Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Τινά περί της νυν καταστάσεως της Δικαιοσύνης.

Άρθρο του Αρεοπαγίτη κ. Πάνου Πετρόπουλου, στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, 2018.337 επ.

Από της παιδικής μου ηλικίας, οι εφημερίδες έγραφαν διαρκώς και, ως συνήθως, εν υπερβολή, ότι όλα «βρίσκονται σε κρίση». Η οικονομία, οι θεσμοί, η αγορά, το θέατρο, κοκ.
Τώρα όμως που ζούμε την τραγικότητα της οικονομικής κρίσεως, συνειδητοποιούμεν πόσον είχε τότε εξευτελισθή ο όρος «κρίση».
Πράγματι τώρα βιώνομε την τραγικήν κατάστασιν εις την οποίαν έφθασεν η κοινωνία μας και συνακολούθως και η Δικαιοσύνη, την οποία όλοι εδώ υπηρετούμεν.
Οι ευθύνες όλων μας είναι μεγάλες και έχουν όνομα.
Εις την εποχήν μας εις το τραγικό παιχνίδι της ζωής «κλέφτες και αστυνόμοι», η νεοελληνική κοινωνία φαίνεται ότι έχασε τα αντανακλαστικά της και τρέφει μίαν τρυφεράν συμπάθειαν προς τους κλέφτες.
Οι εκφέροντες δημοσία λόγον υποκρίνονται ότι αγνοούν ότι ο εγκληματίας δεν είναι πάντοτε ο αδύναμος διωκόμενος παραβάτης του 18ου και 19ου αιώνος, αλλ' ενίοτε ο ισχυρός, ενίοτε δε ισχυρότερος του Κράτους, ο έχων εις την διάθεσίν του τους καλυτέρους νομικούς εγκεφάλους της Χώρας και, εις πάσαν περίπτωσιν, ισχυρότερος της κοινωνίας των πολιτών.
Οι παθόντες από αυτόν λοιδωρούνται από τον ίδιον και τους παντός είδους, εξωνομικούς, υπερασπιστάς του, οι οποίοι διά καταλλήλων, κατ' ουσίαν προπαγανδιστικών, χειρισμών ενσταλάσσουν εις τους πολίτες την αίσθησιν της ματαιότητος και αναποτελεσματικότητος. Έχομε φθάσει εις την εποχήν της πτώσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εις την εποχήν του Κομμόδου, όπου η καταγγελία ισοδυναμεί με ενοχήν και οι κοινωνοί κάθε βράδυ κάθονται προ των οθονών των τηλεοράσεων, ως εις το Κολοσσαίον και περιμένουν να ιδούν ποίον θα κατασπαράξουν σήμερον τα αδηφάγα θηρίατης δημοσιότητος. Με τόσον μεγάλην προβολήν της εξωθεσμικής «δίκης» η οποία μετεβλήθη εις θέαμα, είναι δυσχερέστατον εις τους νομικούς (δικαστάς και δικηγόρους) να κινηθούν εντός των πλαισίων της «νομικής δίκης» με την ανάσα της διαμορφωμένης και ενίοτε χειραγωγημένης κοινής γνώμης πίσω από το αυτί τους. Συνέβη μάλιστα προ καιρού εις Αθήνας το αδιανόητον, μετεδίδοντο δίκην «τηλεοπτικής σειράς» πραγματικές δίκες! Λέγουν και ορθώς ότι ποτέ δεν είμεθα τόσον χαμηλά, ώστε να μην ευρεθή ένα σκαλοπάτι να κατεβούμε χαμηλότερα!
Καταντήσαμε ο ύποπτος είτε να ρίπτεται εις την κρεατομηχανήν της τηλεοπτικής δημοσιότητος, είτε να ηρωοποιείται αναλόγως του πώς αποφασίζεται από τον σκηνοθέτην να εμφανισθή εις το κοινόν. Καταντήσαμε επίσης εις την δίκην ο παθών να είναι ο αντιπαθής, ο οποίος ενοχλεί με την εμπαθή επιχειρηματολογίαν του. Όμως αυτός είναι το θύμα, το ξε-χασμένον από μίαν κοινωνίαν, η οποία ηρωοποι^ί τον ίδιον τον εγκληματία και τα μέλη της οποίας διαμαρτύρονται μόνον όταν το καθένα ευρεθή εις την θέσιν του παθόντος, αλλ' ατομικώς και μόνος. Αυτή είναι η ευθύνη των πολιτών.

Ως προς τους πολιτειακούς θεσμούς.

Το πολίτευμα μας έχει αλλοιωθή. Η διάκρισις μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας έχει καταργηθή. Η ενιαία πλέον κυβερνητική εξουσία υποβλέπει την ανεξαρτησί-αν της μοναδικής συντεταγμένης εξουσίας, την οποίαν δεν ελέγχει και επιχειρεί, κρατώντας ζηλοτύπως την επιλογήν της ηγεσίας της δικαιοσύνης, να διατήρηση τον μεγαλυτερον δυνατόν έλεγχον επ' αυτής. Αυτό όμως είναι παιδικόν άθυρμα προ του επαπειλούμενου κινδύνου, τον οποίον διαρκώς εις πάσαν συνταγματικήν αναθεώρησιν επαναφέρει το πολι-τικόν σύστημα, δηλαδή την κατάργησιν του διάχυτου ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων, διά της υπαγωγής του εις συνταγματικόν δικαστήριον, το οποίον θα είναι τόσον ανεξάρτητον, όσον και οι, ούτω καλούμενες, ανεξάρτητες αρχές. Οι τελευταίες, οι οποίες στελεχώνονται κατόπιν πολιτικών συμβιβασμών από τα κόμματα, είναι τόσον ανεξάρτητες όσον και ο συνδικαλισμός.
Τότε, διά της ελλείψεως πραγματικού ελέγχου της αυθαιρεσίας, θα επέλθη και το οριστικόν τέλος των ελευθεριών των πολιτών, διότι οι διατάξεις θα ελεγχθούν και θα χαρακτηρισθούν με εκείνο το φρικτόν «συνταγματικώς ανεκτές», εκτός αν τα δικαστήρια δεν καταφεύγουν πλέον εις κρίσεις περί αντισυνταγματικότητας, αλλά ερευνούν την αντίθεσιν προς την ΕΣΔΑ.
Η ελπίς να αποφευχθή αυτό είναι να αντιδράσουν όχι βεβαίως εκείνοι οι οποίοι έχουν την ελπίδα να το στελεχώσουν, δηλαδή οι επώνυμοι και εκφέροντες δημοσία λόγον νομικοί, αλλά οι επί 35 έτη συνοδοιπόροι μου εις την δικηγορίαν και το δικαστικόν σώμα, οι καθημερινοί μαχόμενοι δικηγόροι, με το σύμφυτον προς το λειτούργημα των ένστικτον της ελευθερίας, με το υψηλόν αγωνιστικόν αίσθημα ευθύνης, τους οποίους καλώς εγνώρισα και ηγάπησα εις τα ακροατήρια και τα προαύλια της Ευελπίδων και οι οποίοι καυχώμαι ότι με τιμούν με την αγάπην τους, ίσως και με την φιλίαν τους.
Ο ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος θα επέλθη εάν η δημοκρατία μας αλλοιωθή έτι περισσότερον και μεταξελιχθή, ως τείνει άλλωστε, εις λαϊκίζουσαν μιντιακήν δημοκρατίαν, τηλεοπτικώς κατευθυνόμενων ψηφοφόρων.
Η ευθύνη του νομοθέτου είναι ακόμη μεγαλύτερα όταν συνειδητοποιήσωμε ότι η νομοθεσία συνήθως δεν θεσπίζεται προς κάλυψιν πραγματικών αναγκών των πολιτών αλλά υπό την πίεσιν ομάδων συμφερόντων, ενίοτε δε και θυμοειδώς, λόγω τρεχουσών επικοινωνιακών αναγκών.
Η πολιτεία δεν συνειδητοποιεί ότι οφείλει να προστατεύη όλους και να μη παρέχη επιλεκτικήν προστασίαν μόνον εις τους ισχυρούς και κυρώσεις μόνον εις τους αδυνάτους, διότι άλλως χάνεται το ηθικόν υπόΒαθρον της υπάρξεως της. Έργον της Πολιτείας είναι να πατάσση το έγκλημα. Ένας μάλιστα από τους λόγους υπάρξεως της είναι ακριβώς η πάταξις αυτή, προς αποφυγήν της αυτοδικίας.

Πολιτειακά όργανα τα οποία χάριν σκοπιμοτήτων, δεν τολμούν να ασκήσουν την δημοσίαν εξουσίαν την οποίαν η Πολιτεία τους ενεπιστεύθη, συμβάλλουν αποφασιστικώς εις την αυτοακύρωσίν της και είναι επίορκοι.
Οι νόμοι πρέπει να προστατεύουν όλους αδιαστίκτως και να μην εισάγουν, ενίοτε υπό πονηράς σχοινοτενείς και ακατάληπτους διατάξεις, επιλεκτικήν προστασίαν εις τους αρεστούς, ως λ.χ. διά παραγραφής των κακουργημάτων των δι' επαυξήσεως του ορίου της ζημίας. Το πλέγμα εξωφθάλμου προστασίας και προκλητικής ατιμωρησίας και των εν γένει προνομίων των υπουργών, των Βουλευτών, των συνδικαλιστών και όλων των διαφόρων λοιπών εκλεγομένων, ως και των μελών των ανεξαρτήτων αρχών, πρέπει να έκλείψη, και δη, εν όψει του τρέχοντος ελλείμματος αξιοπιστίας εις τους θεσμούς, με άμεσον τρόπον.
Φρονώ, επί πάσιν, ότι τα επιστημονικώς και νομολογιακώς αμφισβητούμενα, εκ μόνου του λόγου τούτου, δεν πρέπει να επιλύονται εσπευσμένως διά της νομοθεσίας, διότι ο νομοθέτης διατρέχει τον κίνδυνον να μη είναι σοφώτερος των διαφωνούντων και εάν αυτός σφάλη οι λύσεις θα είναι, πλέον, ανελαστικές. Οι διαφωνίες εκφράζουν ρεύματα ανθρωπίνων σκέψεων, τα οποία πρέπει να υποστούν ζύμωσιν έως ότου «ξεκαθαρίσουν» τα πράγματα και διαφανή, πλέον μετά περισκέψεως, ως απολύτως αναγκαία η νομοθετική παρέμβασις. Τυπικόν παράδειγμα, η θέσπισις του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Συνειδητοποιείτε περί τίνος πρόκειται; Ένας μόνον άνθρωπος στέλλει έναν άλλον άνθρωπον δι' είκοσι έτη εις την φυλακήν! Δεν αντιλαμβάνομαι πως δεν έχει ξεσηκωθή ο νομικός κόσμος της Χώρας. Φαίνεται ότι η καθημερινή η φθορά των αυτονόητων, εδημιούργησεν συνθήυκες μιθριδατισμού!
Συνηθίσαμε το αδιανόητον!

Ως προς το εις τους δικαστάς και εισαγγελείς ανάλογοι μερίδιον της ευθύνης θα είμαι δυσάρεστος. Ένας παλαιός υπερασπιστικός κανών λέγει: Εάν μπορείς αμφισβήτησε τα στοιχεία, άλλως, αν δεν μπορείς να αμφισβήτησης τα στοιχεία, αμφισβήτησε τον νόμον, άλλως, αν δεν μπορείς να αμφισβητήσης τον νόμον, αμφισβήτησε το δικαστήριον. Είναι όμως αδιανόητον οι κατηγορούμενοι να παραπέμπονται εις το ακροατήριον ακρίτως και με διεκπεραιωτικήν, ίσως κι ευθυνόφοβον, νοοτροπίαν, υπό την πίεσιν αυτών οι οποίοι καταχρώνται ιδιότητες που έχουν ή που δεν έχουν και οι οποίοι χρησιμοποιούν προς άσκησιν πιέσεως διά την εισαγωγήν των υποθέσεων εις το ακροατήριον το «ένδικον βοήθημα" της αναφοράς παραπόνων. Η ευθύνη όσων καθήκοντως επιλαμβάνονται και δεν απορρίπτουν με συνοπτικές διαδικασίες τα «ένδικα αυτά βοηθήματα» αλλά τα βασανίζουν επιμελώς μήπως και δυνηθούν να διώξουν πειθαρχικώς τους νεαρούς δικαστάς και εισαγγελείς είναι μεγάλη διά την μη εκκαθάρισιν εις την προδικασίαν των αβασίμων μηνύσεων κα την σώρευσιν του πλήθους των υποθέσεων εις τα ακροατήρια. Το δικαιακόν μας σύστημα πάσχει διότι επιτρέπει την ατιμωρητί κατάχρησιν παντός δικονομικού δικαιώματος. Εάν λόγου χάριν πάσα αίτησις εξαιρέσεως ή πάσα αναφορά παραπόνων συνωδεύετο υποχρεωτικώς από παράβολο 1000 ευρώ, όλα αυτά θα είχαν τελειώσει.
Όμως και υπό τις δύσκολες αυτές συνθήκες θα θυμίσω στους δικαστάς και εισαγγελείς τους στίχους του Κάλβου το ποίημα «εις Σάμον»: «Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι. Θέλει αρετήν τόλμην η ελευθερία».
Η διαδικασία της ποινικής δίκης, καθ' εαυτήν, είναι τρομερά, διά να την υποστή κάποιος αδίκως. Η προδικασία σκοπεί ακριβώς εις το να φιλτράρη και να απομακρύνει αυτούς οι οποίοι δεν πρέπει να παραπεμφθούν εις το ακροατήριον. Όλοι, εις σμικρόν γενναίοι, κατά τον ποιητήν, πρέπει να αναλαμβάνωμε τις ευθύνες μας. Αλλά, διαχειριζόμενοι το κακόν, πρέπει να μην επιδεικνύωμε άνευ λόγου σκληρότητα. Να ενεργούμε δε απροσωπολήπτως, ως νους άνευ ορέξεως, κατά Αριστοτέλην, όπως δε μνημονεύται εις το Ευαγγέλιον: «Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Η ισχύς μας δεν προέρχεται από την προσωπικότητά μας, αλλ' από την δημοσίαν εξουσίαν την οποίαν ασκούμεν. Εάν την καταχρασθώμεν (αλλά και εάν απλώς δεν είμεθα εν ταυτώ και δίκαιοι και επιεικείς) θα αντιμετρηθώμεν με το ίδιον μέτρον, εις τον προσήκοντα χρόνον. Λέγει ο Λόγος τον οποίον δεν δυνάμεθα να αγνοήσωμεν όχι το λαϊκιστικόν και σχεδόν αγοραίον: «και οι κρίνοντες κρίνονται αλλά το απειλητικόν: «Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε και εν ω μέτρω μετρείτε, αντιμετρηθήσεται υμίν» (Ματθαίος ζ 1).
Είναι αδιανόητον το εσχάτως συμβαίνον. Το κατηγορητήριον του ανακριτού να μεταλάσσετοι, ελαφρά τη καρδία, εις εισαγγελικήν πρότασιν και. το χειρότερον, η τελευταία δι'απλής παραπομπής εις παραπεμπτικόν Βούλευμα. Σημεία των καιρών! Έχει τις την εντύπωσιν ότι, προ της απολογίας του εις το ακροατήριον, ουδείς ακούει τον κατήγορομενον! Το τοιούτον δεν είναι απλώς απαράδεκτον. Είναι εφιαλτικόν!
Η ετέρα επικίνδυνος τάσις είναι ότι το δίκαιον μας, με την ανάπτυξιν της τεχνολογίας, καθίσταται προϊόντος του χρόνου οιονεί νομολογιακόν. Εντοπίζεται εις την τραπεζαν των νομικών πληροφοριών, μία σκέψις η οποία προσαρμόζεται, αλλά όχι απολύτως, προς το πραγματικόν της υποθέσεως; Τόσο το χειρότερον διά το πραγματικόν της υποθέσεως! Χειραγωγείται αυτό, ώστε να προσαρμοσθη εις την ετοίμην νομικήν σκέψιν! Ιδίως τούτο είναι το χαρακτηριστικόν το οποίον βαθμηδόν, ολίγον κατ' ολίγον, μεταλάσσει τον δικαστικόν λειτουργόν (αλλά και τον δικηγόρον) εις απλούς διεκπεραιωτάς νομικών υποθέσεων.
Η επίμονος παράλειψις των συγχρόνων εφαρμοστών του νόμου να ανατρέχουν εις τα συγγράμματα και να ενημερώνονται από τις βιβλιοθήκες, αρκούμενοι εις την απλήν ενημέρωσιν με νομολογίαν η οποία εμφανίζεται εις τις νομικές ιστοσελίδες ακρίτως, άνευ ουδενός σχολίου περί της ορθότητας της, ωδήγησε εις το να θεωρούνται ακόμη και καταφανώς εσφαλμένα τερατουργήματα νομικής σκέψεως, εκ μόνου του λόγου ότι συνέβη να αναρτηθούν εις το διαδίκτυον, ως η κρατούσα νομολογία.
Πρέπει να ενθαρρύνεται τόσον η πρωτότυπος σκέψις όσον και η βαθεία γνώσις του επιστημονικού δόγματος πλην, προεχόντως, είναι αναγκαίον να επέλθη όσμωσις της επιστημονικής θεωρίας με την νομικήν πράξιν. Αναγκαίος όρος τούτου είναι να γίνεται αυστηρός αυτοέλεγχος από την πλευράν των θεωρητικών, ως προς το εάν αυτά τα οποία αναπτύσσουν, είναι όντως εφαρμόσιμα. Α.χ., πολυτελής διαδικασία η οποία θα επέτρεπε να δικάζωνται μόνον τρεις υποθέσεις όταν το πινάκιον έχη 50 είναι ανεφάρμοστος!
Ενθυμούμαι την εποχήν της φοιτητικής μας μακαριότητος, όταν, πλέοντες εις το πέλαγος της αγνοίας μας, αντιμετωπίζαμε το συγκαταβατικόν μειδίαμα των καθηγητών μας, με χαρακτηριστικώτερον εκείνο του Ανδρέα Γαζή, ο οποίος μας έλεγε ότι δύο είναι οι αρετές του νομικού. Η πρώτη να είναι πιστός εις τον νόμον και η δευτέρα να διαβάζη πολύ προσεκτικά τα έγγραφα.
Αυτό, δηλαδή η πίστις εις τον νόμον, φαίνεται ότι έγινε μάθημα εις ημάς τους, τότε, νεαρούς θεμιστοπόλους και η αντισυνταγματικότης επί πολλά πολλά έτη, εις τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, εύρεν την περιθωριοποιημένην θέσιν της εις το ράφι του παραδείσου των νομικών εννοιών.
Εσχάτως όμως εβιώσαμεν την ανάπτυξιν ενός καινοφανούς νομικού συστήματος.
Είναι πράγματι αξιοπερίεργον το πως οι νομικοί επί τη βάσει ενός κειμένου τριών ή τεσσάρων, βία δέκα, λέξεων καταλήγουν εις βαθυστόχαστες αναπτύξεις και γνωμοδοτήσεις, μάλιστα όλως αντιθέτου μεταξύ των περιεχομένου, τις οποίες, αν έχουν και πολιτικήν προέκτασιν, τις αναπτύσσουν και από τις οθόνες των τηλεοράσεων, ούτως ώστε διά να αποφανθή νομικός της πράξεως επί τη βάσει τοιούτων, προβληματίζεται αν πρέπει να τις αρίθμηση ή να τις ζύγιση (και μάλιστα επί τη βάσει ποίου κριτηρίου) ή απλώς να τις αγνόηση και να κάμη την δουλειά του.
Προφανώς έχετε ακούσει τοιαύτα επιχειρήματα με σχεδόν μεταφυσικήν διάστασιν. Θα ακούσατε τις πιο ακραίες ερμηνείες, ως δήθεν περιεχόμενες εις τον νόμον, διά των οποίων, χωρίς σεβασμόν εις τον νόμον, κατ' ουσίαν επιχειρείται η φθορά του νόμου, βάσει δήθεν αρχών οι οποίες όμως δεν ευρίσκονται πάντοτε εις αντιστοιχίαν προς την κοινωνικήν περί δικαίου συνείδησιν και πάντοτε προς μίαν και μόνον κατεύθυνσιν, την ανατροπήν των κειμένων διατάξεων.
Η περί δικαίου κοινή συνείδησις αγνοείται, είτε διά να εξυπηρετηθή ο κατηγορούμενος, είτε διά να υποστηριχθή κάτι καινοφανές προς περαιτέρω ανέλιξιν του επιχειρηματολογούντος, ως εκ της ανάγκης διακρίσεως, διότι, όπως ήδη προ χιλίων πεντακοσίων ετών έγραψεν ο αββάς Εφραίμ ο Σύρος: «Η υπερηφάνεια αναγκάζει επινοείν καινοτομίας, μη ανεχομένη το αρχαίον».
Ο συνήγορος δεν είναι αντιπρόσωπος του κατηγορουμένου, αλλά παραστάτης αυτού και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από τας εντολάς του, έχει όμως την νομικήν υποχρέωσιν να ενεργή προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, ως όμως αυτός το αντιλαμβάνεται, μέχρις ότου νομίμως αντικατασταθή. Υποχρεούται να υπερασπισθή τον κατήγορουμενον, έτι και όταν έχη πεισθή ότι ευρίσκεται εν αδίκω, δεν δικαιούται όμως ούτε να του υπόδειξη παράνομον πράξιν προς υπε-ράσπισίν του, ούτε να του υπόδειξη ενέργειαν δυσχεράνσεως του έργου της Δικαιοσύνης, ως, φευ, προϊόντος του χρόνου, διαπιστούται. Δεν επιτρέπεται από παίκτης του τραγικού «παιγνίου» της δίκης να μεταΒάλη εαυτόν εις μέρος του παγνίου αυτού, διά να ομιλήσω δε με θεατρικούς όρους, δεν επιτρέπεται από σκηνοθέτης να γίνη και ηθοποιός. Αδιανόητον ιδίως είναι το να μεταβάλη εαυτόν εις εκπρόσωπον τύπου του κατηγορουμένου, προεχόντως, διότι τοιουτοτρόπως υποβαθμίζει τον χαρακτήρα της δικηγορίας ως λειτουργήματος της δικαιοσύνης. Τα δύο, βία, τρία λεπτά της τηλεοπτικής δημοσιότητος έξωθι του ανακριτικού γραφείου, δεν αντισταθμίζουν την ακολουθούσαν αμαύρωσιν του δικηγορικού λειτουργήματος, ιδίως όταν από τηλεοράσεως αναπτύσσονται δήθεν υπερασπιστικοί ισχυρισμοί υπό νομικοφανή επιχειρηματολογίαν, οι οποίοι ενίοτε είναι διαφανώς παιδαριώδεις και παραβιάζουν την κοινήν λογικήν. Ξέρετε οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι συνηθέστατα σφάλλουν θεωρούντες ως ανύπαρκτους τους ανθρώπους οι οποίοι διαθέτουν την υπέροχον κοινήν λογικήν.
Αλλά όλα όσα λέγονται αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν το πραγματικόν πρόβλημα το οποίον δεν είναι ούτε το φιλόδικον των συνελλήνων, ούτε η ανεπάρκεια των δικαστών, ούτε η εξάντλησις των ορίων του νόμου από τους δικηγόρους.
Το πραγματικόν πρόβλημα της δικαιοσύνης έχει ως αφετηρίαν τον τεράστιον και ανεξέλεγκτον αριθμόν των δικηγόρων. Ουδείς εξορθολογισμός είναι δυνατόν να επέλθη χωρίς την αντιμετώπισιν αυτού του ζητήματος το οποίον είναι ταμπού και ουδείς το θίγει. Αυτός προκαλεί τον υπερπληθωρισμόν των ασήμαντων και κυρίως αβασίμων υποθέσεων, εντός του οποίου ασφυκτιούν και εν τέλει κυριολεκτικώς πνίγονται, οι όντως σημαντικές υποθέσεις.
Άπαντας ημάς τους νομικούς μας καταδιώκει εδώ και δύο χιλιετίας ένας φοβερός λόγος.
Μνημονεύεται εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον ο εξής διάλογος:
«Αποκριθείς δε τις των νομικών λέγει αυτώ, Διδάσκαλε, ταύτα λέγων και ημάς υβρίζεις. Ο δε είπεν και υμίν τοις νομικοίς ουαί, ότι φορτίζετε τους ανθρώπους φορτία δυσβάστακτα και αυτοί ενί των δακτύλων υμών ου προσψαυετε τοις φορτίοις. Ουαί υμίν τοις νομικοίς, ότι ήρατε την κλείδα τής γνώσεως. Αυτοί ουκ εισήλθατε και τους εισερχόμενους εκωλύσατε». (Λουκ. ια, 45 επ).
Είναι σαφές ότι από τότε οι νομικοί «ήσαν στον κόσμο τους»!
Κατά την ερμηνείαν των διατάξεων προβάλλεται πλειστάκις, ελαφρά τη καρδία, το ότι η συγκεκριμένη διάταξις περιέχει ρυθμίσεις οι οποίες δεν είναι συμβατές προς το Σύνταγμα ή προς την ΕΣΔΑ.
Οι νομικοί τείνουν να επικαλούνται την ΕΣΔΑ, ως κρυμμένον άσσον εις το μανίκι, όταν αισθάνονται ότι εξηντλήθη η νομική των φαρέτρα από τα επιχειρήματα του εσωτερικού δικαίου.
Πάντοτε αναλογιζόμουν διατί η προσφυγή εις την ΕΣΔΑ ασκεί τόσην γοητείαν εις τους δικηγόρους. Εσκέφθην μήπως επικαλούνται την ΕΣΔΑ μόνον διότι αισθάνονται ότι εξηντλήθη η νομική των φαρέτρα από τα επιχειρήματα του εσωτερικού δικαίου. Όντως το εσωτερικόν δίκαιον είναι σκληρόν. Εξαντλείται εις περιωρισμένον αριθμόν ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν πλέον επεξεργασθή και απαντηθή επαρκώς, η δε Δικονομία είναι νομοθέτημα τιμωρητικόν, αποτελεί σύστημα μονόδρομων και ο δικηγόρος το λάθος του θα το συναντήση εις την επομένην γωνίαν.
Κατέληξα όμως εις το συμπέρασμα ότι οι θεμιστοπόλοι προσφεύγουν εις αυτήν από μίαν βαθυτέραν ανάγκην, την ανάγκην να διασπάσουν το υφιστάμενον πλαίσιον δικαίου και να καταφύγουν εις έτι ανώτερον σύστημα, όπως όλες οι επαγγελματικές ομάδες χαρακτηρίζουν αντισυνταγματικές τις εις βάρος των νομοθετικές ρυθμίσεις. Προέρχεται από την ψυχολογικήν αδυναμίαν των κοινωνιών να κατανοήσουν ότι αυτές θεσπίζουν το τεθειμένον δίκαιον και είναι άξιες είτε να απολαύσουν, είτε να υποστούν το δίκαιον το οποίον αυτές παράγουν. Παρ' ότι ήδη εις την αθηναϊκήν Δημοκρατίαν πλήρως κατενοήθη ότι το δίκαιον δεν προέρχεται έξωθεν ή θεόθεν, ακόμη οι κοινωνίες δεν το έχουν κατανοήσει ή εν πάση περιπτώσει προσβλέπουν εις από μηχανής θεόν.
Από ημάς τους εναπομείναντες νομικούς, τους γοητευμένους εισέτι από την θέλγουσαν χάριν και την σχεδόν μουσικήν τελειότητα του Ποινικού Κωδικός της νεότητας μας, του Κώδικος του Χωραφά, η επίκλησις των διατάξεων της ΕΣΔΑ αντιμετωπίζεται εν πολλοίς με επιφύλαξιν. Επιφύλαξιν, διότι το σύστημα εξακολουθεί να είναι αποτελεσματικόν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του νομοθέτου, ο οποίος ως μαθητευόμενος μάγος, ανεκάλυψεν, βαυκαλιζόμενος από την μέθην της παντοδυναμίας του, ότι έχει εις χείρας του την νομοποιητικήν μηχανήν και απεφάσισεν ότι δύναται να ανατρέψη εν μια νυκτί το προϊόν της σοφίας και του πνευματικού μόχθου των συντακτών του ΠΚ και του ΚΠΔ αλλά και των λοιπών Κωδίκων και εν πολλοίς το κατώρθωσεν.
Η εντεύθεν ανασφάλεια δικαίου αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν, το οποίον προέρχεται από την διαρκώς αποτυγχάνουσαν προσπάθειαν του νομοθέτου, διά της θεσπίσεως ναρκοπεδίων ακυροτήτων, δήθεν να επιταχύνη τις ποινικές δίκες, εις βάρος της ποιότητος απονομής της δικαιοσύνης.
Η ΕΣΔΑ, ως ερμηνεύεται υπό του Ευρωπαϊκού αυτής Δικαστηρίου, επιχειρεί την εισαγωγήν ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού εις τα πλαίσια της ποινικής δίκης και μάλιστα χωρίς απόλυτον γνώσιν των ισχυόντων εντός εκάστης συγκεκριμένης Χώρας. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα, η υπόθεσις «Β και L κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 13.9.2005», η οποία απεφάνθη ότι η απαγόρευσις του γάμου μεταξύ του πενθερού και της εν διαζεύξει πρώην συζύγου του υιού του (της νύφης του δηλαδή) παραβιάζει το αρθρ. 12 της ΕΣΔΑ, ώστε να τίθεται ζήτημα αναθεωρήσεως του άρθρου 1357 του ΑΚ, το οποίον εις την Ελλάδα, φαντάζομαι, ως θεσμός ισχύει από την εποχήν του λίθου. Δεν θέλω να σκεφθώ την θύελλα εις τις θεατρικές επιθεωρήσεις, αν τοιούτο τι εδέχετο ελληνικόν Δικαστήριον.
Πάντως, αν τις ανάγνωση εις νομικά περιοδικά διάφορα άρθρα με τις απόψεις επαγγελματιών νομικών, θα κατάληξη εις το συμπέρασμα ότι πάσα δικαστική απόφασις μη αρεστή εις τον διάδικον (του δικηγόρου του οποίου δεν έγιναν δεκτά τα εκ της ΕΣΔΑ επιχειρήματα εις την δίκην) και πάσα νομοθετική πρωτοβουλία μη αρεστή εις την συγκεκριμένην επαγγελματικήν ή κοινωνικήν ομάδα, (τα συμφέροντα της οποίας, κρυπτόμενος υπό επιστημονικόν μανδύα, υπερασπίζεται ο συγγραφεύς), αντίκεινται εις την ΕΣΔΑ και ο κατηγορούμενος κατεδικάσθη, ή η κοινωνική ή επαγγελματική ομάς αδικείται, διότι εις την περίπτωσιν των παρεβιάσθη η ΕΣΔΑ.
Η άποψις του έχοντος την τιμήν να σας ομιλή ήδη κατέστη διαφανής.
1.  Εις τον παράδεισον των νομικών εννοιών τα εκ της ΕΣΔΑ και τα συνταγματικά άνθη πρέπει να καταλαμβάνουν τον χώρον ο οποίος πράγματι τους ανήκει και να μην καταπατούν χώρον ο οποίος δεν τους ανήκει.
2. Ο νομοθέτης νομοθετεί και ο δικαστής εφαρμόζει τον νόμον. Ο τελευταίος πρέπει να αποκρούη αμελλητί τις πονηρές σκέψεις, να ρίψη άμμον εις τα γρανάζια της νομοθετικής εξουσίας, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας, όταν η νομοθετική ρύθμισις απαρέσκει εις τους διαδίκους. Η νομοθετική εξουσία δεν είναι «νομοποιητική μηχανή, την οποίαν μάλιστα δεν χρειάζεται καν να αναμένωμεν», όπως με οίησιν είχε γράψει σπουδαίος οικονομολόγος, αλλά είναι ο πυρήν της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και
3.  Η ασφάλεια του δικαίου είναι πολύ σημαντική, δι' ημάς τους καθημερινούς ανθρώπους, και δεν είναι καθόλου έντιμον οι νομικοί, επί τη βάσει ιδεολογημάτων, να την ανατρέπουν.
Απαιτείται, ενεργούντα ψυχραίμως, τα Δικαστήρια να μη παρασυρθούν και διαλύσουν το υφιστάμενον πλέγμα δικαίου ανθιστάμενα, όπου δει, εις την τάσιν ακρίτου αποδοχής του εισβάλλοντος ούτω, εξ Εσπερίας, νομικού πολιτισμού.
Σας θυμίζω ότι ως όρος, η Θέμις, δηλαδή η ελληνική προσωποποίησις της δικαιοσύνης, εμφανίζεται από τους μυκηναϊκούς ήδη χρόνους εις επιγραφάς της γραμμικής γραφής Β εις την φράσιν «ουκί τέμι», δηλαδή «ουχί θέμις» υπό την έννοια των αποφράδων ημερών, των dies nefasti, όταν, κατά τον Λουκιανόν, «μήτε εισαγώγιμοι αι δίκαι ώσι», δηλαδή εκείνες κατά τις οποίες δεν υπάρχει δικάσιμος και συνεπώς κατά την λαϊκήν εκφρασιν οι ημέρες κατά τις οποίες «δεν βρίσκεις το δίκιο σου». Η λέξις «Δικαιοσύνη» ευρίσκεται και εις την Καινήν Διαθήκην ογδόντα οκτώ φορές. Δεν έχει όμως πάντοτε την σημασίαν την οποίαν έχει η λέξις εις την σημερινήν εποχήν. Τις περισσότερες φορές, έχει την έννοιαν όλων των καθηκόντων του ανθρώπου προς τον άνθρωπον.
Πάντως η δικαιοσύνη έχει διαχρονικώς και παγκοσμίως ένα κοινόν νοηματικόν πυρήνα, ο οποίος εντοπίζεται εις την ισονομίαν.
Είναι εντυπωσιακόν ότι ο πόθος διά δικαιοσύνην, ως τάσις της ανθρωπινής ψυχής και το μεγαλύτερον ιδεώδες αυτής μετά την ελευθερίαν, είναι κοινός εις όλους τους ανθρώπους, εις όλην την γην και από τους πανάρχαιους χρόνους. Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον τούτο απεδόθη ως «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται». Είναι εύλογον να υποθέση τις ότι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξη.
Περαιών τον λόγον μου αυτόν, διά το δυσχερές παρόν της Δικαιοσύνης, επιθυμώ να τον τελειώσω, δι' έλληνος λόγου, με μερικούς στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη από το άγνωστον, αποκηρυγμένον, ποίημα «Μνήμη»:
«Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
του αχάριστου όχλου των θνητών.
Είν' οι θεοί αθάνατοι. Από τα βλέμματα μας
τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί
».
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...