Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Δόλος οφειλέτη, εκκαθαριστής, υπαγόμενα χρέη, συνδυασμός καταβολών και ρευστοποίηση περιουσίας.

Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου 319/ 2018.

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Κωνσταντίνο Ρόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Απόρριψη αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του  Ν. 3869/2010,  λόγω δολιότητας της αιτούσης. Έφεση. Έννοια και προϋποθέσεις του δόλου. Υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 και όσοι είναι έμποροι, αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην  ρύθμιση του ανωτέρω νόμου  οι οφειλέτες που κατά τον χρόνο παύσης των πληρωμών τους είχαν την εμπορική ιδιότητα. Ρευστοποίηση δυνητικά της πρώτης κατοικίας, εφόσον  το ζητήσει στην αίτησή του ο οφειλέτης. Απρόσφορα προς ρευστοποίηση ακίνητα.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης κι όχι τον κατά την έκκλητη δίκη ισχύοντα νεότερο νόμο, ακόμη κι αν αυτός έχει αναδρομική ισχύ. Νεότερος νόμος που εκδόθηκε μετά την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, δύναται να εφαρμοστεί, ακόμη κι αν έχει αναδρομική ισχύ, μόνο εφόσον περιέχει ρητή και ειδική διάταξη για την εφαρμογή του κι επί των κριθέντων οριστικώς με μη τελεσίδικη απόφαση, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδικάζει την αγωγή επί της ουσίας της υποθέσεως εξ υπαρχής, έπειτα από την αποδοχή λόγου εφέσεως, οπότε και εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασής του.
Εν προκειμένω, η αιτούσα, διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων και καταστημάτων (μικροέμπορος), ήδη συνταξιούχος, περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της χωρίς δόλο, καθώς το οικονομικό προφίλ της τόσο από πλευράς εισοδημάτων, όσο και από πλευράς εξασφάλισης των τυχόν επισφαλειών των καθ’ ων επέτρεπε την δανειοδότησή της. Εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Αβασιμότητα ένστασης των καθ’ ων περί παραβάσεως του καθήκοντος ειλικρίνειας και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Εκτίμηση των αναγκών διαβίωσης και καθορισμός αξιοπρεπούς διαβίωσης της αιτούσας. Διορισμός εκκαθαριστή για την εκποίηση της περιουσίας της αιτούσης. Ρύθμιση μηνιαίων καταβολών συμμέτρως διανεμόμενες μεταξύ των πιστωτών της επί τριετία. Εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας και λοιπών περιουσιακών και μη στοιχείων. Δέχεται την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 105/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου.

 Με την από 2-5-2013 αίτησή της η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα εξέθετε ότι είναι φυσικό πρόσωπο ευρισκόμενο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, την κατάσταση της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, την κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους και με βάση το περιεχόμενο αυτό, ζήτησε, όπως παραδεκτά συμπλήρωσε το αίτημά της, να γίνει διευθέτηση των οφειλών της, σύμφωνα με το προτεινόμενο από την  ίδια σχέδιο, άλλως, επικουρικά, να γίνει δικαστική ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, με εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας καθώς και άλλων λεπτομερειακά περιγραφόμενων ακινήτων ιδιοκτησίας της, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη και με αριθμό 1405/2018 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε την υπόθεση ερήμην  της τρίτης των καθών και ήδη τρίτης εφεσίβλητης και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έκρινε ορισμένη και νόμω βάσιμη την αίτηση και ακολούθως την απέρριψε, δεχόμενο ότι η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα δολίως ανέλαβε τα περιγραφόμενα στην αίτηση χρέη της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεση της, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου  καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προς το σκοπό πλήρους αποδοχής τής αίτησής της και του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών της.

Ι. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α’ του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 1779/2017, 65/2017 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι’ αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ’ αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών), υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (ΑΠ 947/1995), όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν εις άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχής εις εποχήν και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα (ΑΠ 947/1995). Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι (ΑΠ 803/2017 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, ο διακοσμητής είναι έμπορος όταν κατά σύνηθες επάγγελμα αναλαμβάνει την εκτέλεση της διακόσμησης διαφόρων χώρων, χρησιμοποιών προς τούτο και τις υπηρεσίες τρίτων που αυτός προσλαμβάνει ως εργατοτεχνίτες και κερδοσκοπεί από τα υλικά που αγοράζει για τις διακοσμήσεις και εκ της εργασίας των εργατοτεχνιτών (ΕφΘες 2454/1996 Αρμεν. 1992.812).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α’ και β’ του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση. Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 636/2017).

IV. Η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, που γίνεται με δικαστική απόφαση κατ` εφαρμογή του άρθ. 8 του νόμου, στηρίζεται στα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη από την περιουσία και την εργασία του, αφού ληφθούν υπ’ όψιν οι εύλογες δαπάνες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του. Δεν θίγεται σε αυτή τη φάση ο κορμός της περιουσίας του οφειλέτη, που μπορεί να είναι κινητά ή ακίνητα. Εντεύθεν όμως δεν προκύπτει ότι η περιουσία αυτή πρέπει αναγκαίως να μείνει άθικτη μέσα στην ανοιγόμενη διαδικασία ρυθμίσεως των χρεών του οφειλέτη και απαλλαγής από αυτά. Η εξόφληση των δόσεων, δηλαδή, που θα ορίσει το δικαστήριο, δεν είναι απαραίτητο να γίνει μόνο από τα εισοδήματα κάθε διαθέσιμης πηγής που έχει ο οφειλέτης. Αν υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη (κινητή και ιδίως ακίνητη), εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει αν μόνο αυτή ή και αυτή πρέπει να εκποιηθεί για την ικανοποίηση των πιστωτών. Ο νόμος δεν εξαιρεί τα ακίνητα του οφειλέτη από τη διαδικασία ρευστοποιήσεώς τους προς ικανοποίηση των πιστωτών. Ειδική μέριμνα λαμβάνει για το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, εφόσον επιτρέπει στον οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεσή του από την εκποίηση. Ουσιαστικά δεν πρόκειται περί επιβαλλόμενου από το δικαστήριο νέου χρέους, αλλά περί μεταλλαγής των χρεών του οφειλέτη. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης διαθέτει αξιόλογη ακίνητη περιουσία, στην οποία μπορεί να περιλαμβάνεται και πρώτη κατοικία, την οποία επιθυμεί να οδηγήσει σε ρευστοποίηση ώστε μέσω του προϊόντος αυτής να εξυπηρετήσει χρέη του για τα οποία δεν διαθέτει άλλη πηγή. Το δικαστήριο αντλεί την εξουσία ρευστοποιήσεως από την παρ. 1 του άρθ. 9 του Ν. 3869/2010. Η δυνατότητα αυτή του δικαστηρίου δεν αποκλείει στον ίδιο τον οφειλέτη τη δυνατότητα να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τη ρευστοποίηση βάσει της παρ. 1 του άρθ. 9 του άνω νόμου. Η προσφορά του οφειλέτη μπορεί να αφορά και την ίδια τη πρώτη κατοικία, γιατί ο οφειλέτης δεν έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τις οριζόμενες για την περίπτωση αυτή από το δικαστήριο δόσεις στα πλαίσια της παρ. 2 του άρθ. 9 του Ν. 3869/2010. Ορισμένες πάλι φορές η ρευστοποίηση στα πλαίσια της παρ. 1 του άρθ. 9 του νόμου συνδυάζεται με τον ορισμό από το δικαστήριο μηδενικών καταβολών βάσει της παρ. 5 του άρθ. 8 του νόμου. Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών δύναται να διατεθεί η κινητή ή ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, εφόσον αυτή είναι ρευστοποιήσιμη κατά την παρ. 1 του άρθ. 9 του Ν. 3869/2010. Ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει ότι είναι δεκτική εκποιήσεως κατά τρόπο που παρέχει την προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περιπτώσεως. Μεταξύ των ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων δυνατό να περιλαμβάνονται και ακίνητα εξαιρουμένου του ακινήτου της πρώτης κατοικίας, εφόσον, εννοείται, συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις της τελευταίας. Εντούτοις, γενικώς απρόσφορα προς εκποίηση είναι ακίνητα αγροτικά, κυρίως απρόσοδα, ακίνητα για τα οποία δεν υπάρχουν ασφαλείς τίτλοι, ακίνητα πεπαλαιωμένα, ακίνητα από τα οποία ο οφειλέτης έχει μόνο ποσοστό συγκυριότητας, ακίνητα στα οποία ο οφειλέτης διαθέτει δικαίωμα μόνο ψιλής κυριότητας και το δικαίωμα της επικαρπίας ανήκει σε άλλο πρόσωπο με μεγάλο περιθώριο ζωής, αν πρόκειται για ισόβια επικαρπία, ακίνητο στο οποίο ο προχωρημένης ηλικίας οφειλέτης διαθέτει δικαίωμα επικαρπίας, η οποία κατά την ΑΚ 1167 αποσβέννυται με το θάνατο του επικαρπωτή, οπότε ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Επίσης, κατόπιν αξιολογήσεως και σταθμίσεως των δεδομένων θα μπορούσε να απαλλαγεί της ρευστοποίησης περιουσιακό στοιχείο κατ’ αρχήν ρευστοποιήσιμο του οποίου όμως η οικονομική εκμετάλλευση αποφέρει στον οφειλέτη ικανοποιητικό εισόδημα, μέσω του οποίου ικανοποιούνται οι πιστωτές στα πλαίσια των καταβολών της παρ. 2 του άρθ. 8 του Ν. 3869/2010. Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που έμειναν από το δικαστήριο εκτός διαδικασίας επειδή κρίθηκε ότι δεν είναι ρευστοποιήσιμα, ο οφειλέτης μπορεί να τα διαθέσει ελεύθερα, οι δε πιστωτές διατηρούν τα καταδιωκτικά τους μέτρα κατά του οφειλέτη, με χρονικό ορίζοντα την ολοκλήρωση της ρύθμισης με την πιστοποίηση της απαλλαγής του οφειλέτη, γιατί έκτοτε απαλλάσσεται του υπολοίπου των χρεών του. Συνεπώς για τα περιουσιακά αυτά στοιχεία που εξαιρέθηκαν της εκποίησης ή που έπαυσαν οι εργασίες της εκποίησης, διατηρούν οι πιστωτές τα ατομικά καταδιωκτικά τους μέτρα μέχρι όμως την απόσβεση του χρέους τους με την κατ’ άρθ. 11 του νόμου πιστοποίηση της απαλλαγής του οφειλέτη. Βέβαια εφόσον επιτευχθεί μέσα στα χρονικά αυτά πλαίσια της ρύθμισης του άρθ. 8 η αναγκαστική εκποίηση κάποιου περιουσιακού στοιχείου, θα δημιουργηθεί η ανάγκη μεταρρύθμισης της απόφασης, ενδεχομένως και ως προς το σκέλος της ρύθμισης του άρθ. 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κατοικίας, αφού με την ικανοποίηση (εν όλω ή εν μέρει) κάποιων πιστωτών θα έχουν αλλοιωθεί οι προς ρύθμιση πιστώσεις. Επισημαίνεται ότι η κατά την § 1 του άρθ. 9 εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στις κατά κανόνα περιπτώσεις θα διατάσσεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση παραλλήλως με τη ρύθμιση του άρθ. 8 § 2 του νόμου για μηνιαίες καταβολές, όπως επίσης και με τη ρύθμιση του άρθ. 9 § 2 του νόμου. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, μπορεί να γίνει συνδυασμός των άρθ. 8 § 2 (μηνιαίες καταβολές για το οριζόμενο από το δικαστήριο χρονικό διάστημα μεταξύ 3-5 ετών), άρθ. 9 § 1 (εκποίηση ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη) και § 2 (εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας με ορισμό τοκοχρεολυτικών δόσεων για ορισμένη περίοδο). Τούτο γιατί τα ποσά, που θα αποδίδουν οι δύο άνω πρώτες πηγές, δεν θα αρκούν για την πλήρη ικανοποίηση των πιστωτών. Αν το ύψος των χρεών του οφειλέτη είναι χαμηλό, μπορεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών να γίνει μόνο μέσω των μηνιαίων καταβολών κατ` άρθ. 8 § 2 του νόμου και εν ανάγκη με ενεργοποίηση του άρθ. 9 § 1 του νόμου. Για την πραγματοποίηση της ρευστοποιήσεως αρκεί ο διορισμός εκκαθαριστή και δεν απαιτείται και διορισμός συμβολαιογράφου για την ενώπιον αυτού ενέργεια της ρευστοποιήσεως, αφού ένας τέτοιος διορισμός επαυξάνει τα έξοδα και τις δαπάνες και έτσι μειώνει το διαθέσιμο υπόλοιπο προς ικανοποίηση των πιστωτών. Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ορίσει κατά την ελεύθερη κρίση του είτε τον προτεινόμενο από τους πιστωτές που συγκεντρώνουν την πλειοψηφία των πιστώσεων είτε πρόσωπο περιλαμβανόμενο στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων. Το έργο του εκκαθαριστή καθορίζεται στη δικαστική απόφαση που τον διορίζει και προφανώς, αν πρόκειται για εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη, το έργο του είναι η εκποίηση. Ο τρόπος εκποίησης μπορεί να ορίζεται στην απόφαση ή να αφήνεται στην έμφρονα κρίση του εκκαθαριστή, ενώ ως μόνος περιορισμός είναι ο καθορισμός της ελάχιστης τιμής πώλησης από το Δικαστήριο. Ως προς την ιδιότητα και τα καθήκοντα του εκκαθαριστή εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα που αφορούν το σύνδικο (9 παρ. 1, 15 Ν. 3869/2010). Σε περίπτωση που η απόφαση δεν προβαίνει σε λεπτομερή περιγραφή των καθηκόντων του εκκαθαριστή, αυτά (καθήκοντα) προσδιορίζονται από τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων του Ν. 3869/2010 και του πτωχευτικού κώδικα. Σε περίπτωση που τα προς εκποίηση ή εκμετάλλευση περιουσιακά στοιχεία είναι ακίνητα ο εκκαθαριστής οφείλει να εγγράψει τη σχετική απόφαση στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολογικό Γραφείο, προκειμένου να ενημερωθούν οι τρίτοι τόσο για τον ορισμό του εκκαθαριστή όσο και για τον περιορισμό που τίθεται στο συγκεκριμένο ακίνητο. Το τίμημα της εκποίησης κατατίθεται σε λογαριασμό που δημιουργείται για το σκοπό αυτό. Ο εκκαθαριστής στη συνέχεια συντάσσει τον πίνακα διανομής του προϊόντος της ρευστοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154 επ. του ΠτΚ και 974 επ. του ΚΠολΔ, ενώ αντιρρήσεις κατά του πίνακα μπορούν να προταθούν από όποιον έχει έννομο συμφέρον (όπως μη ενταχθέντες πιστωτές) με ανακοπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 161 Πτωχευτικού Κώδικα. Ο πίνακας διανομής υποβάλλεται στον Ειρηνοδίκη, ο οποίος τον κηρύσσει εκτελεστό και τοιχοκολλάται στο Ειρηνοδικείο, ενώ δημοσιεύεται και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων Ταμείου Νομικών (ΔΔΔΤΝ) προκειμένου να λάβουν γνώση και πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στην διαδικασία. Από το τίμημα της εκποίησης ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των πιστωτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3869/2010 (και δη στο άρθρο 9 παρ. 1 αυτού) ή στον ΚΠολΔ (αρθρ. 974 επ.). Σημειωτέον, ότι άλλο έργο του εκκαθαριστή, ενδεχομένως, είναι η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, όπως αυτή εξειδικεύεται στην απόφαση που τον διορίζει, όπως π.χ. η εκμίσθωση σε τρίτους του ακινήτου του οφειλέτη. Η διαχείριση μπορεί να είναι είτε αποκλειστική είτε με τη σύμπραξη του οφειλέτη. Έργα του είναι επίσης: η λήψη συντηρητικών μέτρων υπέρ των πιστωτών, η ενημέρωση του φακέλου, που τηρείται στο δικαστήριο, σχετικώς με την πορεία της εκκαθαρίσεως, η κατάθεση των εισπραττομένων χρημάτων σε έντοκο λογαριασμό, η διεξαγωγή από τον εκκαθαριστή, με την ιδιότητα του νομιμοποιουμένου μη δικαιούχου διαδίκου, συγκεκριμένων δικών του οφειλέτη, αναφερομένων στην υπό εκποίησιν περιουσία ή σε αξιώσεις του κατά τρίτων προσώπων, η ευδοκίμηση των οποίων προβλέπεται ότι θα αυξήσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Τέλος, έργο του είναι και η ικανοποίηση των πιστωτών μέσω των εισπραττομένων μισθωμάτων που προέρχονται από το ακίνητο. Στην ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να προβεί ο εκκαθαριστής και μέσω του προϊόντος (τίμημα) που εισπράττει από την εκποίηση. Αν στο εκποιούμενο ακίνητο υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια πιστωτών (π.χ. υποθήκη), ο εκκαθαριστής από το τίμημα της εκποιήσεως πρέπει πρώτα να ικανοποιήσει προνομιακά τους δανειστές, που έχουν εμπράγματη ασφάλεια, και κατά την τάξη που ο καθένας του έχει. Οι πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο ακίνητο προηγούνται έναντι των ανεγγύων πιστωτών. Αν το εισπραχθέν τίμημα επαρκεί μετά την ικανοποίηση των εχόντων εμπράγματη ασφάλεια, θα διατεθεί για τη σύμμετρη ικανοποίηση των ανεγγύων πιστωτών. Η δικαστική απόφαση που ορίζει εκκαθαριστή για την εκτέλεση του έργου της ρευστοποιήσεως πρέπει να ορίζει και εύλογη προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να περατωθεί το έργο της εκκαθαρίσεως. Για διαφόρους λόγους μέσα στην ορισθείσα προθεσμία, μερικές φορές, δεν είναι δυνατό να ολοκληρωθεί το έργο της εκκαθαρίσεως. Εφόσον υπάρχει ακόμη ενδιαφέρον, ανακύπτει ανάγκη παρατάσεως της ορισθείσης δικαστικής προθεσμίας (βλ. ΚΠολΔ 148). Η αίτηση υποβάλλεται στο ίδιο δικαστήριο που όρισε τον εκκαθαριστή και νομιμοποιείται στην υποβολή της κάθε ενδιαφερόμενος διάδικος που μετέσχε στη διαδικασία όπως είναι ο οφειλέτης ή κάποιος πιστωτής, αλλά και ο ίδιος ο διορισθείς εκκαθαριστής. Τέλος, ο εκκαθαριστής ευθύνεται για τις πράξεις του έναντι των πιστωτών και του οφειλέτη κατ` αναλογική εφαρμογή του άρθρου 80 του Πτωχευτικού Κώδικα, ενώ για τις υπηρεσίες του δικαιούται αμοιβή, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 81 του Πτωχευτικού Κώδικα. Η αμοιβή του καθίσταται ληξιπρόθεσμη μετά το πέρας των εργασιών που του έχουν ανατεθεί, όπου και υποβάλλει στο Ειρηνοδικείο αίτηση λογοδοσίας και οριστικής αντιμισθίας. Το δικαστήριο προσδιορίζει ελεύθερα την αμοιβή του, η οποία παρακρατείται από το προϊόν της εκποίησης. Η παρακράτηση αυτή μπορεί να γίνει και πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα διανομής. Σε αυτήν την περίπτωση, η απόφαση που θα εκδοθεί μεταγενέστερα θα επικυρώνει την παρακράτηση της αμοιβής. Επίσης, ο εκκαθαριστής, προκειμένου να καλύψει τα τρέχοντα έξοδα της διαδικασίας, δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιδικασθεί ένα ποσό προσωρινά, το οποίο συμψηφίζεται στη συνέχεια κατά την διαδικασία επιδίκασης της οριστικής αντιμισθίας (βλ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, passim, Αθανασιάδου, Η ρευστοποίηση περιουσίας και η προστασία κύριας κατοικίας στο Ν. 3869/2010, passim).

V. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση του νόμου συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ` ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο. Περαιτέρω ο νόμος δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, για το χρέος αυτό που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από τη εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτιώσεως της, όπως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 § 5 ν. 3869/2010, καθώς εξάλλου η προστασία αυτή δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς, που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο. Συνεπώς, όταν το επιτρέπουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως ηλικίας, προβλημάτων υγείας και ανεργίας το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει και κατώτερο ποσό από το ανώτατο επιτρεπόμενο (ΜΠρΚορ 187/2014). Τούτο, ότι δηλαδή πρόκειται περί ανωτάτου ορίου ικανοποίησης απαίτησης, συνάγεται από το ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε τη διατύπωση «μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας», φράση, που σαφώς  σημαίνει ότι το ποσό των απαιτήσεων, που δύναται να ικανοποιηθεί με αυτόν τον τρόπο, δύναται να είναι και μικρότερο του ανωτάτου τεθειμένου ορίου, καθώς αυτή είναι η πρώτη αλλά και τελική σημασία της φράσης, που επέλεξε ο νομοθέτης, χωρίς μάλιστα χρεία ερμηνείας της συγκεκριμένης διατύπωσης. Μάλιστα η εν λόγω ρύθμιση στη διαδρομή της διαρκώς αναφερόταν σε ικανοποίηση μέχρι ενός ορισμένου ποσοστού της απαίτησης, θέτοντας ανώτατο και όχι κατώτατο όριο, καθώς η αρχική διατύπωση του άρθρου 9 § 2 ν. 3869/2010, προέβλεπε και πάλι ικανοποίηση «μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας», όταν δε αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 § 1 ν. 4161/2013, ώστε η ικανοποίηση της απαίτησης να ανέρχεται μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής πλέον αξίας αυτής, προστέθηκε ο σύνδεσμος «και» μετά την πρόθεση «μέχρι», ώστε να αποδοθεί εναργέστερα η δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησης σε μικρότερο ποσοστό, ήτοι ανέκαθεν από τη θέσπιση του νόμου ετίθετο ανώτατο όριο ρύθμισης και όχι κατώτατο διά της σχετικής διατύπωσης. Η αντίθετα υποστηριζόμενη άποψη [Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2014, σ. 337 επ., ΜΠρΘεσ 17753/2012 ΤΝΠ-Νόμος) είναι απορριπτέα, πρωτευόντως, διότι δεν βρίσκει έρεισμα στη γραμματική διατύπωση του νόμου, τόσο στην αρχική του μορφή όσο και στην τροποποίηση του από το άρθρο 17 § 1 ν. 4161/2013, με αποτέλεσμα να μην καταλείπεται πεδίο ερμηνείας του νόμου. Ακόμη όμως και με κανόνες ερμηνείας κρινόμενη, η θέση αυτή του νομοθέτη είναι σύμφωνη και με τη συστηματική εκτός από την τελολογία, που προαναφέρθηκε, του νόμου, ο οποίος με το άρθρο 8 § 5 αυτού θέτει ανάλογη ρύθμιση, παρέχοντας τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ρυθμίσει τα χρέη του οφειλέτη, ορίζοντας καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, όταν συντρέχουν σοβαροί προς τούτο λόγοι επιβίωσης. Συνεπώς, από την τελευταία αυτή ρύθμιση και από το γεγονός ότι επιλέχθηκε διαφορετική γραμματική διατύπωση (άρθρο 8 § 5 ν. 3869/2010 «προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές»), δεν δύναται να συναχθεί επιχείρημα ότι με την κρινόμενη ρύθμιση τέθηκε ανώτατο όριο, όπως υποστηρίζεται στη θεωρία (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2014, σ. 337, υποσ. 57), αλλά μάλλον με συστηματική ερμηνεία της κρινόμενης ρύθμισης του άρθρου 9 § 2 ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 § 5 του νόμου αυτού, επιβεβαιώνεται το πνεύμα της νομοθετικής εύνοιας προς τον οφειλέτη. Το επιχείρημα, επίσης (Αθ. Κρητικός, ό.π., σ. 339), ότι ναι μεν σκοπός του νομοθέτη είναι η διευκόλυνση της θέσης του οφειλέτη με ρύθμιση των χρεών και απαλλαγή από αυτά, αλλά το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου σημαντικής μείωσης των απαιτήσεων των πιστωτών, καθώς ο νομοθέτης γνωρίζει ότι οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι πιστωτές, αν δεν γινόταν ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, θα είχαν τη δυνατότητα πλειστηριασμού, αφενός αναφορικά με την πρώτη θέση αυτού, ότι η διευκόλυνση του οφειλέτη δεν μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου σημαντικής μείωσης των απαιτήσεων των πιστωτών, παραγνωρίζει την προπαρατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 8 § 5, που επιτρέπει τη ρύθμιση με ορισμό μέχρι και μηδενικών καταβολών, ενώ ως προς τη δεύτερη θέση αυτού, ότι οι πιστωτές, αν δεν γινόταν ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, θα είχαν τη δυνατότητα πλειστηριασμού, θέτει ως προκείμενη την αρνητική υποθετική περίπτωση της μη ρύθμισης χρεών, στην οποία ακριβώς αποσκοπεί ο οφειλέτης, ασκώντας το εκ του συγκεκριμένου νόμου δικαίωμα. Εξάλλου, ούτε στο πλαίσιο του άρθρου αυτού ο νομοθέτης επιφυλάσσει κάποια ειδικότερη προνομιακή μεταχείριση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων πιστωτών, καθώς δεν αποκλείει τους ανέγγυους από την ικανοποίηση διά της ρύθμισης αυτής, αλλά απλώς προτάσσει τους πρώτους έναντι των τελευταίων, ενώ και η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση δεν αποτελεί τον κανόνα του άρθρου 9 που, κατ` αρχήν, επιτάσσει την εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη. Τέλος, αν προκρινόταν αυτή η ερμηνεία και δεδομένου ότι τόσο η ρύθμιση των οφειλών του άρθρου 8, όσο και η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση με καταβολές του άρθρου 9 λαμβάνουν χώρα με χρηματικές καταβολές του ίδιου του οφειλέτη, θα οδηγούμασταν στο άτοπο, σε περίπτωση που συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 8 § 5 και ο οφειλέτης έχει ανεπαρκές εισόδημα, αφενός να ορίζονται μηδενικές καταβολές για την υπαγωγή στη ρύθμιση, πλην όμως αφετέρου να ορίζονται μηνιαίες δόσεις για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, τη στιγμή μάλιστα, που θα έχει ήδη κριθεί ότι ο οφειλέτης αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και του ανεπαρκούς του εισοδήματος σε οποιαδήποτε καταβολή. Η αντίφαση, στην οποία οδηγεί η αποδοχή της ανωτέρω ερμηνευτικής άποψης (η οποία δεν βρίσκει και γραμματικό έρεισμα στο νόμο), καθίσταται ακόμη εναργέστερη, όταν οι συνολικές οφειλές του αιτούντος, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και ανεπαρκές εισόδημα, υπολείπονται του ποσού που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του. Τότε, θα οδηγούνταν σε πλήρη περιγραφή ο νόμος 3869/2010, ο οποίος τέθηκε, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας ο υπερχρεωμένος καταναλωτής χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος με δυνατότητα απαλλαγής από αυτά (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3869/2010), καθώς εν τέλει, λόγω της συγκεκριμένης ερμηνείας, ο τελευταίος θα υποχρεωνόταν, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, να αποπληρώσει το σύνολο των οφειλών του, αφού αυτές υπολείπονται του 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής, με αποτέλεσμα να χάνει τη δυνατότητα έστω και ελάχιστης ρύθμισης των οφειλών, που προσφέρει η υπαγωγή στο ν. 3869/2010, καθισταμένου του νόμου πλήρως ανεφάρμοστου, ώστε με τη σύμφωνη και με το γράμμα του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 ερμηνεία, με καθορισμό καταβολών μέχρι του 80% της αντικειμενικής αξίας, άρα και μικρότερων αυτού και το άτοπο να αντιμετωπίζεται ο οφειλέτης ταυτόχρονα και ως οικονομικά ανήμπορος και ως οικονομικά ικανός αποτρέ­πεται και ο σκοπός του νόμου διασώζεται (ΜονΠρΘεσ 500/ 2016).

  VI) Κατά τη διάταξη του άρθρου 533 § 2 ΚΠολΔ, η οποία είναι χαρακτηριστική, όπως και η ΑΚ 2, της βασικής αντίθεσης της έννομης τάξης προς την αναδρομικότητα του νόμου, αντίθεσης που υπαγορεύεται από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία δοκιμάζεται και σκληρά πλήττεται με την αναδρομικότητα του νόμου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον κατά την έκκλητη δίκη ισχύοντα νεότερο νόμο και αν ακόμη αυτός, από το περιεχόμενο του ή δυνάμει ρητής επιταγής, έχει αναδρομική δύναμη. Περαιτέρω δε, κατά γενική δικονομική αρχή, που συνάγεται από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 533 § 2 ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην έκκλητη δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ’ αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν (αυτός) περιέχει ρητή και ειδική διάταξη για την εφαρμογή του και επί των κριθέντων οριστικώς με απόφαση μη τελεσίδικη και εκτός βεβαίως αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 522 και 535 § 1 ΚΠολΔ, και επιλαμβάνεται της εκδίκασης της αγωγής και της ουσίας της υπόθεσης εξ υπαρχής, μετά από την αποδοχή λόγου έφεσης, οπότε και εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασής του (βλ. ΟλΑΠ 654/84 Δνη 25. 1174, 103/75 ΝοΒ 23. 759 και πλην άλλων και ΑΠ 206/93 Δνη 34. 1351, ΑΠ 544/86 ΑρχΝ 38. 189, 277/84 ΝοΒ 33. 280, 64/76 ΝοΒ 24. 603, 1042/72 ΝοΒ 21. 609 και ΕφΑθ 8988/81 ΑρχΝ 33. 461. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση, εκδ.2015, αριθ. 2323 και 2330).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της ανωμοτί εξετάσεως της αιτούσας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η κατάθεσή της περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, και τα έγγραφα που επαναπροσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι η μνεία παρακάτω ορισμένων εγγράφων είναι ενδεικτική αφού ουδενός η συνεκτίμηση παρελείφθη): Η αιτούσα, ηλικίας κατά την κατάθεση της αίτησης 68 ετών και ήδη 73 ετών, είναι διαζευγμένη και μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων, τα οποία εργάζονται και δεν εξαρτώνται οικονομικά από αυτήν. Κατά τη διάρκεια του γάμου της και δη από του έτους 1987 και έως 1998, οπότε και διεκόπη η έγγαμος συμβίωσή της, εργαζόταν μαζί με τον πρώην σύζυγό της, ....., ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων και καταστημάτων. Ακολούθως, και μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της συνέχισε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως διακοσμήτρια και δη κατά το χρονικό διάστημα από την 9η-2-1998 έως και την 10η- 7-2013, οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών και κατέθεσε αίτηση για τη συνταξιοδότησή της. Κατά την άσκηση της επαγγελματικής της αυτής δραστηριότητας διατηρούσε την επαγγελματική της στέγη σε ισόγειο γραφείο ιδιοκτησίας της στην οδό ....στο ..... Καθόλη τη διάρκεια της επαγγελματικής της ενασχόλησης με το χώρο της διακόσμησης εσωτερικών χώρων και καταστημάτων ουδέποτε προέβη σε σημαντική επένδυση κεφαλαίου, δεν απασχόλησε ποτέ εργατοτεχνικό δυναμικό και δεν εμπορεύτηκε ποτέ τα υλικά, τα οποία πρότεινε προς χρησιμοποίηση κατά τις διακοσμητικές λύσεις που προσέφερε στους πελάτες της. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι κατά τη ενάσκηση του ελεύθερου επαγγέλματός της κατέβαλε μόνο προσωπικό κόπο και πνευματική εργασία, χωρίς άλλες ενδείξεις ανάπτυξης αξιόλογης επιχειρηματικότητας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων, και σύμφωνα και με τη υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αιτούσα δεν φέρει, ούτε έφερε ποτέ καθόλη τη διάρκεια της επαγγελματικής της δραστηριοποίησης, την ιδιότητα του εμπόρου. Συνεπώς τα όσα ασαφή κατά περιεχόμενο εκθέτουν οι καθ’ών περί της προσδόσεως σε αυτήν της ιδιότητας της εμπόρου λόγω της εργασίας της ως διακοσμήτριας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είναι ιδιοκτήτρια ευάριθμων ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, η αιτούσα είναι ιδιοκτήτρια:

Α. Ενός διαμερίσματος δευτέρου ορόφου εμβαδού 173,85 τ.μ. (κατά τη σύσταση) κατά πλήρη κυριότητα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., με ΚΑΕΚ ..., το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία της δυνάμει του με αριθμό .../1-3-1969 συμβολαίου σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, το οποίο αποτελεί την κυρία της κατοικία

Β. Ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου εμβαδού 160,48 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., με ΚΑΕΚ ..., το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία της δυνάμει του με αριθμό .../1-3- 1969 συμβολαίου σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... σε συνδυασμό με το με αριθμό .../24-9-1975 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... και από .../3-9-1990 δηλωτικό παραίτησης επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... , όλα νομίμως μεταγεγραμμένα

Γ. Μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 8,84 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που χρησιμοποιείται ως αποθήκη στο δώμα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., η οποία περιήλθε στην ιδιοκτησία της δυνάμει του με αριθμό .../1- 3-1969 συμβολαίου σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... σε συνδυασμό με το με αριθμό .../24-9-1975 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... και από .../3-9-1990 δηλωτικό παραίτησης επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... , όλα νομίμως μεταγεγραμμένα,

Δ. Μίας ενιαίας πλέον οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 22,45 συν 36 τ.μ., ήτοι συνολικά 58,45 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα, κατά τη σύσταση μεν ιδιοκτησίας χαρακτηριζόμενη ως «αποθήκη α’» και «GARAGE», πλην όμως ήδη διαμορφωθείσα (κατά πολεοδομικά αυθαίρετο τρόπο) και χρησιμοποιoύμενη ως ενιαίο ακίνητο στο ισόγειο επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., η οποία περιήλθε στην ιδιοκτησία της δυνάμει του με αριθμό .../1- 3-1969 συμβολαίου σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... νομίμως μεταγεγραμμένου, η οποία μισθώνεται αντί μηνιαίου μισθώματος 330 €.

Ε. Μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 89,92 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα κατά τη σύσταση ιδιοκτησίας μεν χαρακτηριζόμενη ως «αποθήκη β’ και γ’» διαμορφωθείσα όμως ήδη (κατά πολεοδομικά αυθαίρετο τρόπο) και χρησιμοποιούμενη ως ενιαίο ακίνητο στο ισόγειο επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., η οποία περιήλθε στην ιδιοκτησία της δυνάμει του με αριθμό .../1-3-1969 συμβολαίου σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... σε συνδυασμό με το με αριθμό .../24-9-1975 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... και από ...8-2-1982 δηλωτικό παραίτησης επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ...., όλα νομίμως μεταγεγραμμένα

ΣΤ. Ενός αγροτεμαχίου στον Δήμο ..., θέση «...», συνολικής έκτασης 4.225,38 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου το οποίο περιήλθε στην κυριότητά  της δυνάμει του με αριθμό .../12-8-1996 δηλωτικού αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ....

Ζ. Ενός ερειπωμένου ακινήτου κτίσματος στην άλλοτε κοινότητα ... στη θέση «...» πρώτου ορόφου εμβαδού 60 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 60 τ.μ. εντός αγροτεμαχίου εμβαδού 900 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαρέτου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της από την επαγωγή της κληρονομίας του πατρός της ...., ο οποίος με τη σειρά του, το είχε αποκτήσει δυνάμει του με αριθμό .../14-10-1954 συμβολαίου διανομής ακινήτων του Συμβολαιογράφου Αρχανών ..... Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο στο σύνολο του, σύμφωνα και με την με αριθμ. πρωτ. ..-4-1993 πράξη της .. Εφορίας Νεοτέρων Μνημείων, έχει χαρακτηριστεί ως έργο τέχνης, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται οποιαδήποτε επέμβαση χωρίς προηγουμένως οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες να ζητήσουν την έγκριση της ανωτέρω υπηρεσίας.

Η. Ενός διαμερίσματος στην Αθήνα, οδός ... αριθμ. ..., περιοχή ..., κατά πλήρη κυριότητα, συνολικής έκτασης κτίσματος 31,00 τ.μ., ισογείου, έτους κατασκευής το 1974, το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησίας της δυνάμει της με αριθμό .../29-1-1974 συμβολαίου  αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών ...., νόμιμα μεταγεγραμμένου.

Θ. Ενός ακινήτου εμβαδού 4.008,83 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ....., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα, εντός του οποίου υπάρχει παλαιό ισόγειο κτίσμα (αποθήκη) εμβαδού 54,00 μ2 και πηγάδι και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά Π17-Π18 μήκους 2,55μ., Π18-Π19 μήκους 26,72 μ., Π19- Π20 μήκους 8,92 μ. και Π20-Π1 μήκους 49,14μ. με ιδιοκτησία .... και ...., Νότια σε πλευρά 77-154 μήκους 113,63 μ. με ιδιοκτησία ...., Ανατολικά σε πλευρά ΠΙ- Π2 μήκους 4,00 μ., Π2-Π3 μήκους 5,81 μ. , Π3-Π4 μήκους 5,83 μ., Π4-Π5 μήκους 9,61 μ., Π5-Π6 μήκους 8,30 μ. , Π6-Π7 μήκους 5,24 μ. και Π7-77 μήκους 1,50 μ. με Αγροτικό Δρόμο (οδό ... ) και Δυτικά σε πλευρά 154-32 μήκους 4,96μ. , 32-Π46 μήκους 2,60μ., Π46-Π47 μήκους 6,92 μ., Π47-Π10 μήκους 4,10 μ. , Π10-Π11 μήκους 1,50 μ. , Π11-Π12 μήκους 5,33 μ., Π12-Π13 μήκους 4,09; μ., Π13- Π14 μήκους 6,09 μ., Π14-Π15μήκους 8,39 μ., και Π15-Π16 μήκους 9,14 μ. και Π16-Π17 μήκους 3,15 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και ....( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία Π 17- Π 18- Π 19- Π 20- ΠΙ -Π2-Π3-Π4-Π5-Π6- Π7-77 - 154 - 32 - Π 46 - Π 47 - Π 10 - Π 11 -Π 12 - Π 13 - Π 14 - Π 15 - Π 16 - Π 17 και αποτελεί την ιδιοκτησία Α στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ..... Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο πατέρα της κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως μείζον ακίνητο εμβαδού 18.524,65 μ2 - τμήμα του οποίου αποτελεί το προπεριγραφέν ακίνητο της αιτούσας - δυνάμει του αρ. ..../31-12-1965 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων δι` ελαίου του τότε Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ...., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο ... και τον αριθμό μεταγραφής .... , αυτός δε από της κατά το έτος 1965 κτήσεώς του μέχρι και της κατά το έτος 1970 παραχωρήσεώς του στην ενάγουσα ασκούσε επ` αυτού διανοία κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής και με τα ίδια προσόντα, με την καλλιέργεια και κάρπωσή του, συνεχώς, αδιαταράκτως και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Ηδη δε, η αιτούσα άσκησε αναγνωριστική αγωγή σε βάρος των συγκληρονόμων του πατρός της και δια της με αριθμό ../25ΤΠσ/7-4-2011 πράξης του Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου επικυρώθηκε το κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ πρακτικό συμβιβασμού των διαδίκων. Εντούτοις, δεν αποδείχθηκε η μεταγραφή της εν λόγω πράξης.

Ι. Ενός ακινήτου εμβαδού 4.004,43 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ....., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 155-172 μήκους 65,59 μ. και 172-13 μήκους 27,03 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου από εμάς , .... , Νότια σε πλευρά με στοιχεία Π56-174 μήκους 75,75 μ. με ιδιοκτησία .... ( α` εναγομένου ) , Ανατολικά σε πλευρά 155-Π48 μήκους 4,50 μ. , Π48-Π49 μήκους 3,19 μ. , Π49-Π50 μήκους 4,26 μ. , Π50-Π51 μήκους 6,16 μ., Π51-Π52 μήκους 5,89 μ., Π52-Π53 μήκους 4,83 μ., Π53- Π54 μήκους 4,00 μ., Π54-Π55 μήκους 3,64 μ. και Π55-Π56 μήκους 5,41 μ. με Αγροτικό Δρόμο ( οδό ... ) και Δυτικά σε πλευρά 174-Π59 μήκους 6,88 μ. , Π59-Π60 μήκους 14,19 μ. , Π60- Π61μήκους 7,82 μ. ,Π61-Π62 μήκους 8,87 μ. ,Π62-Π63 μήκους 4,86 μ., Π63-Π64 μήκους 5,10 μ. , Π64-Π65 μήκους 5,96 μ. , Π65-Π66 μήκους 3,90 μ. , Π66-Π67 μήκους 11,07 μ. ,Π67-Π68 μήκους 6,08μ. και Π68-13μήκους 7,64 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και .... ( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Π 48 - Π 49 - Π 50 - Π 51 - Π 52 - Π 53 - Π 54 -Π 55 -Π 56 - 174 - Π 59 - Π 60 - Π 61 - Π 62 - Π 63 - Π 64 - Π 65 - Π 66 - Π 67 - Π 68 - 13 - 172 - 155 -Π 48 και αποτελεί την ιδιοκτησία Γ στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ..... Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο πατέρα της κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως μείζον ακίνητο εμβαδού 18.524,65 μ2 - τμήμα του οποίου αποτελεί το προπεριγραφέν ακίνητο της αιτούσας - δυνάμει του αρ. .../31-12-1965 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων δι` ελαίου του τότε Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ...., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον Τόμο ... και τον αριθμό μεταγραφής ... , αυτός δε από της κατά το έτος 1965 κτήσεώς του μέχρι και της κατά το έτος 1970 παραχωρήσεώς του στην αιτούσα και στον αδελφό της .... ασκούσε επ` αυτού διανοία κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού διακατοχικές πράξεις νομής και κατοχής και με τα ίδια προσόντα, με την καλλιέργεια και κάρπωσή του, συνεχώς, αδιαταράκτως και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Ηδη δε, η αιτούσα άσκησε αναγνωριστική αγωγή σε βάρος των συγκληρονόμων του πατρός της και δια της με αριθμό ../26ΤΠσ/7-4-2011 πράξης τού Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου επικυρώθηκε το κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ πρακτικό συμβιβασμού των διαδίκων. Εντούτοις, δεν αποδείχθηκε η μεταγραφή της εν λόγω πράξης. Η αιτούσα βέβαια, σε σχέση με τα υπό στοιχεία Θ και Ι ανωτέρω ακίνητα εκθέτει ότι είναι ιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπεδαγρού στον Δήμο ...., θέση «....», συνολικής έκτασης 18.501,32 τ.μ., υπολαμβάνοντας ότι το ανωτέρω ακίνητο δεν έχει διανεμηθεί μεταξύ των συγκυρίων.

ΙΑ. Του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικού οχήματος μάρκας PEUGEOT τύπου 307, έτους κυκλοφορίας πρώτης κυκλοφορίας το 2002, με σημερινή εμπορική αξία στο ποσό των 1.500 ευρώ. Το συγκεκριμένο όχημα αποτελεί και το μοναδικό της όχημα και είδος βασικής ανάγκης με το οποίο εξυπηρετεί τις ανάγκες μετακίνησής της.

Η αιτούσα εκθέτει ότι είναι ιδιοκτήτρια σε ένα οικόπεδο έκτασης 439,00 τ.μ. κατ’ επικαρπία και κατά ποσοστό 33,33% κείμενου στην περιοχή ...., στο οικοδομικό τετράγωνο 311 και επί των οδών .... και ανωνύμου γωνία, ενώ την ψιλή κυριότητα την διαθέτουν τα τέκνα της, .... και ..... Όπως όμως αποδεικνύεται η αιτούσα απέκτησε το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου με το υπ`αριθμ. .../28-8-2006 διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... σε συνδυασμό προς την .../2006 Διορθωτική πράξη της υπ` αριθμ. .../1994 πράξης εφαρμογής του σχεδίου πόλεως, νόμιμα μεταγεγραμμένα όλα στη μερίδα της. Το ιδανικό μερίδιο που είχε αυτή στο διανεμηθέν ακίνητο πριν την παραπάνω διανομή, το είχε αποκτήσει α] με το υπ`αριθμ. .../24-9-1975 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... β] από την κληρονομιά της μητέρας της .... που πέθανε στις 26-7-2004 την οποία κληρονομιά έχει αποδεχθεί αυτή με το προαναφερόμενο υπ`αριθμ, .../28-8-2006 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ..... Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό .../27-4-2007 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ποσοστού της προς τα ανωτέρω περιγραφόμενα τέκνα της παρακρατώντας την επικαρπία για περιορισμένο χρονικό διάστημα έξι ετών από της συνάψεως του εν λόγω συμβολαίου. Συνεπώς, με την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας ήδη από την 28η-4-2013 έχει συνενωθεί η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 6 §3 του ν. 3869/2010 με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό (Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σελ. 77):

Α) Στην ....: το εξής ποσό: το ποσό των 2.506,47 ευρώ από την με αριθμό .... σύμβαση πιστωτικής κάρτας στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια το έτος 1987. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 1.980,55 ευρώ, τόκοι:525,92 ευρώ έως 5.4.2013, έξοδα:0 ευρώ,

Β) Στην ....: α) το ποσό των 20.784,23 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου στην οποία προσχώρησε ως οφειλέτρια το έτος 2007. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 20.702,89 ευρώ, τόκοι:81,34 ευρώ έως 19.3.2013, έξοδα:0 ευρώ

β) το ποσό των 20.784,98 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου στην οποία προσχώρησε ως οφειλέτρια το έτος 2007. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 20.199,37 ευρώ, τόκοι:79,61 ευρώ έως 19.3.2013, έξοδα:0 ευρώ.

Η ως άνω πιστώτρια, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του μνημονευθέντος ακινήτου επί της οδού ...., περιοχή ... και το οποίο διαθέτει κατά ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου επικαρπία, συνολικής έκτασης 439,00 τ.μ.

Γ) Στην «.....», τα εξής ποσά: α) το ποσό των 3.626,17 ευρώ από την με αριθμ. λογ. .... σύμβαση δανείου προσωπικού ορίου πίστωσης στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια και ο πρώην σύζυγος της προσχώρησε ως εγγυητής το έτος 2005. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 2.919,38 ευρώ, τόκοι:706,79 ευρώ έως 9.4.2013, έξοδα:0 ευρώ.

β) το ποσό των 3.362,10 ευρώ από την με αριθμ. λογ. .... σύμβαση δανείου προσωπικού ορίου πίστωσης στην οποία προσχώρησε ως εγγυήτρια και ο πρώην σύζυγος της προσχώρησε ως οφειλέτης το έτος 2005.  Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 2.717,87 ευρώ, τόκοι: 644,23 ευρώ έως 9.4.2013, έξοδα:0 ευρώ.

Η εν λόγω πιστώτρια, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, προέβη στην έκδοση της με αριθμ. 2704/2804/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με βάση την οποία ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της και ειδικότερα επί του ακινήτου το οποίο βρίσκεται στο ... Κρήτης, οδός ... αριθμ. .., πρώτου άνωθεν του ισογείου ορόφου, συνολικής έκτασης 160,40 τ.μ.

Δ) Στην «.....», τα εξής ποσά: α) το ποσό των 30.220,06 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια και ο τέως σύζυγος της ως εγγυητής το έτος 2006. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 24.626,37 ευρώ, τόκοι:5.560,48 ευρώ έως 11.4.2013, έξοδα:33,21 ευρώ έως 11.4.2013.

β) το ποσό των 244.193,52 ευρώ από την με αριθμ. ..... σύμβαση στεγαστικού δανείου στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια και ο πρώην σύζυγος της ως εγγυητής το έτος 2006. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 220.800,43 ευρώ, τόκοι:21.627,50 ευρώ έως 11.4.2013, έξοδα: 1.765,59 ευρώ έως 11.4.2013. Ήδη, για την εξόφληση του εν λόγω δανείου έχει καταβάλει το ποσό των 104.523,63 ευρώ. Η εν λόγω πιστώτρια, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στην οικογενειακή της στέγη με την με αριθμ. ..../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και την με ημερομηνία 31.10.2012 επιταγής προς εκτέλεση. Με βάση τα ανωτέρω η πιστώτρια επίσπευσε την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεση-με την με αριθμ. .../2013 κατασχετήρια έκθεση) κατά του ακινήτου.

γ) το ποσό των 91.307,80 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια και ο πρώην σύζυγος της ως εγγυητής το έτος 2007. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 84.222,35 ευρώ, τόκοι:8.542,35 ευρώ έως 11.4.2013, έξοδα:543,10 ευρώ έως1.4.2013. Ήδη για την εξόφληση του εν λόγω δανείου έχει καταβάλει το ποσό των 34.809,22 ευρώ. Η εν λόγω πιστώτρια, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ήτοι επί του ακινήτου το οποίο βρίσκεται στο ... Κρήτης, οδός ... αριθμ. .., πρώτου άνωθεν του ισογείου ορόφου, συνολικής έκτασης 160,40 τ.μ. και επί του ακινήτου το οποίο στεγάζει την κύρια κατοικία μου και οικογενειακή μου στέγη,

δ) το ποσό των 8.108,15 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας στην οποία προσχώρησα ως πρωτοφειλέτρια το έτος 2007. Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 6.980,32 ευρώ, τόκοι:1.090,93 ευρώ  έξοδα:36,90 ευρώ.

ε) το ποσό των 5.193,64 ευρώ από την με αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας στην οποία προσχώρησε ως πρωτοφειλέτρια το έτος 2006.Το ποσό της οφειλής αναλύεται ως εξής, για κεφάλαιο: 4.586,68 ευρώ, τόκοι:570,06 ευρώ έως 11.4.2013, έξοδα:36,90 ευρώ.

Το σύνολο, επομένως, της οφειλής ανέρχεται, κατά την ημέρα που λαμβάνεται υπόψη, στο ποσό των 430.087,12 €.

Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα, εργαζόμενη ως διακοσμήτρια αλλά και λαμβάνοντας μισθώματα από την εκμίσθωση των ακινήτων της επί της οικοδομής κείμενης στην οδό ... στον αριθμό .., αποκέρδαινε κατά την περίοδο από 2005 έως το 2011 ετησίως και κατά μέσο το ποσό των 10.000 € από την εργασία της (βλ. δηλώσεις φορολογικού εντύπου Ε3) και το ποσό των 13.800 € από μισθώματα (βλ. για το τελευταίο αίτησή της για εξωδικαστικό συμβιβασμό). Από του έτους 2012 και εφεξής η λειτουργία της επαγγελματικής της δραστηριότητας υπήρξε ζημιογόνος και την 10η -7-2013 προέβη σε διακοπή των εργασιών της, ως ελεύθερη επαγγελματίας (βλ. την από 12-7-2013 βεβαίωση διακοπής εργασιών από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.), καθώς είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (βλ. την από 9-7- 2013 απόφαση συνταξιοδότησής της εκδοθείσα από τον Ο.Α.Ε.Ε.). Σύμφωνα με την με αρ. .../2013 απόφαση συνταξιοδότησής της εκδοθείσα από τον ΟΑ.Ε.Ε., η σύνταξή της ορίστηκε όπως της καταβάλλεται από 1-8-2013, ύψους 696 ευρώ μηνιαίως, ωστόσο, δεν καταβλήθηκε ουδέν ποσό εξ αυτής της σύνταξης, έως τον μήνα Ιούλιο 2014, λόγω οφειλών της προς στον Ο.Α.Ε.Ε., ύψους 10.514,82 ευρώ βλ. την από 5-4-2013 απόφαση ρύθμιση οφειλομένων εισφορών σε δόσεις). Ακολούθως, ήτοι τον μήνα Ιούλιο του 2014 καταβλήθηκε αναδρομικά το ποσό των 3.600,00 ευρώ, σε δύο δόσεις ήτοι τον μήνα Ιούλιο του 2014 η πρώτη, ύψους 2.300,00 και η δεύτερη ύψους 1.300,00 ευρώ, καταβλήθηκε την 21-1-2015 (βλ. την προσκομιζόμενη από 16-12-2014 βεβαίωση καταβολής αναδρομικής σύνταξης). Από τον μήνα Αύγουστο του 2014 άρχισε να καταβάλλεται τακτικά η σύνταξη, αρχικού ύψους 400,00 ευρώ μηνιαίως, λόγω παρακρατήσεων, ενώ περί τα μέσα του 2015 ανήλθε στο ποσό των 475,00 ευρώ μηνιαίως, όπως αποτυπώνεται στα προσκομιζόμενα αντίγραφα του τραπεζικού βιβλιαρίου. Από τον μήνα Δεκέμβριο του 2016 λαμβάνει πλέον κανονικά τη σύνταξή της ύψους 739,92 ευρώ μηνιαίως. Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι το εισόδημα του άλλοτε συζύγου της, με τον οποίο όμως συνέχισε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά έως και της συνταξιοδοτήσεώς της, υπήρξε ομοίως ιδιαιτέρως αυξημένο κατά τα έτη αυτά, εφόσον το έτος 2006 ανήλθε στο ποσό των 15.153,14 ευρώ ετησίως, το έτος 2007 ανήλθε στο ποσό των 19.210,32 ευρώ, το έτος 2008 ανήλθε στο ποσό των 9.703,46 ευρώ ετησίως, το έτος 2009 ανήλθε στο ποσό των 15.114,44 ευρώ ετησίως, ενώ από το έτος 2010 εμφανίζεται κάμψη και μείωση του εισοδήματος, ενώ από το 2011 και εφεξής οι χρήσεις καθίστανται ζημιογόνες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κύριος όγκος των δανειοδοτήσεων της αιτούσας έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 2005 με 2007. Η περίοδος αυτή ανάγεται χρονικά πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης και μάλιστα σε έτη οικονομικής ευφορίας και σταδιακής ανόδου της οικοδομικής δραστηριότητας και των τιμών των ακινήτων. Τα εισοδήματα δε τόσο της αιτούσας όσο και του άλλοτε συζύγου της, αλλά πάντοτε συνεργάτη της, ήταν σταθερά και δεν προοιώνιζαν την ραγδαία πτώση που επακολούθησε την επόμενη δεκαετία. Παράλληλα, ήταν κάτοχος υπολογίσιμης ακίνητης περιουσίας, της οποίας, σημειωτέον, η αντικειμενική αξία σήμερα υπερβαίνει ποσό των 600.000 € (βλ. προσκομιζόμενες δηλώσεις ΕΤΑΚ και ΕΝΦΙΑ τελευταίων ετών), και τότε η εμπορική θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Δεν θα πρέπει επίσης να παροράται ότι στη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων με τις καθ’ών προσέρχονταν ως εγγυητές σχεδόν πάντοτε ο άλλοτε σύζυγός της, και ειδικά στην περίπτωση των συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού δανείου με την .... Τράπεζα τα τέκνα της, μηχανικοί αμφότεροι, αλλά και τα αδέλφια της (βλ. την με αριθμό .... και την με αριθμό .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου). Οι ανωτέρω επισημάνσεις καθίστανται ουσιώδεις αν ήθελε αξιολογηθεί η τυχόν δολιότητα της αιτούσας σε σχέση με τα ληφθέντα δάνεια. Καταρχάς, λοιπόν, το οικονομικό προφίλ της αιτούσας, τόσο από πλευράς εισοδημάτων όσον και από πλευράς εξασφάλισης των τυχόν επισφαλειών των καθ’ών, σαφώς και επέτρεπε την δανειοδότησή της. Ειδικότερα, τα δικά της εισοδήματα, αλλά και αυτά του εγγυητή - συνεργάτη της εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων και μάλιστα από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις των τηρηθέντων δοσοληπτικών λογαριασμών αποδεικνύεται η επί μακρόν τακτική εξόφληση των δανειακών της υποχρεώσεων με καταβολές συνολικού ύψους έως τον μήνα Αύγουστο του 2011 για την με αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ .... 104.523,63 ευρώ και για την με αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ .... 34.809,22 ευρώ. Παράλληλα δε, η ύπαρξη υπολογίσιμης ακίνητης περιουσίας, που υπερέβαινε το συνολικό ποσό των δανειοδοτήσεων, εξασφάλιζε πλήρως τις τυχόν απαιτήσεις των δανειστριών πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα σκόπευε να χρησιμοποιήσει το ποσό του δανείσματος για την διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου πολυτελούς ζωής το οποίο δεν προσήκε σε αυτήν. Το επιχείρημα αυτό, καίτοι δεν είναι αναντίλεκτο, εντούτοις πολλές φορές καθοδηγεί τη σκέψη σε σχέση με το αν υπήρξε δολιότητα του δανειολήπτη. Ειδικότερα, από την κίνηση των πιστωτικών της καρτών, που ευχερώς απεικονίζουν το καταναλωτικό της προφίλ, ευχερώς συνάγεται ότι αυτή διήγε έναν βίο συντηρητικό χωρίς ακρότητες και περιττά έξοδα. Παράλληλα, οι καθ’ών δεν απέδειξαν ότι τα ποσά που εκταμιεύονταν δεν κατευθύνθηκαν προς το σκοπό για τον οποίο λήφθηκαν ή ότι η επιλογή να δανειοδοτηθεί είχε άλλη οικονομική στόχευση. Συνεπώς, στην προκειμένη κρίνεται, και υπό το πρίσμα της υπό στοιχείο Ι νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κρίνεται ότι η αιτούσα δεν βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά την ανάληψη των χρεών της. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα με πράξεις ή παραλείψεις της επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών της ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα. Στο σημείο δε αυτό στην εδραίωση της ανωτέρω πεποίθησης της αιτούσας σημαντικό ρόλο είχαν και οι πιστώτριες τράπεζες εν γένει, οι οποίες όψιμα ισχυρίζονται ότι απατήθηκαν από αυτόν, ενώ είναι προφανές ότι πάντοτε τελούσαν σε γνώση της οικονομικής της κατάστασης (με την προσκόμιση από αυτήν των οικονομικών της στοιχείων). Αναφορικά δε με την συμπεριφορά αυτή των τραπεζικών ιδρυμάτων έχει παρατηρηθεί ότι στο βαθμό που οι μισθοί και οι έκτακτες παροχές των ανώτερων στελεχών των τραπεζών προσδιορίζονται με βάση τη βραχυχρόνια κερδοφορία των τραπεζών, υπάρχει ο ηθικός κίνδυνος να παραβλέπονται ή να υποεκτιμώνται οι σχετικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τη χορήγηση στεγαστικών δανείων και μπορεί έτσι να ενισχύονται οι διακυμάνσεις των τιμών των ακινήτων. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος όταν, υπό την πίεση που ασκεί ο ανταγωνισμός στα περιθώρια κερδοφορίας τους, οι τράπεζες ωθούνται να υποκοστολογούν τον πιστωτικό κίνδυνο που ενυπάρχει στα δάνεια και να μη σχηματίζουν επαρκείς προβλέψεις, και μάλιστα η συμπεριφορά αυτή των τραπεζών τείνει να ενθαρρύνεται από τους μετόχους (βλ. εισήγηση Γ. Συμιγιάννη - Γ. Χονδρογιάννη με τίτλο «Τιμές κατοικιών: η πρόσφατη ελληνική εμπειρία»). Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, οι πιστώτριες τράπεζες επιθυμώντας να διευρύνουν άμετρα το μερίδιο των δανείων τους στην αγορά, δεν αξιολόγησαν τον κίνδυνο που ενδεχομένως προέκυπτε από την δανειοδότηση της αιτούσας, και προφανώς θα πρέπει να υποστούν και αυτές μέρος των συνεπειών της αδυναμίας της αιτούσας να αποπληρώσει τα χρέη της προς αυτές. Επίσης, σαφώς προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων της αιτούσας οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, και δη στην ενσκύψασα οικονομική κρίση που έπληξε ιδίως το χώρο της οικοδομής, που αυτή δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός περί υπάρξεως δολιότητας στο πρόσωπο της αιτούσας και να γίνει δεκτός ο λόγος εφέσεως. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διαφορετικά έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και έκρινε τις αποδείξεις και θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Θα εφαρμοστούν δε για την τυχόν ρύθμιση των χρεών της αιτούσας, κατά την νομική σκέψη υπό στοιχείο VI που προηγήθηκε, τα άρθρα 8 και 9 του ν.3869/2010, με τη μορφή που είχαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4336/2015, εφόσον ο τελευταίος καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2, μόνο τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015).
Περαιτέρω, οι καθ’ών διατείνονται ότι η αιτούσα παρέβη το καθήκον ειλικρινείας αποκρύπτοντας τα εισοδήματά της. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι η αιτούσα κατά την από 11-4-2013 αίτησή της για εξωδικαστικό συμβιβασμό, ακολούθως κατά την από 2-5-2013 αίτησή της για υπαγωγή στη ρύθμιση του νόμου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και στην υπό κρίση έφεση, καθώς και στις αντίστοιχες κατατιθέμενες προτάσεις προβαίνει διαρκώς σε αναπροσδιορισμό των εσόδων της, αποκαλύπτοντας αυτά και, εν πολλοίς, δυσχεραίνοντας τη θέση της. Το μόνο δε ενδεχομένως στοιχείο ανειλικρίνειας θα μπορούσε να εντοπιστεί στην περίπτωση του μνημονευθέντος ακινήτου στη θέση «....», το οποίο αρχικά αναφέρεται ως ιδιοκτησία της σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου (άρα, μικρής αξίας, και ίσως μη ρευστοποιήσιμο), ενώ αυτό έχει διανεμηθεί σε οικόπεδα. Εντούτοις όμως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται μεταγραφή των προδιαληφθέντων πρακτικών συμβιβασμού και ιδίως του γεγονότος ότι η αιτούσα εμπρόθεσμα αποκάλυψε την αληθινή κατάσταση αυτού, κρίνεται ότι η συμπεριφορά της αιτούσας δεν ενέχει δολιότητα αλλά συγγνωστή αμέλεια, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη που προηγήθηκε. Έτσι δημιουργήθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσας, τις οποίες αδυνατεί αυτή να εξυπηρετήσει. Υπάρχει, επομένως, στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (ύψους 650 ευρώ περίπου), η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις οφειλών, το ύψος των μηνιαίων δόσεων που καλείται να καταβάλει η αιτούσα προς την τρίτη και τέταρτη των καθ’ ων για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων προς αυτές, ανέρχεται σε ποσό που υπερβαίνει αυτό των 3.000 € ευρώ περίπου.

Με βάση τα ανωτέρω, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, καθ’ ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της. Συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματος της αιτούσας για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 δεν παρίσταται καταχρηστική, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλαν οι καθ’ ων. Η ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας πρέπει να γίνει με ορισμό μηνιαίων καταβολών προς τους πιστωτές της επί τριετία που θα αρχίζουν τον επόμενα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως (άρθρο 8 παρ. 2), σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, αλλά τέλος και σε συνδυασμό και με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 1 για ρευστοποίηση τμημάτων της λοιπής ακίνητης περιουσίας της.

Ειδικότερα, από την ακίνητη περιουσία της αιτούσας ρευστοποιήσιμα κρίνονται :

1. Ενα διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 160,48 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., με ΚΑΕΚ .... αντί ελαχίστου τιμήματος 150.000 €

2. Μία οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 8,84 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που χρησιμοποιείται ως αποθήκη στο δώμα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο ... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. .., αντί ελαχίστου τιμήματος 3.000 €. Η οριζόντιος αυτή ιδιοκτησία δεν αποδείχθηκε ότι εξυπηρετεί αποκλειστικά την κυρία κατοικία της αιτούσας, ενώ κάλλιστα μπορεί να εξυπηρετήσει την ανωτέρω υπό στοιχείο «1» με την οποία πρέπει να συμμεταβιβαστεί.

3. Ενα ισόγειο διαμέρισμα  στην Αθήνα, οδός ... αριθμ. .., περιοχή ..., κατά πλήρη κυριότητα, συνολικής έκτασης κτίσματος 31,00 τ.μ., έτους κατασκευής το 1974, αντί ελαχίστου τιμήματος 30.000 €

4. Ενα ακίνητο εμβαδού 4.008,83 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ...., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα, εντός του οποίου υπάρχει παλαιό ισόγειο κτίσμα (αποθήκη) εμβαδού 54,00 μ2 και πηγάδι και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά Π17-Π18 μήκους 2,55μ., Π18-Π19 μήκους 26,72 μ., Π19- Π20 μήκους 8,92 μ. και Π20-Π1 μήκους 49,14μ. με ιδιοκτησία .... και ...., Νότια σε πλευρά 77-154 μήκους 113,63 μ. με ιδιοκτησία ...., Ανατολικά σε πλευρά ΠΙ- Π2 μήκους 4,00 μ., Π2-Π3 μήκους 5,81 μ. , Π3-Π4 μήκους 5,83 μ., Π4-Π5 μήκους 9,61 μ., Π5-Π6 μήκους 8,30 μ. , Π6-Π7 μήκους 5,24 μ. και Π7-77 μήκους 1,50 μ. με Αγροτικό Δρόμο (οδό ... ) και Δυτικά σε πλευρά 154-32 μήκους 4,96μ. , 32-Π46 μήκους 2,60μ., Π46-Π47 μήκους 6,92 μ., Π47-Π10 μήκους 4,10 μ. , Π10-Π11 μήκους 1,50 μ. , Π11-Π12 μήκους 5,33 μ., Π12-Π13 μήκους 4,09; μ., Π13- Π14 μήκους 6,09 μ., Π14-Π15μήκους 8,39 μ., και Π15-Π16 μήκους 9,14 μ. και Π16-Π17 μήκους 3,15 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και ....( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία Π 17- Π 18- Π 19- Π 20- ΠΙ -Π2-Π3-Π4-Π5-Π6- Π7-77 - 154 - 32 - Π 46 - Π 47 - Π 10 - Π 11 -Π 12 - Π 13 - Π 14 - Π 15 - Π 16 - Π 17 και αποτελεί την ιδιοκτησία Α στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ...., αντί ελαχίστου τιμήματος 20.000 €

5. Ένα ακίνητο εμβαδού 4.004,43 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ...., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 155-172 μήκους 65,59 μ. και 172-13 μήκους 27,03 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου από εμάς , .... , Νότια σε πλευρά με στοιχεία Π56-174 μήκους 75,75 μ. με ιδιοκτησία .... ( α` εναγομένου ) , Ανατολικά σε πλευρά 155-Π48 μήκους 4,50 μ. , Π48-Π49 μήκους 3,19 μ. , Π49-Π50 μήκους 4,26 μ. , Π50-Π51 μήκους 6,16 μ., Π51-
Π52 μήκους 5,89 μ., Π52-Π53 μήκους 4,83 μ., Π53- Π54 μήκους 4,00 μ., Π54-Π55 μήκους 3,64 μ. και Π55-Π56 μήκους 5,41 μ. με Αγροτικό Δρόμο ( οδό .... ) και Δυτικά σε πλευρά 174-Π59 μήκους 6,88 μ. , Π59-Π60 μήκους 14,19 μ. , Π60- Π61μήκους 7,82 μ. ,Π61-Π62 μήκους 8,87 μ. ,Π62-Π63 μήκους 4,86 μ., Π63-Π64 μήκους 5,10 μ. , Π64-Π65 μήκους 5,96 μ. , Π65-Π66 μήκους 3,90 μ. , Π66-Π67 μήκους 11,07 μ. ,Π67-Π68 μήκους 6,08μ. και Π68-13μήκους 7,64 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και .... ( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Π 48 - Π 49 - Π 50 - Π 51 - Π 52 - Π 53 - Π 54 -Π 55 -Π 56 - 174 - Π 59 - Π 60 - Π 61 - Π 62 - Π 63 - Π 64 - Π 65 - Π 66 - Π 67 - Π 68 - 13 - 172 - 155 -Π 48 και αποτελεί την ιδιοκτησία Γ στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ...., αντί ελαχίστου τιμήματος 10.000 €.

Ο εκκαθαριστής, σε σχέση με τα ανωτέρω ακίνητα 4 και 5, θα προβεί στη μεταγραφή των ανωτέρω πράξεων του Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου και ακολούθως θα τα πωλήσει ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες, Σε περίπτωση κατά την οποία τα ανωτέρω υπό στοιχεία 4 και 5 δεν μπορούν για νομικούς λόγους να πωληθούν κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι ως χωρισμένες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, τότε ο εκκαθαριστής, μπορεί να τα εκποιήσει με τη μορφή που έχουν σήμερα, ήτοι ως ιδιοκτησία της αιτούσας σε ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπεδαγρού στον Δήμο ..., θέση «...», συνολικής έκτασης 18.501,32 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., αντί ελαχίστου τιμήματος 20.000 € (μειωμένο λόγω της απομείωσης της αξίας λόγω της συνιδιοκτησίας).

Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με τη ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας της, σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται ανωτέρω στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη. Δεν κρίνεται σκόπιμο να εξαιρεθεί της ρευστοποίησης η ανωτέρω υπό στοιχείο 1 οριζόντιος ιδιοκτησία, την οποία η αιτούσα εκθέτει ότι μισθώνει αντί ποσού 600 €, το οποίο μάλιστα προτίθεται να παρέχει εξ ολοκλήρου στις δανείστριες τράπεζες. Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το ποσό αυτό των 600 € καταβάλλονταν εξ ολοκλήρου και για πέντε έτη προς εξόφληση των χρεών της, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα η αιτούσα να έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των (600 € Χ 12 μήνες Χ 5 έτη =) 36.000 €, ήτοι ποσό υποπολλαπλάσιο από την ελάχιστη τιμή πώλησης αυτής της ιδιοκτησίας. Για τη διαδικασία εκποίησης των ακινήτων του οφειλέτη δεν περιέχεται ειδική ρύθμιση στο ν. 3869/2010. Επομένως, με βάση τη διάταξη του αρθ. 15 αυτού θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και θα πρέπει να οριστεί εκκαθαριστής για την εκποίηση των ακινήτων, η οποία θα γίνει ελεύθερα, καθ’ όσον η εκποίηση με πλειστηριασμό ενώπιον συμβολαιογράφου θα επιβαρύνει με επιπλέον έξοδα τη διαδικασία, δυσανάλογα της αξίας των εκποιούμενων. Ως εκκαθαριστής θα οριστεί δικηγόρος από τον κατάλογο, που έχει καταρτιστεί από το Δικηγορικό Σύλλογο ... και εφόσον δεν έχει προταθεί συγκεκριμένο πρόσωπο από τις πιστώτριες, ο οποίος και θα ενημερωθεί για την ανάληψη των καθηκόντων του από το Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό αρχείο του αρθ. 13 του νόμου (αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3968/10 και 63 επ. ΠτωχΚ), που τηρείται στο Ειρηνοδικείο. Καθήκον του εκκαθαριστή είναι να προβεί, εντός δύο ετών από την ανάληψη των καθηκόντων του, στην ελεύθερη εκποίηση κατά τον πλέον πρόσφορο τρόπο, όπως π.χ. αγγελία στο διαδίκτυο ή στον τοπικό τύπο, προσφορές στις πιστώτριες ή σε κάθε περίπτωση οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο κατά την κρίση του, με ελάχιστο τίμημα το ποσό που αναφέρεται ανωτέρω, το οποίο είτε θα καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου είτε τούτο θα αποτελέσει προϊόν δανείου από πιστωτικό ίδρυμα με διασφαλισμένους όρους, είτε τέλος με την πίστωση του τιμήματος υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας μέχρι την εξόφληση αυτού (τιμήματος). Σε περίπτωση ανεύρεσης αγοραστή, ο οποίος θα προσφέρει το παραπάνω τίμημα και θα δύναται να τηρήσει τους προαναφερόμενους όρους ως προς την καταβολή του, ο εκκαθαριστής θα καταρτίσει το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης και την τυχόν πράξη εξόφλησης. Το προϊόν της εκποίησης, μετά την αφαίρεση των εξόδων της διαδικασίας, θα διατεθεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καθ’ ων πιστωτών, με την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στα εκποιούμενα ακίνητα και τη σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Για το σκοπό αυτό ο εκκαθαριστής θα πρέπει να συντάξει πίνακα διανομής, ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Ο εκκαθαριστής δικαιούται να λάβει αντιμισθία, η οποία θα αφαιρεθεί από το διανεμόμενο ποσό (αρθ. 81 και 154 παρ. 1 ΠτωχΚ). Κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθούν της ρευστοποίησης: α) η ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 22,45 συν 36 τ.μ., ήτοι συνολικά 58,45 τ.μ. δεδομένου ότι αυτές κατά τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας χαρακτηρίζονται ως «αποθήκη α’» και «GARAGE», και έχουν παρατύπως τόσο πολεοδομικά όσο και κατά το συμβόλαιο σύστασης ιδιοκτησίας αλλάξει χρήση. Συνεπώς, προ της τυχόν ρευστοποιήσεώς τους θα έπρεπε να τύχουν πολεοδομικής νομιμοποιήσεως και ακολούθως να γίνει τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, γεγονός που θα δημιουργούσε σημαντικά έξοδα, τα οποία θα υπερέβαιναν την αξία του ακινήτου, β) η οριζόντια ισόγεια ιδιοκτησία εμβαδού 89,92 τ.μ. κατά τη σύσταση ιδιοκτησίας χαρακτηριζόμενη ως «αποθήκη β’ και γ’» διαμορφωθείσα όμως ως ενιαίο ακίνητο για τους ίδιους υπό στοιχείο «α’» λόγους, γ) το ερειπωμένο ακινήτο κτίσμα στην άλλοτε κοινότητα ... στη θέση «...» πρώτου ορόφου εμβαδού 60 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 60 τ.μ. εντός αγροτεμαχίου εμβαδού 900 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαρέτου, λόγω της εξαιρετικά χαμηλής εμπορικής του αξίας και της αδυναμίας του για άμεση εκμετάλλευση, δ) το αγροτεμάχιο στον Δήμο ...., θέση «....», συνολικής έκτασης 4.225,38 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου λόγω χαμηλής εμπορικής του αξίας και μικρού ποσοστού συνιδιοκτησίας που δεν αναμένεται να προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον, ε) το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό όχημα μάρκας PEUGEOT τύπου 307, έτους κυκλοφορίας πρώτης κυκλοφορίας το 2002, λόγω χαμηλής εμπορικής αξίας και ενδιαφέροντος για αγορά. Ωστόσο, η ανωτέρω ρευστοποιήσιμη ακίνητη περιουσία της αιτούσας δεν είναι επαρκής για την ικανοποίηση των πιστωτών της. Για το λόγο αυτό, για την ικανοποίηση του υπόλοιπου των οφειλών, όπως προαναφέρθηκε, κρίνεται απαραίτητη η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 για ορισμό μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα της αιτούσας για χρονικό διάστημα τριών ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα πάσης φύσεως εισοδήματα της αιτούσας, τις βασικές βιοτικές ανάγκες αυτής καθώς και τη δυσκολία προοπτικής βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής της κατάστασης, κρίνει ότι το προς διάθεση ποσό προς τις πιστώτριές της ανέρχεται σε [(739,92 η σύνταξη + 330 το μίσθωμα του ισογείου διαμερίσματος) - 650 δαπάνες διαβίωσης =] 419,92 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό θα διανέμεται συμμέτρως μεταξύ των πιστωτών της, ανάλογα με το ύψος των απαιτήσεών τους και ειδικότερα:

Προς την πρώτη των καθ’ ων, «.....»,  α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου, συνολικού ύψους 3.626,17  ευρώ, η οποία αποτελεί το 0,84 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 3,53 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (3,53 x 36 μήνες) 127,08 ευρώ,

 β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου, συνολικού ύψους 3.362,10 ευρώ, η οποία αποτελεί το 0,78 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 3,28 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (3,28 x 36 μήνες) 118,08 ευρώ

Προς τη δεύτερη των καθ’ών, «.....», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «....», για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, συνολικού ύψους 2.506,47 ευρώ, η οποία αποτελεί το 0,58 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 2,44 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (2,44 x 36 μήνες) 87,84 ευρώ

Προς την τρίτη των καθ’ών,  «.....», α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, συνολικού ύψους 30.220,06 ευρώ, η οποία αποτελεί το 7,02 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 29,47 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (29,47 x 36 μήνες) 1.060,92 ευρώ

β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, συνολικού ύψους 244.193,52 ευρώ, η οποία αποτελεί το 56,77 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 238,39 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (238,39 x 36 μήνες) 8.582,04 ευρώ

γ) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, συνολικού ύψους 91.307,80 ευρώ, η οποία αποτελεί το 21,23 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 89,14 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (89,14 x 36 μήνες) 3.209,04 ευρώ

γ) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας, συνολικού ύψους 8.108,15 ευρώ, η οποία αποτελεί το 1,88 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 7,89 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (7,89 x 36 μήνες) 284,04 ευρώ

ε) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας, συνολικού ύψους 5.193,64 ευρώ, η οποία αποτελεί το 1,24 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 5,22 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (5,22 x 36 μήνες) 187,92 ευρώ

Προς την τέταρτη των καθ’ών, «.....» α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, συνολικού ύψους 20.784,23 ευρώ, η οποία αποτελεί το 4,83 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 20,28 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (20,28 x 36 μήνες) 730,08 ευρώ,

β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, συνολικού ύψους 20.784,98 ευρώ, η οποία αποτελεί το 4,83 % του συνόλου της οφειλής, θα καταβάλει το ποσό των 20,28 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στην τριετία θα καταβάλει το ποσό των (20,28 x 36 μήνες) 730,08 ευρώ

Εφόσον με τις ορισθείσες καταβολές επί τριετία και με το αναμενόμενο προϊόν από την εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας της αιτούσας δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της πρώτης κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, η ικανοποίηση  των υπολοίπων απαιτήσεών τους θα πραγματοποιηθεί με περαιτέρω μηνιαίες καταβολές προς διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, που σύμφωνα με το νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 196.653,03 €. Σημειωτέον, την εξαίρεση της εκποίησης της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, παραδεκτά ζητεί η τελευταία, καθ’ όσον η αντικειμενική αξία της ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό που δεν υπερβαίνει δηλαδή το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για άγαμο φορολογούμενο, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Σημειωτέον ότι στο πίνακα  υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας που προσκομίζεται από την αιτούσα και αναβιβάζει την αντικειμενική αξία μόλις σε 146.159,08 € έχουν  παρεισφρύσει δύο λάθη, η τιμή ζώνης ανέρχεται σε 1.800 € και όχι σε 1.450 € (βλ. γι` αυτό το φύλλο ΕΤΑΚ και ΕΝΦΙΑ) και το εμβαδόν του ακινήτου είναι 173,85 τ.μ. κατά τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και όχι 160,40 τ.μ.. Συνεπώς, η αιτούσα θα έπρεπε να καταβάλει  έως του ποσού των  157.653,03  (196.653,03 ευρώ η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος X 80%)  ευρώ. Εν προκειμένω όμως, σύμφωνα με την υπό στοιχείο V νομική σκέψη που προηγήθηκε και εφόσον σκοπός το νόμου είναι η προστασία των πιστωτών και η ικανοποίηση τους από την περιουσία του οφειλέτη, πλην όμως όχι σε με δυσανάλογη επιβάρυνση του με αποπληρωμή στο μέγιστο ποσοστό που ορίζει η διάταξη, όταν η προσωπική του κατάσταση είναι ήδη εξαιρετικά βεβαρημένη, κρίνεται ότι οι καταβολές της αιτούσας για τη διάσωση της οικίας της πρέπει να  ανέλθουν στο 30 % της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Για την κρίση αυτή ιδίως ελήφθη υπόψη η ηλικία της αιτούσας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εξόφληση του χρέους αναμένεται να  διαρκέσει έως την ηλικία των ενενήντα σχεδόν ετών της, επιπλέον καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών που θα έρθουν τα προβλήματα υγείας της αναμένεται να επιταθούν, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η από δεκαετίας οικονομική κρίση, ακόμα και αν ήθελε περατωθεί, επουσιώδες απτό αποτέλεσμα θα έχει σε αυτήν που ήδη είναι συνταξιούχος. Ουσιώδες κριτήριο όμως αποτέλεσε και το γεγονός ότι η αιτούσα υπήρξε συνεπής καθ’όλη τη διάρκεια του δανείου έως ότου η οικονομική αδυναμία λόγω της ραγδαίας μειώσεως των εισοδημάτων της την οδήγησε να μειώσει τις καταβολές προς τις καθ’ών χωρίς ποτέ να τις διακόψει, αφού προτιμούσε να καταβάλει, έστω και μικροποσά, παρά να μην είναι τακτική στις υποχρεώσεις της. Η πρακτική της δε αυτή την έχει οδηγήσει να έχει καταβάλει από την αρχή της δανειοδότησής της περί τις 139.000 €, ήτοι ποσό σημαντικό για τις δυνάμεις της. Ενόψει των ανωτέρω, οφείλει να καταβάλει (196.653,03 ευρώ η αντικειμενική της αξία κατά τα ανωτέρω οικίας της Χ   30 % =)  58.995,91 €. Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθ. 9 παρ. 2, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών της οφειλέτιδος μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 και το προϊόν από την εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 υπερβαίνουν το ποσό του 30 % της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς της πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 30 %, απαλλασσομένης της οφειλέτιδος του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Ο χρόνος εξόφλησης του ανωτέρω ποσού πρέπει να οριστεί σε δεκαπέντε (15) χρόνια (ήτοι 180 μηνιαίες δόσεις ποσού 327,75 ευρώ έκαστη), λαμβανομένης υπ’ όψη της διάρκειας των συμβάσεων στεγαστικών δανείων, του συνόλου των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, η οποία πρέπει να οριστεί σε τρία (3) έτη, δηλαδή θα αρχίσουν τρία έτη από τη δημοσίευση της απόφασης. Σημειώνεται ότι από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα δεν αποδείχθηκαν προσωρινές καταβολές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 ν. 3869/2010, που θα πρέπει να συνυπολογισθούν τόσο ως προς το χρόνο όσο και ως προς το ποσό τους σε αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης. Τέλος, από τις κατά τα ανωτέρω τακτικές  καταβολές της αιτούσας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις της τρίτης καθ’ής πιστώτριας, καθ’ όσον αυτή είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια επί του ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και ακολούθως, αν συντρέχει περίπτωση, οι λοιποί δανειστές  συμμέτρως. Σημειώνεται  ότι σε περίπτωση κατά την οποία εκ της ρευστοποιήσεως της περιουσίας της αποκομίσει ο εκκαθαριστής σημαντικά υψηλότερα ποσά, τότε μπορεί η παρούσα απόφαση να μεταρρυθμιστεί κατά το άρθρο 758 ΑΚ.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της, να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών της, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά έσφαλε και επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, και στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο τούτο κρατήσει την υπόθεση και την εκδικάσει στην ουσία της, ακολούθως, να την κάνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, γιατί η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 14 ν. 3869/2010). Ως προς το παράβολο, ποσού 75 €, που η εκκαλούσα προκατέβαλε κατά την κατάθεση της έφεσής του, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του σ΄ αυτήν (αρθ.495 παρ.4 εδ.δ ΚΠολΔ), ενώ δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010.

                                                      ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και στην ουσία της την κρινόμενη από 23-2-2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου 32/26-2-2018 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στο Πρωτοδικείου Ηρακλείου 568/ΤΜε/47/2018) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 105/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμ. 105/2018 οριστική απόφαση του  Ειρηνοδικείου Ηρακλείου.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την αίτηση.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας ως εξής:
Α) Με μηνιαίες καταβολές επί μία τριετία προς τους πιστωτές της, τις οποίες καθορίζει στο συνολικό ποσό των 419,92 € μηνιαίως, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών της, ως εξής: Προς την πρώτη των καθ’ ων, «.....», α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου, το ποσό των 3,53 ευρώ μηνιαίως, β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου, το ποσό των 3,28 ευρώ μηνιαίως
 Προς τη δεύτερη των καθ’ών, «.....», ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «....», για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 2,44 ευρώ μηνιαίως
Προς την τρίτη των καθ’ών, «.....», α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 29,47 ευρώ μηνιαίως, β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 238,39 ευρώ μηνιαίως, γ) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 89,14 ευρώ μηνιαίως, δ) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 7,89 ευρώ μηνιαίως, ε) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση δανείου πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 5,22 ευρώ μηνιαίως
Προς την τέταρτη των καθ’ών, «.....» α) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, το ποσό των 20,28 ευρώ μηνιαίως, β) για οφειλή που προέρχεται από την υπ’ αριθμ. .... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, το ποσό των 20,28 ευρώ μηνιαίως.

Β) ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκποίηση σε:

1. Ενα διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 160,48 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο .... Κρήτης με ΚΑΕΚ .... και ειδικότερα επί της οδού ... αριθμ. ..., αντί ελαχίστου τιμήματος 150.000 €
2. Μία οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 8,84 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που χρησιμοποιείται ως αποθήκη στο δώμα επί οικοδομής κατασκευής 1968 κείμενης στο .... Κρήτης και ειδικότερα επί της οδού .... αριθμ. ..., αντί ελαχίστου τιμήματος 3.000 €.
3. Ένα ισόγειο διαμέρισμα  στην Αθήνα, οδός ... αριθμ. .., περιοχή ..., κατά πλήρη κυριότητα, συνολικής έκτασης κτίσματος 31,00 τ.μ., έτους κατασκευής το 1974, αντί ελαχίστου τιμήματος 30.000 €
4. Ενα ακίνητο εμβαδού 4.008,83 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ...., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα, εντός του οποίου υπάρχει παλαιό ισόγειο κτίσμα (αποθήκη) εμβαδού 54,00 μ2 και πηγάδι και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά Π17-Π18 μήκους 2,55μ., Π18-Π19 μήκους 26,72 μ., Π19- Π20 μήκους 8,92 μ. και Π20-Π1 μήκους 49,14μ. με ιδιοκτησία .... και ...., Νότια σε πλευρά 77-154 μήκους 113,63 μ. με ιδιοκτησία ...., Ανατολικά σε πλευρά ΠΙ- Π2 μήκους 4,00 μ., Π2-Π3 μήκους 5,81 μ. , Π3-Π4 μήκους 5,83 μ., Π4-Π5 μήκους 9,61 μ., Π5-Π6 μήκους 8,30 μ. , Π6-Π7 μήκους 5,24 μ. και Π7-77 μήκους 1,50 μ. με Αγροτικό Δρόμο (οδό .... ) και Δυτικά σε πλευρά 154-32 μήκους 4,96μ. , 32-Π46 μήκους 2,60μ., Π46-Π47 μήκους 6,92 μ., Π47-Π10 μήκους 4,10 μ. , Π10-Π11 μήκους 1,50 μ. , Π11-Π12 μήκους 5,33 μ., Π12-
Π13 μήκους 4,09; μ., Π13- Π14 μήκους 6,09 μ., Π14-Π15μήκους 8,39 μ., και Π15-Π16 μήκους 9,14 μ. και Π16-Π17 μήκους 3,15 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και ....( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία Π 17- Π 18- Π 19- Π 20- ΠΙ -Π2-Π3-Π4-Π5-Π6- Π7-77 - 154 - 32 - Π 46 - Π 47 - Π 10 - Π 11 -Π 12 - Π 13 - Π 14 - Π 15 - Π 16 - Π 17 και αποτελεί την ιδιοκτησία Α στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ...., αντί ελαχίστου τιμήματος 20.000 €
5. Ένα ακίνητο εμβαδού 4.004,43 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ...., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου ...., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός Γ.Π.Σ. και ειδικώτερα στη θέση «...», που περιέχει εξήντα πέντε ( 65 ) ελαιόδενδρα και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 155-172 μήκους 65,59 μ. και 172-13 μήκους 27,03 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου από εμάς , ...., Νότια σε πλευρά με στοιχεία Π56-174 μήκους 75,75 μ. με ιδιοκτησία .... ( α` εναγομένου ) , Ανατολικά σε πλευρά 155-Π48 μήκους 4,50 μ. , Π48-Π49 μήκους 3,19 μ. , Π49-Π50 μήκους 4,26 μ. , Π50-Π51 μήκους 6,16 μ., Π51-Π52 μήκους 5,89 μ., Π52-Π53 μήκους 4,83 μ., Π53- Π54 μήκους 4,00 μ., Π54-Π55 μήκους 3,64 μ. και Π55-Π56 μήκους 5,41 μ. με Αγροτικό Δρόμο ( οδό .... ) και Δυτικά σε πλευρά 174-Π59 μήκους 6,88 μ. , Π59-Π60 μήκους 14,19 μ. , Π60- Π61μήκους 7,82 μ. ,Π61-Π62 μήκους 8,87 μ. ,Π62-Π63 μήκους 4,86 μ., Π63-Π64 μήκους 5,10 μ. , Π64-Π65 μήκους 5,96 μ. , Π65-Π66 μήκους 3,90 μ. , Π66-Π67 μήκους 11,07 μ. ,Π67-Π68 μήκους 6,08μ. και Π68-13μήκους 7,64 μ. με έτερο ακίνητο συνιδιοκτησίας .... , .... και .... ( απότομα πρανή ) , όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Π 48 - Π 49 - Π 50 - Π 51 - Π 52 - Π 53 - Π 54 -Π 55 -Π 56 - 174 - Π 59 - Π 60 - Π 61 - Π 62 - Π 63 - Π 64 - Π 65 - Π 66 - Π 67 - Π 68 - 13 - 172 - 155 -Π 48 και αποτελεί την ιδιοκτησία Γ στο με χρονολογία Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ...., αντί ελαχίστου τιμήματος 10.000 €.
Ο εκκαθαριστής, σε σχέση με τα ανωτέρω ακίνητα 4 και 5, θα προβεί στη μεταγραφή των πράξεων του Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου που τα αφορούν και, ακολούθως, θα τα πωλήσει ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Σε περίπτωση κατά την οποία τα ανωτέρω υπό στοιχεία 4 και 5 δεν μπορούν για νομικούς λόγους να πωληθούν κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι ως χωρισμένες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, τότε ο εκκαθαριστής, θα τα εκποιήσει με τη μορφή που έχουν σήμερα, ήτοι ως ιδιοκτησία της αιτούσας σε ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπεδαγρού στον Δήμο ..., θέση «...», συνολικής έκτασης 18.501,32 τ.μ., με ΚΑΕΚ .... αντί ελαχίστου τιμήματος 20.000.
Ορίζει εκκαθαριστή το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου ..., .... του ..., κάτοικο ..., ... και ..., τηλ. ... και ..., ο οποίος και θα ενημερωθεί για την ανάληψη των καθηκόντων της από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό αρχείου του αρθ. 13 του νόμου, που τηρείται στο Ειρηνοδικείο. Στα καθήκοντά του εκκαθαριστή περιλαμβάνεται η εγγραφή της απόφασης στα οικεία Υποθηκοφυλακεία ή Κτηματολογικά Γραφεία, η μεταγραφή των Πράξεων που μνημονεύτηκαν ανωτέρω, η πρόσφορη εκποίηση των πιο πάνω ακινήτων, η οποία θα γίνει κατά τον τρόπο που ορίζεται παραπάνω, η σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου για λογαριασμό της αιτούσας οφειλέτιδος, η σύνταξη πίνακα διανομής, ο οποίος θα τοιχοκολληθεί στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου και θα κοινοποιηθεί με συστημένη επιστολή στους πιστωτές, ώστε να προβάλουν τυχόν αντιρρήσεις τους. Με βάση τον πίνακα αυτό ο εκκαθαριστής θα προβεί στη συνέχεια στη διανομή του ποσού κατά τη σειρά που ορίζεται από τις διατάξεις των αρθ. 9 παρ. 1 και 3 ν. 3869/10, 975, 976 και 1007 ΚΠολΔ.
Γ) Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας,  όπως η ιδιοκτησία αυτή περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσας. Καθορίζει το καταβλητέο από την αιτούσα ποσό για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της στο ποσό των 58.995,91 ευρώ. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί από την αιτούσα σε 15 χρόνια, δηλαδή σε 180 μηνιαίες δόσεις, ύψους 327,75 ευρώ εκάστης. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει το πρώτο πενθήμερο του πρώτου μήνα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Εξαιρεί της ρευστοποίησης την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της αιτούσας, μεταξύ των οποίων, ενδεικτικά: α) την ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 22,45 συν 36 τ.μ., ήτοι συνολικά 58,45 τ.μ. σε οικοδομή στην οδό ... στο ... β) την οριζόντια ισόγεια ιδιοκτησία εμβαδού 89,92 τ.μ. κατά τη σύσταση ιδιοκτησίας χαρακτηριζόμενη ως «αποθήκη β’ και γ’» διαμορφωθείσα όμως ως ενιαίο ακίνητο, σε οικοδομή στην οδό ... στο ... γ) το ερειπωμένο ακίνητο κτίσμα στην άλλοτε κοινότητα ... στη θέση «...» πρώτου ορόφου εμβαδού 60 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 60 τ.μ. εντός αγροτεμαχίου εμβαδού 900 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαρέτου, δ) το αγροτεμάχιο στον Δήμο ...., θέση «....», συνολικής έκτασης 4.225,38 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου ε) το με αριθμ. κυκλοφορίας .... ΙΧΕ επιβατικό όχημα μάρκας PEUGEOT τύπου 307, έτους κυκλοφορίας πρώτης κυκλοφορίας το 2002
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος από την αιτούσα  παραβόλου για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης.
Δημοσίευση σχολίου