Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, νομική πλάνη, αυτοτελείς ισχυρισμοί.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ζ', 1648/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας διά της χρήσεως του διαδικτύου. Κακουργηματική φύση της πράξεως. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Συγγνωστή νομική πλάνη. Δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 348Α παρ. 1, 2, 3 και 4 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 6 του Νόμου 3064/2002 και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 του Νόμου 3625/2007, με τον οποίον κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και οι περιπτώσεις α και β της παρ. 4 συμπληρώθηκαν από το άρθρο 3 παρ. 11 και 12, αντίστοιχα, του Α’ Κεφαλαίου του Νόμου 3727/2008 "1. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με την χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. 3. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγουμένων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξεως που διενεργείται από ή με ανήλικο. 4. Οι πράξεις της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ: α) αν τελέσθηκαν κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσεως βίας ανηλίκου ή με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος. Αν η πράξη της περιπτώσεως β είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, αν δε αυτή είχε αποτέλεσμα τον θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι βασικές μορφές του εγκλήματος περιγράφονται στις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Με την παρ. 2 προβλέπεται βαρύτερη τιμωρία για τις πράξεις της παραγωγής, προσφοράς, πωλήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσεως, διανομής, διαβιβάσεως, αγοράς, προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της διανομής πληροφοριών, αν αυτές τελέσθηκαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή του διαδικτύου. Οι ως άνω πράξεις εκτιμώνται ως επιβαρυντικές, λόγω της μεγάλης ευχέρειας προσβάσεως στο διαδίκτυο (Αιτιολ. Έκθεση σχεδίου Νόμου, σελ. 13 επόμ.). Ως παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού. Προμήθεια είναι η εξασφάλιση υλικού παιδικής πορνογραφίας και για προσωπική χρήση του δράστη ακόμη, και κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία του δράστη, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του υλικού και να διαθέσει αυτό πραγματικά (Α.Π. 1145/2008, Α.Π. 810/2007, Α.Π. 628/2006). 
Με την παρ. 4 του προαναφερομένου άρθρου εισάγονται οι εξής αυτοτελείς επιβαρυντικές περιστάσεις: α) αν οι πράξεις των παρ. 1 και 2 τελέσθηκαν κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια (η απάλειψη του συμπλεκτικού συνδέσμου "και" και η ένθεση του διαζευκτικού "ή" έγινε με το άρθρο 3 παρ. 10 του Νόμου 3727/2008, ώστε να αρκεί η μία επιβαρυντική περίσταση) και β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται, πλην άλλων, με την άσκηση ή απειλή χρήσεως βίας ανηλίκου ή με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος (πριν από το Νόμο 3727/2008 ίσχυε το 10ο έτος). Η προμήθεια και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, που αποκτάται ελεύθερα από τον χρήστη του διαδικτύου με σποραδικές επισκέψεις στις ιστοσελίδες αυτού και η διαφύλαξη (αποθήκευση) τούτου, είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε σε άλλους υλικούς φορείς (Cd-Rom κ.λ.π.), για αποκλειστικά του ιδίου χρήση, είτε προς ικανοποίηση της περιέργειάς του είτε ακόμη προς διέγερση των όποιων φαντασιώσεων ή γενετήσιων διαστροφών του, δεν αναβαθμίζει αυτόματα την πράξη σε κακουργηματική, εάν συγχρόνως δεν συντρέχουν ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία επεξεργασίας, διαχειρίσεως, αξιοποιήσεως, διαθέσεως ή περαιτέρω διακινήσεως του υλικού αυτού σε τρίτους μέσω e-mail, φωτογραφιών και Cd-Rom ή ανταλλαγής των φωτογραφιών και των βίντεο ανηλίκων μέσω του διαδικτύου ή, τέλος, συνεργασίας με άλλους χρήστες του διαδικτύου για εμπλουτισμό και "βελτίωση" του υλικού, ώστε να ανακύπτει κίνδυνος διαδόσεως και μεταδόσεως της πορνογραφίας ανηλίκων. Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η γενίκευση της κατηγορίας για κάθε επίσκεψη σε ιστοσελίδα αυτού του περιεχομένου οδηγεί σε κίνδυνο ποινικοποιήσεως, με την βαρύτερη μάλιστα μορφή, της ελεύθερης χρήσεως του διαδικτύου, ακόμη και για λόγους περιέργειας ή από τύχη, γεγονός που δεν ανήκε στις προθέσεις του νομοθέτη (Α.Π. 1141/ 2008, Α.Π.628/ 2006). Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 348Α του Π.Κ. από τον ως άνω Νόμο, ήτοι από 24-12-2007, ημερομηνία ισχύος αυτού, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού αρκεί η απλή κατοχή, αγορά, μεταφορά πορνογραφικού υλικού ανηλίκου, χωρίς να απαιτείται πλέον σκοπός κερδοσκοπίας αυτού, όπως προηγουμένως (Α.Π. 1033/2014, Α.Π. 735/ 2014). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η καθεμία παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων-μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1339/2016, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 786/2015, Α.Π. 274/2015). Ειδικά ως προς το δόλο που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στην θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (Α.Π. 854/2015, Α.Π. 1103/2014). 

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 3457/2015 αποφάσεώς του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ’ είδος, και την παράθεση νομικής σκέψεως, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα εις το ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν πληροφοριών της INTERPOL ότι βρέθηκε ηλεκτρονικό ίχνος του κατηγορουμένου σε αρχεία του εξωτερικού με πορνογραφικό υλικό ανηλίκων, το τμήμα δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος της Διευθύνσεως Ασφάλειας Αττικής, ενήργησε έρευνα στην επί της οδού ... της περιοχής ... κατοικία του, όπου διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος από 24-12-2007 έως 26-11-2009 εν γνώσει του κατείχε σε εξωτερικό δίσκο του υπολογιστή του 600 αρχεία με φωτογραφίες σώματος βρεφών και άλλων ανηλίκων παιδιών (αγοριών και κοριτσιών) ηλικίας μερικών μηνών μέχρι και έξι ετών, που επιδίδονταν σε σεξουαλικές πράξεις με ενήλικα άτομα (θωπείες, πεοθηλασμούς και βιασμούς) καθώς και 20 αρχεία με βίντεο ανηλίκων παιδιών (αγοριών και κοριτσιών) ηλικίας τριών μέχρι οκτώ ετών, τα οποία προέβαιναν σε πεοθηλασμούς ενηλίκων ατόμων και θωπεύονταν σε απόκρυφα σημεία του σώματός τους, κατά τρόπο που προκαλούσε γενετήσια διέγερση. Το πορνογραφικό αυτό υλικό είχε αποκτήσει ο κατηγορούμενος εν γνώσει του, μέσω διαδικτύου, εισερχόμενος σε ιστοσελίδες του εξωτερικού μέσω πιστωτικής κάρτας, με την οποίαν προσπάθησε να καταβάλει το απαιτούμενο για την ανωτέρω αιτία ποσό των 79,85 δολαρίων Η.Π.Α., γνωρίζοντας ότι το προαναφερόμενο πορνογραφικό υλικό αφορά ανηλίκους. Εξάλλου, την τέλεση της άνω πράξεώς του ομολόγησε ούτος τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αρνούμενος μόνο το γεγονός ότι για το ανωτέρω πορνογραφικό υλικό κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, γεγονός όμως το οποίο ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της άνω πράξεως, χωρίς όμως την συνδρομή στο πρόσωπό του της επιβαρυντικής περιπτώσεως της κατά συνήθεια τελέσεως αυτής (άρθρο 348 παρ. 4 εδ. α του Π.Κ.), όπως εγένετο δεκτό και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η από μέρους του επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, απορριφθεί όμως κατόπιν τούτου ο περαιτέρω ισχυρισμός του περί χαρακτηρισμού της ως άνω πράξεώς του όχι ως κακουργήματος, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά ως πλημμελήματος, με την επίκληση ότι δεν προέβη ούτος σε παραγωγή του επιδίκου πορνογραφικού υλικού, ούτε και σε άλλα στοιχεία επεξεργασίας, διαχειρίσεως, αξιοποιήσεως, διαθέσεως ή περαιτέρω διακινήσεως τούτου σε τρίτους. Και τούτο διότι από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκτήσει δια της χρήσεως του διαδικτύου και έκτοτε κατείχε το ανωτέρω πορνογραφικό υλικό, γνωρίζοντας μάλιστα ότι αφορά ανηλίκους, που δεν είχαν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, με συνέπεια η αποδιδομένη σ’ αυτόν ως άνω πράξη να φέρει κατά νόμο τον χαρακτήρα κακουργήματος και όχι πλημμελήματος (348Α παρ. 2, 3, 4 περ. β), όπως αβασίμως ούτος υποστηρίζει. Τέλος, πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και η πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α του Π.Κ., δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι μέχρι της τελέσεως της ανωτέρω πράξεώς του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή.
Πρέπει επίσης να γίνει δεκτός ο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποβαλλόμενος αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε του Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση υπ’ αυτού της ως άνω πράξεως και συγκεκριμένα μέχρι της κατά το έτος 2011 εκδικάσεως της ως άνω, εις βάρος του, κατηγορίας, ήτοι επί τέσσερα και πλέον έτη, επέδειξε καλή διαγωγή, καθόσον αποδείχθηκε ότι έκτοτε εργάζεται ανελλιπώς ως ιατρός, είναι ήδη έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, χωρίς να διαπράξει οιαδήποτε άλλη παράβαση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο των κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στον πιο κάτω αναφερόμενο τόπο και χρονικό διάστημα τέλεσε έγκλημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή και ειδικότερα: Στη ..., στην οδό ..., όπου βρίσκεται η κατοικία του, κατά το χρονικό διάστημα από 24-12-2007 έως και τις 29-1-2009, με πρόθεση κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας (αναπαράσταση σε ηλεκτρονικό και άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ασελγούς πράξης από ή με ανήλικο), το οποίο (υλικό) απόκτησε με την χρήση διαδικτύου, και η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την χρησιμοποίηση ανηλίκων που δεν είχαν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους.
Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, εν γνώσει του κατείχε σε εξωτερικό σκληρό δίσκο του υπολογιστή του 600 αρχεία με φωτογραφίες του σώματος βρεφών και άλλων ανηλίκων παιδιών (αγοριών και κοριτσιών), ηλικίας μερικών μηνών μέχρι έξι ετών, που επιδίδονταν σε σεξουαλικές πράξεις με ενήλικα άτομα (θωπείες, πεοθηλασμούς και βιασμούς) καθώς και 20 αρχεία με βίντεο επίσης βρεφών και άλλων ανηλίκων παιδιών (αγοριών και κοριτσιών), ηλικίας τριών ετών μέχρι οκτώ ετών, τα οποία (ανήλικα) προέβαιναν σε πεοθηλασμούς ενηλίκων ατόμων και θωπεύονταν σε απόκρυφα σημεία του σώματός τους από ενήλικα πρόσωπα, κατά τρόπο που πρόδηλα προκαλούσε γενετήσια διέγερση. Το ανωτέρω δε πορνογραφικό υλικό είχε αποκτήσει εν γνώσει του, με την χρήση διαδικτύου, εισερχόμενος σε ιστοσελίδες του εξωτερικού κατά το μήνα Νοέμβριο του 2006 προσπαθώντας να καταβάλει το ποσό των 79,85 δολαρίων Η.Π.Α. και η παραγωγή του (πορνογραφικού υλικού) συνδέεται με την χρησιμοποίηση ανηλίκων που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, κάτι το οποίο επίσης γνώριζε. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξης
". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1, 51, 52, 57, 60, 79, 348Α παρ. 2, 3 4 περ. β και 84 παρ. 2 εδ. α και ε του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουδέ στέρησε αυτήν της νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση καταδικαστικής κρίσεως, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: 1) Οι συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες διαπιστώθηκε η κατοχή από τον κατηγορούμενο του υλικού της παιδικής πορνογραφίας, 2) ο μεγάλος αριθμός των αρχείων και βίντεο του παιδικού πορνογραφικού υλικού που βρέθηκε στην κατοχή του και συγκεκριμένα στον εξωτερικό σκληρό δίσκο του υπολογιστή του, 3) ο τρόπος με τον οποίον προμηθεύθηκε το υλικό αυτό, 4) το περιεχόμενο του παιδικού αυτού πορνογραφικού υλικού, καθώς και 5) η γνώση της ηλικίας των ανηλίκων που απεικονίζονταν σ’ αυτό (πορνογραφικό υλικό). Επομένως η αιτίαση με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. λόγο της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Επίσης, η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς) είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί νομικής συγγνωστής πλάνης του άρθρου 31 παρ. 1 του Π.Κ., αφού η αποδοχή του οδηγεί στην άρση του καταλογισμού και ο κατηγορούμενος κηρύσσεται αθώος. Όταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο ο αυτοτελής ισχυρισμός το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, να αιτιολογήσει την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό (Α.Π. 293/2015, Α.Π. 1325/2014). Σύμφωνα δε με το άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η πλάνη είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνον αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές). Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με την στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός η προσχηματικός (Α.Π. 293/2015, Α.Π. 1325/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε στο δικαστήριο ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του.
Κατά συνέπεια η αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπό του της υπάρξεως νομικής συγγνωστής πλάνης ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση (ορθώς δήλωση) αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: .../8-3-2016 από 8 Μαρτίου 2016 αίτηση του Χ. Χ. του Κ. και Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3457/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...