Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Συμψηφισμός και δεδικασμένο, δικηγόροι, παραγραφή, Δημόσιο, έφεση, μεταβιβαστικό αποτέλεσμα.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 486/ 2016.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο- εισηγητή και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Συμψηφισμός και δεδικασμένο. Έκταση του δεδικασμένου και στις ενστάσεις που προτάθηκαν. Το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο του συμψηφίζοντος επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ενστάσεως, αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικώς πρόκειται περί ενστάσεως εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως που επήλθε με το συμψηφισμό. Στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της διάταξής της που δέχθηκε την αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο. Παραγραφή των αξιώσεων για καθυστερούμενες αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής, κατέχοντας οργανική θέση δικηγόρου στο δημόσιο τομέα. Υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρ. 190 του κώδικα δικηγόρων, το οποίο, ως ειδική διάταξη για τις αξιώσεις αυτών, έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του π.δ. 410/1988 και όχι στη διετή παραγραφή του άρ. 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Περιστατικά.

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2, 496 και 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 3514/2006: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Εξάλλου κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα ρητώς σ’ αυτήν ορίζεται ότι δεν ισχύει μόνο υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του (Α.Π. 745/2015, 1447/2015). 
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 3916/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στον Υπουργό των Οικονομικών ως νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στις 3-6-2013 (βλ. την .../3-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος). Επομένως η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε την επομένη (4-6-2013) και λόγω της αναστολής αυτής κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1-7-2013 έως 15-9-2013) συμπληρώθηκε στις 18-9-2013. Συνεπώς η άσκηση της υπό κρίση από 14-8-2013 αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ.), στις 30-8-2013 (βλ. την .../30-8-2013 έκθεση κατάθεσης αναίρεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αίτησης) έλαβε χώρα εντός της προαναφερθείσης νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας. Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

 II. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ. η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης (είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα) το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες. Περαιτέρω κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ. "Το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ’ εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν’ ασκηθεί και με κύρια αγωγή". Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο μολονότι δεν προτάθηκαν αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνεται και η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ. ένσταση εξόφλησης. Εξάλλου συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύo προσώπων που επέρχεται με το συνυπολογισμό τους. Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ. που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.). Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο του συμψηφίζοντος επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ενστάσεως αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικώς πρόκειται περί ενστάσεως εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως που επήλθε με το συμψηφισμό. 
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 522, 321 και 322 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και μόνο κατά της διάταξής της που δέχθηκε την αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί σε νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και για την ίδια έννομη σχέση (Α.Π. 1460/2012). 

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εξειδικευμένος στα θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το χρονικό διάστημα από 28-4-1981 έως 10-8-1981 απασχολήθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με σύμβαση έμμισθης εντολής ορισμένου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, για τις ανάγκες της Γενικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Την 1-7-1982 η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και με την ιδιότητα αυτή παρείχε ανελλιπώς τις νομικές του υπηρεσίες μέχρι τις 19-8-1993, οπότε απολύθηκε λόγω κατάργησης των 37 θέσεων νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας με το άρθρο 5 παρ. 8 εδ. α του ν. 2160/1993, αφού του καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από τον κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση ποσού 5.038.398 δραχμών. Με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 20 του ν. 2190/1994 ιδρύθηκαν 10 θέσεις δικηγόρων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, καλυπτόμενες από δικηγόρους που είχαν απολυθεί με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2160/1993. Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής το εναγόμενο εξέδωσε την 14734/8-4-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών της Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίζεται ότι οι δικηγόροι που θα επαναπροσληφθούν με τις διατάξεις της παραπάνω παρ. 20 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994 και στους οποίους καταβλήθηκε αποζημίωση για την απόλυσή τους βάσει του ν. 2160/1993 οφείλουν να επιστρέψουν την αποζημίωση απόλυσης. Στη συνέχεια με τη 15491/13-4-1994 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας προβλέφθηκε η επαναπρόσληψη του ενάγοντα στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του ν. 2190/1994, ως απολυθέντος με το άρθρο 5 παρ. 8 του ν. 2160/1993. Στην ίδια απόφαση ορίστηκε ότι η πρόσληψη του ενάγοντα ισχύει με τον όρο προσκόμισης του γραμματίου δημοσίου ταμείου της παραπάνω καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης το αργότερο εντός προθεσμίας 15 ημερών από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης και πιστοποιείται με τη σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου ανάληψης καθηκόντων. Ο ενάγων αρνήθηκε την επιστροφή της αποζημίωσης αυτής και το εναγόμενο εξέδωσε την 5082/1-2-1995 ανακλητική της περί επαναπρόσληψής του στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας απόφασης. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων που περιείχαν τον όρο της επιστροφής της αποζημίωσης ο ενάγων προσέφυγε στα αρμόδια πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια και συγκεκριμένα άσκησε την από 27- 4-1994 προσφυγή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και την από 1-8-1995 ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τη 1568/2001 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας ακυρώθηκε η 15491/13-4-1994 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας κατά το μέρος που ορίζει ότι η επαναπρόσληψη του ενάγοντα ισχύει με τον όρο επιστροφής της αποζημίωσης απόλυσης. Επί της από 1-8-1995 αγωγής του εξεδόθη η 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 924/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων ότι από τις 19-4- 1994 ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σχέση της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 19-4-1994 έως 28-2-1996, χρηματικού ποσού 5.624.730 δραχμών. Κατά τη δίκη αυτή (επί της από 1-8-1995 αγωγής) το εναγόμενο είχε προβάλει σε βάρος του ενάγοντα την ένσταση συμψηφισμού της αποζημίωσης απόλυσης χρηματικού ποσού 5.038.398 δραχμών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι δεν είναι επιστρεπτέο το χρηματικό ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, δεν συνιστά ανταπαίτηση και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό. Την απορριπτική αυτή διάταξη το εναγόμενο δεν την προσέβαλε με λόγο έφεσης, επομένως κατέστη τελεσίδικη και δεσμεύει με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 332 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) τους διαδίκους". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένσταση συμψηφισμού του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης προς την ένδικη αξίωση του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια το εφετείο, αφού προέβη στον υπολογισμό των οφειλομένων πάγιων αντιμισθιών υπερημερίας του ενάγοντος και αφού προηγουμένως είχε δεχθεί μερικώς την προβληθείσα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος (για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω) δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 49.295,29 ευρώ) και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε μερικώς και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 89.910,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ποσοστού 6% ετησίως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν, στην προκειμένη δε περίπτωση η ένσταση συμψηφισμού της εισπραχθείσης από τον ενάγοντα αποζημίωσης απόλυσης, προτάθηκε και απορρίφθηκε με την 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη λόγω μη προσβολής από το εναγόμενο της σχετικής απορριπτικής διάταξης με λόγο έφεσης.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 III. Κατά το άρθρο 83 παρ. 2 π.δ. 410/1988, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου: "Τα σχετικά με τους νομικούς συνεργάτες ή νομικούς συμβούλους ή δικηγόρους, που προσλαμβάνονται με σύμβαση στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διέπονται από τις κείμενες γι’ αυτούς διατάξεις". Εξάλλου κατά το άρθρο 63 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου γενέσεως των ενδίκων αξιώσεων, επιτρέπεται στο δικηγόρο η παροχή καθαρώς νομικών εργασίων είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή. Κατά δε το άρθρο 190 του ίδιου πιο πάνω κώδικα δικηγόρων "Αι απαιτήσεις των δικηγόρων διά τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ’ ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλους του έτους καθ’ ο ενηργήθη υπ’ αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις". Από τις τελευταίες αυτές ειδικές διατάξεις προκύπτει ότι οι αξιώσεις για καθυστερούμενες αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής, κατέχοντας οργανική θέση δικηγόρου στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αμειβόμενοι με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων, το οποίο, ως ειδική διάταξη για τις αξιώσεις αυτών, έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του π.δ. 410/1988 και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του κώδικα δημοσίου λογιστικού που κυρώθηκε με το ν. 2362/1995 (πρβλ. Ολ. Α.Π. 42/1990, Α.Π. 1396/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος για την επιδίκαση των παγίων αντιμισθιών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-1996 έως και 31-8-2003 δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή διότι υπέκειντο στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων, η οποία ενόψει της άσκησης της αγωγής στις 19-12-2001 δεν είχε συμπληρωθεί. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων, η οποία ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω ούτε εκείνη του άρθρου 90 παρ. 3 του κώδικα δημοσίου λογιστικού που κυρώθηκε με το ν. 2362/1995, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα κατά τα προεκτεθέντα. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν το δικαστήριο επιδίκασε έλασσον του αιτηθέντος δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος διότι το επιδικασθέν έλασσον εμπεριέχεται στο αιτηθέν μείζον (Α.Π. 460/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζήτησε να του επιδικασθούν τόκοι από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα), ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση τού επιδικάσθηκαν τόκοι από την επίδοση της αγωγής.
 Συνεπώς το εφετείο, επιδικάζοντας αντί του αιτηθέντος μείζονος (τόκους από τη δήλη ημέρα, που ήταν προγενέστερη της επίδοσης της αγωγής) το έλασσον το οποίο εμπεριέχεται στο μείζον (τόκους από την επίδοση της αγωγής), δεν υπέπεσε στην πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη (Α.Π. 1729/2009), το αυτό δε ισχύει και ως προς τα επί μέρους αιτήματα της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι οι αιτιολογίες της ότι "...στο αίτημα καταβολής τόκων σε προγενέστερο χρονικό διάστημα εμπεριέχεται και αυτό της καταβολής τόκων από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής" είναι ελλιπείς για τους αναφερόμενους λόγους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν βάλλεται η κρίση του δικαστηρίου για το νόμω βάσιμο του αγωγικού αιτήματος επιδίκασης τόκων (και ειδικότερα για το αν στο αίτημα επιδίκασης τόκων από τη δήλη ημέρα εμπεριέχεται το αίτημα επιδίκασης αυτών από την επίδοση της αγωγής), η οποία δεν ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

 VI. Ενόψει όλων αυτών πρέπει απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 14-8-2013 αίτηση για αναίρεση της 3916/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

 Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...