Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Κατάσχεση στα χέρια τρίτου, επιδοτήσεις ΟΠΕΚΕΠΕ, μέλουσα απαίτηση, κοινός τραπεζικός λογαριασμός, έφεση, τόκοι.

Μονομελές Εφετείο Λαμίας 41/ 2016.

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Παναγιώτη Μπολτέτσο, Εφέτη.

Περίληψη. Κατάσχεση εις χείρας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης. Εφόσον η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις του καθού η κατάσχεση, οι απαιτήσεις που εμφανίσθηκαν μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης της τράπεζας θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι τεχνικά (μηχανογραφικά) δεν είναι δυνατό να επιβληθεί μελλοντική δέσμευση σε κοινό λογαριασμό, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος, τα άρθρα 30Α ΚΕΔΕ, 24 του ν. 2915/2001 και 982 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ που ορίζουν τη δυνατότητα κατάσχεσης χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων (τραπεζών) ως τρίτων, δεν προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση για τις περιπτώσεις κατάσχεσης σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Δεκτή η έφεση.

 2. - Το εκκαλούν με την από 12-11-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2325/ΤΜ/382/2012) ανακοπή, την οποία άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δαμίας κατά της εφεσίβλητης, ισχυρίσθηκε ότι διατηρώντας αυτό απαίτηση κατά του μη διαδίκου .. από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ποσού 101.753,46 ευρώ, με βάση το αριθμ. 118/4/19-10-2012 κατασχετήριο του Προϊσταμένου του Τελωνείου Στυλίδας, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία στις 22-10-2012, επέβαλε εις χείρας της ως τρίτης, κατ` άρθρο 30 του ΚΕΔΕ αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του παραπάνω ποσού σε όσα αυτή οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά σε αυτόν (..), από κατάθεση στο με αριθμ. ΙΒΑΝ ... τραπεζικό λογαριασμό που ως άνω οφειλέτης τηρούσε σ` αυτήν. Οτι η τελευταία με την αριθμ. 10/2012 δήλωσή της στο Ειρηνοδικείο Δομοκού, δήλωσε ότι: «στον με αριθμό .. κοινό λογαριασμό του οφειλέτη, .., στο κατάστημα ... Σοφάδων, την ημέρα επίδοσης σε αυτήν του κατασχετήριου εγγράφου, ο εν λόγω λογαριασμός είχε ποσό 1,46 ευρώ εκ του οποίου δεσμεύθηκε ποσό 0,73 λεπτών». Oτι η δήλωση αυτή είναι ανακριβής και ανειλικρινής, διότι η εφεσίβλητη δήλωσε αποκλειστικά το χρηματικό υπόλοιπο που υφίστατο στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό κατά την ημερομηνία επίδοσης σε αυτή του κατασχετηρίου εγγράφου, ενώ παρέλειψε να δηλώσει τόσο το ποσό των 3.849,65 ευρώ που πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό στις 24-10-2012 και αντιστοιχούσε σε προκαταβολή κοινοτικής ενίσχυσης από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ήτοι πριν προβεί η εφεσίβλητη στην ανακοπτόμενη δήλωση, όσο και τα ποσά που θα κατατίθεντο στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στο μέλλον και θα προήρχοντο από την ίδια έννομη σχέση (κοινοτικές επιδοτήσεις και ενισχύσεις για το έτος 2012). Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της ανακοπτόμενης δήλωσης και η ύπαρξη της ως άνω κατασχεθείσας απαίτησης του καθού η εκτέλεση-οφειλέτη του κατά της εφεσίβλητης-καθής η ανακοπή, β) να ακυρωθεί η δήλωση και γ) να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 3.849,65 ευρώ καθώς και κάθε άλλο ποσό ενίσχυσης ή επιδότησης που πρόκειται να κατατεθεί στον κατασχεθέντα τραπεζικό λογαριασμό στο μέλλον, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της κατάθεσης του ποσού στο τραπεζικό λογαριασμό, άλλως από την επίδοση της ανακοπής.
 Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την ανακοπή, την απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή στο σύνολή της ως βάσιμη κατ` ουσία.

 3. - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 30Β, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος (ΚΠολΔ 983 παρ. 4 όπως αυτή προστέθηκε με άρθρο 57 του ν 3994/2011). Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο (πιστωτικό ίδρυμα) έχει τα αποτελέσματα αυτοδίκαια χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα (άρθρο 32 παρ. 1 εδ. β` ΚΕΔΕ). Η ως άνω δήλωση συνιστά υποχρέωση του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή «εξήγηση» του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση (βλ. I. Μπρίνια: Αναγκαστική Εκτέλεση έκδ. Β` τόμ. Γ παρ. 462). Ετσι: α) η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, β) επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσης του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του. Σε περίπτωση κατάσχεσης μέλλουσας ή υπό αίρεση απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να «εξηγηθεί σαφώς» και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική ως προς τη μελλοντική (παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκόψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση). Ειδικότερα σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς. Συνεπώς όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθού η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επίδοσης δεδομένα. Ετσι, απαιτήσεις που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου. Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο δια του διευθυντή του δημοσίου ταμείου με ανακοπή, η οποία ασκείται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός (άρθρο 34 παρ 1 ΚΕΔΕ), εισάγεται και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ. Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τελευταίου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932, περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν, ορίζεται ότι «Κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους..». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι με την κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων δικαιούχων, δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 489 ΑΚ , δηλαδή καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και η τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση. Ομως σε περίπτωση κατάσχεσης κατάθεσης κοινού λογαριασμού εκ μέρους του δανειστού ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται κατάσχει το σύνολο της κατάθεσης, αφού κατά αμάχητο τεκμήριο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της κατάθεσης που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. Ετσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (βλ. ΑΠ 1812/ 2007 ΔΕΕ 2008.65, ΑΠ 785/ 1999 ΕΕμπΔ 1999. 477).

 4. - Στην προκείμενη περίπτωση από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΚΠολΔ 529 παρ. 1α), για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΚΠολΔ 336, 524 παρ. 1), ακόμη και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 270 παρ. 2, 524 παρ. 1, βλ. ΑΠ 2034/2009 ΤΝΠλ Νόμος), όπως μερικά απ` αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στο Τελωνείο Στυλίδος βεβαιώθηκε σε βάρος του μη διαδίκου ... χρέος του προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από διαφυγούσες δασμολογικές επιβαρύνσεις και πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας πετρελαίου, συνολικού ύψους 101.753,46 ευρώ. Για την ικανοποίηση της ληξιπρόθεσμης αυτής απαίτησής του το εκκαλούν με το αριθμ. 118/4/19-10-2012 κατασχετήριο του Προϊσταμένου του Τελωνείου Στυλίδας επέβαλε εις χείρας της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης, κατ` άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του παραπάνω ποσού επί του με αριθμό ΙΒΑΝ ... τραπεζικού λογαριασμού που ο ως άνω οφειλέτης του τηρούσε στην εφεσίβλητη, με το υφιστάμενο χρηματικό υπόλοιπο και με όποιο ποσό επρόκειτο να κατατεθεί στο μέλλον επ` ονόματι του, ως δικαιούχου πάσης φύσης ενισχύσεων, αποζημιώσεων, επιδοτήσεων κλπ από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ειδικότερα, ο ΟΠΕΚΕΠΕ με το με αριθμ. πρωτ. 8339/11-10-2012 έγγραφό του προς το Τελωνείο Στυλίδος, ενημέρωσε ότι ο ως άνω οφειλέτης του εκκαλούντος ..., ήταν δικαιούχος ενίσχυσης για το έτος 2012 και έθεσε υπόψη τα στοιχεία του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, ήτοι της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείαν και του λογαριασμού στον οποίο ο τελευταίος είχε δηλώσει ότι επιθυμεί να γίνει η καταβολή της ενίσχυσης που δικαιούται. Ετσι, στο ως άνω κατασχετήριο έγγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην εφεσίβλητη και δη στο υποκατάστημα αυτής στο Δομοκό στις 22-10-2012, προσδιοριζόταν ρητά ότι η κατάσχεση αφορούσε και την μελλοντική απαίτηση του οφειλέτη του ... κατά της τράπεζας που θα προέκυπτε από την πίστωση ποσού 3.849,65 ευρώ που θα του κατέθετε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στον τηρούμενο τραπεζικό του λογαριασμό ως κοινοτική ενίσχυση για το έτος 2012, σύμφωνα με το ως άνω αριθμ. 8339/11-10-2012 έγγραφο, το οποίο επίσης ρητά μνημονευόταν στο κατασχετήριο έγγραφο. Εν συνεχεία στις 30-10-2012, η εφεσίβλητη προέβη εμπρόθεσμα (ήτοι εντός της οκταήμερης προθεσμίας από την επίδοση του κατασχετηρίου) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δομοκού στην αριθμ. 10/2012 ανακοπτόμενη δήλωση τρίτου. Στα πλαίσια της δήλωσης αυτής, η εφεσίβλητη ανέφερε μεταξύ άλλων επί λέξει τα εξής: «Με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο κατασχετήριο, προκύπτει ότι επ` ονόματι του καθού υφίστανται: ο κοινός μετ` άλλων υπ` αριθμ. ... λογαριασμός καταθέσεων στο Κατάστημα Σοφάδων, ο οποίος καλύπτει κατά την ημέρα επίδοσης του κατασχετηρίου μέχρι του ποσού των 1,46 ευρώ και ότι το αναλογούν στον καθού και δυνάμενο να κατασχεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 5638/1932, μερίδιο από το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού καλύπτει εν μέρει το ποσό των 101.753,46 ευρώ, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση ήτοι μέχρι το ποσό των 0,73 ευρώ ποσό το οποίο δεσμεύτηκε». Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου στην εφεσίβλητη και συγκεκριμένα στις 24-10-2012 κατατέθηκε στον παραπάνω λογαριασμό από τον ΟΠΕΚΕΠΕ το χρηματικό το ποσό των 3.849,65 ευρώ ως κοινοτική ενίσχυση του ... για το έτος 2012. Ως εκ τούτου η ανακοπτόμενη δήλωση της εφεσίβλητης ότι στον ως άνω λογαριασμό υφίσταται μόνο πιστωτικό υπόλοιπο 1,46 ευρώ και ότι το αναλογούν στον ..., και δυνάμενο να κατασχεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 5638/1932, είναι ποσό των 0,73 ευρώ, είναι ανακριβής, καθόσον σε αυτήν (δήλωση) έπρεπε η εφεσίβλητη τράπεζα, να είχε συμπεριλάβει και το χρηματικό ποσό των 3.849,65 ευρώ, που κατατέθηκε στον παραπάνω λογαριασμό από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μετά την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου και πριν την υποβολή της δήλωσή της και συνεπώς να προσδιορίσει ως αναλογούν στον ... ως συνδικαιούχο και δυνάμενο να κατασχεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και άρα δεσμευθέν το ποσό των 1.924,82 (=3.849,65:2) ευρώ. Και τούτο, διότι, εφόσον η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις του καθού η κατάσχεση, οι απαιτήσεις που εμφανίσθηκαν μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης της τράπεζας θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι τεχνικά (μηχανογραφικά) δεν είναι δυνατό να επιβληθεί μελλοντική δέσμευση σε κοινό λογαριασμό, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος, τα άρθρα 30Α ΚΕΔΕ, 24 του ν. 2915/2001 και 982 παρ 1 εδ. α` ΚΠολΔ που ορίζουν τη δυνατότητα κατάσχεσης χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων (Τραπεζών) ως τρίτων, δεν προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση για τις περιπτώσεις κατάσχεσης σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Επίσης ο περαιτέρω ισχυρισμός της εφεσίβλητης, με τον οποίο αυτή διατείνεται ότι η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε από το εκκαλούν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για όσους λόγους επικαλείται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, η άσκηση ενδίκου βοηθήματος συνιστά άσκηση δικαιώματος που απορρέει από καθαρά δικονομικού δικαίου διατάξεις, ενώ η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ είναι παραδεκτή, μόνον όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (βλ. ΑΠ 683/1999 ΕλΔ 2000.376, ΑΠ 37/1989 ΕλΔ 1990.798, ΑΠ 224/1986 ΕλΔ 1986.1109). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ανακοπή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη δήλωση της εφεσίβλητης ως ανακριβής, καθό μέρος αφορά το πιστωτικό υπόλοιπο του με αριθμ. ... κοινού λογαριασμού καταθέσεων του .. στο Κατάστημα της εφεσίβλητης στους Σοφάδες (......), το οποίο ανέρχεται σε 3.849,65 ευρώ και συνεπώς να προσδιοριστεί ως αναλογούν στον ανωτέρω ως συνδικαιούχο και δυνάμενο να κατασχεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 5638/1932 και άρα δεσμευθέν το ποσό των 1.924,82 (=3.849,65:2) ευρώ, αναγνωριζομένης της ύπαρξη μέρους της ως άνω κατασχεθείσας απαίτησης του καθού η εκτέλεση-οφειλέτη κατά της εφεσίβλητης-καθής η ανακοπή, αντιστοίχου ποσού (1.924,82 ευρώ). Η εκκαλούμενη που έκρινε ότι η ανακοπτόμενη δήλωση της εφεσίβλητης ήταν ακριβής και ειλικρινής και απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε, γιατί δεν εφάρμοσε και ερμήνευσε ορθά το νόμο και εκτίμησε κακώς τις αποδείξεις. Πρέπει λοιπόν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης με τους οποίους προβάλλονται αυτά τα παράπονα να γίνουν δεκτοί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμοι, περαιτέρω να γίνει δεκτή η έφεση και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και αφού το Δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την ουσία της, να κάνει δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή, να αναγνωριστεί η ύπαρξη μέρους της ως άνω κατασχεθείσας απαίτησης μεταξύ του καθού η εκτέλεση- οφειλέτη του ανακόπτοντος .. και της καθής η ανακοπή τράπεζας, ποσού 1.924,82 ευρώ, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη με αριθμ. 10/30-10-2012 δήλωση της καθής, καθό μέρος αφορά το υπόλοιπο του με αριθμ ... κοινού λογαριασμού καταθέσεων του .., το οποίο ανέρχεται σε 3.849,65 ευρώ, το δε αναλογούν στον ανωτέρω ως συνδικαιούχο και δυνάμενο να κατασχεθεί ανέρχεται σε 1.924,82 (= 3.849,65:2) ευρώ και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στο ανακόπτον το παραπάνω ποσό.

 5. - Αίτημα της ανακοπής του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ που εκδικάζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ και αντίστοιχα περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης είναι η αναγνώριση της κατασχεθείσας απαίτησης του οφειλέτη-καθού η κατάσχεση (αναγνωριστικό αίτημα), η ακύρωση της ανακριβούς δήλωσης του τρίτου λόγω της ανειλικρίνειάς της (διαπλαστικό αίτημα) και περαιτέρω η καταβολή του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης (καταψηφιστικό αίτημα), ακόμη και μελλοντικής (ΚΠολΔ 69 παρ. 1α). Η αναγνώριση της ανειλικρίνειας της δήλωσης του τρίτου αποτελεί αυτόθροη συνέπεια του αναγνωριστικού χαρακτήρα της ανακοπής και της απόφασης επ’ αυτής (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή: Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, σελ. 816 επ, 822 επ, Γ. Ράμμου: Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, τόμος ΙΙΙ σελ. 1638). Τέλος, με την ανακοπή δεν μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθού η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατάσχοντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος (βλ. Νικόπουλο σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 986, αριθμ. 11, contra Π. Γέσιου-Φαλτσή οπ, σελ. 824). Στην ως άνω ανακοπή των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ ο ανακόπτων, ως προς το κύριο περιεχόμενο της ανακοπής, επέχει θέση ενάγοντος, κατ` εξαίρεση από το γενικό κανόνα κατά τον οποίον ο ανακόπτων επέχει θέση εναγομένου (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη: ΕρμΚΠολΔ, Αθήνα 1997, άρθρο 986, αριθμ. 8). 
Περαιτέρω, δυνάμει του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο και δύναται να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν η αγωγή (ανακοπή) είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή στερείται των απαραίτητων στοιχείων για τη θεμελίωσή της ή ασκήθηκε απαράδεκτα, με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (ΚΠολΔ 322) και την αρχή της απαγόρευσης έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα (ΚΠολΔ 536 παρ. 1). Ειδικότερα, επί έφεσης του ενάγοντος (ανακόπτοντος), αν η αγωγή (ανακοπή) είναι αβάσιμη κατά νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτόδικα δεκτή στο σύνολο ή μερικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις ελλείψεις αυτές και να απορρίψει αυτήν αν δεν στηρίζεται στο νόμο, είναι αόριστη ή απαράδεκτη, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονείται γιατί η αγωγή (ανακοπή) του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή κατά το άρθρο 534 του ίδιου κώδικα δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι` αυτό παράπονο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (βλ. Σ. Σαμουήλ: Η έφεση, εκδ. 2009, σελ. 346 επ, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 356/2013).

 Εν προκειμένω με την από 12-11-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2325/ΤΜ/382/2012) ένδικη ανακοπή το εκκαλούν ζήτησε μεταξύ άλλων: α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της ανακοπτόμενης δήλωσης και β) να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, από την ημερομηνία της κατάθεσης του ποσού της κοινοτικής ενίσχυσης στο τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη του .., άλλως από την επίδοση της ανακοπής. Ωστόσο, τα αιτήματα, αυτά, κατά τα προαναφερθέντα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, είναι μη νόμιμα και έπρεπε να απορριφθούν ως τέτοια. Εσφαλμένα λοιπόν η εκκαλουμένη απέρριψε τα αιτήματα αυτά ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επομένως, αφού το εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπάγγελτα (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο των αιτημάτων της ανακοπής λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί να τα απορρίψει ως νομικά αβάσιμα, έστω και αν το εκκαλούν-ανακόπτον παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψή τους. Η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για το εκκαλούν-ανακόπτον εν σχέσει με την εκκαλούμενη, οδηγεί όμως σε διαφορετικό δεδικασμένο. Γι αυτό δεν αντικαθίστανται οι αιτιολογίες κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αλλά εξαφανίζεται η εκκαλουμένη. Πρέπει λοιπόν, να γίνει δεκτή η έφεση και από ουσιαστική άποψη να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη ως προς τα κεφάλαια αυτά, αφού το Δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την ουσία της πρέπει να απορρίψει τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα ως νόμω αβάσιμα.

 6. - Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια το δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση (ΚΠολΔ 535 παρ. 1) και να δικάσει την ουσία της και εν τέλει να κάνει δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, μέρος των μειωμένων όμως [άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ` αριθ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987] δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος και για δύο τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της έκτασης της νίκης του, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της καθής η ανακοπή (ΚΠολΔ 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2), τα κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-


                                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-
 ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν.-
 ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την αριθμ. 186/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.-
 ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 12-11-2012 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 2325/ΤΜ/382/2012 ανακοπής.-
 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.-
 ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.-
 ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο οφειλέτης του ανακόπτοντος ... έχει απαίτηση κατά της καθής η ανακοπή τράπεζας ποσού 1.924.82 ευρώ.-
 ΑΚΥΡΩΝΕΙ την ανακοπτόμενη με αριθμ. 10/30-10-2012 δήλωση της καθής η ανακοπή ως τρίτης, καθό μέρος αφορά το υπόλοιπο του με αριθμ ... κοινού λογαριασμού καταθέσεων του .., το οποίο ανέρχεται σε 3.849,65 ευρώ, το δε αναλογούν στον ανωτέρω ως συνδικαιούχο και δυνάμενο να κατασχεθεί ανέρχεται σε 1.924.82 (=3.849,65:2) ευρώ.-
 ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ η καθής η ανακοπή να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των χιλίων εννιακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (1.924,82),-
 ΚΑΤΑΑΙΚΑΖΕΙ την καθής η ανακοπή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που προσδιορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.-
Δημοσίευση σχολίου