση. Το δικαστήριο έχει εξουσία όχι μόνο να αιτιολογήσει διαφορετικά τη λύση του ίδιου ζητήματος, αλλά και να δεχθεί άλλο λόγο που απολήγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Η αντικατάσταση, ωστόσο, των αιτιολογιών, εν` όψει του ότι πρέπει να τείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, είναι επιτρεπτή εάν με αυτές δεν επέρχεται μεταβολή στο αντικείμενο του δεδικασμένου της προσβαλλομένης απόφασης, είτε κατ`είδος, είτε κατ`έκταση, καθόσον η ποιοτική ή ποσοτική διαφοροποίηση του δεδικασμένου αποκλείει την αντικατάσταση των αιτιολογιών και απαιτεί εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης για την οριοθέτηση του δεδικασμένου (βλ. ΑΠ 298/2010 ΝοΒ 2011, 979, ΕφΑΘ 3651/2013 ΝοΒ 2014, 902, ΕφΔυτΜακ 47/2006 Αρμ 2006,1469, ΕφΘεσ 1170/2002 Αρμ 2003,1781, ΕφΑΘ 2798/1998 ΕλλΔνη 1999, 641, Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση έκδ. 2015, σελ. 584-590).
4. Επειδή, μεταξύ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ώστε ένα φυσικό πρόσωπο να μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω Νόμου, είναι και η μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η προϋπόθεση αυτή αποτελείται από δύο στοιχεία, την αδυναμία πληρωμών και τη μονιμότητα αυτής. Η αδυναμία πληρωμών σημαίνει ότι εξωτερικεύεται η ανικανότητα του οφειλέτη να εξο­φλήσει τους πιστωτές του. Πρόκειται, δηλαδή, για έλλειψη ρευστότητας ή ανεπάρκεια αυτής, τόσο από τα ίδια μέσα του οφειλέτη, όσο και από τα μέσα ρευστότητας τρίτων (χρηματοδοτών), Η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων ρευ­στοποιήσιμων, ικανών ακόμα και να οδηγήσουν σε πλήρη ικανοποίηση των πιστωτών, δεν είναι σε θέση να ανατρέ­ψει τον χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Σημασία έχει μόνο η ρευστότητα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Το δεύτερο στοιχείο της οικο­νομικής κατάστασης του οφειλέτη αφορά στη μονιμότητα της αδυναμίας πληρωμών. Η πρόσκαιρη οικονομική στενό­τητα, η παροδική/περιοδική αδυναμία πληρωμών, κάποιες μεταβατικές καταστάσεις, ακόμα και η απλή δυστροπία, δεν οδηγούν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Γι αυτό και δεν αρκεί η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμών προκειμένου να ενταχθεί ο οφειλέτης στη διαδικασία του Ν 3869/2010. Δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη μονιμότητα, αλλά, κατά την κρίση του δικαστή και τα δικαστικά τεκμήρια, μπορεί να γίνει αντιληπτό πότε η αδυναμία αυτή είναι μόνιμη. Τέ­τοια μονιμότητα προκύπτει, πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των χρεών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους. Κατ`ουσίαν, η ανεργία του οφει­λέτη ή η μείωση των εισοδημάτων, κατά τρόπο που δεν διαφαίνεται να αναστρέφεται συντόμως, αποτελούν στοι­χείο μονιμότητας. Εν γένει, είναι μόνιμη η οικονομική κατά­σταση του οφειλέτη, αν είναι στάσιμη και δεν βελτιώνεται ή δεν αναμένεται να βελτιωθεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προς διευκόλυνση της ροής χρημάτων και ικα­νοποίηση των πιστωτών και προς κάλυψη των βιοτικών του αναγκών. Είναι ένδειξη μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών η στασιμότητα των εισοδημάτων του οφειλέτη και η απου­σία προσδοκίας αύξησης των εισοδημάτων του στο μέλλον. Σημειωτέον ότι, η υπερχρέωση δεν ταυτίζεται με την έν­νοια της αδυναμίας πληρωμών, με αποτέλεσμα όποιος είναι υπερχρεωμένος να μην αντιμετωπίζεται αυτοδικαίως και ως πρόσωπο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Σημασία έχει η αδυναμία του προσώπου να ικανοποιήσει τις απαι­τήσεις των δανειστών του και όχι η υπερχρέωσή του. Αυτό οφείλεται, άλλωστε, και στο γεγονός ότι το υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να δύναται να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του προς τρίτους και έτσι να αποκλείεται η αδυναμία πληρωμών. Και αντιστρόφως, κάποιο πρόσωπο βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών και δικαιούται να υπαχθεί στον Νόμο, καθόσον δεν δύναται να ικανοποιήσει τους δανειστές του, ακόμα και στην περίπτω­ση κατά την οποία δεν είναι υπερχρεωμένος. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι ο οφειλέτης μπορεί να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ακόμη και αν οφείλει συνολικώς μικρά ποσά ή οφείλει μόνο μία απαίτηση (βλ. ΜΠρΛαμ 101/2015, ΜΠρΚαβ 194/2015, ΜΠρΚορινθ 187/2014, ΜΠρΘεσ 402/2014).
5. Επειδή, στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 3869/2010 ορίζεται ότι: «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλε- σθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλα­γή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμι­ση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασισθεί ...» Εξάλλου, την παραβίαση αυτή μπορεί να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε πιστωτής εντός έτους από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με τη δηλωθείσα. Μολονότι ο Νόμος κάνει λόγο για «αίτηση» του πιστωτή είναι δεδομένο ότι, εάν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ` ένσταση. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον Νόμο δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί ή βλαφθεί η ικανοποίηση των πιστωτών, αλλά αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν ή ζημιώσουν την ικανοποίηση των πιστωτών. Κατά πάσα δε περίπτω­ση ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του εν λόγω Νόμου. Οι κυρώσεις, επίσης, που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν 3869/2010 επί υποβολής ανει­λικρινούς δήλωσης από δόλο ή βαρεία αμέλεια ισχύουν και στην περίπτωση υποβολής από τον οφειλέτη ανειλικρινούς δήλωσης αναφορικώς με τα πάσης φύσεως εισοδήματα του/της συζύγου του, παρότι ο Νόμος στο άρθρο 10 παρ. 1 παραλείπει να αναφερθεί στα εισοδήματα του/της συζύγου του οφειλέτη, καθόσον η προκειμένη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς και να εναρμονισθεί με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 εδ. β` αφού σύμφωνα με τη διά­ταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 η αίτηση πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων κατάσταση της περιουσίας και των πάσης φύσεως εισοδημάτων του οφειλέτη και του/της συζύγου του, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. β`του ίδιου ως άνω άρ­θρου ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περ. α` και β`της προηγούμενης πα­ραγράφου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην αίτηση του οφειλέτη αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, και δη εισοδημάτων, αποτελεί θέμα που αφορά όχι την κατά Νόμο πληρότητα της αιτήσεως, αλλά την ειλικρίνεια του περιε­χομένου της, ενώ η παράβαση του οφειλέτη είναι νομικώς αξιόλογη εφόσον στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του οφειλέτη και προβάλλεται με αίτηση οποιουδήποτε πιστωτή, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Επομένως, απαιτείται η υποβολή της αιτήσεως πιστωτή να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρονται ποια συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία παρέλειψε ο αιτών οφειλέτης να αναφέρει στην αίτησή του. Από τα παραπάνω, λοιπόν, καθίσταται απολύ­τως σαφές ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον συγκεκριμένο Νόμο αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε άνευ δόλου σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Έτι περαιτέρω, το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 3869/2010 αναφέρεται σε ειλικρινή δήλωση, η οποία, κατά περιεχόμενο, σημασία και έκταση χρονική, είναι ευρύτερη της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 παρ. 2. Η υποχρέ­ωση, δηλαδή, ειλικρινούς δήλωσης δεν αφορά μόνο στην προδικασία, αλλά καταλαμβάνει χρονικώς όλη τη διαδικα­σία του Ν 3869/2010, από την κατάθεση της αίτησης, κατά τη διάρκεια εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, μέχρι και δύο έτη μετά την απαλλαγή του οφειλέτη. Συνε­πώς, αφορά στην ειλικρίνεια της αίτησης που κατατίθεται κατά το άρθρο 4 και ως προς τις παραπάνω πληροφορίες κατά τη συμπλήρωση του φακέλου από τον οφειλέτη, όταν κατά το άρθρο 8 παρ. 3 εδ. 6`λάβει χώρα κάποια αλλαγή στην περιουσιακή του κατάσταση. Η εκπλήρωση δε της υποχρέωσης αυτής δεν εξαρτάται από το αν η ανειλικρίνεια του οφειλέτη έχει προκαλέσει πραγματική-υπαρκτή ζημία στους πιστωτές. Ούτε, άλλωστε, έχει σημασία αν ο οφειλέτης αποκόμισε τελικώς κάποιο οικονομικό όφελος από την απόκρυψη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αρκεί η διακινδύνευση ζημίας των συμφερόντων των πιστωτών και δεν επιβάλλεται να επέλθει η ζημία από την απόκρυψη/ ανειλικρίνεια. Αν αποδειχθεί ότι η ανειλικρίνεια του οφει­λέτη ήταν πρόσφορη να απομειώσει ή αλλοιώσει αρνητικά την ικανοποίηση των πιστωτών, τότε υπάρχει παραβίαση της υποχρέωσης αυτής. Ως εκ τούτου, κυριότερο κριτήριο για την επέλευση της έκπτωσης είναι η προσφορότητα της ανειλικρίνειας να απομειώσει την ικανοποίηση των πιστω­τών. Γίνεται, πάντως, δεκτή η θεραπεία της μη συμμόρφω­σης του οφειλέτη στην παραπάνω υποχρέωση και κρίνεται ότι δεν προκύπτει δόλος ή βαρεία αμέλεια του οφειλέτη, αν παραλείψει να αναφέρει κάποιο περιουσιακό στοιχείο, αλλά οικειοθελώς προσκομίζει έγγραφα με τις προτάσεις του που το αναφέρουν. Έτσι, γίνεται δεκτή όχι μόνο η συμπλήρωση πληροφοριών για κάποιο περιουσιακό στοιχείο, αλλά και η προσθήκη κάποιου περιουσιακού στοιχείου, ακόμα και ει­σοδήματος, εφόσον η παράλειψη αναφοράς δεν προσκρού­ει στις προϋποθέσεις ανειλικρίνειας κατά το άρθρο 10 παρ. 1 (βλ. ΜΠρΚορινθ 39/2015, ΜΠρΣυρ 110/2015, ΜΠρΧαν 670/2013, Α. Κρητικού, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 450-458).
6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, ως ήδη ισχύει, στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου αυτού εμπί­πτουν τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικα­νότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Κατά την έννοια, δε, της προαναφερομένης διατάξεως συντρέ­χει περίπτωση περιέλευσης σε δόλια αδυναμία πληρωμών, όταν ο οφειλέτης δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενερ­γητικού του ή τη σωστή διαχείρισή του, προκειμένου επαρκώς να εξυπηρετήσει τα χρέη του, όταν, αποκρύπτοντας εισοδήματα δεν ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του και αφήνει αυτές να καταστούν μη αντιμετωπίσιμες, όταν προβαίνει σε καταδολιευτικές μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων, είτε σε ευτελείς τιμές, είτε με δωρεές, είτε με γονικές πα­ροχές, καθώς επίσης και όταν κατασπαταλά τα εισοδήματά του σε τυχερά παίγνια, σε χαρτοπαιξία κ.ο.κ. Ο δόλος δεν αποκλείεται να προϋπάρχει της ανάληψης της σχετικής υπο­χρέωσης, αφού κάποιος μπορεί να δημιουργήσει υπέρογκες οφειλές με συνεχή δανεισμό, παρότι γνωρίζει ότι θα βρίσκε­ται σε αδυναμία εξόφλησής τους, οπότε νομίμως προβάλλεται αντίστοιχη ένσταση από οιονδήποτε πιστωτή, ο οποίος και βαρύνεται, λόγω της προβλεπομένης από το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου κατα­νομής του βάρους απόδειξής της, να αποδείξει. Στη δόλια ανάληψη επισφαλούς υποχρέωσης εμπεριέχεται λογικά η πρόγνωση εκ μέρους του οφειλέτη της ανεπάρκειας των εισοδημάτων του προς εξόφληση των αναλαμβανόμενων χρεών, και η ταυτόχρονη αδυναμία (εκ των πραγμάτων ή λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του οφειλέτη) αντί­στοιχης γνώσης της επισφάλειας εκ μέρους των πιστωτών. Τα προαναφερόμενα, δε, στοιχεία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 741 και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της προβολής της σχετικής ένστασης δόλου. Εξάλλου, δυσχερώς νοείται δολιότητα του οφειλέτη από μόνη την ανάληψη επισφαλούς δανειακής υποχρέωσης προς πιστωτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι τα τελευταία, κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης και πριν την αποδοχή της, στην οποία (αποδοχή) δεν μπο­ρούν να υποχρεωθούν από την αίτηση παροχής πίστωσης, έχουν τη δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομι­κών δυνατοτήτων του (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του (σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα) ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του συστή­ματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), απαιτείται, δε, επιπλέον, ο δανειολήπτης να επέτυχε τη σύναψη δανειακής σύμβασης παραπλανώντας τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκο­μίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψηφίων πελατών τους, περιστατικά που βαρύνεται να επικαλεσθεί και αποδείξει το σχετικώς ενιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα (βλ. ΜΠρΚαλαμ 61/2016, ΜΠρΛαμ 67/2016, ΜΠρΚαλαμ 65/2016, και Α. Κρητικού, Ρύθμιση των οφειλών υπερ­χρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 49-53).
7. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ, 1 του Ν 3869/2010, ως ήδη ισχύει, ορίζεται ότι: «Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας, υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν 3588/2007, και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρό­θεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβά­λουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους, κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφει­λέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα Νόμο». Ακολούθως, σύμ­φωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Νόμου;» Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στον γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η αίτη­ση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει; α) την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις αυτών, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου, γ) τυχόν μεταβι­βάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5ο του παρόντος Νόμου ή σχέδιο για τη διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπ` όψιν με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του και την προστασία της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου ...». Εξάλλου, με τον Ν 3869/2010 θεσπίζονται δύο ρυθμίσεις για τα χρέη του υπερχρεωμένου οφειλέτη που επιθυμεί να ενταχθεί στις ρυθμίσεις του. Η πρώτη αφορά μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ποσού που απομένει με βάση ία περιου­σιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του και αφαιρουμένου αυτού που απαιτείται για την κάλυψη των ευλογών δαπανών διαβίωσης του ίδιου και των προστα- τευομένων μελών της οικογένειάς του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμομένου (άρθρο 8 παρ. 2). Η δεύτερη δε ρύθμιση αφορά την τύχη της περιουσίας του, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9, προβλέπεται να διατεθεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
8. Επειδή, στο άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010 ορίζεται ότι: «Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξα­σφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφει­λής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζο­νται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους».
9. Επειδή, η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν 3869/2010 ρευ­στοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη προς ικανοποίηση των πιστωτών του δεν διατάσσεται άνευ όρων, εν` όψει και μόνο της ύπαρξης ρευστοποιήσιμης περιουσίας. Η διάταξη καθορίζει ότι η εκποίηση αυτή πρέπει να κρίνεται απαραί­τητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, όταν, δηλαδή, θα αποφέρει τίμημα που θα οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της θέσης των πιστωτών. Ουσιαστικά απαραίτητη είναι η εκποίηση από την οποία μπορεί να προκύψει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, ενώ υπάρχει περί­πτωση η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που υπάρχουν στη διάθεση του οφειλέτη να είναι δύσκολη, είτε λόγω ιδιοτήτων, είτε αξίας. Άλλες φορές, είναι ενδεχόμενο το περιουσιακό στοιχείο λόγω χαρακτηριστικών ή συνθη­κών αγοράς να μην παρουσιάζει αγοραστικό ενδιαφέρον και έτσι η εκποίησή του να κριθεί ασύμφορη. Άλλωστε, το δικαστήριο, κρίνοντας κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, μπορεί να προκρίνει ως συμφέρουσα τη διατήρηση ενός περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη, καθόσον ωφελεί αυτόν περισσότερο, σε σύγκριση με το όφελος των πιστωτών και τη ζημία του οφειλέτη σε περί­πτωση που το στερηθεί αυτός. Εξάλλου, το ίδιο επιτάσσει και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία τριτενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών, κατ`άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΜΠρΛαμ 101/2015, ΜΠρΚαβ 194/2015, ΜΠρΚορινθ 187/ 2014, ΜΠρΘεσ 402/ 2014).
10. Επειδή, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν 3869/2010, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, το δικαστή­ριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη. Επίσης, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσι­ακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπ` όψιν τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατό­τητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίος και για χρονικό διάστημα τριών ετών ορισμένο ποσό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Κατά την παρ. 3 αυτού, ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περι­όδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλ­ληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, (οφείλει) να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Ενώ, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σε περιπτώσεις, που ένεκα εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χω­ρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, ή άλλων λόγων ιδίας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μη­νιαίων καταβολών. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν 3869/2010, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση, βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφά­λεια, ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοι­κίας, προσαυξημένο κατά 50%. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπ` όψιν η διάρκεια των συμβάσεων, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη. Ακόμη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ίδιου Νόμου, η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8, επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τούς. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του όταν δεν έχει ρευστοποιή­σιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογένειας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποι­είται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές, του άρθρου 8 παρ. 2 επί τέσσερα έτη, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή, και ιδίως από την ερ­γασία του, και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης, και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοι­χειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογένειας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιο­πρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξόφληση των χρεών. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και εφόσον συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, όπως είναι η ανεπάρκεια εισοδήματος για την κάλυψη των στοιχειωδών (και όχι των κανονικών και συνήθων) βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, ή άλλες με ανάλογη τουλάχιστον βαρύτητα, εφαρμόζεται η ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 8, οπότε το δικαστήριο προσδιορίζει μηνιαίες χρηματικές καταβολές μικρού ύψους ή μηδενικές και ορίζει νέα δικάσιμο, σε χρόνο απώτερο των πέντε μηνών από τη δημοσίευση της απόφασής του, προκειμένου να επαναπροσδιορισθεί και οριστικοποιηθεί κατά τη νέα δικάσιμο το τελικό ποσό των μηνιαίων καταβολών για ολόκληρη την τετραετία. Η σχετική δε διαγραφή του ρυθμιζόμενου χρέους (με επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 9) επέρχεται μετά από κανονική τήρηση της σχετικής ρύθμισης και με τη λήξη της τετραετίας, ανε­ξαρτήτως αν οι αντίστοιχες καταβολές οριστικοποιήθηκαν εξαρχής ή μεταγενέστερα ή είναι μικρού ύψους ή μηδενι­κές. Για την ικανοποίηση του ίδιου χρέους του οφειλέτη, και εφόσον ζητηθεί από αυτόν (ως τρόπος εκκαθάρισης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του), ενεργοποιείται (σωρευτικώς) και η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 για την εξαίρεση από την εκποίηση ακινήτου της ιδιοκτησίας του οφειλέτη, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του και η αξία του δεν υπερβαίνει το τασσόμενο όριο, οπότε η ρύθμιση της ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών ορίζεται μέχρι συνολικό ποσό ίσο με ποσοστό 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστή­ριο. Επίσης, η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 δεν εξαρτάται, καταρχήν, από τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να καταβάλλει κανονικά τις δόσεις που ορίσθηκαν, παράλληλα με τις πραγματικές (και όχι μηδενικές) καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ή παρ. 5 ή μετά τη λήξη τους, εφόσον χορηγήθη­κε σε αυτόν αντίστοιχη περίοδος χάριτος. Οι οικονομικές, τέλος, δυνατότητες του οφειλέτη πρέπει να λαμβάνονται υπ` όψιν για τον καθορισμό του ύψους των καταβολών και της χρονικής διάρκειας της ρύθμισης (βλ. ΑΠ 1226/2014, ΜΠρΣυρ 123/2016, ΜΠρΘεσ 500/2016, ΜΠρΚαβ 194/2015, ΜΠρΚορινθ 214/2013 άπασες στην Nomos).

Με τον πρώτο λόγο της α` έφεσης, που είναι κοινός με τον δεύτερο λόγο της β` έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο από πλημμελή ερμηνεία και εφαρ­μογή του Νόμου, καθώς και από πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκανε δεκτή την αίτηση, ενώ, αν λάμβανε υπ` όψιν τους ισχυρισμούς της, θα έπρεπε να την απορρίψει εξ ολοκλήρου. Ότι ο αιτών - πρώτος εφεσιβλητος δεν βρί­σκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αλλά ότι αποκομίζει εισοδήματα από την ερ­γασία του, ως οικοδόμος, και από το Ταμείο ανεργίας, καθώς επίσης διαθέτει καταθέσεις στην ίδια ύψους 42.000 ευρώ. Ότι αυτός εργάζεται συστηματικά και με σκοπό το κέρδος ως οργανοπαίκτης, τόσο σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, όσο και στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία «...» στην πόλη της Νάξου, ενώ επιπλέον λαμβάνει επίδομα ανεργίας ύψους 375 ευρώ και 5-6 μήνες τον χρόνο εργά­ζεται ως οικοδόμος, αποκερδαίνοντας μηνιαίως το ποσό των 600 ευρώ περίπου. Ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το ποσό των 42.000 ευρώ, που αφορά το υπόλοιπο της ληφθείσης αποζημίωσης λόγω του θανάτου του υιού του, προορίζεται για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών του, αφού αυτές μπορούν να καλυ­φθούν από την προσωπική του εργασία. Ότι δεν προκύπτει η αδυναμία του αιτούντος να βρει εργασία ανάλογη με την ηλικία και τις δυνατότητές του και ότι δολίως αποκρύπτει την εργασία του ως οργανοπαίκτη και τα προερχόμενα από αυτήν εισοδήματα, παραβιάζοντας το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης κατ`άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 3869/2010.0 λόγος αυτός κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στις ανωτέρω υπ`αριθμούς 4 και 5 μείζονες σκέψεις της παρούσης, και θα εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Με τον δεύτερο λόγο της α` έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζε­ται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 περί της μη δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου εφεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, καθώς επίσης εσφαλμένως αξιολόγησε τις αποδείξεις. Ότι ο αιτών προέβη σε υπέρμετρο και άσκοπο δανεισμό και δημιούργησε δολίως τα ένδικα χρέη, γνωρί­ζοντας εξαρχής ότι τα εισοδήματά του μελλοντικά δεν θα επαρκούσαν για να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις του μέχρι την αποπληρωμή τους (ενδεχόμενος δόλος). Ότι ο δόλος του συνίσταται στην από μέρους του αλόγιστη και χωρίς επιμέλεια λήψη δανειακών υποχρεώσεων συνολικού ποσού 163.000 ευρώ περίπου, χωρίς να έχει τη σχετική οι­κονομική δυνατότητα ήδη από τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης δανειακής σύμβασης, Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα και με όσα σχετικώς προδιελήφθησαν στις ανωτέρω υπ` αριθμούς 1 και 6 μείζονες σκέψεις της παρούσης. Μόνη η επίκληση από την εκκαλούσα πιστώτρια τράπεζα της εκ μέρους του οφειλέτη/εγγυητή - πρώτου εφεσιβλήτου ανάληψης υπέρμετρων οικονομικών υποχρεώσεων, έστω και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο της αδυναμίας του να αποπληρώσει αυτές, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης περί δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη, με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεων αυτού και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του, ενέργειες, ωστόσο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται.
Με τον τρίτο λόγο της α` έφεσης, που είναι κοινός με τον πρώτο λόγο της β` έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε τον Νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τη νομοτύπως υποβληθείσα ένσταση αοριστίας της αίτησης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο αιτών δεν αναφέρει πότε αναλήφθηκαν οι οφειλές του προς τις πιστώτριες τράπεζες, ποια τα εξαιρετικά ή έκτακτα περιστατικά που επηρέασαν ουσιωδώς την εισοδηματική του κατάσταση και τον οδή­γησαν σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών και ότι η μακροχρόνια ανεργία του είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι, εν προκειμένω, η εν λόγω αίτηση περιλαμ­βάνει το ελάχιστο εκ του Νόμου περιεχόμενο και κρίνεται επαρκώς ορισμένη (βλ. τα σχετικώς προεκτεθέντα στην ως άνω υπ` αριθμόν 7 μείζονα σκέψη της παρούσης), ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το πρωτοβάθμιο δικα­στήριο, το οποίο επομένως δεν έσφαλε, λαμβάνοντας υπ` όψιν όλα τα αξιούμενα από τον Ν 3869/2010 στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση της αίτησης, ήτοι: 1) μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος- φυσικού προσώπου, 2) κατάσταση της περιουσίας του, 3) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων αυτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του και 5) αίτημα ρύθμισης των οφειλών, με σκοπό την προβλεπόμενη από τον Νόμο απαλλαγή του.
Με τον τέταρτο λόγο της α` έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο από πλημμελή ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου υπολόγισε τις προς ρύθμιση οφειλές του αιτούντος όπως αυτές αναφέρονταν στην αίτηση, και όχι στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης, οπότε και παύει ο εκτοκισμός των ανέγγυων πιστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 3869/2010. Ότι, συγκεκριμένα, παρόλο που το ακριβές ύψος της οφειλής του αιτούντος προς την ίδια, κατά την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης, είχε ανέλθει στο ύψος των 126.326,31 ευρώ το οποίο γνωστοποιήθηκε στο πρωτο­βάθμιο δικαστήριο με τις από 10.07.2014 παρατηρήσεις της ιδίας, κατ` άρθρο 5 του Ν 3869/2010 και το οποίο δεν αμ­φισβητήθηκε από τον αιτούντα, το πρωτόδικο δικαστήριο ρύθμισε την επίδικη οφειλή όπως αυτή αναφέρονταν στην αίτηση, ήτοι στο ύψος των 125,359,54 ευρώ, με αποτέλε­σμα η ίδια να απολέσει τόκους έξι περίπου μηνών. Ο λόγος αυτός κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος, κατά τα προαναφερόμενα στις ανωτέρω υπ`αριθμούς 1 και 8 μείζονες σκέψεις της παρούσης, και ως εκ τούτου θα εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της α' έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτόδικο δικαστήριο εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση ολόκληρη την ακίνητη πε­ριουσία του αιτούντος, αποτελούμενη από τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες κείμενες σε οικοδομή ανεγερθείσα επί ακινήτου επιφάνειας 12.100 τ.μ, μία εκ των οποίων αφορά τη μέλλουσα με στοιχεία Μ-2 κατοικία-οικοδομή που θα κτισθεί στον ακάλυπτο χώρο του γηπέδου, σε επαφή με το υπάρχον κτίσμα και για την οποία αντιστοιχεί ποσοστό συν ιδιοκτη­σίας στο οικόπεδο 153,33/1000. Ο λόγος αυτός κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος (βλ. και όσα σχετικώς προεκτέθησαν στις ως άνω υπ`αριθμούς 9 και 10 μείζονες σκέψεις της παρούσης), και ως εκ τούτου θα εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της β` έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω πλημμε­λούς ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν 3869/2010 όρισε μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους, ενώ δεν προέκυψε μόνιμη αδυναμία του αιτούντος - πρώτου εφεσιβλήτου να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ούτε η συνδρομή εξαιρετικών ή άλλων σοβαρών πε­ριστάσεων, και ότι έπρεπε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ταυτοχρόνως με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών μικρού ύψους, να ορίσει νέα δικάσιμο, απέχουσα από την προη­γούμενη τουλάχιστον πέντε (5) μήνες, για τον επαναπροσ­διορισμό των μηνιαίων καταβολών. Ο λόγος αυτός κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος, κατά τα προαναφερόμενα στην ως άνω υπ`αριθμόν 10 μείζονα σκέψη της παρούσης, και ως εκ τούτου θα εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ου­σιαστική του βασιμότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος, ....., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επι­μέλεια του αιτούντος - πρώτου εφεσιβλήτου, και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς επίσης και όλων των νομοτύπως, μετ`επικλήσεως, προσκομιζομένων εγγράφων των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγ­ματικά περιστατικά.
Ο αιτών - πρώτος εφεσίβλητος στερεί­ται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορι­κή ιδιότητα και έχει περιέλθει χωρίς δική του υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του, λόγω υπερχρέωσης. Ήταν 59 ετών, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και ήδη 61 ετών, έγγαμος και διαμένει με τη σύζυγό του και την οικογένεια της θυγατέρας του, στην οικία του στο ..... Νάξου. Είναι άνεργος και πριν εργαζόταν ως οικοδόμος και λαμβάνει επίδομα ανεργίας ύψους 375 ευρώ τον μήνα και όταν υπάρ­χει εργασία σε οικοδομή λαμβάνει επιπλέον 600 ευρώ τον μήνα. Η σύζυγός του είναι άνεργη, όπως και η θυγατέρα του με τον σύζυγό της, και μηδαμινών εισοδημάτων. Έχει στην κυριότητά του τρεις (3) οριζόντιες ιδιοκτησίες σε οικοδομή, επί αγροτεμαχίου έκτασης 12.100 τ.μ στην περιφέρεια ... του Δήμου Νάξου, θέση... περιοχής..., εντός εποικισθείσης περιοχής του αγροκτήματος..., και συγκεκριμένα: α) τη με στοιχεία Υ-Ι οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 49,30 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οι­κόπεδο 30/1000, β) τη με στοιχείο 2 οριζόντια ιδιοκτησία- κατοικία- διαμέρισμα του ισογείου, επιφάνειας 114,66 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 150/1000 και γ) τη μελλοντική κατοικία (δικαίωμα οικοδόμησης κτίσμα- τος) με στοιχεία ΙΜ-2 στον ακάλυπτο,χώρο του γηπέδου, με παρακράτηση ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 153,33/1000. Από τις παραπάνω ιδιοκτησίες, η αποθήκη του υπογείου είναι ημιτελής αδιαμόρφωτος χώρος μικρής αξίας και το δικαίωμα δόμησης είναι μη υλοποιημένο και αβέβαιο αν θα υλοποιηθεί, η αξία δε αμφοτέρων μειώνεται, διότι η περιοχή τους είναι μικρής εμπορικής αξίας και στο αγροτεμάχιό τους υπάρχουν και άλλοι συγκύριοι, ώστε να είναι λόγω της μειωμένης ζήτησης, της οικονομικής κρίσης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ασύμφορα εκποίησης. Το υπό στοιχείο 2 ισόγειο διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και έχει αντικειμενική αξία ύψους 48.028,78 ευρώ. Επιπλέον, έχει ένα (1) Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρ­κας «...», 1.587 cc, με αριθμό κυκλοφορίας ..., πρώτης κυκλοφορίας έτους 2000, το οποίο λόγω της παλαιότητάς του, της μικρής αξίας του και της αμοιβής του εκκαθαριστή είναι ασύμφορο εκποίησης. Περαιτέρω, έχει κατάθεση στην εκκαλούσα της α` έφεσης τραπεζική εταιρία, που αφορά το υπόλοιπο εκ της ληφθείσης αποζημίωσης από το ατύχημα που προκάλεσε τον θάνατο του υιού του, ονόματι ....., εν έτει 2003, ύψους 42.000 ευρώ, που προο­ρίζεται για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών των δύο οικογενειών, ήτοι της δικής του και της θυγατέρας του εντός της προσεχούς τριετίας. Ο αιτών δε στερείται άλλων εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων, ενώ το κόστος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών αυτού και της συζύγου του ανέρχεται στο ύψος των 800 ευρώ. Έτι περαιτέρω, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος είναι οι εξής: α) οφει­λή προς την εκκαλούσα της β` έφεσης, ύφους 35.974,57 ευρώ, από την υπ`αριθμόν... σύμβαση στεγαστικού δανείου και β) οφειλή προς την εκκαλούσα της α` εφεσης, ύψους 125.359,54 ευρώ, από την υπ`αριθμόν... σύμβαση στεγαστι- κού δανείου και με αριθμό... λογαριασμού. Επειδή, λοιπόν, ο αιτών αδυνατεί ανυπαιτίως να εξυπηρετήσει τις ανωτέρω οφειλές και απορρίφθηκε από τη δεύτερη των καθ`ων η αίτηση - εκκαλούσα της α`έφεσης το προτεινόμενο σχέδιο οφειλών, ενώ η πρώτη των καθ`ων η αίτηση - εκκαλούσα της β έφεσης δεν υπέβαλε έγγραφες παρατηρήσεις επ`αυτού πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και ως κατ` ουσίαν βάσιμη και να εξυπηρετηθούν τα χρέη αυτά με μηνιαίες καταβολές από μέρους του οφειλέτη - αιτούντος ύψους σαράντα (40) ευρώ, συμμέτρως προς τις καθ`ων η αίτηση - εκκαλούσες πιστώτριες τράπεζες και για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Επίσης, θα εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του αιτούντος από τη ρευστοποίηση, αξίας 48.028,78 ευρώ και θα ρυθμισθεί η καταβολή ποσοστού 80% επί της αξίας της, ήτοι ποσού 38.423,024 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές, ύψους 160,09593 ευρώ, συμμέτρως προς τις καθ` ων η αίτηση - εκκαλούσες τράπεζες και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, αρχομένων των καταβολών από την 06.11.2019, ήτοι μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, διότι κρίνεται ότι στον αιτούντα πρέπει να παρασχεθεί αντίστοιχη περίοδος χάριτος, διάρ­κειας τεσσάρων ετών. Η καταβολή δε των δόσεων αυτών θα γίνει χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δάνειου, με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής και σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστή­ριο ορθώς έκρινε και δέχθηκε την αίτηση και ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ, εξάλλου, κατέστη αδιστάκτως βέβαιο ότι είχαν ληφθεί υπ`όψιν εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άπαντα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς επίσης από το σύνολο των αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως προέκυ- ψε αναμφιβόλως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Σημειώνεται ειδικώς ότι, αναφορικά με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης α` έφεσης, ως προς το ύψος της επίδικης απαίτησης της εκκαλούσης τράπεζας, δεν αποδείχθηκε το αληθές του περιεχομένου αυτού, με βάση το σύνολο του οικείου αποδεικτικού υλικού, αλλά και αληθής υποτιθέμε­νος, δεν θα επηρέαζε διαφορετικά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, παρά μονάχα θα οδηγούσε στην αντικατάστα­ση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης, ως προς το σημείο αυτό και όπως σχετικώς προαναπτύχθηκε στην ως άνω υπ` αριθμόν 3 μείζονα σκέψη της παρούσης. Συνεπώς, πρέπει, μη υπάρχοντος άλλου λόγου των υπό κρίση εφέσε­ων, να απορριφθούν αυτές στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες. Επίσης, δεν θα ορισθεί το νόμιμο προκαταβλητέο παράβολο για τους απολειπόμενους διαδίκους, διότι η πα­ρούσα απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, και`άρθρο 14 του Ν 3869/2010, το οποίο εφαρμόζεται και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (βλ. Α. Κρητικού, Ρύθ­μιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2016, σελ. 513). Περαιτέρω, δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β`του Ν 3869/2010 τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (βλ. ΜΠρΞανθ 42/2013 Nomos και Α. Κρητικού, Ρύθμι­ση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ2016, σελ. 527). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των καταβληθέντων από καθεμία των εκκαλουσών παραβολών του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Δημοσίευση σχολίου