Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Αναγκαστική εκτέλεση, ανακοπή, προθεσμία, περιεχόμενο λόγων ανακοπής, λόγοι έφεσης, ανωτέρα βία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Ζ', 1469/ 2005, Δνη 49 (2008).754 = ΧρΙΔ 2006.254

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη,  Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά -εισηγητή, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και  Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης. Προθεσμίες. Απρόσβλητες οι ελαττωματικές πράξεις αν παρέλθουν οι προθεσμίες. Εκπρόθεσμες ανακοπές απορρίπτονται ως απαράδεκτες. Το ίδιο ισχύει και για την εκτέλεση τη διενεργηθείσα κατά τη διαδικασία του ΝΔ 17-7/13-8-1923. Επαναφορά των πραγμάτων σε προηγούμενη κατάσταση λόγω ανωτέρας βίας. Εννοια και προϋποθέσεις ανωτέρας βίας.
Ι. Επειδή, σύμφωνα με το αρ. 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει το κατά το αρ. 118-120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης που αναφέρονται είτε σε πραγματικά ή νομικά σφάλματα του δικαστηρίου είτε ενίοτε και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, πρέπει δηλ. να καθορίζονται με πληρότητα οι  αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση αιτιάσεις, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του Εφετείου, ενόψει μάλιστα της διάταξης του αρ. 522 ΚΠολΔ που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση  (και τους πρόσθετους λόγους έφεσης)  και να είναι σε θέση το δικαστήριο αυτό να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος ν` αμυνθεί αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Η αοριστία του δικογράφου της έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε ν` αναπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλο δικόγραφο και της αυτής ακόμα δίκης,  οι δε αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Ειδικότερα είναι αόριστοι οι λόγοι έφεσης,  ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν οι ενστάσεις και γενικά οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, εφόσον δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο, καθώς και ότι η εκκαλουμένη απόφαση είναι γενικά αναιτιολόγητη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 22-11-1999 ανακοπή και τους από 7-1-2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής κατά της 18169/1999 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Ρόδου ..., αιτούμενοι την ακύρωσή του,  επ` αυτών δε εκδόθηκε η 216/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου πόντους απέρριψε. Κατ` αυτής άσκησαν την από 20-11-2000 έφεση ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της  οποίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, προέβαλαν τα εξής: «Η εκκαλουμένη παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς και ενστάσεις μας που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αφορούσαν ακυρότητες της κύριας διαδικασίας του πλειστηριασμού, με συνέπεια να απορρίψει την ανακοπή» (2ος λόγος), χωρίς να προσδιορίζονται οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί και  ενστάσεις, και περαιτέρω ότι, «απορρίπτοντας η εκκαλουμένη έτσι απλά και χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό  τους λόγους ανακοπής στερείται πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,  αλλά και δεν εφάρμοσε τις συνταγματικές αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της επιείκειας προς τον αδύνατο και τις θεμελιώδεις  διατάξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς συμβάσεως της Ρώμης» (4ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί εφέσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, είναι αόριστοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επομένως, η εφετειακή απόφαση, που απέρριψε για τον ίδιο λόγο τους άνω λόγους εφέσεως, δεν υπέπεσε στην  αποδιδόμενη σ` αυτήν με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πράγματι δε τον αρ. 14 αυτού, ο οποίος πρέπει να  απορριφθεί ως αβάσιμος.  Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως,  κατά το μέρος που πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος,  διότι παρόμοιος λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης  απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση  της δίκης και  δεν ιδρύεται όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη η ως αόριστη, η όπως εδώ τους λόγους εφέσεως ως απαράδεκτους λόγω αοριστίας (Ολ ΑΠ 44/1990).

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή. Η ανακοπή αυτή κατά την διάταξη του αρ. 934 παρ. 1 ΚΠολΔ με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή (α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία  της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης (β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και (γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητό και σε  ενενήντα ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύναξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (αρ. 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις  προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος ότι η κατά το σύστημα του Κ.Πολ.Δ. λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των ακύρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι ν` απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητά τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του αρ.933) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασία και είναι δικονομική, διεπομένη από τις διατάξεις των αρ. 144 επ. ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (αρθρ. 151 ΚΠολΔ) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας) απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Οι ως άνω προθεσμίες (για το παραδεκτό της ανακοπής) εφαρμόζονται και στην εκτέλεση που ενεργείται κατά το ν.δ. από 17-7/13.8.1923 «περί ειδικών  διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 41 ΕισΝ ΑΚ και το άρθρ. 52 αριθ. 3 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., ενώ για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρ. 934 παρ. 1 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιάς ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης, αλλά και τα ιστορούμενα σ` αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει ν` αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους. Για την παραδεκτή δε άσκηση και των πρόσθετων λόγων ανακοπής απαιτείται η τήρηση σωρευτικά τόσο της προθεσμίας του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όσο και εκείνης του άρθρου 934 αυτού (ΑΠ 1037/1996). 
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων ανακοπής, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση του διενεργηθέντος την 7-7-1999 πλειστηριασμού των ακινήτων τους, προβάλλοντες τους εξής λόγους: Α) Με την ανακοπή: 1ο, ότι η διενέργεια του πλειστηριασμού έγινε χωρίς την ύπαρξη νομίμου, άλλως εγκύρου εκτελεστού τίτλου και δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία, 2ο ότι η αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη λόγω της ελαττωματικότητας της απαίτησης, η οποία δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, καθόσον (α) η καθής (αναιρεσίβλητη) είχε υπολογίσει παράνομα, πέραν των νομίμων κονδυλίων, και ποσό 100.000.000 δρχ. με βάση παράνομο ανατοκισμό που ο 1ος ανακόπτων ουδέποτε αποδέχθηκε β) δεν υπήρξε αναγνώριση του καταλοίπου γ) οι μονομερώς προβαλλόμενοι όροι της τράπεζας και οι διατυπούμενοι στις συμβάσεις όροι της εκ των προτέρων παραίτησης από ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα του οφειλέτη είναι άκυροι, 4ο ότι ο πλειστηριασμός είναι άκυρος, διότι οι διατάξεις του ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», με βάση τις οποίες έγινε  εκτέλεση, είναι αντισυνταγματικές, δ) με την 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση του αρ. 8 παρ. 6 ν. 1083/1980, καθιερώθηκε η υπέρμετρη υπερχρέωση του εξ υπερημερίας οφειλέτη με τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων και την ανέλεγκτη χρέωση της χρεοπιστωτικής καρτέλας με αδιαφανή κονδύλια, με τον τρόπο δε αυτόν παραβιάζονται κατάφωρα οι θεμελιώδεις αρχές για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 5ο  ο όρος περί αποδοχής εκ μέρους του 1ου του ανατοκισμού ανά τρίμηνο, ως γενικός όρος συναλλαγών, δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία βούλησής του, καθόσον δεν είχε το περιθώριο διαπραγμάτευσης και ως εκ τούτου, ήταν άκυρος. Β) Με τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, 1ο ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν υπογράψει τις δανειακές συμβάσεις χωρίς να γνωστοποιηθούν σ` αυτούς οι τυποποιημένες ρήτρες (που υπάρχουν στις συμβάσεις ως Γ.Ο.Σ.) και ειδικότερα γα την μονομερή καταγγελία των συμβάσεων από την τράπεζα, τον ανατοκισμό, την στέρηση δικαιωμάτων για περαιτέρω δέσμευση της περιουσίας τους, με αποτέλεσμα, όταν περιήλθαν σε αδυναμία από λόγους ανωτέρας βίας να πληρώσουν τις πρώτες ληξιπρόθεσμες δόσεις,  να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό των δόσεων, 2ο η καθής (αναιρεσίβλητη) δεν νομιμοποιείται ως καθολική διάδοχος της ΕΚΤΕ να χωρήσει σε εκτέλεση με βάση τις διατάξεις του ν.δ. από 17-7/13-8-1923, αλλά με βάση τις κοινές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., και δεν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις της έγκυρης μορφής του εκτελεστού τίτλου ούτε και η τήρηση προδικασίας, 3ο δεν είχαν αναγνωρισθεί και επιδικασθεί δικαστικώς οι εξ ανατοκισμού  τόκοι και κατά συνέπεια  είναι άκυρη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, 4ο είναι  ατελής η περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων στο πρόγραμμα πλειστηριασμού. Οι άνω λόγοι ανακοπής ασκήθηκαν εκπροθέσμως και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτοι. Ειδικότερα (α) οι λόγοι της ανακοπής 1ος, 4ος, κατά το α΄ μέρος αυτού και ο 2ος πρόσθετος λόγος, αφορώντες την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έπρεπε ν` ασκηθούν (προβληθούν) εντός της κατ` αρ. 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, δηλαδή μέσα σε 15 ημέρες από την αναφερομένη στην ανακοπή καταχώριση κατά την 29-7-1998 των επιταγών στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Η καταχώρηση αυτή επέχει θέση κατάσχεσης και αποτελεί την πρώτη μετά τις επιταγές πράξη εκτέλεσης. Πλην όμως η ανακοπή επιδόθηκε (ασκήθηκε) την 20-12-1999 και οι πρόσθετοι λόγοι την 21-1-2000. β) Οι λόγοι της ανακοπής 2ος, 4ος κατά το β΄ μέρος αυτού και 5ος και οι 2ος, 3ος και 4ος πρόσθετοι λόγοι, αφορώντες την απαίτηση και την εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης και εφεξής, έπρεπε να προσβληθούν μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, που έγινε την 7-7-1999. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτους, ως εκπροθέσμως ασκηθέντες, τους άνω λόγους ανακοπής και πρόσθετους λόγους ανακοπής, δεν κήρυξε παρά  το νόμο απαράδεκτο, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, αλλά και προκύπτει και από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφασή του (κατά την οποία η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προσβάλλουν τον πλειστηριασμό, γεγονός που σημαίνει ότι ασκήθηκαν μετά τη διενέργειά του, βλ. άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Άρα, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο  αυτού μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη για πλημμέλεια  από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι δε από τον αρ. 14 αυτού, για την παρά το νόμο κήρυξη ως απαραδέκτων των άνω λόγων ανακοπής. Ο ίδιος  λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη, διότι «με πλημμελείς και αντιφατικές αιτιολογίες» απέρριψε ως εκπρόθεσμους τους άνω λόγους ανακοπής και πρόσθετους λόγους ανακοπής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν ιδρύεται  εδώ ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Επειδή, η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης, σύμφωνα, όμως, με το αρθρ. 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ο διάδικος εξαιτίας ανώτερης βίας (ή δόλου του αντιδίκου του), δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και την προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής του αρθρ. 933 παρ. 1 κατά της εκτέλεσης και ειδικότερα κατά του κύρους πλειστηριασμού, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη ή, εφόσον δεν υπάρχει εκκρεμοδικία, που είναι αρμόδιο ν` αποφασίσει αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα η ανακοπή, μέσα όμως σε προθεσμία 30 ημερών από την επομένη ημέρα της άρσης του συνιστώντος την ανώτερη βία κωλύματος (ή της γνώσης του  δόλου του  αντιδίκου – αρθρ. 153 ΚΠολΔ), δες ανώτερη βία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 152 ΚΠολΔ (που συμπίπτει με την έννοια της ανώτερης βίας κατά το ουσιαστικό δίκαιο), η οποία μπορεί να δικαιολογήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, θεωρείται κάθε τυχαίο περιστατικό, από το οποίο εμποδίζεται η ενέργεια του υπόχρεου και το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να προβλεφθεί και ν` αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Περιστατικό ανώτερης βίας μπορεί να αποτελέσει η ασθένεια του διαδίκου, με τις προϋποθέτεις, όμως, ότι (α) αυτή υπήρξεν αιφνίδια, απρόβλεπτη και σοβαρή (γι` αυτό και στην σχετική αίτηση πρέπει ν` αναφέρεται το είδος και η διάρκειά της),  (β) εξαιτίας της ο διάδικος δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη αυτοπροσώπως ή με την ανάθεσή της και την παροχή οδηγιών σε δικηγόρο, ακόμη και με την κλήση του στην οικία των διαδίκων (αν η ασθένεια δεν επέτρεπε την έξοδό του απ` αυτήν) ή και τρίτο πρόσωπο και δη οικείο του διαδίκου,  για την επιμέλεια των υποθέσεών του, εφόσον η ασθένεια αυτή δεν απέκλειε την επαφή με το περιβάλλον. 
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, για τη θεραπεία της εκπρόθεσμης προσβολής των ως άνω λόγων ακυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ζήτησαν με την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής τους, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για λόγους ανώτερης βίας, επικαλούμενοι σοβαρή ασθένεια του πρώτου εξ αυτών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:  Σύμφωνα με την χωρίς ημερομηνία ιατρική βεβαίωση της ..., ο 1ος ανακόπτων από τον Απρίλιο του 1999 μέχρι και πρόσφατα, χωρίς χρονικό προσδιορισμό, παρακολουθείται συστηματικά και υποβάλλεται σε συνεχείς αιματολογικές και άλλες εξετάσεις λόγω λεμφώματος. Στην βεβαίωση αυτή δεν αναφέρεται ο χρόνος εκδήλωσης της νόσου, η γενικότερη κατάσταση της υγείας του, ούτε το είδος και το διάστημα της θεραπείας. Σύμφωνα δε με τα από 19-8-1999 αποτελέσματα   «δοκιμασίας κοπώσεως», στην οποία υποβλήθηκε από τον καρδιολόγο ... προέκυψαν ενδείξεις στεφανιαίας νόσου, συνεστήθη, όμως, περαιτέρω έρευνα. Από τις βεβαιώσεις αυτές καθώς και τα λοιπά προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι ως άνω ασθένειες, παρά την σοβαρότητά τους και δη η πρώτη, η οποία κυρίως προβάλλεται ως λόγος ανωτέρας βίας, απέκλεισαν στον 1ο ανακόπτοντα – τη δυνατότητα να ειδοποιήσει με οποιοδήποτε μέσο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και να του δώσει ο ίδιος την εντολή (δεδομένου ότι προέκυψεν  ότι ο ανακόπτων ούτε συνεχώς κλινήρης ήταν, ούτε εστερείτο επαφής με το περιβάλλον και την πραγματικότητα, αντίθετα μάλιστα), είτε έστω με κάποιον οικείο του να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες και εξώδικες ενέργειες  για την προστασία των συμφερόντων του και την αντιμετώπιση της κατ`  αυτού αναγκαστικής εκτέλεσης, ενέργειες που δεν ήταν κατά νόμο αναγκαίο να ενεργήσει αυτοπροσώπως. Αντίθετα, παρά το γεγονός αυτό, ότι  δηλ. δεν ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη ενέργεια και παράστασή του στα διάφορα στάδια της εκτελεστικής διαδικασίας, παρέστη ο ίδιος (μαζί δηλ. με πληρεξούσιο δικηγόρο) κατά τη συζήτηση  ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Ρόδου την 6-5-1999 αίτησης για τη διόρθωση του αρχικού με  αριθ. 17854/1999 προγράμματος πλειστηριασμού και την 11-11-1999 αίτησης αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ύστερα από την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής, όπως προκύπτει από τις 512 και 1339/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία ασφ. μέτρων), ενώ εξάλλου ελάμβανε ο ίδιος γνώση των εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας (με αριθ. 2314Β και 2612Β/1999 εκθέσεις επίδοσης του δικ. επιμελητή Ρόδου Μιχ. Καρακατσάνη). Αλλά και ο μάρτυρας των ανακοπτόντων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι ο 1ος ανακόπτων «κατά το έτος 1999 και κατά διάφορα διαστήματα ήταν στο νοσοκομείο για εξετάσεις, δεν ξέρω τον Μάρτιο ή Απρίλιο….αν ήταν στο νοσοκομείο….κατά διαστήματα πήγαινε συνοδεία με ανθρώπους και άλλοτε μόνος του», κατάθεση που ενισχύει την κρίση ότι ο 1ος ανακόπτων είχε την δυνατότητα να επιμεληθεί, έστω και μέσω τρίτων προσώπων, των προβλημάτων, των σχετικών με την εκτελεστική αυτή διαδικασία.Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε αυτήν κατ` ουσία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε  τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 152 ΚΠολΔ (ως προς την έννοια της ανώτερης βίας), ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το αβάσιμο στη συγκεκριμένη περίπτωση της άνω αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IV. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς  αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού,  ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε,  υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προσβαλλομένη παραβίαση των κανόνων  του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος  ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο  συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται  η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών τους προκύπτει, ή αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέφει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο  που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (Ολ. ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, ότι ενώ οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους ζήτησαν την ακύρωση του πλειστηριασμού, λόγω καταχρηστικής διενεργείας αυτού και συγκεκριμένα  διότι η επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη (στην οποία κατακυρώθηκαν τα πλειστηριασθέντα), προκειμένου να επιτύχει την κατακύρωση σ` αυτήν των ακινήτων με την τιμή της πρώτης προσφοράς,  με πράξεις  δόλιες και παράνομες και σε συνεργασία με τους εμπλεκομένους στη διαδικασία του πλειστηριασμού μεθόδευσε την αποτροπή των εκεί αναφερομένων προσώπων από τη συμμετοχή τους σ` αυτόν, από την οποία θα επιτυγχάνετο μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσία το λόγο αυτό της ανακοπής τους. Ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο «παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού  δικαίου διατάξεις του άρθρου 965 ΚΠολΔ, εφόσον δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς τους και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί για τις περιπτώσεις 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ». Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως,  υπό την ανωτέρω διατύπωσή του, δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία και πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Ειδικότερα,  κατά το από το άρθρο 559 αρ. 1  μέρος του, διότι εκτός από την αναφορά των παραδοχών της προσβαλλομένης και του άρθρου 965 ΚΠολΔ,  δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άνω άρθρου 965  ΚΠολΔ, ενώ κατά το από το άρθρο 559 αρ. 19 μέρος του δεν καθορίζεται νομική πλημμέλεια του Εφετείου, η οποία να στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη αυτή προβληθέντα λόγο αναιρέσεως. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/9/2002 αίτηση των ...για αναίρεση της 108/2002 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...