Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Ο ασκητισμός και το πνεύμα του Καπιταλισμού.

Max Weber
Max Weber, η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού [έκδοση ΤΟ ΒΗΜΑ, βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο, 2010, μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ, σελίδες 115-134].
Από τον ΝΑΡΚΙΣΣΟ.

Για να καταλάβουμε τη σχέση ανάμεσα στις βασικές θρησκευτικές ιδέες του ασκητικού Προτεσταντισμού και τους κανόνες του για την καθημερινή οικονομική συμπεριφορά, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή ορισμένα κείμενα που είναι ολοφάνερο πως βγήκαν από την ποιμαντορική πρακτική. Γιατί σε μια εποχή στην οποία το Υπερπέραν σήμαινε τα πάντα, στην οποία η κοινωνική θέση του χριστιανού εξαρτιόταν από το αν του επέτρεπαν να μεταλαβαίνει, ο κληρικός, με το ιερατικό του αξίωμα, την εκκλησιαστική πειθαρχία και το κήρυγμα ασκούσε μια επιρροή (όπως δείχνει μια μάτια σε συλλογές από consilia, casus conscientae  κ.λπ.) που εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε. Σε μια τέτοια εποχή οι θρησκευτικές δυνάμεις που εκφράζονται μέσα από τέτοια κανάλια αποτελούν τους καθοριστικούς παράγοντες στη διαμόρφωση του εθνικού χαρακτήρα.
Για τους σκοπούς τούτου του κεφαλαίου, αν και όχι για όλους τους σκοπούς, μπορούμε να θεωρήσουμε τον ασκητικό Προτεσταντισμό σαν ένα ενιαίο όλο. Αφού όμως η πλευρά του αγγλικού Πουριτανισμού που γεννήθηκε από τον Καλβινισμό παρέχει την πιο στερεή θρησκευτική βάση για την ιδέα του επαγγέλματος, θα τοποθετήσουμε, ακολουθώντας την προηγούμενη μέθοδο μας, έναν από τους εκπροσώπους της στο κέντρο της έρευνας. Ο Ρίτσαρντ Μπάξτερ ξεχωρίζει από πολλούς άλλους συγγραφείς που έγραψαν σχετικά με την πουριτανική ηθική, τόσο για την κατεξοχήν πρακτική και ρεαλιστική στάση του όσο και για την παγκόσμια αναγνώριση που βρήκαν τα έργα του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις. Ήταν πρεσβυτεριανός κι απολογητής της Συνόδου του Ουεστμίνστερ, ταυτόχρονα όμως, όπως τόσα και τόσα από τα καλύτερα πνεύματα της εποχής του, απομακρύνθηκε βαθμιαία από τα δόγματα του ακραιφνούς Καλβινισμού. Κατά βάθος ήταν αντίθετος με την αρπάγη της εξουσίας από τον Κρόμγουελ, όπως θα έκανε και για κάθε επανάσταση. Δεν έβλεπε με κάλο μάτι τις αιρέσεις και τον φανατικό ενθουσιασμό των αγίων, είχε όμως πλατιές αντιλήψεις αναφορικά με τις εξωτερικές ιδιομορφίες κι ήταν αντικειμενικός προς τους αντιπάλους του. Αναζήτησε το πεδίο της εργασίας του κατά κύριο λόχο στην πρακτική προαγωγή της ηθικής ζωής μέσω της Εκκλησίας. Επιδιώκοντας το σκοπό του, σαν ένας από τους πιο πετυχημένους πάστορες που γνώρισε η ιστορία, έθεσε τις υπηρεσίας του στη διάθεση της κοινοβουλευτικής κυβέρνηση, του Κρομγουελ και της Παλινόρθωσης, ώσπου αποσύρθηκε από τη θέση του στη διάρκεια της τελευταίας, πριν από τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Το έργο του Christian Directory είναι η πληρέστερη έκθεση της πουριτανικής ηθικής, και είναι ολόκληρο προσαρμοσμένο στις πρακτικές εμπειρίες της ίδιας του της δραστηριότητας σαν εφημέριου. Για σύγκριση θα χρησιμοποιήσουμε το Theologischen Bedenken του Σπένερ, σαν αντιπροσωπευτικό για τον γερμανικό Πιετισμό, το Apology του Μπάρκλεϊ για τους κουάκερους, και μερικά άλλα έργα αντιπροσωπευτικά για την ασκητική ηθική, που πάντως, για λόγους χώρου, θα είναι όσο γίνεται πιο περιορισμένα.
Αν τώρα ρίξει κάνεις μια μάτια στο Saints' Everlasting Rest του Μπάξτερ ή στο Christian Directory σε ανάλογα έργα άλλων, θα εκπλαγεί αμέσως από την έμφαση που δίνεται, κατά τη διαπραγμάτευση του πλούτου και της απόκτησης του, στα εβιονιτικά (από τους Εβιονίτες, μια εβραιοχριστιανική αίρεση του 1 ου και 2 ου αιώνα μ. Χ, τα μέλη της οποίας τηρούσαν αυστηρά τον Μωσαϊκό νόμο) στοιχεία της Καινής Διαθήκης. Ο πλούτος καθαυτός είναι μεγάλος κίνδυνος, οι πειρασμοί του δεν τελειώνουν ποτέ, κι η επιδίωξη του δεν είναι μόνο μάταιη σε σύγκριση με την κυριαρχική σημασία της βασιλείας του θεού, αλά είναι και ηθικά ύποπτηΕδώ ο ασκητισμός φαίνεται πως στρέφεται με μεγαλύτερη δριμύτητα ενάντια στην απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών από ό,τι συνέβαινε στον Καλβίνο, που δεν έβλεπε τον πλούτο σαν εμπόδιο για την αποτελεσματικότητα του Κλήρου, αλλά αντίθετα σαν μια ολότελα επιθυμητή αύξηση του γοήτρου του. Γι' αυτό και επέτρεπε στους κληρικούς να αξιοποιούν επικερδώς τα μέσα που διέθεταν. Παραδείγματα για την καταδίκη της επιδίωξης χρημάτων και αγαθών μπορεί να αντλήσει κανείς χωρίς τελειωμό από τα πουριτανικά κείμενα, σε αντίθεση με την ηθική φιλολογία του όψιμου Μεσαίωνα, που ήταν πολύ πιο ανεκτική σε τούτο το σημείο.
Επιπρόσθετα, οι αμφιβολίες αυτές είχαν απόλυτα σοβαρό χαρακτήρα· δεν χρειάζεται παρά να τις εξετάσουμε κάπως πιο προσεκτικά για να καταλάβουμε την αληθινή ηθική σημασία τους και τις επιπτώσεις τους. Η αληθινή ηθική αντίρρηση είναι ότι η ασφάλεια της ιδιοκτησίας φέρνει χαλάρωση, η απόλαυση του πλούτου έχει σαν συνέπεια την οκνηρία και τους σαρκικούς πειρασμούς, και πάνω από όλα τον περισπασμό από την επιδίωξη μιας ενάρετης ζωήςΠραγματικά, ο μόνος λόγος που η ιδιοκτησία θεωρείται επιλήψιμη είναι ότι συνεπάγεται αυτό να τον κίνδυνο της χαλάρωσηςΓιατί η αιώνια ανάπαυση των αγίων ανήκει στον άλλο κόσμο· στη γη ο άνθρωπος, για να είναι σίγουρος πως έχει τη Θεία Χάρη, πρέπει να «πράττει σε όλη του τη ζωή τα έργα αυτού που τον έστειλε».
Η τεμπελιά κι οι απολαύσεις δεν χρησιμεύουν στην αύξηση της δόξας του Θεού, παρά μόνο η έμπρακτη δραστηριότητα, σύμφωνα με τις σαφείς εκδηλώσεις της θέλησης Του.
Η απώλεια χρόνου είναι έτσι το πρώτο και, καταρχήν, το πιο θανάσιμο αμάρτημα. Η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής είναι εξαιρετικά σύντομη και πολύτιμη για να βεβαιωθεί κανείς αν έχει επιλεγεί. Το χάσιμο χρόνου με τις κοινωνικές συναναστροφές, το κουβεντολόι, τα λούσα, τον παραπάνω ύπνο από όσον είναι απαραίτητος για την υγεία, δηλαδή έξι με οκτώ το πολύ ώρες, αξίζει την απόλυτη ηθική καταδίκη. Δεν υποστηρίζεται ακόμα, όπως κάνει ο Φραγκλίνος, πως ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά η πρόταση τούτη ισχύει με μια κάποια πνευματική έννοια. Ο χρόνος είναι πολυτιμότατος, γιατί κάθε χαμένη ώρα κόβεται από μια εργασία που θα μεγάλωνε τη δόξα του θεούΈτσι, ακόμα κι ο παθητικός στοχασμός δεν έχει καμία αξία, και μάλιστα είναι αξιοκατάκριτος αν γίνεται σε βάρος της καθημερινής εργασίας. Γιατί ευχαριστεί τον Θεό λιγότερο από την ενεργητική εκτέλεση της θέλησης Του σε ένα επάγγελμα. Άλλωστε, γι' αυτό προβλέπεται η Κυριακή, και, σύμφωνα με τον Μπάξτερ, αυτοί που δεν έχουν χρόνο για τον θεό όταν το απαιτεί η περίσταση είναι πάντοτε όσοι δεν δείχνουν επιμέλεια στο επάγγελμα τους.
Έτσι, στο κύριο έργο του Μπάξτερ δεσπόζει η αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη, συχνά σχεδόν παθιασμένη προπαγάνδιση της σκληρής, συνεχούς σωματικής ή πνευματικής εργασίας. Τούτο οφείλεται στον συνδυασμό δύο διαφορετικών στοιχείων. Από τη μια μεριά, η εργασία είναι μια δοκιμασμένη ασκητική τεχνική, όπως ήταν πάντα στη Δυτική Εκκλησία, σε ζωηρή αντίθεση όχι μόνο με τους ανατολίτικους, αλλά και σχεδόν με όλους τους μοναστικούς κανόνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Ιδιαίτερα είναι η πιο αποτελεσματική άμυνα ενάντια σε όλους εκείνους τους πειρασμούς που ο πουριτανισμός συνόψιζε κάτω από το όνομα «μιαρή ζωή», στην οποία απέδιδε μεγάλη σημασία. Ο σεξουαλικός ασκητισμός του Πουριτανισμού διαφέρει μόνο στον βαθμό, όχι στη βασική του αρχή, από τον αντίστοιχο του μοναστικισμού· κι εξαιτίας της πουριτανικής αντίληψης για το γάμο, οι πρακτικές του επιπτώσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια από του τελευταίου. Γιατί η σεξουαλική επαφή επιτρέπεται, ακόμα και στο γάμο, μόνο σαν ένα μέσο που όρισε ο Θεός για την αύξηση της δόξας Του σύμφωνα με την εντολή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε»Παράλληλα με μια προσεκτική χορτοφαγικη δίαιτα και με τα κρύα μπάνια, για την αντιμετώπιση όλων των σεξουαλικών πειρασμών δίνεται η ίδια συνταγή που συνηθίζεται ενάντια στις θρησκευτικές αμφιβολίες και το αίσθημα της ηθικής αναξιότητας: «Να εργάζεσαι σκληρά στο επάγγελμα σου». Αλλά το σημαντικότερο από όλα ήταν πως ακόμα και πέρα από αυτό η εργασία κατέληξε να θεωρείται καθεαυτή σαν ο σκοπός της ζωής, που τον όρισε ο ίδιος ο Θεός. Το «ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω» του Αγίου Παύλου ισχύει ανεπιφύλακτα για τον καθένα. Η απροθυμία για εργασία είναι σύμπτωμα απουσίας της θείας Χάρης.
Εδώ η διάφορα από τη μεσαιωνική αντίληψη γίνεται ολοφάνερη. Ο Θωμάς Ακινάτης είχε δώσει κι αυτός μια ερμηνεία για τούτη τη φράση του Αγίου Παύλου. Αλλά γι' αυτόν η εργασία είναι απαραίτητη μόνο naturali ratione για τη διατήρηση του ατόμου και της κοινότητας. Όταν ο σκοπός αυτός έχει επιτευχθεί, ο κανόνας αυτός παύει να έχει οποιοδήποτε νόημα. Έπειτα, ισχύει μόνο για τη φυλή, όχι για κάθε άτομο. Δεν έχει εφαρμογή για όσους μπορούν να ζήσουν από τα αγαθά τους χωρίς να εργάζονται, και φυσικά ο στοχασμός, σαν πνευματική μορφή δραστηριότητας στο βασίλειο του θεού, έχει προτεραιότητα απέναντι σε αυτή την εντολή με την κυριολεκτική της σημασία. Επιπλέον, για την λαϊκή θεολογία της εποχής, η ύψιστη μορφή μοναστικής παραγωγικότητας ήταν η αύξηση του thesaurus ecclesiae με τις προσευχές και τους ύμνους.
Οι εξαιρέσεις αυτές από το καθήκον για εργασία όχι μόνο δεν ισχύουν πια για τον Μπάξτερ, όπως είναι φυσικό, αλλά ακόμα τονίζει με έμφαση πως ο πλούτος δεν εξαιρεί κανένα από αυτή την κατηγορηματική εντολή. Ακόμα κι οι εύποροι άνθρωποι δεν πρέπει να τρώνε χωρίς να εργάζονται, γιατί έστω κι αν δεν χρειάζεται να δουλεύουν για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πρόκειται για εντολή του θεού, την οποία οφείλουν να τηρούν όπως οι φτωχοί. Για τον καθένα χωρίς εξαίρεση η θεία Πρόνοια έχει ετοιμάσει ένα επάγγελμα, στο οποίο αυτός πρέπει να πιστέψει και το οποίο να μετέρχεται. Και το επάγγελμα αυτό δεν είναι, όπως ήταν για τον λουθηρανό, μια μοίρα στην οποία πρέπει να υποκύψει και να τα βγάλει πέρα όσο μπορεί καλύτερα, αλλά η εντολή του θεού προς το άτομο να εργαστεί για τη θεία δόξα. Αυτή η φαινομενικά ανεπαίσθητη διαφορά είχε εκτεταμένες ψυχολογικές συνέπειες, και συνδέθηκε με μια παραπέρα εξέλιξη της ερμηνείας της οικονομικής τάξης πραγμάτων με βάση τη θεία Πρόνοια, εξέλιξη που είχε αρχίσει με τον Σχολαστικισμό.
Το φαινόμενο της κατανομής της εργασίας και των επιτηδευμάτων στην κοινωνία είχε ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, από τον Θωμά Ακινάτη, στον οποίο μπορούμε να αναφερθούμε σαν τον πιο πρόσφορο, σαν άμεση συνέπεια του θείου σχεδίου για τον κόσμο. Αλλά η θέση που τάσσεται σε κάθε άνθρωπο σε αυτόν τον κόσμο βγαίνει ex causis naturalibus και είναι τυχαία («ενδεχόμενη» στη σχολαστική ορολογία). Η διαφοροποίηση των ανθρώπων σε τάξεις και επαγγέλματα παγιωμένα με την ιστορική εξέλιξη έγινε για το Λούθηρο, όπως είδαμε, ένα άμεσο αποτέλεσμα της θείας θέλησης. Η παραμονή του ατόμου στη θέση και μέσα στα όρια που του είχε καθορίσει ο Θεός ήταν ένα θρησκευτικό καθήκον. Τούτη η συνέπεια ήταν τόσο βέβαιη ακριβώς επειδή οι σχέσεις του Λουθηρανισμού με τον κόσμο ήταν, γενικά, από την αρχή αβέβαιες και παρέμειναν αβέβαιες. Ανάμεσα στις ιδέες του Λούθηρου δεν μπορούμε να βρούμε ηθικές αρχές για τη μεταρρύθμιση του κόσμου· στην πραγματικότητα ο Λουθηρανισμός δεν απαλλάχθηκε ποτέ από την παυλική αδιαφορία. Έτσι, ο κόσμος έπρεπε να γίνει δεκτός όπως ήταν, και μόνο αυτό μπορούσε να αποτελέσει ένα θρησκευτικό καθήκον.
Αλλά στην πουριτανική αντίληψη, ο θεόσταλτος χαρακτήρας του παιχνιδιού των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων αποκτά μια κάπως διαφορετική έμφαση. Σε συνέπεια με την πουριτανική τάση για πραγματιστικές ερμηνείες, ο θεόσταλτος σκοπός της κατανομής της εργασίας μπορεί να αναγνωστεί από τους καρπούς της. Σε αυτό το σημείο ο Μπάξτερ εκφράζεται με όρους που επανειλημμένα μας φέρνουν άμεσα στο νου την πασίγνωστη αποθέωση της κατανομής της εργασίας από τον Άνταμ Σμιθ. Η εξειδίκευση των επαγγελμάτων οδηγεί -μιας και ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη της δεξιοτεχνίας- σε μια ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της παραγωγής, κι έτσι εξυπηρετεί το κοινό καλό, που ταυτίζεται με το καλό του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού προσώπων. Ώς εδώ, τα κίνητρα είναι καθαρά ωφελιμιστικά, και συγγενεύουν στενά με την τρέχουσα άποψη που εκφράζεται σε ένα μεγάλο μέρος της κοσμικής φιλολογίας της εποχής.
Αλλά το χαρακτηριστικό πουριτανικό στοιχείο εμφανίζεται όταν ο Μπάξτερ βάζει στο επίκεντρο της διαπραγμάτευσης του τη δήλωση πως «έξω από ένα συγκεκριμένο επάγγελμα οι προσπάθειες του ανθρώπου δεν είναι πάρα περιστασιακές κι ακανόνιστες, και ξοδεύει περισσότερο χρόνο για τεμπελιά πάρα για δουλειά», κι όταν συμπεραίνει τα έξης: «κι αυτός (ο εξειδικευμένος εργάτης) θα διεκπεραιώνει τη δουλειά του με τάξη, ενώ ένας άλλος θα παραμένει σε διαρκή σύγχυση κι η δουλειά του δεν θα γνωρίζει μήτε χρόνο μήτε τόπο... γι' αυτό ένα σίγουρο επάγγελμα είναι το καλύτερο πράγμα για τον καθένα». Η ακανόνιστη εργασία, που ο συνηθισμένος εργάτης συχνά είναι αναγκασμένος να δεχτεί, είναι συχνά αναπόφευκτη, αλλά πάντοτε μια δυσάρεστη μεταβατική κατάσταση. Έτσι, από ένα άνθρωπο χωρίς επάγγελμα λείπει ο συστηματικός, μεθοδικός χαρακτήρας που, όπως είδαμε, απαιτεί ο κοσμικός ασκητισμός.
Η ηθική των κουάκερων πρεσβεύει επίσης ότι η ζωή του ανθρώπου στο επάγγελμα του είναι μια ενάσκηση στις ασκητικές αρετές, μια απόδειξη της Θείας Χάρης μέσω της ευσυνειδησίας του, που εκφράζεται με τη φροντίδα και τη μέθοδο με την οποία μετέρχεται το επάγγελμα του. Αυτό που ζητάει ο θεός δεν είναι εργασία καθαυτή, αλλά ορθολογική εργασία σε ένα επάγγελμα. Στην πουριτανική αντίληψη για το επάγγελμα η έμφαση δίνεται πάντοτε σε αυτόν τον μεθοδικό χαρακτήρα του κοσμικού ασκητισμού, όχι, όπως με τον Λούθηρο, στην αποδοχή της μοίρας που ο θεός έταξε αμετάκλητα στον άνθρωπο. Γι αυτό, στο ερώτημα αν μπορεί κάνεις να συνδυάζει περισσότερα από ένα επαγγέλματα δίνεται καταφατική απάντηση, αν αυτό εξυπηρετεί το κοινό καλό ή το καλό του ίδιου του ενδιαφερομένου και δεν βλάπτει κανένα και δεν έχει σαν συνέπεια να παραμελείται κάποιο από τα επαγγέλματα Ακόμα κι η αλλαγή επαγγέλματος δεν θεωρείται καθόλου αξιόμεμπτη, αν δεν είναι απερίσκεπτη και γίνεται με σκοπό να ακολουθήσει, κάνεις ένα επάγγελμα πιο αρεστό στον Θεό, πράγμα που σημαίνει, σε γενικές αρχές, πιο χρήσιμο.                  
Είναι αλήθεια πως η χρησιμότητα ενός επαγγέλματος, κι επομένως και η εύνοια που του δείχνει ο Θεός, μετριέται κατά κύριο λόγο με ηθικούς όρους, κι επομένως με όρους που αναφέρονται στη σπουδαιότητα των αγαθών που παράγονται στο επάγγελμα για την κοινότητα. Αλλά ένα επιπρόσθετο, και, πάνω από όλα, πρακτικά το πιο σημαντικό, κριτήριο βρίσκεται στο κατά πόσο το επάγγελμα είναι επικερδές για τον ιδιώτηΓιατί αν αυτός ο Θεός, του οποίου το χέρι ο Πουριτανός βλέπει σε όλα τα συμβάντα της ζωής, δείχνει σε κάποιον από τους εκλεκτούς Του μια ευκαιρία για κέρδος, αυτός πρέπει να το αποκτήσει. Γι αυτό ο πιστός χριστιανός οφείλει να ακολουθεί τη φωνή του Κυρίου εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που του προσφέρεται. «Αν ο Θεός σού δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο μπορείς να κερδίσεις νόμιμα περισσότερα πάρα με έναν άλλο τρόπο (χωρίς να βλάψεις την ψυχή σου ή έναν άλλο), αν τον αρνηθείς και διαλέξεις τον λιγότερο επικερδή τρόπο, εναντιώνεσαι σε έναν από τους σκοπούς του επαγγέλματος σου κι αρνείσαι να είσαι διαχειριστής του θεού και να δεχτείς τα δώρα Του και να τα χρησιμοποιήσεις γι Αυτόν όταν Αυτός το ζητάει: πρέπει να εργάζεσαι για να είσαι πλούσιος για τον θεό, όχι για τη σάρκα και την αμαρτία».
Έτσι, ο πλούτος είναι ηθικά κακός μόνο στο βαθμό που αποτελεί έναν πειρασμό να τεμπελιάζει κανείς και να απολαμβάνει αμαρτωλά τη ζωή, κι η απόκτηση του είναι κακή μόνο όταν γίνεται με σκοπό να ζει κανείς αργότερα ξένοιαστα κι ελαφρά. Αλλά σαν εκτέλεση του καθήκοντος σε ένα επάγγελμα είναι όχι μόνο ηθικά επιτρεπτός, αλλά και επιβεβλημένος. Αυτό φαινόταν να λέει απερίφραστα η παραβολή του υπηρέτη που διώχτηκε επειδή δεν αύξησε το τάλαντο που του είχε εμπιστευτεί ο αφέντης του. «Το να θέλει κανείς να είναι φτωχός», επιχειρηματολογούσαν συχνά, «είναι το ίδιο με το να θέλει να είναι άρρωστος. Είναι απαράδεκτο για την εξύμνηση των έργων και μειωτικό για τη δόξα του θεού». Ιδιαίτερα η επαιτεία, από έναν άνθρωπο ικανό προς εργασία, είναι όχι μόνο το αμάρτημα της οκνηρίας, αλλά και παραβίαση του καθήκοντος της αδελφικής αγάπης σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Αποστόλου.
Η έμφαση στην ασκητική σπουδαιότητα ενός σταθερού επαγγέλματος πρόσφερε μια ηθική δικαιολόγηση του σύγχρονου εξειδικευμένου καταμερισμού της εργασίας. Με παρόμοιο τρόπο, η αντίληψη πως το κέρδος είναι θεόσταλτο δικαίωνε τις δραστηριότητες του επιχειρηματία. Η αλαζονική τρυφηλότητα του φεουδάρχη άρχοντα και η άσωτη επιδεικτικότατα του νεόπλουτου είναι εξίσου αποκρουστικές για τον ασκητισμό. Αλλά, από την άλλη μεριά, τρέφει την μεγαλύτερη ηθική εκτίμηση για τον σοβαρό, αυτοδημιούργητο άνθρωπο των μεσαίων στρωμάτων. «Ο θεός ευλόγησε την εργασία του» είναι μια στερεότυπη παρατήρηση για τους καλούς εκείνους ανθρώπους που ακολούθησαν με επιτυχία τις θείες υποδείξεις. Η τεράστια ισχύς του θεού της Παλαιάς Διαθήκης, που ανταμείβει το λαό Του για την υπακοή του σε τούτη τη ζωή, άσκησε, όπως ήταν επόμενο, ανάλογη επίδραση πάνω στον πουριτανό που, ακολουθώντας τη συμβουλή του Μπάξτερ, σύγκρινε τη δική του κατάσταση από άποψη Θείας Χάρης με την αντίστοιχη των ηρώων της Βίβλου, και κατά τη διαδικασία αυτή ερμήνευε τις ρήσεις της Αγίας Γραφής σαν άρθρα ενός κώδικα κανονισμών.
Βέβαια, τα λόγια της Παλαιάς Διαθήκης είναι μερικές φορές διφορούμενα. Είδαμε πως ο Λούθηρος χρησιμοποίησε πρώτος την έννοια του επαγγέλματος με την κοσμική σημασία, μεταφράζοντας ένα χωρίο από τη Σοφία Σειράχ. Αλλά το βιβλίο Σοφία Σειράχ, με ολάκερη την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτό, ανήκει στα μέρη εκείνα της επαύξησης της Παλαιάς Διαθήκης που, παρά τις ελληνιστικές επιδράσεις, διακρίνονται από μια σαφώς παραδοσιοκρατική τάση. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι και σήμερα ακόμα το βιβλίο τούτο φαίνεται πως απολαμβάνει ιδιαίτερη εύνοια ανάμεσα στους λουθηρανούς γερμανούς χωρικούς, ακριβώς όπως κι η λουθηρανική επίδραση σε μεγάλους τομείς του γερμανικού Πιετισμού εκδηλώθηκε με μια προτίμηση για το Σοφία Σειράχ.
Οι πουριτανοί απέρριπταν τα Απόκρυφα σαν μη εμπνευσμένα, σε συνέπεια με τη σαφή διάκριση που έκαναν ανάμεσα σε θεία πράγματα και πράγματα της σάρκας. Αλλά ανάμεσα στα κανονιστικά βιβλία το βιβλίο του Ιώβ είχε όλο και μεγαλύτερη επίδραση. Από τη μια περιείχε μια μεγαλειώδη σύλληψη της απόλυτης και ηγεμονικής μεγαλοπρέπειας του Θεού, πέρα από τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου, που συγγένευε στενά με την καλβινιστική αντίληψη. Από την άλλη, μαζί με αυτή συνδύαζε τη βεβαιότητα εκείνη που, αν και για τον Καλβίνο ήταν ένα δευτερεύον στοιχείο, κατέληξε να έχει μεγάλη σημασία για τον Πουριτανισμό, ότι δηλαδή ο Θεός θα ευλογούσε τους δικούς Του σε τούτη τη ζωή και με την -στο βιβλίο του Ιώβ κατεξοχήν με την- υλική έννοια. Ο ανατολικός ησυχασμός, που εκδηλώνεται σε αρκετούς από τους ωραιότερους Ψαλμούς καί στις Παροιμίες, παρακάμφθηκε, ακριβώς όπως έκανε κι ο Μπάξτερ με την παραδοσιοκρατική απόχρωση του εδαφίου της Α' προς Κορινθίους επιστολής, που ήταν τόσο σημαντικό για την ιδέα του επαγγέλματος.
Αλλά όλο και περισσότερη έμφαση δινόταν σε εκείνα τα μέρη της Παλαιάς Διαθήκης που εγκωμιάζουν την τυπική νομιμοφροσύνη σα σημάδι διαγωγής αρεστής στον Θεό. Υποστήριζαν τη θεωρία πως, με τη μεσολάβηση του Χριστού, ο Μωσαϊκός Νόμος είχε χάσει την ισχύ του, μόνο στο βαθμό που περιείχε τελετουργικούς ή καθαρά ιστορικούς κανόνες που είχαν εφαρμογή μόνο στον εβραϊκό λαό, αλλά πως κατά τα άλλα εξακολουθούσε να ισχύει σαν έκφραση του φυσικού νόμου, και γι' αυτό πρέπει να τηρείται. Αυτό έδινε τη δυνατότητα, από τη μια μεριά, να εξοβελιστούν τα στοιχεία που δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με τη σύγχρονη ζωή. Αλλά, ωστόσο, χάρη στα πολυάριθμα συγγενικά χαρακτηριστικά της, η ηθική της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ικανή να δώσει μια ισχυρή ώθηση στο πνεύμα εκείνο της φαρισαϊκής και ψυχρής νομιμοφροσύνης που ήταν τόσο τυπικό για τον κοσμικό ασκητισμό τούτης της μορφής Προτεσταντισμού.
Έτσι, όταν πολλοί συγγραφείς εκείνης της εποχής, αλλά και μεταγενέστεροι, χαρακτηρίζουν τη βασική ηθική τάση του Πουριτανισμού, ιδιαίτερα στην Αγγλία, σαν αγγλικό Εβραϊσμό, δεν έχουν άδικο, αν τους κατανοήσει κανείς σωστά. Είναι όμως απαραίτητο να μην έχει κανείς κατά νου τον παλαιστινιακό Ιουδαϊσμό της εποχής που συντάχθηκαν οι Γραφές, αλλά τον Ιουδαϊσμό όπως διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση πολλών αιώνων φορμαλιστικής, νομικίστικης και ταλμουδικής παιδείας. Ακόμα και τότε πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός κάνοντας παραλληλισμούς. Η γενική τάση του παλαιότερου Ιουδαϊσμού προς μια απλοϊκή αποδοχή της ζωής όπως ήταν, απείχε πολύ από τα ειδικά χαρακτηριστικά του Πουριτανισμού. Απείχε πάντως άλλο τόσο -πράγμα που δεν θα έπρεπε να παραβλέπεται- από την οικονομική ηθική του μεσαιωνικού και του σύγχρονου Ιουδαϊσμού, στα γνωρίσματα που καθόρισαν τη θέση και των δύο στην εξέλιξη του καπιταλιστικού ήθους. Οι Εβραίοι ανήκαν στην πλευρά του πολιτικά και καιροσκοπικά προσανατολισμένου τυχοδιωκτικού Καπιταλισμού· το ήθος τους, με μια λέξη, ήταν το ήθος του περιθωριακού Καπιταλισμού. Ο Πουριτανισμός όμως διαμόρφωσε το ήθος της ορθολογικής οργάνωσης του κεφαλαίου και της εργασίας. Πήρε από την εβραϊκή ηθική μόνο ό,τι ταίριαζε σε αυτόν το σκοπό.
Η ανάλυση των επιπτώσεων, που είχε στον χαρακτήρα όλων των λαών ο διαποτισμός της ζωής με τους κανόνες της Παλαιάς Διαθήκης - ένα δελεαστικό έργο που ωστόσο δεν έχει γίνει ακόμα σε ικανοποιητική έκταση, έστω και για τον Ιουδαϊσμό-, θα ήταν αδύνατη μέσα στα όρια αυτού του σκίτσου. Πλάι στις σχέσεις που καταδείξαμε ήδη, έχει μεγάλη σημασία για τη γενική εσωτερική στάση των πουριτανών, πάνω από όλα το γεγονός πως με αυτούς γνώρισε μια μεγάλη αναγέννηση η πίστη πως ήταν ο περιούσιος λαός του Θεού. Ακόμα κι ο καλοκάγαθος Μπάξτερ ευχαριστούσε τον θεό που γεννήθηκε στην Αγγλία, κι επομένως στην αληθινή Εκκλησία, και πουθενά αλλού. Αυτή η ευγνωμοσύνη των πουριτανών για την τελειότητα τους, που όφειλαν στη Θεία Χάρη, διαπερνούσε τη στάση των πουριτανικών μεσαίων στρωμάτων προς τη ζωή, κι έπαιξε το ρόλο της στην ανάπτυξη του φορμαλιστικού, σκληρού, άτεγκτου χαρακτήρα που διέκρινε τους ανθρώπους της ηρωικής εκείνης εποχής του Καπιταλισμού.
Ας προσπαθήσουμε τώρα να διασαφηνίσουμε τα σημεία στα οποία η πουριτανική ιδέα για το επάγγελμα και η ανταμοιβή που υποσχόταν για την ασκητική διαγωγή ήταν προορισμένη να επηρεάσει άμεσα την ανάπτυξη του καπιταλιστικού πρότυπου ζωής. Όπως είδαμε, ο ασκητισμός στράφηκε με όλες του τις δυνάμεις ενάντια σε ένα πράγμα: την αυθόρμητη απόλαυση της ζωής κι όσων είχε να προσφέρει. Ίσως πουθενά δεν εκδηλώθηκε αυτό πιο χαρακτηριστικά από ό,τι στη διαμάχη για το Book of sports (Βιβλίο περί Ψυχαγωγιών), που ο Ιάκωβος Α' και ο Κάρολος Α' έκαναν νόμο με σαφή την πρόθεση να χτυπήσουν τον Πουριτανισμό, και που ο τελευταίος όρισε να διαβάζεται από όλους τους άμβωνες. Η φανατική αντίσταση των πουριτανών στις διατάξεις του βασιλιά, που επέτρεπαν δια νόμου ορισμένες λαϊκές διασκεδάσεις την Κυριακή έξω από τις ώρες του εκκλησιασμού, δεν εξηγείται μόνο από την διατάραξη της Κυριακής αργίας, αλλά κι από την οργή για την πρόθεση της παρεκτροπής από την προγραμματισμένη ζωή του αγίου, που αυτές θα είχαν σαν συνέπεια. Και, από τη μεριά του, οι απειλές του βασιλιά για αυστηρή τιμωρία κάθε προσβολής της νομιμότητας αυτών των ψυχαγωγιών προέρχονταν από την πρόθεση του να συντρίψει την αντιαυταρχική ασκητική τάση του Πουριτανισμού, που ήταν τόσο επικίνδυνη για το κράτος. Οι φεουδαλικές και μοναρχικές δυνάμεις προστάτευαν όσους ζητούσαν διασκεδάσεις από την ηθική των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων και τις αντιαυταρχικές ασκητικές συναθροίσεις, ακριβώς όπως σήμερα η καπιταλιστική κοινωνία έχει την τάση να προστατεύει τους πρόθυμους να εργαστούν από την ταξική ηθική του προλεταριάτου και τις αντιαυταρχικές συνδικαλιστικές ενώσεις. Ενάντια σε αυτή την επιβουλή οι πουριτανοί υπεράσπισαν το καθοριστικό χαρακτηριστικό τους, την αρχή της ασκητικής συμπεριφοράς. Γιατί, κατά τα άλλα, η αποστροφή των πουριτανών για τις ψυχαγωγίες δεν ήταν, ακόμα και για τους κουάκερους, απλώς ζήτημα αρχών. Η ψυχαγωγία ήταν αποδεκτή αν εξυπηρετούσε έναν ορθολογικό σκοπό, δηλαδή την αναψυχή πού είναι απαραίτητη για τη σωματική ικανότητα. Αλλά σαν μέσο για την αυθόρμητη έκφραση απειθάρχητων παρορμήσεων ήταν ύποπτη· και στο μέτρο που γινόταν αποκλειστικά ένα μέσο για απολαύσεις ή ξυπνούσε την έπαρση, τα ταπεινά ένστικτα ή το ανορθολογικό ένστικτο της κυβείας, καταδικαζόταν φυσικά αυστηρότατα. Η ορμέμφυτη απόλαυση της ζωής, που απομακρύνει τον άνθρωπο και από την εργασία σε ένα επάγγελμα κι από την θρησκεία, ήταν εχθρός του ορθολογικού ασκητισμού, είτε με τη μορφή των διασκεδάσεων των φεουδαλικών αρχοντάδων είτε με τα γλέντια των κοινών ανθρώπων στα χορευτικέ κέντρα και στα καπηλειά.
Έτσι, η στάση του ήταν καχύποπτη και συχνά εχθρική απέναντι στις πλευρές της κουλτούρας που δεν είχαν άμεση θρησκευτική αξία. Δεν είναι όμως αλήθεια πως τα ιδεώδη του Πουριτανισμού συνεπάγονταν μια κατηγορηματική, στενόμυαλη αποκήρυξη της κουλτούρας. Ακριβώς το αντίθετο συνέβαινε, τουλάχιστον για την επιστήμη, με εξαίρεση το μίσος για τον Σχολαστικισμό. Άλλωστε οι μεγάλοι άντρες του πουριτανικού κινήματος ήταν ολότελα διαποτισμένοι από την κουλτούρα της Αναγέννησης. Τα κηρύγματα των πρεσβυτεριανών θεολόγων είναι γεμάτα από αναφορές στους κλασικούς, κι ακόμα κι οι Ριζοσπάστες, μόλο που ήταν αντίθετοι με αυτό, δεν ντρέπονταν να επιστρατεύουν αυτό το είδος  μόρφωσης στη θεολογική πολεμική. Καμία ίσως χώρα δεν είχε ποτέ ένα τέτοιο πλήθος από διπλωματούχους όσο η Νέα Αγγλία στην πρώτη γενιά της ύπαρξης της. Ακόμα και η σάτιρα των αντιπάλων τους, όπως λόχου χάρη το Hudibras του Μπάτλερ, έχει για κύριο στόχο της τη σχολαστικότητα των πουριτανών και την υψηλή εξάσκηση τους στη διαλεκτική μέθοδο. Τούτο οφείλεται ως ένα βαθμό στη θρησκευτική αξία που απέδιδαν στη γνώση και που πήγαζε από τη στάση τους απέναντι στην καθολική fides implicita.                                                        Ι
Αλλά η κατάσταση είναι ολότελα διαφορετική αν στραφεί κάνεις στη μη επιστημονική Φιλολογία, και προπάντων στις Καλές Τέχνες. Εδώ ο ασκητισμός επέπεσε σαν παγετός πάνω στη ζωή της «φαιδράς γηραιάς Αλβιόνος». Και τις επιπτώσεις του δεν τις αισθάνθηκε μόνο η κοσμική ευθυμία. Το άγριο μίσος του πουριτανού για οτιδήποτε μύριζε δεισιδαιμονία, για κάθε επιβίωση της πίστης στη σωτηρία δια της μαγείας ή των μυστηρίων, εκδηλώθηκε στον εορτασμό των Χριστουγέννων και του  Μάη και σε κάθε μορφή αυθόρμητης θρησκευτικής τέχνης. Το γεγονός ότι στην Ολλανδία υπήρξε χώρος για μια μεγάλη, συχνά ωμά ρεαλιστική τέχνη δεν αποδεικνύει πάρα πόσο η αυταρχική ηθική πειθαρχία αυτής της χώρας απείχε από το να μπορεί να εξουδετερώσει την επίδραση της Αυλής και των αντιβασιλέων (μιας τάξης εισοδηματιών), κι επίσης τη χαρά της ζωής της νεόπλουτης μπουρζουαζίας, αφότου η σύντομη κυριαρχία της καλβινιστικής θεοκρατίας μετατράπηκε σε μια μετριοπαθή εθνική Εκκλησία και, έτσι, ο Καλβινισμός είχε χάσει σε αισθητό βαθμό τη δύναμη της ασκητικής επιρροής του.
Για το θέατρο οι πουριτανοί αισθάνονταν απέχθεια, και με τον αυστηρό εξοστρακισμό του ερωτικού και του γυμνού στοιχείου από τον τομέα της ανοχής δεν μπορούσε πια να υπάρξει ριζοσπαστική αντίληψη ούτε για τη Λογοτεχνία ούτε για την Τέχνη. Οι πουριτανικές απόψεις για τη «χαζοκουβέντα», τους πλεονασμούς και τη ματαιόδοξη επιδεκτικότητα, όλα αυτά γνωρίσματα μιας ανορθολογικής στάσης χωρίς αντικειμενικό σκοπό, που επομένως δεν ήταν ασκητική και προπάντων δεν εξυπηρετούσε τη δόξα του Θεού αλλά του ανθρώπου, ήταν πάντοτε διαθέσιμες για να ευνοήσουν ένα πνεύμα πεζής ωφελιμότητας σε βάρος κάθε καλλιτεχνικής τάσης. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για το στόλισμα του ατόμου, λόγου χάρη το ντύσιμο. Αυτή η ισχυρή τάση για ομοιομορφία της ζωής, που σήμερα προσφέρει τόσο ανυπολόγιστη βοήθεια στο καπιταλιστικό συμφέρον για τυποποίηση της παραγωγής, βρήκε τη θεωρητική της θεμελίωση στην αποκήρυξη κάθε ειδωλολατρίας της σάρκας.
Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Πουριτανισμός περιέκλειε έναν κόσμο από αντιφάσεις και ότι η ενστικτώδης αίσθηση του αιώνιου μεγαλείου στην τέχνη ήταν σίγουρα πιο έντονη ανάμεσα στους ηγέτες του πάρά στην ατμόσφαιρα των Ιπποτών. Άλλωστε, μια μοναδική ιδιοφυΐα σαν τον Ρέμπραντ, όσο λίγο κι αν η συμπεριφορά του μπορούσε να είναι αποδέκτή από τον Θεό στα μάτια των πουριτανών, επηρεάσθηκε πολύ ζωηρά στο χαρακτήρα του έργου του από το θρησκευτικό του περιβάλλον. Αυτά όμως δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Στο μέτρο που η καλλιέργεια της πουριτανικής παράδοσης μπορούσε να οδηγήσει, και εν μέρει οδηγούσε, σε μια έντονη πνευματοποίηση της προσωπικότητας, ήταν ένα αναμφισβήτητο πλεονέκτημα για τη Λογοτεχνία. Αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος ήταν ένα πλεονέκτημα από το οποίο μόνο οι νεότερες γενιές επωφελήθηκαν.
Αν και δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε εδώ μια συζήτηση σχετικά με την επίδραση του Πουριτανισμού προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις, πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός πως η ανοχή προς την απόλαυση των πολιτισμικών αγαθών, που πρόσφερε μια καθαρά αισθητική ή αθλητική ευχαρίστηση, οπωσδήποτε προσέκρουε πάντοτε σε έναν χαρακτηριστικό περιορισμό: δεν πρέπει να έχει κανένα κόστος. Ο άνθρωπος δεν είναι πάρα ένας θεματοφύλακας των αγαθών που έφτασαν στα χέρια του μέσω της χάρης του θεού. Όπως ο υπηρέτης της παραβολής, πρέπει να δώσει λογαριασμό για κάθε δεκάρα που του εμπιστεύθηκε ο κύριος του, κι είναι το λιγότερο επικίνδυνο να ξοδεύει οτιδήποτε από αυτά για σκοπούς που δεν χρησιμεύουν για τη δόξα του Θεού αλλά μόνο για την προσωπική του απόλαυση. Ποιος άνθρωπος που έχει τα μάτια του ανοιχτά δεν έχει συναντήσει εκπροσώπους αυτής τπς άποψης ακόμα και σήμερα; Η ιδέα για το καθήκον του ανθρώπου προς τα αποκτήματα του, στο οποίο υποτάσσεται σαν πιστός διαχειριστής, ή ακόμα και σαν αποθησαυριστική μηχανή, βαραίνει σαν κρύο μολύβι πάνω στη ζωή του. Όσο περισσότερες είναι οι κτήσεις του τόσο βαθύτερο -αν η ασκητική στάση προς τη ζωή αντέξει στη δοκιμασία-είναι το αίσθημα της ευθύνης γι' αυτές, για να διατηρηθούν αμείωτες προς δόξα του Θεού και να επαυξηθούν με την αδιάκοπη προσπάθεια. Η προέλευση ορισμένων απαρχών αυτής της στάσης προς τη ζωή φτάνει κι αυτή επίσης, όπως τόσες πλευρές του πνεύματος του Καπιταλισμού, μέχρι τον Μεσαίωνα. Αλλά με την ηθική του ασκητικού Προτεσταντισμού βρήκε για πρώτη φορά μια συνεπή ηθική θεμελίωση. Η σημασία της για την εξέλιξη του Καπιταλισμού είναι ολοφάνερη.
Αυτός ο κοσμικός προτεσταντικός ασκητισμός, για να ανακεφαλαιώσουμε ώς τούτο το σημείο, άσκησε ισχυρή επίδραση ενάντια στην αυθόρμητη απόλαυση της ιδιοκτησίας, περιόριζε την κατανάλωση, ιδιαίτερα την κατανάλωση ειδών πολυτελείας. Από την άλλη μεριά, είχε το ψυχολογικό αποτέλεσμα ότι απελευθέρωσε την απόκτηση αγαθών από τις απαγορεύσεις της παραδοσιοκρατικής ηθικής. Έσπασε τα δεσμά της έμφυτης ροπής για ιδιοποίηση, όχι μόνο νομιμοποιώντας την, αλλά θεωρώντας τη (με την έννοια που εξηγήσαμε) άμεσα σαν θελημένη από τον Θεό. Η εκστρατεία ενάντια στους πειρασμούς της σάρκας και την εξάρτηση από εξωτερικά πράγματα ήταν, όπως εκτός από τους πουριτανούς λέει απερίφραστα και ο μεγάλος απολογητής των Κουάκερων Μπάρκλεϊ, όχι ένας αγώνας ενάντια στην ορθολογική ιδιοποίηση, αλλά ενάντια στην ανορθολογική χρήση του πλούτου.
Αλλά το τυπικό παράδειγμα αυτής της ανορθολογικής χρήσης ήταν οι εξωτερικές μορφές της πολυτέλειας, που ο κώδικας του καταδίκαζε σαν ειδωλολατρία της σάρκας, όσο φυσιολογικές κι αν φαίνονταν για το φεουδαλικό πνεύμα. Από την άλλη μεριά, επιδοκίμαζαν την ορθολογική κι ωφελιμιστική χρήση του πλούτου, τη θελημένη από τον Θεό, για τις ανάγκες του ατόμου και της κοινότητας. Δεν ζητούσαν την τιμωρία του πλούσιου, αλλά τη χρησιμοποίηση των μέσων του για απαραίτητους και πρακτικούς σκοπούς. Η ιδέα της άνεσης περιορίζει χαρακτηριστικά την έκταση των ηθικά επιτρεπτών δαπανών. Και δεν είναι, φυσικά, τυχαίο που η ανάπτυξη ενός τρόπου ζωής σύμφωνου με αυτή την ιδέα μπορεί να παρατηρηθεί νωρίτερα και σαφέστερα ανάμεσα στους πιο συνεπείς εκπροσώπους ολόκληρης τούτης της στάσης προς τη ζωή. Απέναντι στη λαμπρότητα και επιδεκτικότητα της φεουδαλικής μεγαλοπρέπειας που, πατώντας πάνω σε σαθρή οικονομική βάση, προτιμάει τη χυδαία κομψότητα από τη σοβαρή απλότητα, αυτοί αντιπαράθεσαν σαν ιδεώδες την καθαρή και σταθερή άνεση του αστικού σπιτιού.
Στο θέμα της παραγωγής ιδιωτικού πλούτου, ο ασκητισμός καταδίκαζε τόσο την ανεντιμότητα όσο και τη θυμική φιλαργυρία. Αυτό που καταδικαζόταν σαν απληστία, μαμωνισμός κ.λπ. ήταν η επιδίωξη του πλούτου σαν αυτοσκοπού. Γιατί ο πλούτος καθαυτός ήταν πειρασμός. Εδώ όμως ο ασκητισμός ήταν η δύναμη «που πάντα ζητάει το καλό και πάντα προκαλεί το κακό». Αυτό που ήταν κακό κατά την αντίληψη του ήταν η ιδιοκτησία κι οι πειρασμοί της. Γιατί, σε συμφωνία με την Παλαιά Διαθήκη και σε αναλογία με τη θετική ηθική αξιολόγηση των καλών έργων, ο ασκητισμός θεωρούσε την επιδίωξη πλούτου σαν αυτοσκοπό, σαν κάτι το εξαιρετικά αξιοκατάκριτο· όμως, η απόκτηση του σαν καρπού της δουλειάς σε ένα επάγγελμα ήταν ένα σημάδι θείας ευλογίας. Και, πράγμα που είναι ακόμα πιο σημαντικό: η θετική θρησκευτική αξιολόγηση της ακάματης, συνεχούς, συστηματικής εργασίας σε ένα εγκόσμιο επάγγελμα, ως του ανώτερου μέσου προς τον ασκητισμό και ταυτόχρονα ως της πιο σίγουρης και προφανούς απόδειξης αναγέννησης και γνήσιας πίστης, πρέπει να υπήρξε ο πιο ισχυρός μοχλός που μπορεί να φανταστεί κανείς για την εξάπλωση της στάσης εκείνης προς τη ζωή που αποκαλέσαμε εδώ «πνεύμα του Καπιταλισμού».
Όταν ο περιορισμός της κατανάλωσης συνδυάζεται με αυτή την αποδέσμευση της αποθησαυριστικής δραστηριότητας, το αναπόφευκτο πρακτικό αποτέλεσμα είναι φανερό: συσσώρευση κεφαλαίου μέσω της ασκητικής ροπής για αποταμίευση. Η περιστολή της κατανάλωσης πλούτου χρησίμεψε, φυσικά, στην αύξηση του, κάνοντας δυνατή την παραγωγική επένδυση του κεφαλαίου. Το πόσο ισχυρή ήταν αυτή η επίδραση δεν επιδέχεται, δυστυχώς, ακριβή στατιστικό προσδιορισμό. Στην Νέα Αγγλία ο συσχετισμός είναι τόσο ολοφάνερος ώστε δεν διέφυγε την προσοχή ενός ιστορικού τόσο διορατικού όσο ο Ντόυλ. Αλλά και στην Ολλανδία, που στην πραγματικότητα μόνο εφτά χρόνια κυβερνήθηκε από τον αυστηρό Καλβινισμό, η μεγαλύτερη απλότητα της ζωής στους πιο σοβαρούς θρησκευτικούς κύκλους, σε συνδυασμό με τον μεγάλο πλούτο, οδήγησε σε μια εξαιρετικά έντονη τάση για συσσώρευση.
Εξάλλου είναι φανερό ότι η τάση που υπήρχε παντού και πάντα και που είναι ισχυρότατη στη σημερινή Γερμανία, δηλαδή να απορροφώνται οι περιουσίες των μεσαίων στρωμάτων από την αριστοκρατία, αναχαιτίσθηκε κατ' ανάγκη από την πουριτανική αντιπάθεια προς τον φεουδαλικό τρόπο ζωής. Πολλοί Άγγλοι μερκαντιλιστές συγγραφείς του 17ου αιώνα απέδιδαν την υπεροχή του ολλανδικού κεφαλαίου απέναντι στο αγγλικό στο γεγονός πως στην Ολλανδία ο νεοαποκτηθείς πλούτος συνήθως δεν επενδυόταν σε γη. Επίσης, μιας και δεν πρόκειται απλώς για αγορά γης, στην Ολλανδία δεν ζητούσε να μετασχηματιστεί σε φεουδαλικές συνήθειες ζωής, και με αυτόν τον τρόπο να απομακρυνθεί από τη δυνατότητα καπιταλιστικής επένδυσης. Η μεγάλη εκτίμηση των πουριτανών προς τη γεωργία, σαν μια ξέχωρα σημαντική μορφή δραστηριότητας που επίσης ταίριαζε ιδιαίτερα στην ευσέβειααναφερόταν (π.χ„ στην περίπτωση του Μπάξτερ) όχι στον εκπακτωτή, αλλά στον «γιόμαν» μικροκτηματία και τον φάρμερ, ενώ στον 18ο αιώνα δεν αναφερόταν στον γαιοκτήμονα, αλλά στον ορθολογικό καλλιεργητή. Ολόκληρη την αγγλική κοινωνία από τον 17ο αιώνα και δώθε τη διαπερνά η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη των γαιοκτημόνων, των εκπροσώπων της «φαιδράς γηραιάς Αλβιόνος», και των πουριτανικών κύκλων με την πλατιά κυμαινόμενη κοινωνική τους επιρροή. Και τα δύο στοιχεία, από τη μια μεριά η αυθόρμητη κι απλοϊκή χαρά της ζωής κι από την άλλη ο αυστηρά προγραμματισμένος, φλεγματικός αυτοέλεγχος κι η συμβατική ηθική συμπεριφορά, συνδυάζονται ακόμα και σήμερα για να αποτελέσουν τον αγγλικό εθνικό χαρακτήρα. Με παρόμοιο τρόπο, η παλιότερη ιστορία των βορειοαμερικανικών αποικιών κυριαρχείται από τη ζωηρή αντίθεση ανάμεσα στους τυχοδιώκτες, που ήθελαν να ιδρύσουν φυτείες με την εργασία δούλων και να ζήσουν σαν φεουδάρχες, και την ειδική αστική προοπτική των πουριτανών.
Ώς τον βαθμό που έφτανε η επιρροή της πουριτανικής κοσμοαντίληψης, σε όλες τις περιπτώσεις -κι αυτό είναι, φυσικά, πολύ πιο σημαντικό από την απλή ενθάρρυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου- ευνόησε την ανάπτυξη μιας ορθολογικής αστικής οικονομικής ζωής, άσκησε την πιο σημαντική, και πάνω από όλα την πιο συνεπή επιρροή στην ανάπτυξη αυτής της ζωής. Παραστάθηκε σαν μαμή στο λίκνο του σύγχρονου οικονομικού ανθρώπου.
Βέβαια, τούτα τα πουριτανικά ιδανικά είχαν την τάση να υποχωρούν κάτω από την αφόρητη πίεση που ασκούσαν οι πειρασμοί του πλούτου, όπως ήξεραν πολύ καλά κι οι ίδιοι οι πουριτανοί. Με μεγάλη συχνότητα βρίσκουμε τους πιο γνήσιους οπαδούς του Πουριτανισμού ανάμεσα στις τάξεις που αναδύονταν από χαμηλή κοινωνική θέση, τους μικροαστούς και τους φάρμερς, ενώ οι βεατι ροδδίάεηίεδ96, ακόμα κι ανάμεσα στους κουάκερους, συμβαίνει συχνά να τείνουν να απαρνηθούν τα παλιά ιδανικά. Ήταν η ίδια μοίρα που επιφυλάχθηκε και στον προκάτοχο τούτου του κοσμικού ασκητισμού, τον μοναστικό ασκητισμό του Μεσαίωνα. Στην τελευταία περίπτωση, όταν η ορθολογική οικονομική δραστηριότητα ξετυλιγόταν ώς τα πλήρη αποτελέσματα της με την αυστηρή ρύθμιση της συμπεριφοράς και τον περιορισμό της κατανάλωσης, είτε ο συσσωρευμένος πλούτος οδηγούσε κατευθείαν στη ζωή του ευγενούς, όπως στην εποχή πριν από τη Μεταρρύθμιση, είτε η μοναστική πειθαρχία απειλούσε να καταρρεύσει, και τότε γινόταν αναγκαία μια από τις πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις.
Πραγματικά, ολόκληρη η ιστορία του μοναστικισμού είναι με μια έννοια η ιστορία ενός αδιάκοπου αγώνα με το πρόβλημα της εγκοσμιοποιητικής επίδρασης του πλούτου. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τον κοσμικό ασκητισμό του Πουριτανισμού. Η μεγάλη αναβίωση του Μεθοδισμού, που προηγήθηκε της επέκτασης της αγγλικής βιομηχανίας προς τα τέλη του 18ου αιώνα, μπορεί να συγκριθεί με μια τέτοια μοναστική μεταρρύθμιση. Γι' αυτόν το λόγο μπορούμε να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα από τον ίδιο τον Τζον Ουέσλι, που μπορεί κάλλιστα να χρησιμεύσει σαν επίγραμμα για τα όσα είπαμε πιο πάνω. Γιατί δείχνει πως οι ηγέτες αυτών των ασκητικών κινημάτων καταλάβαιναν τέλεια τις φαινομενικά παράδοξες σχέσεις που αναλύσαμε εδώ, και μάλιστα με την ίδια έννοια που τους δώσαμε. Έγραψε ο Ουέσλι: «Φοβάμαι πως όταν τα πλούτη αβγαταίνουν, η ουσία της θρησκείας φτωχαίνει στην ίδια αναλογία. Γι' αυτό δεν βλέπω πώς είναι δυνατό, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, να συνεχισθεί επί πολύ οποιαδήποτε αναβίωση της αληθινής θρησκείας. Γιατί η θρησκεία δεν μπορεί πάρα να γεννάει την εργατικότητα και τη λιτότητα, κι αυτές πάλι δεν μπορούν παρά να γεννάνε τα πλούτη. Καθώς όμως αυξάνουν τα πλούτη, αυξάνει κι η έπαρση κι ο φθόνος κι η αγάπη για τα εγκόσμια σε όλες τους τις πτυχές. Πώς γίνεται λοιπόν ο Μεθοδισμός, δηλαδή μια θρησκεία της καρδιάς, έστω κι αν ανθεί τώρα σαν πράσινη δάφνη, να συνεχίσει σε αυτή την κατάσταση; Γιατί παντού οι μεθοδιστές γίνονται εργατικοί και λιτοδίαιτοι· κατά συνέπεια, τα αγαθά τους αυξάνουν. Έτσι αυξάνει στην ίδια αναλογία η έπαρση τους, ο φθόνος τους, η επιθυμία της σάρκας, η επιθυμία των ματιών κι η αλαζονεία της ζωής. Με αυτόν τον τρόπο, μόλο που η μορφή της θρησκείας παραμένει, το πνεύμα της χάνεται γοργά. Ώστε λοιπόν δεν υπάρχει τρόπος να το εμποδίσουμε αυτό - αυτή τη συνεχή αποσύνθεση της γνήσιας θρησκείας; Δεν πρέπει να εμποδίζουμε τους ανθρώπους να είναι φιλόπονοι και λιτοί· πρέπει να ενθαρρύνουμε όλους τους χριστιανούς να κερδίζουν όσα μπορούν και να αποταμιεύουν όσα μπορούν δηλαδή, ακριβώς, να γίνονται πλούσιοι".
Ακολουθεί η συμβουλή πως, αυτοί που κερδίζουν όσα μπορούν και αποταμιεύουν όσα μπορούν, πρέπει και να δίνουν όσα μπορούν, ώστε να γίνουν πλούσιοι και σε θεία Χάρη και να αποθησαυρίσουν ένα θησαυρό στον ουρανό. Είναι φανερό πως ο Ουέσλι εκφράζει εδώ, ακόμα και με λεπτομέρειες, αυτό ακριβώς που προσπαθήσαμε να αποδείξουμε.
Όπως λέει εδώ ο Ουέσλι, οι έσχατες οικονομικές συνέπειες αυτών των μεγάλων ασκητικών κινημάτων, που η σημασία τους για την οικονομική ανάπτυξη βρισκόταν πάνω από όλα στην ασκητική διαπαιδαγωγική τους επίδραση, ήρθε γενικά μόνο όταν πέρασε η αιχμή του καθαρά θρησκευτικού ενθουσιασμού. Τότε η ένταση της αναζήτησης του βασιλείου του θεού άρχισε να μεταμορφώνεται βαθμιαία σε μια πεζή οικονομική αρετή· οι θρησκευτικές ρίζες νεκρώθηκαν σιγά σιγά, υποχωρώντας στην ωφελιμιστική κοσμικότητα. Τότε, κατά την έκφραση του Ντόουντεν, όπως στον Ρόβινσώνα Κρούσο, ο μεμονωμένος οικονομικός άνθρωπος που ασκεί περιθωριακά και ιεραποστολικές δραστηριότητες παίρνει τη θέση της μοναχικής πνευματικής αναζήτησης της βασιλείας των ουρανών από τον προσκυνητή του Μπάνυαν, που διέσχιζε βιαστικά βιαστικά το παζάρι της Ματαιούπολης.
'Οταν αργότερα η αρχή «να επωφελείσαι όσο γίνεται περισσότερο κι από τους δύο κόσμους» κατέληξε να επικρατήσει, όπως παρατήρησε ο Ντόουντεν, η ήσυχη συνείδηση κατάντησε απλώς ένα μέσο για την απόλαυση μιας άνετης αστικής ζωής, όπως εκφράζεται παραστατικά στη γερμανική παροιμία για το μαλακό μαξιλάρι. Ό,τι κληροδότησε η μεγάλη θρησκευτική εποχή του 17ου αιώνα στην ωφελιμιστική διάδοχο της ήταν, πάντως, πάνω από όλα μια εκπληκτικά ήσυχη, θα λέγαμε μάλιστα φαρισαϊκά ήσυχη συνείδηση κατά τη συσσώρευση χρημάτων, όσο αυτή γινόταν νομότυπα.Κάθε ίχνος του deplacere vix potest (η ευημερία μπορεί να μην αρέσει στον Θεό) εξαφανίστηκε.
Είχε ανδρωθεί πια μια ειδικά αστική οικονομική ηθική. Με τη συναίσθηση πως είχε αμέριστη τη θεία Χάρη και πως απολάμβανε αποδειγμένα τη θεία ευλογία, ο αστός επιχειρηματίας, όσο παρέμενε μέσα στα πλαίσια της τυπικής νομιμότητας, όσο η ηθική του διαγωγή ήταν ανεπίληπτη κι ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιούσε τα πλούτη του δεν ήταν αξιόμεμπτος, μπορούσε να ακολουθεί ξένοιαστος τα χρηματικά του συμφέροντα και να νιώθει πως έτσι εκπλήρωνε ένα καθήκον. Η δύναμη του θρησκευτικού ασκητισμού τού προμήθευε επιπρόσθετα σοβαρούς, ευσυνείδητους κι ασυνήθιστα φιλόπονους εργάτες, που αφοσιώνονται στην δουλειά τους σαν ένα σκοπό της ζωής τους που τον θέλησε ο θεός.
Τέλος, του έδωσε τη βολική διαβεβαίωση πως η άνιση κατανομή των αγαθών σε αυτόν τον κόσμο ήταν ένα ειδικό μέτρο της θείας Πρόνοιας, που με τις διαφορές αυτές, όπως και με την άνιση επιδαψίλευση της θείας Χάρης, ακολουθούσε μυστικούς σκοπούς άγνωστους στους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Καλβίνος είχε κάνει την πολύκροτη δήλωση πως μόνο όταν ο λαός, δηλαδή η μάζα των εργατών και των χειροτεχνών, είναι φτωχός, παραμένει υπάκουος στον θεό. Στις Κάτω Χώρες (Πίτερ ντε λα Κουρ και άλλοι) η θέση αυτή εκλαϊκεύθηκε με την άποψη πως η μάζα των ανθρώπων εργάζεται μόνο όταν η ανάγκη τη σπρώχνει να το κάνειΤούτη η διατύπωση μιας βασικής αρχής της καπιταλιστικής, οικονομίας εντάχθηκε αργότερα στις τρέχουσες θεωρίες για την αποδοτικότητα των χαμηλών μεροκάματων. Κι εδώ επίσης, με την απονέκρωση της θρησκευτικής ρίζας, η ωφελιμιστική ερμηνεία εμφιλοχώρησε απαρατήρητη στην εξελικτική πορεία που εξετάσαμε επανειλημμένα.
Η μεσαιωνική ηθική όχι μόνο ανεχόταν την επαιτεία, αλλά και την εκθείαζε έμπρακτα με τα θρησκευτικά επαιτικά τάγματα. Ακόμα κι οι λαϊκοί ζητιάνοι, μιας και έδιναν σε όσους είχαν τα μέσα την ευκαιρία να κάνουν καλά έργα κάνοντας ελεημοσύνη, θεωρούνταν μερικές φορές σαν ξεχωριστή τάξη κι αντιμετωπίζονταν σαν τέτοια. Ακόμα κι η αγγλικανική κοινωνική ηθική των Στιούαρτ βρισκόταν πολύ κοντά σε αυτή τη στάση. Εναπόκειτο στον πουριτανικό ασκητισμό να πάρει μέρος στην αυστηρή αγγλική νομοθεσία για την περίθαλψη των φτωχών, που άλλαξε εκ βάθρων την κατάσταση. Και μπόρεσε να το κάνει αυτό, γιατί οι πουριτανικές αιρέσεις κι οι αυστηρές πουριτανικές κοινότητες πραγματικά δεν γνώριζαν επαιτεία στις γραμμές τους.
Από την άλλη πλευρά, από τη μεριά των εργατών, η παραφυάδα του Πιετισμού, λ.χ., που εκπροσωπούσε ο Τσίντσεντορφ εκθείαζε τον τίμιο εργάτη που δεν γύρευε συσοκορευοτηχριιμάτων,αλλά ζούσε σύμφωνα με το αποστολικό πρότυπο κι ήταν έτσι προικισμένος με το χάρισμα των μαθητών του Χριστού. Παρόμοιες ιδέες είχαν αρχικά, κυρίαρχη θέση ανάμεσα στους βαπτιστές και μάλιστα σε ακόμα πιο ριζοσπαστική μορφή.
Φυσικά ολόκληρη η ασκητική φιλολογία όλων σχεδόν των θρησκευτικών δογμάτων εμφορείται από την ιδέα πως η αφοσιωμένη εργασία, ακόμα και με χαμηλά μεροκάματα, από τη μεριά εκείνων στους οποίους η ζωή δεν προσφέρει άλλες ευκαιρίες, είναι εξαιρετικά ευάρεστη στον θεό. Από αυτή την άποψη ο προτεσταντικός ασκητισμός καθαυτός δεν πρόσθεσε τίποτα καινούργιο. Αλλά όχι μόνο εμβάθυνε εντατικότατα αυτή την ιδέα, αλλά δημιούργησε και τη δύναμη που μόνο αυτή της χάρισε την αποτελεσματικότητα της: την ψυχολογική επικύρωση της με τη θεώρηση αυτής της εργασίας σαν «θείας επιταγής», σαν του καλύτερου και συχνά, σε τελευταία ανάλυση, του μόνου μέσου για να βεβαιωθεί κάνεις πως έχει ευνοηθεί με τη θεία Χάρη. Κι από την άλλη μεριά νομιμοποίησε την εκμετάλλευση αυτής της ειδικής προθυμίας για εργασία, ερμηνεύοντας και την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη σαν «θεία επιταγή»Είναι φανερό πως η αποκλειστική αναζήτηση της βασιλείας του θεού με την επιτέλεση του επαγγελματικού καθήκοντος και μόνο, και με τον αυστηρό ασκητισμό που φυσικά επέβαλε η εκκλησιαστική πειθαρχία, ιδιαίτερα στις χωρίς ιδιοκτησία τάξεις, ήταν γραφτό να επηρεάσει την παραγωγικότητα της εργασίας με την καπιταλιστική έννοια της λέξηςΗ αντιμετώπιση της εργασίας σαν «θείας επιταγής» έγινε ένα χαρακτηριστικό του σύγχρονου εργάτη, όπως η αντίστοιχη στάση προς την ιδιοποίηση έγινε χαρακτηριστικό του επιχειρηματία. Ήταν μια σύλληψη αυτής της κατάστασης, καινούργια για την εποχή του, αυτή που έκανε έναν τόσο οξύ παρατηρητή όπως ο σερ Ουίλιαμ Πέτυ να αποδώσει την οικονομική ισχύ της Ολλανδίας του 17ου αιώνα στο γεγονός πως: «οι πολυάριθμοι διιστάμενοι σε αυτή τη χώρα (καλβινιστές και βαπτιστές) είναι στην πλειονότητα τους στοχαστικοί, συνετοί άνθρωποι, που πιστεύουν πως η Εργασία κι η Εργατικότητα είναι το καθήκον τους απέναντι στον θεό».
Ο Καλβινισμός εναντιωνόταν στην οργανική κοινωνική οργάνωση με τη δημοσιονομική μονοπωλιακή μορφή που πήρε κάτω από τον Αγγλικανισμό των Στιούαρτ, ιδιαίτερα με τις αντιλήψεις του Λοντ, αυτή τη συμμαχία Εκκλησίας και Κράτους, με τους μονοπωλητές σαν ακρογωνιαίο λίθο ενός χριστιανοκοινωνικού ηθικού θεμέλιουΟι ηγέτες του ήταν παντού από τους πιο παθιασμένους αντιπάλους αυτού του τύπου πριμοδοτούμενου, δανειοδοτικού κι αποικιακού Καπιταλισμού. Ενάντια σε αυτόν αντιπαρέταξαν τα ατομικιστικά κίνητρα της ορθολογικής νόμιμης ιδιοποίησης μέσω της ατομικής ικανότητας και πρωτοβουλίας. Κι ενώ οι πατροναρισμένες από το κράτος μονοπωλιακές βιομηχανίες της Αγγλίας εξαφανίστηκαν όλες τους, η στάση αυτή έπαιξε μεγάλο κι αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη των βιομηχανιών που ωρίμασαν. Σε πείσμα της κρατικής εξουσίας κι ενάντια σε αυτή. Οι πουριτανοί (Πρυν, Πάρκερ) αρνούνταν κάθε δεσμό με τους μεγάλο καπιταλιστές αυλικούς και πριμοδότες σαν μια ηθικά ύποπτη τάξη. Από την άλλη μεριά, περηφανεύονταν για τη δική τους ανώτερη αστική επιχειρηματική ηθική, που αποτελούσε τον πραγματικό λόγο για τις διώξεις στις οποίες υπόκεινταν από τη μεριά εκείνων των κύκλων. Ο Ντεφόε πρότεινε να κερδηθεί η μάχη ενάντια στη θρησκευτική «αποστασία» με το μπόικοτάρισμα της τραπεζικής πίστης και την απόσυρση των καταθέσεων. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους καπιταλιστικής στάσης συμβάδιζε, σε πολύ μεγάλη έκταση, με θρησκευτικές διαφορές. Οι αντίπαλοι των αντικομφορμιστών, ακόμα και στον 18ο αιώνα, τους γελοιοποιούσαν ολοένα σαν προσωποποίηση του πνεύματος του μπακαλοδεύτερου και ολετήρες των ιδανικών της παλιάς Αγγλίας. Εδώ επίσης βρισκόταν η διαφορά της πουριτανικής οικονομικής ηθικής από την εβραϊκή· και οι σύγχρονοι (Πρυν) ήξεραν καλά πως η πρώτη κι όχι η τελευταία ήταν η αστική καπιταλιστική ηθική.
Ένα από τα βασικά στοιχεία του πνεύματος του σύγχρονου Καπιταλισμού, κι όχι μόνο αυτού αλλά κι ολόκληρης της σύγχρονης κουλτούρας: η ορθολογική συμπεριφορά πάνω στη βάση της ιδέας του επαγγέλματος, γεννήθηκε -αυτό προσπάθησε να καταδείξει αυτή η έρευνα- από το πνεύμα του χριστιανικού ασκητισμού. Δεν χρειάζεται παρά να ξαναδιαβάσει κανείς τις περικοπές από τον Φραγκλίνο, που παραθέσαμε στην αρχή αυτής της μελέτης, για να δει πως τα ουσιώδη στοιχεία της στάσης που αποκαλέσαμε εκεί «πνεύμα του Καπιταλισμού» είναι τα ίδια με αυτά που μόλις δείξαμε ότι αποτελούν το περιεχόμενο του πουριτανικού κοσμικού ασκητισμού, μονάχα χωρίς τη θρησκευτική βάση, που στον καιρό του Φραγκλίνου είχε εκλείψει. Η ιδέα πως η σύγχρονη εργασία έχει ασκητικό χαρακτήρα δεν είναι, βέβαια, καινούργια. Ο περιορισμός σε μια εξειδικευμένη εργασία, με μια απάρνηση της φαουστικής οικουμενικότητας του ανθρώπου την οποία αυτή συνεπάγεται, είναι μια προϋπόθεση για κάθε αξιόλογο έργο στον σύγχρονο κόσμο· έτσι τα έργα κι η απάρνηση αναπόφευκτα προϋποθέτουν το ένα το άλλο σήμερα. Αυτό το θεμελιακά ασκητικό χαρακτηριστικό της αστικής ζωής, αν είναι καθόλου δυνατό να είναι ένας τρόπος ζωής, κι όχι απλώς η απουσία οποιασδήποτε ζωής, ήταν αυτό που ήθελε να διδάξει ο Γκαίτε, στο απόγειο της σοφίας του, με το Faust, και με το τέλος που έδωσε στη ζωή του Φάουστ. Γι' αυτόν η πρακτικοποίηση σήμαινε απάρνηση, τον αποχαιρετισμό μιας εποχής τέλειας κι όμορφης ανθρωπιάς, που δεν μπορεί να επαναληφθεί στην πορεία της πολιτιστικής μας εξέλιξης πιο πολύ από όσο μπορεί να ξαναγεννηθεί το άνθος του αθηναϊκού πολιτισμού της αρχαιότητας.
Ο πουριτανός ήθελε να εργάζεται σε ένα επάγγελμα· εμείς είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε. Γιατί όταν ο ασκητισμός μεταφέρθηκε από τα κελιά των μοναχών στην καθημερινή ζωή κι άρχισε να κυριαρχεί στην κοσμική ηθική, έπαιξε τον ρόλο του στην οικοδόμηση του τρομακτικού κόσμου της σύγχρονης οικονομικής διάταξης. Η διάταξη αυτή εξαρτάται στις μέρες μας από τους τεχνικούς και οικονομικούς όρους της μηχανικής παραγωγής, που σήμερα καθορίζουν με ακατανίκητη δύναμη τις ζωές όλων των ατόμων που γεννιούνται μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό, όχι μόνο όσων ασχολούνται άμεσα με την οικονομική πρόσκτηση. Ίσως να τις καθορίζει μέχρι να καεί κι ο τελευταίος τόνος λιθάνθρακα.
Κατά την άποψη του Μπάξτερ η φροντίδα για τα εξωτερικά αγαθά πρέπει να βαραίνει στους ώμους του «αγίου (μόνο) σαν ένας ελαφρός μανδύας, που μπορεί να πεταχτεί πέρα κάθε στιγμή». Αλλά η μοίρα το 'φερε αυτός ο μανδύας να γίνει ένα σιδερένιο κλουβί.
Αφότου ο ασκητισμός ανέλαβε να αναμορφώσει τον κόσμο και να εφαρμόσει τα ιδεώδη του σε τούτο τον κόσμο, τα υλικά αγαθά απέκτησαν μια όλο και μεγαλύτερη και τελικά ανελέητη δύναμη πάνω στη ζωή των ανθρώπων όσο σε καμία προηγούμενη περίοδο της ιστορίας. Σήμερα το πνεύμα του θρησκευτικού ασκητισμού έχει ξεφύγει -ποιος ξέρει αν οριστικά;- από το κλουβί. Αλλά ο νικηφόρος Καπιταλισμός, μια και στηρίζεται πάνω σε μηχανικά θεμέλια, δεν χρειάζεται πια την υποστήριξη του. Το ροδαλό χρώμα του γελαστού κληρονόμου του, του Διαφωτισμού, φαίνεται κι αυτό να σβήνει ανεπανόρθωτα, κι η ιδέα του καθήκοντος προς το επάγγελμα κατατρέχει τη ζωή μας σαν το φάντασμα πεθαμένων θρησκευτικών αντιλήψεων. Όπου η άσκηση του επαγγέλματος δεν μπορεί να συσχετισθεί άμεσα με τις ύψιστες πνευματικές και πολιτιστικές αξίες, ή όταν, από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει λόγος να την αισθάνεται κανείς σαν οικονομικό καταναγκασμό, το άτομο εγκαταλείπει γενικά κάθε προσπάθεια να την αιτιολογήσειΣτη χώρα της ύψιστης ανάπτυξης της, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιδίωξη του πλούτου, απογυμνωμένη από το θρησκευτικό και ηθικό νόημα της, τείνει να συνδεθεί με καθαρά γήινα πάθη, που συχνά της δίνουν τον χαρακτήρα αθλήματος.
Κανένας δεν ξέρει ποιος θα ζήσει μελλοντικά σε αυτό το κλουβί, ή αν στο τέρμα αυτής της τρομακτικής εξέλιξης θα εμφανισθούν ολότελα νέοι προφήτες ή αν θα συμβεί μια μεγάλη αναβίωση παλιών ιδεών κι ιδανικών, ή, σε περίπτωση που δεν γίνει τίποτα από τα δυο, αν θα υπάρξει μια μηχανοποιημένη απολίθωση, διακοσμημένη με ένα είδος σπασμωδικής έπαρσης. Γιατί δικαιολογημένα μπορούμε να πούμε για το τελευταίο στάδιο τούτης της πολιτιστικής εξέλιξης: «Ειδήμονες χωρίς πνεύμα, αισθησιοκράτες χωρίς καρδιά· αυτές οι ασημαντότητες φαντάζονται πως έφτασαν σε ένα επίπεδο πολιτισμού που ποτέ πριν δεν επιτεύχθηκε».
Αυτά όμως μας φέρνουν στον κόσμο των αξιολογικών και υποκειμενικών κρίσεων, με τις οποίες δεν χρειάζεται να επιφορτισθεί τούτη η καθαρά ιστορική έρευνα. Το επόμενο μέλημα μας θα έπρεπε να είναι μάλλον να δείξουμε τη σημασία του ασκητικού ορθολογισμού, που στο προηγούμενο σκίτσο μας εξετάσαμε μόνο ακροθιγώς, για το περιεχόμενο της πρακτικής κοινωνικής ηθικής, κι επομένως για τους τύπους οργάνωσης και τις λειτουργίες των κοινωνικών ομάδων, από τις παράνομες θρησκευτικές συναθροίσεις ώς τους κρατικούς θώκους. Μετά θα έπρεπε να αναλύσουμε τιε σχέσεις του με τον ουμανιστικό ορθολογισμό, τα ιδανικά του για τη ζωή και την πολιτιστική του επιρροή- παραπέρα τις σχέσεις του με την ανάπτυξη της φιλοσοφικής κι επιστημονικής εμπειριοκρατίας, με την τεχνολογική εξέλιξη και με τα πνευματικά ιδεώδη. Κατόπιν θα έπρεπε να ανιχνεύσουμε μέσα από όλες τις περιοχές της ασκητικής θρησκείας την ιστορική του εξέλιξη, από τις μεσαιωνικές απαρχές του κοσμικού ασκητισμού ώς τον εκφυλισμό του σε έναν καθαρό ωφελιμισμό. Μόνο τότε θα μπορούσε να εκτιμηθεί η ποσοτική πολιτιστική σημασία του ασκητικού προτεσταντισμού στη σχέση του με τα άλλα διαμορφωτικά στοιχεία της σύγχρονης κουλτούρας.
Εδώ προσπαθήσαμε μονάχα να επισημάνουμε το γεγονός και την κατεύθυνση της επίδρασης του στον χαρακτήρα τους σε ένα μόνο, αν και σημαντικό σημείο. Αλλά θα ήταν απαραίτητο να εξετασθεί παραπέρα πώς ο προτεσταντικός ασκητισμός επηρεάστηκε, με τη σειρά του, στην εξέλιξη και το χαρακτήρα του από το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών, ιδιαίτερα των οικονομικών. Σε γενικές γραμμές ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμα και με την καλύτερη θέληση, δεν μπορεί να δώσει στις θρησκευτικές ιδέες τη σημασία για την κουλτούρα και τον εθνικό χαρακτήρα που αυτές αξίζουν. Αλλά, βέβαια, δεν έχω την πρόθεση να αντικαταστήσω μια μονόπλευρα υλιστική αιτιακή ερμηνεία της κουλτούρας και της ιστορίας με μια εξίσου μονόπλευρα πνευματοκρατική αιτιακή ερμηνεία Η καθεμία τους είναι εξίσου δυνατή, αλλά, αν δεν χρησιμεύει σαν προπαρασκευή, αλλά σαν συμπέρασμα της έρευνας, εξυπηρετεί εξίσου λίγο το συμφέρον της ιστορικής αλήθειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...