Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Ελβετικό φράγκο, διαφάνεια, προσυμβατική ενημέρωση, επιτόκιο, συναλλαγματική ισοτιμία libor, εισφορά ν. 128/ 75.

Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου 457/ 2017.

 Περίληψη. Δάνειο σε ελβετικο φράγκο. Καταχρηστικότητα ΓΟΣ . Αναγνώριση της ακυρότητας ΓΟΣ ισοτιμίας και της ακυρότητας ΓΟΣ ενημέρωσης της δανειολήπτριας   λόγω αδιαφάνειας κατ άρθρα 2 παρ 2 και 6 του ν. 2251/1994, και λόγω παράβασης του άρθρου 2 παρ 7 ια` , κδ` και λ` του ν. 2251/1994. Παραβίαση ΠΔΤΕ 2501/2002. Ελλειψη προσυμβατικής  ενημέρωσης.  Παράλειψη παράθεσης αριθμητικών παραδειγμάτων ώστε να δύναται δυνατό να αντιληφθουν οι δανειολήπτες εμπράκτως την πορεία του δανείου σε βαθος χρόνου αποπληρωμής του και τον αντίκτυπο της αλλαγής της ισοτιμίας ιδίως ως προς το κεφάλαιο του δανείου. Δεν αποσαφηνίστηκε ότι οι δύο κυμαινόμενοι παράγοντες, δηλαδή αυτός της αναπροσαρμογής του επιτοκίου και αυτος της αναπροσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα επηρεάσουν όχι μόνο τη δόση και τους τόκους αλλά και το κεφάλαιο επι του οποίου υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ τα οποία επομένως παραμένουν αόριστα. Αποπληρωμή του δανείου με βάση την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 200 ΑΚ. Αναδρομική εφαρμογή της ισοτιμίας εκταμίευσης και επαναπροσδιορισμός του άληκτου κεφαλαίου με βάση αυτήν. Δέχεται κατ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη. Δέχεται την αγωγή.
 Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι, για την κάλυψη των στεγαστικών της αναγκών συνήψε με την εναγόμενη τράπεζα, στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Κόρινθο, την από 3.11.2008 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 159.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο, σύμφωνα με τον προδιατυπωμένο όρο 14 παρ. 2 της σύμβασης αυτής έπρεπε να αποπληρωθεί σε ευρώ με βάση την τιμή αγοράς από την εναγομένη του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία της κάθε εκταμίευσης, ενώ σύμφωνα με τον επίσης προδιατυπωμένο όρο 14 παρ. 5 της ίδιας σύμβασης η ενάγουσα ανέλαβε τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή της σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου λόγω δυσμενούς για αυτήν μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων. Ότι, αποφάσισε και κατέληξε στην ανωτέρω δανειακή σύμβαση μετά από ενημέρωση των υπαλλήλων της εναγομένης ότι, πρόκειται για την πλέον συμφέρουσα επιλογή (χαμηλό επιτόκιο) χωρίς κίνδυνο αύξησης της οφειλής της διότι η ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου διακρίνεται για την σταθερότητά της. Ότι, εξαιτίας της μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ του ευρώ και του ελβετικού φράγκου και συγκεκριμένα της σημαντικής υποτίμησης του πρώτου έναντι του δεύτερου, το ποσό των μηνιαίων δόσεων του δανείου έχει υπέρμετρα αυξηθεί, ενώ παράλληλα έχουν εξανεμιστεί όλες οι καταβολές, που έχει πραγματοποιήσει (σε ευρώ) έναντι του παραπάνω δανείου, με συνέπεια το αρχικό κεφάλαιο, υπολογιζόμενο σε ελβετικά φράγκα να έχει μεν ελαττωθεί κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, υπολογιζόμενο, όμως, σε ευρώ, να έχει αυξηθεί. Με βάση δε, το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη παράλληλα ότι, δεν ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε κατά τη λήψη του επίμαχου δανείου, αλλά ούτε και για τις επιπτώσεις, που θα μπορούσε να έχει μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος στο ύψος τόσο των εξοφλητικών δόσεων, όσο και του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των προαναφερόμενων όρων της σύμβασης λόγω της καταχρηστικότητάς τους, κατά τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, β) να αναγνωρισθεί ως μόνη ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών που ίσχυαν κατά τις ημερομηνίες εκταμίευσης του ποσού του δανείου, ήτοι 1,514833308, γ) να αναγνωρισθεί ότι την 7.7.2014 το υπόλοιπο της ένδικης δανειακής σύμβασης ανέρχεται σε 138.666,85 Ελβετικά φράγκα, δ) επικουρικώς δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εφαρμόζει για τη μετατροπή του καταβληθέντος (σε ευρώ) από την ενάγουσα μέχρι σήμερα ποσού καθώς και για κάθε αποπληρωμή δόσης ή και του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλόμενου δανείου τον μέσο όρο των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών που εφαρμόσθηκαν κατά τις ημερομηνίες εκταμίευσης του ποσού του δανείου, ήτοι ισοτιμία 1,514833308 και τέλος, να καταδικασθεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 135/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα-ενάγουσα, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά την κρίση της εκκαλουμένης στο σύνολο της και ζητεί να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή της.

I. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως αυτό είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β` του ν 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011, Αρμ 2012.1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/ 1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας Οδηγίας «τα κράτη - μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα, που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή». Με τους γενικούς όρους των συναλλαγών είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει αυτού, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου των ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του εν λόγω άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνον από εκείνες, που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για την συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα η ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται η ματαίωση του σκοπού της. Ας σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 στην αρχική της διατύπωση, πριν δηλαδή την τροποποίηση της από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 24 του Ν. 2741/1999, χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων», διατύπωση, που όχι μόνον περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνη με τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε, σε «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 24 του Ν. 2741/1999 απάλειψε τον όρο «υπέρμετρη» από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, ωστόσο, η σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο και συνακόλουθα και με την εν λόγω Οδηγία ερμηνεία του εθνικού δικαίου (για τη σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνεία βλ. ενδεικτικά Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2002, σελ. 74 επ.), η οποία επέβαλε και πριν την τροποποίηση, που επήλθε με το Ν. 2741/1999, να ερμηνευθεί συσταλτικά ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» ως ουσιώδης ή σημαντική μόνον διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την έννοια της υπέρμετρης διατάραξης, επιβάλλει την ίδια ερμηνεία (ουσιώδης ή σημαντική διατάραξη) και μετά την προαναφερόμενη απάλειψη του όρου «υπέρμετρη» (ΟλΑΠ. 15/2007, ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔνη 2006. 419, βλ. και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007, η οποία, υιοθετώντας και νομοθετικά την προαναφερόμενη ερμηνεία και τροποποιώντας τη σχετική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, απαιτεί πλέον να υπάρχει «σημαντική διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή). Η ουσιώδης ή σημαντική αυτή διατάραξη ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνον χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του καταναλωτή, που είναι συνήθως απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του, αλλά ο οποίος διαθέτει τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της απόφασης του να συμβληθεί ως καταναλωτής συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι, κατά τη διαδικασία για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, πρέπει να ερευνάται, αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στην συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή, αν η απόκλιση αυτή στην συγκεκριμένη περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα (σχετ. ΑΠ. 1219/2001 ΔΕΕ 2001, 1128). Ως μέτρο, δηλαδή, για τον έλεγχο της διατάραξης της ισορροπίας αυτής, λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για τη διατήρηση του όρου, που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για την κατάργησή του, δηλαδή, ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες (ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005. 802). Αν η ρύθμιση, που προβλέπεται από τον γενικό όρο συναλλαγών, είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η επακόλουθη επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές διατάξεις ενδοτικού δικαίου είναι τέτοια, που δεν διαταράσσει την καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν θεωρείται ουσιώδης. Δεν απαγορεύεται, δηλαδή, η απόκλιση με τους γενικούς όρους από οποιαδήποτε ρύθμιση ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν καθοδηγητικό χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη για την επίτευξη του σκοπού και την διατήρηση της φύσης της σύμβασης δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία ορισμένοι κανόνες ενδοτικού δικαίου αποτελούν εξειδίκευση της αρχής της εξισωτικής δικαιοσύνης, διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του γενικού όρου αλλάζει η εικόνα, που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες, που διέπουν την συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, όταν πρόκειται για γενικό όρο, με τον οποίο εντάσσονται στη σύμβαση πρόσθετα στοιχεία, τα οποία δεν περιέχονται στους κανόνες ενδοτικού δικαίου, ελέγχεται, αν η πρόσθετη αυτοτελής αυτή ρύθμιση φαλκιδεύει θεμελιώδη δικαιώματα, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης ή συνεπάγεται τέτοιες υποχρεώσεις, ώστε να οδηγεί σε ματαίωση ή στρέβλωση του σκοπού της σύμβασης. Πέρα, όμως, από τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις, για να κριθεί αν ένας γενικός όρος διαταράσσει την συμβατική ισορροπία και, συνεπώς, είναι άκυρος ως καταχρηστικός, γίνεται αξιολογική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και εκτιμώνται οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Λαμβάνονται δε υπόψη, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισης τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ, 1495/2006 ΔΕΕ 2006.1307). Έτσι, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός γ.ο.σ, εξετάζεται σε πρώτη φάση, αν αυτός είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα, που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων γ.ο.σ., που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί και, άρα, άκυροι, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η ύπαρξη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας (βλ. άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 225 1/1994) και σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος γ.ο.σ. περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου όπως προαναφέρθηκε (σχετ. ΑΠ 296/2001 ΔΕΕ 2001.1112), δηλαδή η καταχρηστικότητα θα κριθεί με βάση τα κριτήρια των εδαφίων α` και β` της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Η σωρευτική, άλλωστε, εφαρμογή από το Δικαστήριο των παρ. 6 και 7 του άρθ. 2 του ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που ο νόμος χρησιμοποιεί στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές, κατά αμάχητο τεκμήριο, περιπτώσεις καταχρηστικότητας αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα, της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά αποτυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι γ.ο.σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, καταρχήν, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου γ.ο.σ.. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν έχει παραβιασθεί, δηλαδή, η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007.975). Η ως άνω απαίτηση περί διαφάνειας των γ.ο.σ. δεν αφορά εξάλλου, απλά και μόνον τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λειτουργία τους, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι’ αυτόν. Η παραπάνω σαφήνεια, δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μιας ρήτρας, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο δε αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ιδιαίτερα, οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχτεί αξιώσεις, που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Για το λόγο αυτό οι γ.ο.σ., υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΟλΑΠ. 15/2007 ό.π, ΑΠ. 430/2005 ό.π, ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001.1 125, ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη 2001.2001.1329, ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.2001, ΕφΑΘ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006.1467, ΕφΑΘ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003.643, και ΔΕΚ απόφαση της 30 ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, .... κατά ..., σκ. 71-75). Ειδικότερα, η αρχή της διαφάνειας συνιστά κριτήριο εξειδίκευσης της «σημαντικής διατάραξης» της συμβατικής ισορροπίας, παρά την έλλειψη ρητής ρύθμισης, εφόσον οι αδιαφανείς ρήτρες οδηγούν λόγω ακριβώς της αδιαφάνειας τους στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Και τούτο, διότι το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. καταναλωτή διαπνέεται από την αρχή της διαφάνειας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή και έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό νομικό σύστημα μέσω του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 και άρθρο 5 του ν. 2251/1994 αλλά και του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 περ. ε, ζ, η, ι και ια του ίδιου νόμου. Έχει, μάλιστα, δε δύο εκφάνσεις. Τη σαφήνεια και το κατανοητό των όρων. Η σαφήνεια, συγκεκριμένα, αφορά τις νομικές συνέπειες μιας ρήτρας στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο αυτό ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή, για να ενισχύσει τη θέση του έναντι του καταναλωτή. Ιδιαίτερα οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι ευκρινείς. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από ορισμένες ενέργειες (άσκηση δικαιωμάτων του) είτε να υποκύψει σε δικαιώματα ή αξιώσεις, που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Με το πρίσμα αυτό αδιαφανείς ρήτρες οδηγούν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, ενώ αυτή ακριβώς η αδιαφάνεια εξειδικεύεται σε πολλές περιπτώσεις της παραγράφου 7, όπως για παράδειγμα εδ. ε` {«...επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο»), εδ. ζ {«...επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση»), εδ. η` {«...επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του»), εδ. Γ {«...επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο»), εδ. ια` («...χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό τον με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, (βλ και ad hoc ΑΠ 430/2015, ο.π.). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνον ο συγκεκριμένος καταχρηστικός κατά το νόμο όρος. Ως προς δε το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ., αυτό καλύπτεται, κατ’ αρχήν, και εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13, θεωρείται ότι δεν περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι συνάδει με τους σκοπούς του άρθ. 6 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψεις 80 - 82 και 85). Σε διαφορετική περίπτωση, γίνεται από το Δικαστήριο συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 ΑΚ, βάσει, δηλαδή, της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΕφΑΘ 1471/2013 και ΤΝΠ Νόμος). Η συμπληρωματική δε αυτή ερμηνεία κατ’ άρθρο 200 ΑΚ δεν απαιτεί την υπαγωγή στην έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ειδικών συνθηκών ατομικά προσδιοριζομένων, αλλά εξαιρεί το αντικειμενικό στοιχείο και επιβάλλει να ερμηνευτεί η σύμβαση με γνώμονα τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη. Συγκεκριμένα, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά, που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Σκοπός της ερμηνείας είναι η ανεύρεση του αντικειμενικού νοήματος της δήλωσης βούλησης, που θα προσέδιδαν σε αυτήν ο μέσος άνθρωπος ή κοινωνική ολότητα (ΑΠ 969/1967 ΝοΒ 16. 170) σταθμίζοντας τα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών και, κυρίως, εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, την ενημέρωση και τις διαπραγματεύσεις, που είχαν προηγηθεί, πως οι σχετικές δηλώσεις βούλησης του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο, καθώς και τη φύση της σύμβασης, (βλ. ΟλΑΠ 12/2009 ΑρχΝ 2009, 708- ΑΠ 934/2Θ14 ΧρΙδ 2014, 732· ΑΠ 1588/2013 ΕΓΊολΔ 2013, 793- ΑΠ 1420/2013 ΕφΑΔ 2013, 1073- ΑΠ 776/2013, ΧρΙδ 2013,666· ΑΠ 1345/2012 ΕΕμπΔ 2013, 109-ΑΠ 819/2012, ΤΝΠ Νόμος- ΑΠ 631/2012 ΧρΙΔ 2012, 671 · ΑΠ 548/2012 ΧρΙδ 2012, 655· ΑΠ 392/2012 ΧρΙδ 2012. 607· ΑΠ 289/2012 ΤΝΠ Νόμος). Για να συναγάγει, εξάλλου, το ερμηνευτικό του πόρισμα το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός αυτής. Δεν αποκλείεται να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος, που τα μέρη προσδίδουν στη σύμβαση, γεγονός, που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειες τους (ΑΠ 374/2013). Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ και το εξ αυτής απορρέον κριτήριο της δίκαιης κρίσης, ως μέσο συμπλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός γ.ο.σ. δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την προστασία του αντισυμβαλλόμενου - καταναλωτή, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται κυρίως στις ατομικές συμβάσεις και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις, όπου οι όροι μεταξύ των συμβαλλομένων δεν καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τους γ.ο.σ. (ΑΠ 1030/ 2001 ΔΕΕ 2001.1125). Έτσι η απόφαση του Δικαστηρίου, που προβαίνει σε συμπληρωματική ερμηνεία άκυρου, κατά τα ανωτέρω όρου, δεν είναι διαπλαστική, διότι δεν προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής κατά τη διάταξη του αρθ. 371 εδ. 2 ΑΚ (οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι θα επρόκειτο για διαπλαστική απόφαση, η οποία διαπλάσσει το περιεχόμενο της ενοχικής σχέσης) παρά μόνον σε συμπλήρωση του κενού, που δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε να ανταποκρινεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιεί τη σύμβαση.
II. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 γ’ του ν. 2251/1994, που απαγορεύει εν γένει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (§ 1), ως αθέμιτη ορίζεται η πρακτική, που αντίκειται στους κανόνες της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή (§ 2), ιδίως, όταν είναι παραπλανητική (§ 4), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 δ" του ίδιου νόμου, μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική, εκτός των άλλων, όταν λαμβανομένης υπόψη της συνολικής παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ωθώντας τον να λάβει απόφαση συναλλαγής, την οποία διαφορετικά δεν θα λάμβανε (§ 1), παραλείποντας ουσιώδεις πληροφορίες, που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής και ως εκ τούτου τον οδηγεί να λάβει απόφαση, που διαφορετικά δεν θα λάμβανε. Αλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 9 ε` του ν. 2251/1994 παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο.
III.Τέλος, με την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 (ΦΕΚ Α\ 277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007), και, άρα    έχει ισχύ ουσιαστικού    νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις, που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που θεσπίζονται στην παράγραφο Α της εν λόγω ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις, που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς και να μεριμνούν, για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών, προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Αναφορικά, ειδικότερα, με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, δάνεια, θεσπίζεται υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (§ Β αριθ. 2 περ. χ). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται περαιτέρω στην παραπάνω πράξη, η ως άνω, όμως, απαίτηση δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, παρά πρέπει να οδηγεί τον δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι’ αυτόν. Ειδικότερα, η παραπάνω διάταξη, που θεσπίζει την εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης (§ Β αριθ. 2 περ. χ), πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, βάσει της οποίας, όπως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1352/2011, ΕφΑΘ 1403/2015), οι τράπεζες έχουν αυξημένη ευθύνη, κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της, η πιστωτική σχέση, ως έννομη σχέση, ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς, γι’ αυτούς, συνέπειες, πρέπει δε να εξειδικευθεί, ως προς το ειδικότερο περιεχόμενο της, βάσει των όσων ορίζονται στην ίδια ως άνω ΠΔΤΕ, στην παρ. Β αριθ. 1 (in fine), αναφορικά με τις τραπεζικές καταθέσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκεί οριζόμενα, «Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε: αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, (και) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ.), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα». Και, ναι μεν, η προπαρατιθέμενη διάταξη αναφέρεται στην ενημέρωση των συναλλασσομένων με την τράπεζα, οι οποίοι επιλέγουν ένα καταθετικό προϊόν, το οποίο έχει ένα βαθμό ρίσκου και γι’ αυτό προσιδιάζει (χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3606/2007), στον χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, άξιο, ωστόσο, ανάλογης προστασίας είναι και το συμφέρον των δανειοληπτών που επιλέγουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, το οποίο, ως εκ του πράγματος και δεδομένης της μακράς διάρκειας των δανείων (ιδίως αυτών της στεγαστικής πίστης), ενέχει υψηλό ρίσκο. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί. κανείς ότι το συμφέρον των τελευταίων τούτων χρήζει ακόμη μεγαλύτερης προστασίας, έναντι αυτού των καταθετών, στους οποίους, κατά το γράμμα της, αναφέρεται η παραπάνω διάταξη της παρ. Β αριθ. 1 (in fine), καθώς οι δανειολήπτες, επειδή είναι αυτοί που «ζητούν χρήμα», βρίσκονται σε οικονομικά ασθενέστερη θέση, έναντι αυτών που επενδύουν χρήμα, και, άρα, είναι πιθανότερο να παρασυρθούν ευκολότερα σε επιλογές χωρίς, προηγουμένως, να έχουν αντιληφθεί, ή έστω εκτιμήσει, τις οικονομικές συνέπειες, που μπορεί να συνεπάγονται γι’ αυτούς. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ενημέρωση του δανειολήπτη, σε σχέση με τα δάνεια σε συνάλλαγμα και αναφορικά με τον κίνδυνο, από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, πρέπει να γίνεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, που να διαθέτει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3606/2007 πιστοποιητικό καταλληλότητας, η δε θεσπιζόμενη, με την προαναφερόμενη διάταξη της ΠΑΤΕ 2501/2002 (§ Β αριθ. 2 περ. χ), υποχρέωση ενημέρωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνίσταται και στην παροχή ειδικών πληροφοριών, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα του προϊόντος αυτού, με ομοειδή, καθώς και να γίνεται κατανοητή η πιθανή εξέλιξη του δανείου, ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο, και οι πιθανοί κίνδυνοι, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας του παραπάνω προϊόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων, που προσδιορίζουν την πορεία του δανείου, με εναλλακτικές παραδοχές, ως προς την κύρια συνιστώσα, που δεν είναι άλλη από την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας, παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.
Από την επανεξέταση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, ...  και ..., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων (ένας από κάθε διάδικη πλευρά), οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις ομολογίες των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Δυνάμει της υπ’ αριθ. 4214969138 σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, που συνήφθη στην Κόρινθο την 3.11.2008, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα στεγαστικό δάνειο, ποσού 159.000 Ελβετικών φράγκων, για ανέγερση - αποπεράτωση πρώτης κατοικίας και συγκεκριμένα ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση Δήμου ..Κορινθίας, επί της οδού Πετμεζά αριθ. 11, προς εξασφάλιση του οποίου εγγράφηκε συναινετικά προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου μέχρι του ποσού των 206.700 ελβετικών φράγκων (136.281,82 ευρώ). Το προϊόν του δανείου πιστώθηκε σε συνδεδεμένο με το δάνειο λογαριασμό καταθέσεων της ενάγουσας και ειδικότερα πιστώθηκε το ποσό που προέκυψε από τη μετατροπή του ποσού του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή της αγοράς από την εναγομένη του ελβετικού φράγκου κατά τις ημερομηνίες της σταδιακής εκταμίευσης του ποσού. Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει εντός τριάντα ετών, σε 360 διαδοχικές μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, οι οποίες θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα, αλλά θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την εναγομένη του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 2 της επίδικης σύμβασης προβλέφθηκε ότι «Οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού, της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης», ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου αναφέρεται ότι: «Ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου (δόσεις, έξοδα, ασφάλιστρα, κεφάλαιο) λόγω δυσμενούς για αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ». Το επιτόκιο, που θα βάρυνε το εν λόγω δάνειο, ορίστηκε σταθερό για το πρώτο έτος, ανερχόμενο σε 2,62%, συν την αναλογούσα εισφορά του Ν. 128/1975, σταθερό για τα επόμενα πέντε έτη, ανερχόμενο σε 4,07%, συν την αναλογούσα εισφορά του Ν. 128/1975, ενώ για τα υπόλοιπα έτη το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και ότι θα ισούται με το επιτόκιο London Interbank Offered Rate (LIBOR) ελβετικού φράγκου διάρκειας ενός μηνός (επιτόκιο αναφοράς), όπως δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο, στρογγυλοποιημένο στα τρία δεκαδικά ψηφία, όπως αυτό καθορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης, προσαυξημένο κατά περιθώριο 1,10% καθώς και τη νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του Ν. 128/1975. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά στις 7.11.2008 (90.450 ελβετικά φράγκα), 18.6.2009 (22.680 ελβετικά φράγκα) και 1.9.2009 (45.870 ελβετικά φράγκα). Εν τω μεταξύ επήλθε ραγδαία ανατροπή της ισοτιμίας και συγκεκριμένα, ενώ την 8.12.2008 η ισοτιμία αυτή (ευρώ / ελβετικό φράγκο) ήταν 1,532157326, την 7.12.2012 έφθασε σε 1,193231679 και την 7.7.2014 ήταν 1,192897586, με αποτέλεσμα η διαφορά αυτή μεταξύ της αρχικής και της επιγενόμενης ισοτιμίας να αυξάνει τη μηνιαία δόση που καταβάλλει ο δανειολήπτης σε ευρώ, καθώς και το οφειλόμενο (σε ευρώ) ποσό για την αποπληρωμή του δανείου. Η ενάγουσα, συνεπεία της ως άνω ανατροπής της ισοτιμίας, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να είναι συνεπής στις δόσεις προς την εναγομένη, κατέληξε στο σημείο όπου στις 7.7.2014 το άληκτο κεφάλαιο του δανείου της ανερχόταν στο ποσό των 141.982,22 ελβετικών φράγκων, ήτοι κατά 13.944,28 ευρώ περισσότερα από το αρχικό κεφάλαιο του αρχικού δανείου της. Στη συνέχεια, όσον αφορά τον όρο LIBOR και την ισοτιμία αυτού με το ευρώ αναφέρονται τα κάτωθι: Ως LIBOR νοείται ο αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιημένος προς τα άνω μέχρι τέσσερα δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων, που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11.00 π.μ, περίπου (ώρα Λονδίνου), δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο, ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και διάρκειας ενός μήνα. Περαιτέρω, η επιλογή σύναψης δανείου σε ελβετικό φράγκο από μεγάλη μερίδα δανειοληπτών της χρονικής περιόδου 2000 - 2009, εξηγείται από το ότι, από τη θεσμοθέτηση του ευρώ (τον Ιανουάριο του 1999) η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5.3%), ενώ, ταυτόχρονα το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF (επιτόκιο αναφοράς των αγγλικών τραπεζών για ελβετικά φράγκα), κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο Euribor (διατραπεζικό επιτόκιο, που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας σε άλλη, σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Ειδικότερα, την περίοδο 2006-2009, όταν και χορηγήθηκε η πλειονότητα των δανείων σε ελβετικό φράγκο το μέσο επιτοκιακό όφελος, που είχαν οι δανειολήπτες ανήρχετο σε 1,5%, με μέγιστο το 2,95%. Το μέσο δε, επιτοκιακό όφελος μειώθηκε την περίοδο 2009 και μέχρι τις αρχές του 2015 σε 0,42%. Στις αρχές του 2015 και μετά την απόφαση της Ελβετικής Κεντρικής τράπεζας να ωθήσει το επιτόκιο LIBOR CHF σε αρνητικά επίπεδα, το μέσο επιτοκιακό όφελος διευρύνθηκε ξανά στα επίπεδα του 0,77% με αποτέλεσμα να προκύψει εκ νέου σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες. Οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, για το συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από τις αρχές του 2008 και εντεύθεν, η ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατέγραψε μεγάλη μείωση σε βάρος του ευρώ, ο δε δείκτης διακύμανσης, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή, για τα προηγούμενα δέκα πέντε (15) χρόνια, τριπλασιάστηκε. Αυτό δε, ακριβώς, το καθεστώς της σταθερής διακύμανσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως περιγράφηκε, ήταν και το περιεχόμενο ενός εκ διαφόρων διαφημιστικών προσεγγίσεων των καταναλωτών, ιδίως το 2007, που πράγματι ώθησε πολλούς να επιλέξουν το εν λόγω τραπεζικό προϊόν. Ωστόσο, σημειώθηκε μεγάλη ανατροπή εν συνεχεία στη λειτουργία και την κίνηση των επίδικων δανείων, αλλά και στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή ως προς την οικονομική ποσότητα της αντιπαροχής, που τελικά οφείλει να καταβάλει διαψεύδοντας τις προσδοκίες του. Βασική δε, αιτία αυτού ήταν η εν γένει υποτίμηση του ευρώ την τελευταία δεκαετία, έναντι των λοιπών νομισμάτων στο διεθνές οικονομικό στερέωμα και ιδίως το δωδεκάμηνο 2014-2015, που το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι του ελβετικού φράγκου κατά 12,9 %. Η επίδικη σύμβαση, ωστόσο, δεν περιείχε στους όρους της και δη στους επίδικους, καμία κρούση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου, που αναλάμβανε αποκλειστικά και μόνο η δανειολήπτρια ενάγουσα. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι πρόκειται για γ.ο.σ., που αφορούν στη βασική σχέση παροχής - αντιπαροχής, εφόσον η συναλλαγματική ισοτιμία ρυθμίζει μια καθοριστική παράμετρο για τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης δόσης, διαμορφώνοντας έτσι το ύψος της κύριας παροχής (κεφάλαιο και αντιπαροχή - τόκοι), που οφείλει να εκπληρώσει ο δανειολήπτης στην τράπεζα. Πρέπει, επομένως, οι επίδικοι γ.ο.σ. να εξεταστούν ως προς την καταχρηστικότητά τους σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2 της Οδηγίας 93/2013, κατά το οποίο «η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών, που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό». Η επισκόπηση των προαναφερθέντων όρων καταδεικνύει ότι, αυτοί είναι μεν αντιληπτοί από άποψη γραμματικής διατύπωσης, όμως δεν είναι σαφείς και κατανοητοί, αφού δεν αποκαλύπτουν στον «συνήθως απρόσεκτο ως προς την ενημέρωσή του καταναλωτή, που διαθέτει μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης» τον ακριβή τρόπο λειτουργίας του ως άνω μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και της σχέσης μεταξύ του μηχανισμού αυτού και του μηχανισμού, που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε (αυτός) και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα, να μπορεί να προβλέψει βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων τη βαρύτητα του συναλλαγματικού - οικονομικού κινδύνου, που συνοδεύει το επίμαχο δάνειο, ιδίως για συμβάσεις μεγάλης χρονικής διάρκειας. Τονίζεται δε, ότι, οι προαναφερόμενοι όροι, ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγομένη τράπεζα και περιλαμβάνοταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, δεν έλαβε χώρα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων και το αργότερο ως τη σύναψη της σύμβασης, οπότε διαμορφώνεται η δικαιοπρακτική απόφαση του καταναλωτή (βλ. ειδικότερα άρθρο 197 ΑΚ ««Κατά τις διαπραγματεύσεις» για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 198 παρ. 1 ΑΚ «Όποιος «κατά τις διαπραγματεύσεις» για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει» και ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007, 975 ΑΠ 1679/2008 ΝοΒ 2009, 388 ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ. 2014, 623, ΕφΑΘ 1471/2013 Αρμ 2014.752- ΕφΠειρ 469/2009 ΤΝΠ Νόμος- ΕφΠειρ 52/201 1 Αρμ 2012. 1711- ΕφΑΘ 2021/2010 ΔΕΕ 2011. 86 Νόμος), ορθή, αναλυτική και πλήρης ενημέρωση της ενάγουσας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης. Συνεπώς, δεν πληρούται και το αναγκαίο πλαίσιο ενημέρωσης, που τίθεται με την ΠΔΤΕ 2501/2002, όπως ειδικά αναλύεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της απόφασης. Συνεπώς, η τακτική ενημέρωσης, που ακολούθησε η εναγομένη, δεν πληρούσε τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες, εφόσον δεν περιείχε με αποσαφηνισμένους όρους το βάρος του υπέρμετρου κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, που συνδεόταν άρρηκτα με το ιδιαιτέρως μεγάλο βάθος χρόνου της επίμαχης δανειακής σύμβάσης. Αν και η έννοια της «συναλλαγματικής ισοτιμίας» είναι πασίδηλη και οικεία στην καθημερινότητα είτε, με την αγορά εισαγόμενων προϊόντων είτε, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο, όταν συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο καθορισμού των δόσεων και του κεφαλαίου του επίδικου δανείου όχι μόνο για μία φορά, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό και η υποχρέωση ενημέρωσης και πληροφόρησης της τράπεζας δεν πρέπει να περιορίζεται εν προκειμένω, σε μια αφηρημένη ή γενική αναφορά για τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Πρέπει, να εξειδικεύεται σε ένα πλήθος καθηκόντων, όπως ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και τις γνώσεις που πρέπει να έχει ο πελάτης, για να επιλέξει ένα δάνειο σε συνάλλαγμα, προειδοποίηση για τους κινδύνους, που μπορούν να ανακύψουν, με την παράθεση, μάλιστα, παραδειγμάτων δυσμενούς εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας,    ώστε    να γίνουν εύληπτοι και    κατανοητοί οι    κίνδυνοι κυρίως για τον δανειολήπτη και όχι    μόνο για την τράπεζα, ενημέρωση    για δυσμενείς περιορισμούς και συνέπειες στην άσκηση των δικαιωμάτων από το δάνειο (π.χ. της πρόωρης εξόφλησης) και ενημέρωση για την απαιτούμενη ικανότητα παρακολούθησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Απαιτείται, μάλιστα, και ορθή πληροφόρηση κατά την προσέλκυση των πελατών με γνώμονα την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, όπως καθιερώθηκε στην ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (ΦΕΚ 917Β 23-6-2010). Άλλωστε, η τυχόν υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης τράπεζας (πιστωτικού φορέα) για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών- συμβαλλομένων, που δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Πλήρης ενημέρωση κατά τα ανωτέρω ως προς τον επίμαχο όρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε η υπογραφή (μαζί με τη σύμβαση δανείου) από τους καταναλωτές και τυχόν λοιπών συνοδευτικών εγγράφων, διότι δεν γίνεται ευκρινώς διαγνωστός ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπέρ του ελβετικού φράγκου. Η τράπεζα, μάλιστα, αν και όφειλε, δεν αξιολόγησε τη δανειοληπτική ικανότητα του μέσου καταναλωτή και δη της ενάγουσας κρίνοντας αντικειμενικά το βαθμό αντίληψής της σε σχέση με το αναληφθέν μέσω της χορηγούμενης προς αυτή πίστωσης κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Τονίζεται ότι, το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι καθηγήτρια και έχει πτυχίο Πανεπιστημίου δεν σημαίνει ότι ήταν σε θέση, ως μέσος καταναλωτής, να αντιληφθεί από μόνη της τους κινδύνους της επίδικης σύμβαση. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, η εναγομένη Τράπεζα, παραβλέποντας την ως άνω υποχρέωσή της, που φέρει ως πιστωτικό ίδρυμα και οφείλει να μπορεί, μέσα από διαδικασίες ενδελεχούς ελέγχου, να διαπιστώνει ποιοι μπορούν να είναι αποδέκτες ανωτάτων ορίων ανάληψης κινδύνου, εν τέλει όχι μόνο δεν απέτρεψε την ενάγουσα ως μέσο καταναλωτή να λάβει το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν, αλλά δεν της κατέστησε σαφείς ποιους κινδύνους αναλαμβάνει. Βάσει δε, της ελλιπούς αυτής ενημέρωσης η ενάγουσα αποφάσισε και θέλησε να δεσμευτεί από όρους, που διατύπωσε εκ των προτέρων ο επαγγελματίας (εναγομένη Τράπεζα). Η από θέση ασκούμενη πειθώ της τράπεζας για την ασφάλεια του «προϊόντος», ο καλλιεργηθείς ενθουσιασμός και η προσέλκυση της καταναλώτριας ενάγουσας με μεμονωμένες και ασαφείς φράσεις, όπως ειδικά αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν άφηναν περιθώρια σοβαρής ανησυχίας και ορθολογικού υπολογισμού των κινδύνων από την τελευταία. Στο πλαίσιο αυτό, η τράπεζα παρέλειψε να δώσει ουσιώδεις πληροφορίες, κρίσιμες για τη λήψη σωστής απόφασης από τον μέσο καταναλωτή. Παράλληλα υπήρξε και καταχρηστική επιρροή της καλόπιστης ενάγουσας- καταναλώτριας, που εμπιστεύτηκε την τράπεζα της. Οι επίμαχοι λοιπόν, όροι 14 παρ. 2 εδάφιο α και 14 παρ. 5 ήταν σαφείς ως προς τη γραμματική τους διατύπωση, αλλά τούτο δεν αρκεί από μόνο του για τη διαπίστωση της εγκυρότητας τους, βάσει των κριτηρίων του ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, καθώς υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη και στη συγκεκριμένη περίπτωση της ενάγουσας, ότι, δηλαδή, καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου. Συνακόλουθα, οι ως άνω όροι είναι αδιαφανείς και, μάλιστα, υπερβαίνουν σημαντικά τα όρια, που τάσσονται από τις § 6, 7 και 2 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1964, διότι διαταράσσεται σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος της ενάγουσας, όταν οι επίδικοι γ.ο.σ. οδηγούν στη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας τους ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της σύμβασης. Στην ουσία, λοιπόν, (οι γ.ο.σ.) καταλήγουν να συνιστούν απροσδόκητες και αιφνιδιαστικές ρήτρες μεταβάλλοντας την εικόνα, που δικαιολογημένα είχε δημιουργηθεί στην ενάγουσα αναφορικά με το ύψος του τιμήματος και την έκταση της κύριας παροχής - κεφαλαίου, στοιχεία, που είναι συνήθως και τα μόνα, που πράγματι εξετάζονται από το μέσο καταναλωτή κατά τη σύναψη της σύμβασης. Η ισορροπία δε αυτή κλονίζεται ιδιαιτέρως, καθώς καταρρίπτεται η βασικότερη συγκεκριμένη σταθερά στο μυαλό αυτής (ενάγουσας) και γενικότερα του μέσου καταναλωτή - δανειολήπτη, ως προς τη λήψη του δανείου, ενώ προσμένει την εφαρμογή του: ότι όσο αποπληρώνει το δάνειο, αυτό θα μειώνεται ως χρέος. Ωστόσο, η ισορροπία αυτή διαταράσσεται, καθώς οι αρνητικές μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών οδηγούν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές της ενάγουσας προς εξόφληση του δανείου, όπως ήδη προαναφέρεται. Πέραν αυτού, όμως, οι ως άνω όροι είναι άκυροι και επειδή πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 7 περιπ. ία`, κδ’ και λ` του ν. 2251/1994. Συγκεκριμένα, δεν αποσαφηνίζεται ότι, οι δύο κυμαινόμενοι παράγοντες, δηλαδή αυτός της αναπροσαρμογής του επιτοκίου και αυτός της αναπροσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα επηρεάσουν όχι μόνο τη δόση και τους τόκους, αλλά και το κεφάλαιο, επί του οποίου υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, τα οποία, επομένως, παραμένουν αόριστα. Απόρροια τούτων είναι ότι το συνολικό κόστος δανεισμού παραμένει αόριστο, διότι, διακυμαίνεται το θεμέλιο της παροχής, δηλαδή το ίδιο το κεφάλαιο, που καλείται να επιστρέφει ο δανειολήπτης. Είναι δε το κεφάλαιο, που διαμορφώθηκε βάσει της κατά χρονική περίοδο διαφορετικής συναλλαγματικής ισοτιμίας αποσυνδεδεμένο από τον απλό κανόνα παροχής - αντιπαροχής. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 7 περιπ. κδ` και λ’ Ν 2251/1994, αφού ουδέποτε η ενάγουσα-δανειολήπτρια κατανόησε εις βάθος την πραγματική λειτουργία των επίδικων όρων της σύμβασης, αλλά στην ουσία αγνοούσε την υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση, που θα αναλάβει. Ειδικότερα, η τελευταία αγνοούσε τον κίνδυνο του επιτοκίου, για το οποίο η επίδικη σύμβαση αναφέρει, μόνον, ότι το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο με βάση το LIBOR, χωρίς, όμως, να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις της (ενάγουσας) από την πιθανότητα διακύμανσης του προς τα άνω καθόλη τη λειτουργία της σύμβασης. Συνάμα, η ενάγουσα αγνοούσε το συνολικό κόστος της πίστωσης, εφόσον, ούτε τη σημασία της διατάραξης της ισοτιμίας μπορούσε να εκτιμήσει, ούτε τη μελλοντική ισοτιμία μπορούσε να γνωρίζει. Σημειωτέον ότι, στο πλαίσιο των χρηστών συναλλακτικών ηθών, ήτοι των κρατουσών αντιλήψεων του μέσου ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου μέσα στα όρια των οποίων πρέπει να περιορίζεται η δραστηριότητα των δικαιοπρακτούντων, προκειμένου να θεωρείται σύμφωνη με τη χρηστή και έμφρονη συναλλακτική συμπεριφορά και της καλής πίστης, ήτοι της επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου συμπεριφοράς, η τράπεζα υπέχει αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση τις ειδικές συνθήκες της κάθε περίπτωσης, κατά τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2577/2006 περί της υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την παροχή υπηρεσιών και προϊόντων, ώστε αυτά να προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά του πελάτη. Και τούτο διότι, μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται μια εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης και εν μέρει εξάρτησης του πελάτη, καθ’ όσον η τράπεζα κατέχει ειδικές γνώσεις και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών και οφείλει να εξισορροπεί την αρχή της προστασίας του ασθενέστερου με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο δικαιοπρακτικός σκοπός της δανειακής σύμβασης με ρήτρα συναλλάγματος και η συντρέχουσα οικονομική συγκυρία και το κοινωνικό γίγνεσθαι υποδηλώνουν ότι, το συγκεκριμένο δάνειο δεν χορηγήθηκε, για να κερδοσκοπήσει ο δανειολήπτης (ενάγουσα) με τα ελβετικά φράγκα ως επενδυτής, αλλά για να χρηματοδοτηθεί με ευρώ, ως ιδιώτης ή έμπορος, επωφελούμενη απλώς του ευνοϊκού επιτοκίου. Άλλωστε, η δανειολήπτρια ενάγουσα δεν είναι αναμενόμενο να διαθέτει ελβετικά φράγκα, ούτε να έχει τη δυνατότητα τακτικών εσόδων στο νόμισμα αυτό, για παράδειγμα ως εξαγωγέας. Κατά συνέπεια, δεν θέλησε η τελευταία, δηλαδή, αυτή καθεαυτή την οφειλή σε ξένο νόμισμα, αλλά χρησιμοποίησε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα - μέτρο, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως της οφειλής της. Ο τύπος σύμβασης, δηλαδή, που επιθυμούν γενικά να συνάψουν οι καταναλωτές και ειδικότερα η ενάγουσα, δεν έχει δικαιοπρακτικό ή οικονομικό κίνητρο την επένδυση σε κινητές αξίες μεταβαλλόμενης αποτίμησης, όπως π.χ. το συνάλλαγμα. Ο συμβατικός τύπος της καταναλωτικής σύμβασης (στεγαστικού δανείου) με γνώμονα τις βάσιμες προσδοκίες και τις συμβατικές τους ανάγκες, αποβλέπει στην σταδιακή αποπληρωμή του δανείου. Με τον επίδικο γ.ο.σ., ωστόσο, επήλθε αλλοίωση του συμβατικού σκοπού και της λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, εφόσον αυτή (η σύμβαση) δεν επιτελεί καθαρά δανειακούς σκοπούς, αλλά εμπεριέχει και επενδυτικής φύσης αποτελέσματα και οικονομικές συνέπειες. Η δανειολήπτρια-ενάγουσα συμμετέχει εμμέσως πλην σαφώς στην επενδυτική αγορά συναλλάγματος. Τέλος, αναφέρεται ότι, στα εν λόγω δάνεια, όπου ο δανειολήπτης αναλαμβάνει το συναλλαγματικό κίνδυνο σε περίπτωση ανατίμησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, έχει προβλεφθεί η δυνατότητα περιορισμού των επιπτώσεων από σημαντικές μεταβολές της ισοτιμίας, με την ασφάλιση του σχετικού κινδύνου και συγκεκριμένα με την παροχή στο δανειολήπτη της ευχέρειας επιλογής προϊόντος με προστασία δόσης από μελλοντικές μεταβολές της ισοτιμίας μεγαλύτερες του 5% επί της ισοτιμίας που υπήρχε κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου. Το γεγονός ότι, η ενάγουσα δεν επέλεξε να λάβει το ως άνω προϊόν με προστασία δόσης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της και σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα. Με δεδομένες, λοιπόν, τις ως άνω διαπιστώσεις περί των σκοπιμοτήτων, αλλά και των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, και ειδικότερα, συνοψίζοντας, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, καθώς και τις σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό των επίμαχων συμβάσεων, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές το επίμαχο χρονικό διάστημα, οπότε και υπογράφηκαν οι επίδικες συμβάσεις, ε) το γεγονός, πως οι καταναλωτές, ως υπήκοοι Ελλάδας δανείζονταν σε ευρώ και αποπλήρωναν σε ευρώ, χωρίς να έχουν ελβετικά φράγκα στην κατοχή τους, ζ) το γεγονός, πως η εναγόμενη δεν παρείχε ουσιαστικά κάποια χρηματοοικονομική υπηρεσία σχετική με την αγορά ή την πώληση ξένων νομισμάτων και η) τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, η οποία ορίζει πως «με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας», πρέπει το κενό στην επίδικη δανειακή σύμβαση να συμπληρωθεί και: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 14 παρ. 2 εδ. α και 14 παρ. 5 όρων της υπ’ αριθμ. 4214969138 επίδικης σύμβαση στδεγαστικού δανείου, β) να αναγνωριστεί ως εφαρμοσθείσα ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, ανερχόμενη σε 1,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών  (1,5075-, 1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον υπ’ αριθμ. 379/3726215 λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000, 15.000 και 30.078,69 ευρώ), γ) να αναγνωριστεί ότι, το οφειλόμενο ποσό την 7.7.2014 υπόλοιπο της ως άνω επίδικης δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου ανέρχεται σε 138.666,85 Ελβετικά φράγκα και ότι για κάθε αποπληρωμή δόσεως ή και του τυχόν ληξιπροθέσμου οφειλόμενου ποσού στο εξής θα εφαρμόζεται ως μόνη ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλακτική ισοτιμία 1,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών (1,5075-, 1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον υπ’ αριθμ. 379/3726215 λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000, 15.000 και 30.078,69 ευρώ). Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένως εφάρμοσε το νόμο. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο προς έρευνα (αρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να συμπληρωθεί το κενό στην επίδικη δανειακή σύμβαση και: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 14 παρ. 2 εδ. α και 14 παρ. 5 όρων της υπ’ αριθμ. 4214969138 επίδικης σύμβαση στεγαστικού δανείου, β) να αναγνωριστεί ως εφαρμοσθείσα ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, ανερχόμενη σε 1,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών (1,5075-, 1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον υπ’ αριθμ. 379/3726215 λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000, 15.000 και 30.078,69 ευρώ), γ) να αναγνωριστεί ότι, το οφειλόμενο ποσό την 7.7.2014 υπόλοιπο της ως άνω επίδικης δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου ανέρχεται σε 138.666,85 Ελβετικά φράγκα και ότι για κάθε αποπληρωμή δόσεως ή και του τυχόν ληξιπροθέσμου οφειλόμενου ποσού στο εξής θα εφαρμόζεται ως μόνη ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλακτική ισοτιμίαΐ,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών (1,5075-,    1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον υπ’ αριθμ. 379/3726215 λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000, 15.000 και 30.078,69 ευρώ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου στην εκκαλούσα λόγω της νίκης (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της δυσκολίας στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση (179 και 741 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

                                                 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10.6.2016 και με αριθ. κατ. 225/2016 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 135/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Δέχεται τυπικά και κατ` ουσίαν την ως άνω έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Κρατεί την υπόθεση και
Δικάζει την αγωγή.
Δέχεται την αγωγή.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 14 παρ. 2 εδ. α και 14 παρ. 5 όρων της υπ’ αριθμ. ...  επίδικης σύμβαση στεγαστικού δανείου.
Αναγνωρίζει ως εφαρμοσθείσα ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, τη συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, ανερχόμενη σε 1,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών (1,5075-, 1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον  υπ’ αριθμ. ...  λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000,    15.000 και 30.078,69 ευρώ).
Αναγνωρίζει ότι, το οφειλόμενο ποσό την 7.7.2014 υπόλοιπο της ως άνω επίδικης δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου ανέρχεται σε 138.666,85 Ελβετικά φράγκα και ότι για κάθε αποπληρωμή δόσεως ή και του τυχόν ληξιπροθέσμου οφειλόμενου ποσού στο εξής θα εφαρμόζεται ως μόνη ρήτρα για την μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλακτική ισοτιμία 1,514833308, ήτοι ο μέσος όρος των τριών συναλλακτικών ισοτιμιών (1,5075-, 1,512 και β1, 524999925), που ήταν διαμορφωμένες και εφαρμόσθηκαν κατά την εκάστοτε ημέρα της εκταμίευσης και πίστωσης στον υπ’ αριθμ. 379/3726215 λογαριασμό της ενάγουσας (7.11.2008, 18.6.2009 και 1.9.2009 αντίστοιχα) των δανεισθέντων ποσών (60.000, 15.000 και 30.078,69 ευρώ).
Διατάσσει την επιστροφή του ως άνω αναφερομένου παράβολου στην εκκαλούσα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...