Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Δεεδικασμένο,, περιεχόμενο, ενστάσεις, εφημερίδες.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ',  231/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. 

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν' ασκηθεί και με κύρια αγωγή". Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις των άρθρων 914 και 929 Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της περί αποζημιώσεως, λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, αγωγής, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση, όχι όμως και για το μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή (ΑΠ 715/2000, ΑΠ 1033/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχτεί το Εφετείο την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην αύξηση της επελθούσας ζημίας του κατά τα έτη 2008 και 2009, αντίστοιχα, λόγω της μόνιμης μερικής ανικανότητάς του προς άσκηση της ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας (του εφημεριδοπώλη), την οποία ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του επειδή παρέλειψε να περιορίσει τη ζημία του αυτή προσλαμβάνοντας κατά τα παραπάνω έτη, όπως είχε τη δυνατότητα, για την υποβοήθησή του στην άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματός του, και δη την εκτέλεση των βαριών εργασιών που αδυνατούσε να πραγματοποιήσει ο ίδιος εργατοϋπάλληλο με μηνιαίο μισθό 700 ευρώ αντί να προσλάβει για το σκοπό αυτό, όπως έπραξε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, συνεργάτη - εφημεριδοπώλη με αμοιβή οριζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών κερδών, στον οποίο κατέβαλε τις αιτηθείσες μεγαλύτερες απολαβές, αν και ο σχετικός ισχυρισμός του είχε ήδη απορριφθεί τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 2002/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προηγούμενης από 08/03/2008 αγωγής του που αφορά την επελθούσα ζημία του σε προγενέστερο χρονικό διάστημα (κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007), με την οποία κρίθηκε ότι είναι αναγκαίο να προσλαμβάνει συνεργάτες εφημεριδοπώλες για την υποβοήθησή του στη λειτουργία της επιχείρησής του, και όχι μη εφημεριδοπώλη εργατοϋπάλληλο, απορρίπτοντας ταυτοχρόνως την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην αύξηση της ζημίας του, παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς το ότι ήταν αναγκαία για την υποβοήθησή του στην άσκηση του επαγγέλματός του η πρόσληψη εφημεριδοπώλη ως συνεταίρου - συνεργάτη και όχι οποιουδήποτε υπαλλήλου για χειρωνακτικές εργασίες από την προαναφερόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 5562/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 5562/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έγινε τελεσίδικη με την έκδοση της υπ' αριθμ. 2002/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, προκύπτει: α) ότι το ως άνω Δικαστήριο δίκασε επί της από 07.03.2008 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ο ενάγων επικαλούμενος την υπό συγκεκριμένες συνθήκες και ειδικότερες περιστάσεις πρόκληση στις 20-8-2001 και περί ώρα 07.00', στην Εθνική οδό Χανίων - Ρεθύμνου του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην αγωγή αυτή οδηγού της με αρ. κυκλοφ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κυριότητας του δευτέρου εναγομένου στην εν λόγω αγωγή και ασφαλισμένης κατά το χρόνο εκείνο στην τρίτη εναγομένη στην ίδια αγωγή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", τον εκ του ατυχήματος τούτου τραυματισμό του, την απρόβλεπτη επιδείνωση, μετά το έτος 2005, κατάσταση της υγείας του, η οποία κατέστησε αυτόν μόνιμα μερικά ανίκανο προς άσκηση της ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας (του εφημεριδοπώλη), την οποία ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του, και την επελθούσα ζημία του κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007 λόγω της συνεχιζόμενης κατά τα έτη αυτά μερικής ανικανότητάς του προς άσκηση της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας, εξ αιτίας της οποίας χρησιμοποίησε υποκατάσταση δύναμη και συγκεκριμένα ως συνεργάτες, τα πρόσωπα που αναφέρει στην αγωγή του, με αμοιβή οριζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών κερδών, της ζημίας του συνισταμένης στα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά που κατέβαλε κατά τα ως άνω έτη στους προσληφθέντες απ' αυτόν συνεργάτες της επιχείρησής του, ως ποσοστό συμμετοχής στα καθαρά κέρδη της, ζήτησε μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να του καταβάλλει ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της επελθούσας ως άνω ζημίας του κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007 το συνολικό ποσό των 81.997,96 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. β) Ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβαλε ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην αύξηση της ζημίας του, καθόσον αυτός είχε τη δυνατότητα να προσλάβει υπάλληλο για τις βαριές εργασίες που αδυνατούσε να πραγματοποιήσει ο ίδιος και μάλιστα με αμοιβή μικρότερη από το ποσοστό επί των κερδών που κατέβαλε στους παραπάνω συνεργάτες του και γ) Ότι στη συνέχεια (το ίδιο δικαστήριο) αφού έκρινε την αγωγή ως νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 914, 929, 297, 298, 929, 345, 346 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και άρθρ. 10 του Ν. 489/76, απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω αναπόδεικτη είναι η ένσταση της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντα στην αύξηση της ζημίας του, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε τη δυνατότητα να προσλάβει υπάλληλο για τις βαριές εργασίες που αδυνατούσε να πραγματοποιήσει ο ίδιος και μάλιστα με αμοιβή μικρότερη από το ποσοστό επί των κερδών που κατέβαλε στους παραπάνω συνεργάτες" και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί των μεταγενέστερων από 16-4-2009 (αριθμ. εκθ κατ. 64816/3460/2009) και από 12-5-2010 (αριθμ. εκθ καταθ 89814/3940/2010) αγωγών του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας που αφορούσαν απαίτηση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας του κατά τα έτη 2008 και 2009, αντίστοιχα, συνεπεία της απότοκης του τραυματισμού κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υπ' αριθμ. ΗΡ-139 δίκυκλης μοτοσικλέτας, απρόβλεπτης επιδείνωσης, μετά το έτος 2005 κατάστασης της υγείας του, η οποία κατέστησε αυτόν μόνιμα ανάπηρο και μερικά ανίκανο κατά ποσοστό υπερβαίνον το 40% προς άσκηση της ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας (του εφημεριδοπώλη), την οποία ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του, συνιστάμενης (της ζημίας του) στα ποσά των 23.550 και 21.680 ευρώ, αντίστοιχα, που κατέβαλε κατά τα ως άνω έτη σε προσληφθέντα απ' αυτόν συνεργάτη της επιχείρησής του, ως ποσοστό συμμετοχής στα καθαρά κέρδη της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την προβληθείσα κατά των εν λόγω αγωγών ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ζημίας του τα ακόλουθα: "Με την κρινόμενη έφεσή της η εναγόμενη παραπονείται κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκαν οι πρωτοδίκως νομοτύπως προβληθείσες ενστάσεις της περί παραγραφής των αξιώσεων, την ικανοποίηση των οποίων επιδιώκει με τις ένδικες αγωγές του ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος), και περί συντρέχοντος πταίσματός του ως προς την έκταση των ζημιών του, κατά ποσοστό 90%... Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως: Από την προαναφερόμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (2002/2010) που απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 5562/2008 (εκκληθείσας με την έφεση αυτή) απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρέει δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο δεδικασμένο ως προς τα κριθέντα από την απόφαση αυτή ζητήματα και συγκεκριμένα, για το ότι μετά το έτος 2005 η υγεία του ενάγοντος παρουσίασε απρόβλεπτη ιατρικά επιδείνωση της υγείας του στο αριστερό χέρι, η οποία του κατέλειπε μόνιμη μερική αναπηρία κατά ποσοστό 40% και ότι λόγω της ως άνω αναπηρίας του αδυνατεί να ασκήσει μόνος το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου που μετήρχετο πριν το ατύχημα και θα έχει, μόνιμα πλέον, (και όχι πρόσκαιρα, όπως είχε κριθεί με την τελεσίδικη επίσης υπ' αριθ. 8629/2005 για το τότε ένδικο διάστημα), την ανάγκη βοήθειας άλλου προσώπου το οποίο θα τον βοηθά στη μεταφορά (φόρτωση, εκφόρτωση, επιστροφή κ.λπ.) των εφημερίδων και λοιπών εντύπων των πρακτορείων με τα οποία συνεργαζόταν "ΑΡΓΟΣ" και "ΕΥΡΩΠΗ", λόγω του μεγάλου όγκου εμπορευμάτων που διακινούσε - διένειμε με το φορτηγό αυτοκίνητό του. Επίσης, κρίθηκε μετά το έτος 2005 λόγω της απροσδόκητης και μη ιατρικά προβλέψιμης επιδείνωσης της υγείας του, για τον μετά το έτος 2005 χρόνο, και δη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι και ολόκληρο το έτος 2007, παρότι δεν απείχε της παραπάνω εργασίας του, αναγκάσθηκε για το ως άνω, τότε επίδικο χρονικό διάστημα να προσλάβει τρίτα άτομα για να βοηθούν στις προεκτιθέμενες εργασίες που δεν μπορούσε να εκτελέσει μόνος του. Επιπλέον κρίθηκε με την ίδια τελεσίδικη απόφαση (2002/2010) ότι ο ενάγων με το να συνάψει συμβάσεις με τους συνεργάτες που αναφέρονται στην απόφαση, αντί συμφωνηθέντος ποσοστού 28% και 30% αντίστοιχα επί των καθαρών κερδών της εργασίας του και συγκεκριμένα καταβάλλοντας στον συνεργάτη που προσέλαβε Γ. Σ. το ποσό των 28.837,40€ για το έτος 2005, ποσοστό 30% επί των καθαρών κερδών από την εργασία του, για το έτος 2006 το ποσό των 27.151€ και για το έτος 2007 αντίστοιχα στο συνεργάτη του I. Μ. το ποσό των 26.009,56€ (ποσοστό 28%), συμμορφώθηκε με το καθήκον που εκ του νόμου είχε για περιορισμό της ζημίας του, διότι όπως κρίθηκε με την απόφαση αυτή ευλόγως προσέφυγε στην πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης για το χρονικό διάστημα των ετών αυτών (2005, 2006 και 2007), και έτσι περιόρισε τη ζημία του και απέρριψε την ένσταση εκ των άρθρων 288, 300, 914 και 929 ΑΚ της εναγομένης. Από την αναγκαία επισκόπηση των προηγουμένων αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου (2002/2010 και 8629/2005), ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με τις αποφάσεις αυτές και δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, προκύπτει σαφέστατα όπως προαναφέρεται, ότι με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι ο παθών -εφεσίβλητος (ήταν αναγκαίο να προσλάβει βοηθό) προκειμένου να τον βοηθά στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματός του, το οποίο απαιτεί και προσωπική χειρωνακτική εργασία, την οποία πριν το ατύχημα έκανε μόνος του με το φορτηγό αυτοκίνητό του ο ενάγων (εφεσίβλητος) και όχι ότι απαιτείτο ο βοηθός που θα προσελάμβανε ο τελευταίος για τον ανωτέρω σκοπό, να είναι εφημεριδοπώλης. Επίσης με τις ίδιες αποφάσεις κρίθηκε ότι για τα τότε ένδικα χρονικά διαστήματα (2001 μέχρι 2007), με την εκ μέρους του παθόντος - εφεσιβλήτου πρόσληψη των προσώπων που αναφέρονται στις αποφάσεις αυτές (εκ των οποίων, όπως αποδείχθηκε, ο ένας κατά το χρόνο που προσελήφθη δεν ήταν εφημεριδοπώλης), ο τελευταίος περιόρισε τη ζημία του, όπως είχε εκ του νόμου υποχρέωση". Με βάση τις παραδοχές αυτές και κρίνοντας ότι από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 5562/2008 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν καλύπτεται, αναφορικά με την προβληθείσα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε αυτή από την τότε εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και απορριφθείσα από το ως άνω Δικαστήριο ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην αύξηση της ζημίας του και το ότι ο βοηθός που ήταν αναγκαίο να προσλάβει ο ενάγων, προκειμένου να τον βοηθά στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματός του ήταν απαραίτητο να είναι εφημεριδοπώλης, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι με την ως άνω απόφαση δεν έγινε δεκτό κάτι τέτοιο, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς την έκταση της ζημίας του, λόγω μη προσλήψεως εργατοϋπαλλήλου με μικρότερες απολαβές από τις αιτηθείσες και ακολούθως αφού ερεύνησε κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση, δέχτηκε εν μέρει αυτή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου, και δη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, τη μη ύπαρξη δεδικασμένου αναφορικά με την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της ζημίας του. Ειδικότερα, πέραν του ότι, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5562/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έγινε δεκτό ότι ο βοηθός που ήταν αναγκαίο να προσλάβει ο ενάγων, κατά το τότε επίδικο χρονικό διάστημα προκειμένου να τον βοηθά στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματός του ήταν απαραίτητο να είναι εφημεριδοπώλης, και συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, η προβληθείσα κατά των ένδικων αγωγών ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην αύξηση της επελθούσας ζημίας του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008 και 2009 δεν προσκρούει στο δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με την υπ' αριθμ. 5562/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ως εκ τούτου δεν ήταν απαράδεκτη, και μπορούσε παραδεκτώς να προταθεί, παρά τη γενόμενη από το άρθρο 330 ΚΠολΔ ρύθμιση, διότι στην παρούσα δίκη αντικείμενο είναι η αποζημίωση του αναιρεσείοντος για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, διαφορετικό για το οποίο έκρινε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ένσταση αυτή, δηλ. την παράλειψη του αναιρεσείοντος να περιορίσει την αύξηση της ζημίας του ως αφορώντα στην επελθούσα ζημία του τελευταίου για το μεταγενέστερο ένδικο χρονικό διάστημα, η οποία (ζημία) σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, δεν κατέστη αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή, συνιστούν επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που προβλήθηκαν για τη θεμελίωση όμοιας ένστασης κατά της ως άνω προγενέστερης αγωγής, μεταγενέστερων της τελευταίας συζήτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση επί της εν λόγω αγωγής, και επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, κατ' άρθρο 330 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. 

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999). 
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ΝΔ 2943/1954/Α-181 "περί τρόπου πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών" ορίζεται "1. Δικαίωμα πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών προς το κοινόν πλην των κατά τον Α.Ν. της 28/28 Μαΐου 1935 "περί κυκλοφορίας εφημερίδων'', εκδοτών και πρακτορείων έχουν και: α) Εφημεριδοπώλες που είναι ασφαλισμένοι στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κατά τους όρους των κειμένων διατάξεων, έχουν τη διακίνηση των εφημερίδων και περιοδικών ως αποκλειστικό επάγγελμά τους και απασχολούνται σε όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, προσωπικά στην πώληση, παραλαβή και παράδοση των εντύπων. Η αποκλειστικότητα ασκήσεως του επαγγέλματος προϋποθέτει εκτός των άλλων και την αυτοπρόσωπη καθημερινή συναλλαγή του εφημεριδοπώλη με τα Πρακτορεία Διανομής του Τύπου (παραλαβή επιστροφή εντύπων). Το δικαίωμα αυτό των εφημεριδοπωλών εκτείνεται αποκλειστικά στην περιφέρεια που καθορίζεται και γνωστοποιείται από την οικεία Ένωση Εφημεριδοπωλών κατά τις διατάξεις του παρόντος". Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχτεί το Εφετείο την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην αύξηση της ζημίας του, λόγω μη προσλήψεως εργατοϋπαλλήλου με μικρότερες απολαβές από τις αιτηθείσες, κρίνοντας ότι θα μπορούσε να προσλάβει ως βοηθό του ένα οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο με μικρότερες απολαβές και όχι εφημεριδοπώλη, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία και σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στο νομοθετικό διάταγμα 2943/1954/Α-181 περί του τρόπου πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εκτός των όσων προαναφέρθηκαν δέχτηκε και τα εξής ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην έκταση της ζημίας του: "Εν προκειμένω, με τις ένδικες αγωγές του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι και κατά τα έτη 2008 και 2009, δηλαδή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του και της εξ αυτής ανικανότητάς του να εκτελεί μόνος τις εργασίες που απαιτεί το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου που μετήρχετο μόνος του πριν το ατύχημα, αναγκάστηκε να προσλάβει τον αδερφό του Α. Π. προκειμένου να τον βοηθά στις βαρειές χειρωνακτικές εργασίες που αδυνατεί ο ίδιος να κάνει και συγκεκριμένα τη μεταφορά και διανομή του μεγάλου όγκου και βάρους μεταφερομένου και διανεμομένου υλικού (εφημερίδων, περιοδικών κ.λπ.). Επίσης ισχυρίζεται ότι ήταν αναγκαίο να προσλάβει εφημεριδοπώλη ως βοηθό του για τις ως άνω εργασίες, επικαλούμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού το άρθρο 1 του ισχύοντος ΝΔ 2943/1954/ Α-181 "περί τρόπου πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών" καθώς και μια επαναπροσκομιζόμενη στην παρούσα συζήτηση βεβαίωση (από 26.2.2009 και υπ' αριθ. πρωτ. 7324) της ένωσης εφημεριδοπωλών Αθηνών που αφορά άλλο συνεργάτη του, τον Ι. Μ., τον οποίο ο ενάγων προσέλαβε και χρησιμοποίησε για τον ανωτέρω σκοπό κατά τα έτη 2006 και 2007. Σύμφωνα με τη βεβαίωση αυτή που υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του παραπάνω σωματείου, ο κατά τα προηγούμενα έτη χρησιμοποιηθείς από τον ενάγοντα (και δη κατά τα έτη 2006 και 2007 στον οποίο και κατέβαλε τα συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά βάσει των υπογραφέντων μεταξύ τους ιδιωτικών συμφωνητικών, ποσοστών επί των εισοδημάτων του ενάγοντα, για ολόκληρα τα έτη 2006 και 2007, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη προηγούμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, υπ' αριθ. 2002/2010, από την οποία, ως προς το απ' αυτήν κριθέν ζήτημα της απασχόλησης του I. Μ. καθ' όλο το έτος 2006 και της σ' αυτόν από τον ενάγοντα καταβολής, με βάση το ποσοστό που συμφωνήθηκε, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 27.151€, απορρέει, ως προεκτίθεται, δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο δεδικασμένο), υπήρξε επαγγελματίας εφημεριδοπώλης και μέλος του σωματείου αυτού από την 1.8.2006 έως 1.2.2008, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς από το επάγγελμα. Από την ίδια βεβαίωση προκύπτει στο παραπάνω σωματείο, ο ενάγων και ο ως άνω συνεργάτης του υπέβαλαν την απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση στην οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως συνεργάτης του ενάγοντα εφημεριδοπώλη, στις 6.12.2006 και η αίτηση αυτή εγκρίθηκε από το σωματείο στις 12.12.2006. Έτσι, από 1.1.2006 μέχρι 1.8.2006 κατά τα προκύπτοντα από την ανωτέρω βεβαίωση ο I. Μ. δεν ήταν εφημεριδοπώλης, αν και χρησιμοποιήθηκε ως βοηθός του ενάγοντα καθ' όλο το έτος 2006, κατά τα προαναφερόμενα, ούτε μέλος του σωματείου εφημεριδοπωλών, όπως αναγκαίως, ως εφημεριδοπώλης ήταν ο ενάγων, σύμφωνα με το ανωτέρω ΝΔ. Εξάλλου από το προαναφερόμενο ΝΔ, το πρώτο άρθρο του οποίου επικαλείται ο ενάγων, αναντιλέκτως δεν προκύπτει ότι ο εκάστοτε βοηθός εφημεριδοπώλου πρέπει να είναι απαραίτητα εφημεριδοπώλης, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 1.8.2006 κατά το οποίο, όπως προκύπτει από την παραπάνω βεβαίωση, ο I. Μ.ς (ο οποίος συνεργάσθηκε καθ' όλο το έτος 2006 με τον ενάγοντα) δεν ήταν εφημεριδοπώλης. Αυτό που προκύπτει σαφώς από το ως άνω άρθρο είναι ότι το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου, απαιτεί την καθημερινή αυτοπρόσωπη συναλλαγή του με τα πρακτορεία διανομής του τύπου για την παραλαβή και επιστροφή των εντύπων, και όχι ότι οι εκάστοτε βοηθοί ή υπάλληλοι των εφημεριδοπωλών πρέπει να είναι εφημεριδοπώλες, όπως αβάσιμα ο εφεσίβλητος επικαλείται, ο οποίος και το επίδικο χρονικό διάστημα (2008-2009) είχε την ίδια ακριβώς υποχρέωση, όπως και κατά τα προηγούμενα χρόνια κατά τον ένδικο τραυματισμό του να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, στις οποίες είχε τη δυνατότητα να προβεί για να περιορίσει τη ζημία του. Έτσι, μετά την πάροδο έξι (6) ολόκληρων ετών από του τραυματισμού του ο εφεσίβλητος [που το αμέσως μετά τον τραυματισμό του χρονικό διάστημα προσέλαβε τον αδελφό του, εφημεριδοπώλη επίσης, ο οποίος τον αντικατέστησε κατά το πρώτο αμέσως μετά τον τραυματισμό του διάστημα και κράτησε ο ίδιος όλα τα κέρδη, και στη συνέχεια προσελάμβανε ως βοηθούς του, κατά κύριο λόγο (εκτός ενός) εφημεριδοπώλες, με βάση ποσοστά που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους επί των καθαρών κερδών της επιχείρησης του], εφόσον όπως αποδείχθηκε δεν είναι αναγκαίο να προσλαμβάνει συνεργάτες εφημεριδοπώλες για να τον βοηθούν, έχοντας πλέον ρυθμίσει την κανονική λειτουργία της επιχείρησής του, θα έπρεπε να είχε φροντίσει να προσλάβει υπάλληλο για να τον βοηθά στις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνται και δεν μπορεί ο ίδιος να κάνει. Ο υπάλληλος αυτός, δεν ήταν απαραίτητο να έχει ιδιαίτερες γνώσεις, αφού η εργασία του θα ήταν με το φορτηγό αυτοκίνητο του ενάγοντα, μαζί με τον ενάγοντα, ο οποίος θα έκανε την απαιτούμενη αυτοπρόσωπη (κατά τα ως άνω) καθημερινή συναλλαγή με τα πρακτορεία, να μεταβαίνει στα πρακτορεία διανομής του Τύπου, να φορτώνει το υλικό που θα διανέμετο στα περίπτερα ή στα καταστήματα πώλησης εφημερίδων και περιοδικών, να παραλαμβάνει απ' αυτά το προς επιστροφή υλικό το οποίο θα παρεδίδετο στα συνεργαζόμενα πρακτορεία την επομένη που θα παρελαμβάνοντο τα προς διανομή, δηλαδή θα απασχολείτο στην φόρτωση και στην εκφόρτωση και την παράδοση του εντύπου υλικού. Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, με δεδομένο το υψηλό ποσοστό ανεργίας, ιδίως στους νέους κατά το τότε επίδικο χρονικό διάστημα, ανεργία που έκτοτε (μετά το 2009) βαίνει συνεχώς αυξανόμενη, ήταν ευχερές να προσλάβει ένα τέτοιο υπάλληλο, καταβάλλοντάς του για απασχόληση οκταώρου καθημερινής εργασίας (μη απαιτουμένης κατά την κρίση του Δικαστηρίου εργασίας πλέον του οκταώρου), το ποσό που θα κατέβαλε μηνιαίως σε κάποιον ιδιωτικό υπάλληλο το χρονικό αυτό διάστημα (2008-2009) και δη μισθό ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος με βάση τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά εργασίας στην Αθήνα (με πρακτορεία της οποίας όπως αποδείχθηκε συνεργαζόταν ο ενάγων) ανερχόταν στο ποσό των 900€ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων σε αυτό του ποσού των εισφορών, και των καταβαλλομένων το χρονικό διάστημα εκείνο, δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων. Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων μπορούσε να προσλάβει υπάλληλο -βοηθό και να του καταβάλλει μηνιαίως μισθό ύψους 900€ αντί του ποσού των 1.962,5€ μηνιαίως που κατέβαλε στον συνεργάτη αδελφό του κατά το έτος 2008 και του ποσού των 1.806,7€ μηνιαίως στον ίδιο συνεργάτη του το έτος 2009 (συνολικά καταβληθέν το έτος 2008: ποσό 23.550€ : 12 μήνες = 1.962,5€ και το έτος 2009: ποσό 21.860€ : 12 μήνες = 1.806,7€) και παρέλειψε να περιορίσει την ζημία του, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ και μπορούσε να κάνει, η αποκαταστατέα ζημία του που για τον ανωτέρω λόγο δικαιούται κατά νόμο να αξιώσει από την εκκαλούσα, ανέρχεται στο ποσό των 900€ μηνιαίως στο οποίο θα μπορούσε να περιορίσει τη ζημιά του και δεν το έκανε και συνολικά κατά το ποσό των 21.600€ (10.800€ για το έτος 2008 και 10.800€ για το έτος 2009) και εντεύθεν ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση της εναγόμενης έσφαλε τόσο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσο και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο εφέσεώς της η εκκαλούσα και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει προς αντίκρουση της εναντίον της εφέσεως ο εφεσίβλητος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Συνακόλουθα με όλα τα παραπάνω, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανισθεί και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και ερευνηθούν απ' αυτό οι υπό κρίση αγωγές να γίνουν αυτές εν μέρει δεκτές και να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία να καταβάλλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 21.600€ νομιμοτόκως και συγκεκριμένα το ποσό των 10.800€ από την επομένη της επιδόσεως της υπ' αριθ. καταθ. 3460/2009 αγωγής και το υπόλοιπο ποσό των 10.800€ νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της υπ' αριθμ. καταθ. 3460/2010 αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές και κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να περιορίσει την ζημία του, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ και μπορούσε, το Εφετείο κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης ως προς το σχετικό δεύτερο λόγο της εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, αφού δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω ένσταση, έκανε δεκτές εν μέρει τις ένδικες αγωγές, περιορίζοντας τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά αποζημιώσεως στον αναιρεσείοντα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση προς το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος στην αύξηση της ζημίας του, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο της περί συντρέχοντος πταίσματος διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και δεν εστέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) Ότι δεν ήταν επιβεβλημένο από το νόμο και ειδικότερα από το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 2943/1954/Α-181, οι εκάστοτε βοηθοί ή υπάλληλοι των εφημεριδοπωλών να είναι εφημεριδοπώλες, β) Ότι ενόψει των επικρατουσών συνθηκών στην αγορά εργασίας στην Αθήνα κατά τους ένδικους χρόνους ήταν ευχερές να προσλάβει ένα τέτοιο υπάλληλο, αντί μηνιαίου μισθού, γ) Ότι με βάση τις ίδιες συνθήκες ο μηνιαίος μισθός ανερχόταν στο ποσό των 900€ μηνιαίως συμπεριλαμβανομένων σε αυτό το ποσό των εισφορών, και των καταβαλλομένων το χρονικό διάστημα εκείνο, δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων και δ) Ότι ο αναιρεσείων αν και μπορούσε να προσλάβει τέτοιο υπάλληλο, προσέλαβε ως συνεργάτη τον αδελφό του κατά τα έτη 2008 και 2009, αμειβόμενο με ποσοστά που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους επί των καθαρών κερδών της επιχείρησής του, τα οποία (ποσοστά), κατά τα ως άνω έτη, αντιστοιχούσαν σε μηνιαίες απολαβές 1962,5 ευρώ και 1806,7 ευρώ, αντίστοιχα, συγκροτούν την ως άνω παράλειψη του αναιρεσείοντος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημίας του, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, και να διαταχθεί να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6712/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. 
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. 
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
Δημοσίευση σχολίου