Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Εκ περιτροπής εργασία, βιβλιάριο υγείας, μισθολογικές διαφορές, αοριστία, επίδειξη εγγράφων διαρκούσης της δίκης.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β2, 771/ 2017

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Εκ περιτροπής εργασία. Βασικά της γνωρίσματα, μορφές που μπορεί να λάβει, προϋποθέσεις για τη νομιμότητα της μονομερούς επιβολής της, καθώς και ορθός τρόπος εφαρμογής της. Δεν είναι επιτρεπτή η μονομερής επιβολή της κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησης, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας.
Η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις, στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές ή αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρ. 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρ. 1 του Ν.1767/1988. Η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Δικαιώματα εργαζομένου στην περίπτωση μη νόμιμης επιβολής του. Ακυρότητα συμβάσεως εργασίας λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας ή λόγω μη θεώρησης αυτού επί επισιτιστικών καταστημάτων. Συνέπειες της ακυρότητας. Αν μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του, εξακολουθεί η παροχή της εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση. Για το ορισμένου του σχετικού δικογράφου με το οποίο αξιώνονται μισθολογικές διαφορές, δεν απαιτείται να αναφέρεται η ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας. Επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης. Δεν ιδρύεται ο από τον αριθμ. 1 του άρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στη περίπτωση της παραβίασης των δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων των άρ. 450 και 452 του ΚΠολΔ. Περιστατικά.

 Από τη διάταξη του άρθρου 14 της με αριθμό Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β` 526), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β`), όπως αυτή ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο πριν τη κατάργησή της με το άρθρο 19 παρ. 8 της κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας με αριθμό Υ1γ/ΓΠ/οικ/96967/2012 (ΦΕΚ Β 2718) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία των τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει ο κίνδυνος να μεταδοθούν στο τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία αυτοί τυχόν πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί ή τα παράσιτα, των οποίων είναι τυχόν φορείς (ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 709/2008, ΑΠ 1098/2003). Η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στη προστασία της δημόσιας υγείας (ΑΠ 904/2004). Συνεπώς στη περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξ αιτίας της έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, ο εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του και δικαιούται να αξιώσει από αυτόν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επ. ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 1667/2010). Αν όμως μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΑΚ. 
Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων διαφορών από μισθολογικές αξιώσεις, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας στις περιπτώσεις που τούτο απαιτείται, διότι η αναφορά "σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" στο δικόγραφο της αγωγής έχει την έννοια της έγκυρης σύμβασης, ενώ η έλλειψή του βιβλιαρίου υγείας αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης αυτής, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης (ΑΠ 439/2010, ΑΠ 65/2009, ΑΠ 1098/2003) και όχι ως αόριστης. Στην περίπτωση προβολής κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη ισχυρισμού περί ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος μισθωτού στις περιπτώσεις που το απαιτεί ο νόμος, ο μισθωτός, αντικρούοντας την ένσταση αυτή και μαχόμενος υπέρ της εγκυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, μπορεί να προσκομίσει με επίκληση το βιβλιάριο υγείας αυτού το πρώτον και μετά τη συζήτηση με την προσθήκη στις προτάσεις του, αφού η επίκληση αυτή γίνεται προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του, προταθέντος κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 238, 270 και 591 παρ.1, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το Ν. 4335/2015 (ΑΠ 439/2010). 
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτής περί ακυρότητας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσιβλήτων που απασχολούντο σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα στην επιχείρηση παρασκευής και πώλησης μαντολάτου, μάντολας και παστελιού της αναιρεσείουσας εταιρείας λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας αυτών, την κατοχή του οποίου έπρεπε αυτοί να επικαλεσθούν, και εν συνεχεία εσφαλμένως επιδίκασε σε αυτούς κατά μερική παραδοχή των αγωγών αυτών, ως ουσιαστικά βάσιμων, χρηματικές διαφορές από αξιώσεις αυτών από την παροχή της εργασίας τους δυνάμει των ρυθμίσεων των επικαλουμένων στις αγωγές συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που προϋποθέτουν όμως έγκυρες ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αυτών και όχι δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις οποίες όφειλε να εφαρμόσει, λόγω της αυτεπαγγέλτως ερευνομένης από το Δικαστήριο απόλυτης ακυρότητας των πιο πάνω συμβάσεων, ενόψει μάλιστα ότι τοιαύτη βάση (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) δεν περιεχόταν στις αγωγές. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε (βλ. φύλλο 7ο αυτής) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι αμφότεροι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν εφοδιασμένοι με το απαιτούμενο κατά νόμο και προσηκόντως θεωρημένο βιβλιάριο υγείας και κατά συνέπεια ορθά απέρριψε εκ του πράγματος τον περί ακυρότητας των πιο πάνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ισχυρισμό της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας. Επίσης ορθώς με ειδική σκέψη απέρριψε και τον περί απαραδέκτου των αγωγών, λόγω αοριστίας αυτών, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εταιρείας, διότι η κατοχή θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής του μισθωτού. Αναφορικά δε με το παραδεκτό της επίκλησης της κατοχής βιβλιαρίου υγείας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την προσθήκη στις κατατεθείσες μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις των και προς απόκρουση προταθέντος κατά τη συζήτηση ισχυρισμού της αναιρεσείουσας εταιρείας περί ακυρότητας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας και περί απαραδέκτου των αγωγών λόγω μη αναφοράς σε αυτές του στοιχείου της κατοχής νομίμως θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας, ρητά επικαλέσθηκαν τα βιβλιάρια υγείας αυτών, τα οποία μάλιστα είχαν ήδη προσκομίσει με επίκληση κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. με αριθμό 65/14.2.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου), τους δε σχετικούς ισχυρισμούς επανέφεραν και τα εν λόγω έγγραφα προσκόμισαν εκ νέου με επίκληση και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις προτάσεις αυτών και επομένως η κατά τα άνω επίκληση ήταν παραδεκτή. 

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο μπορεί να ζητήσει την επίδειξη, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Περαιτέρω οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.  Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 808/2015, ΑΠ 100/2007). 
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το τέταρτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει το υποβληθέν από αυτήν αίτημα επίδειξης των φορολογικών δηλώσεων και των αναλυτικών καταστάσεων ενσήμων ΙΚΑ των ετών 2007 έως 2011 των αναιρεσιβλήτων, βάσει των οποίων θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός αυτής ότι οι αναιρεσίβλητοι λάμβαναν κατά τη διάρκεια της εργασιακής των σχέσης μεγαλύτερες αποδοχές από το ημερομίσθιο των 27 ευρώ ο πρώτος και 20 ευρώ η δεύτερη που επικαλέσθηκαν στις αγωγές των και ειδικότερα τις νόμιμες αποδοχές βάσει των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με το αιτιολογικό της συνδρομής φορολογικού απορρήτου, το οποίο όμως δεν καταλύει τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 1 και 452 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στη περίπτωση της παραβίασης των δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων των άρθρων 450 παρ. 1 και 452 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ειδικά το αίτημα επίδειξης των αναλυτικών καταστάσεων ενσήμων του ΙΚΑ ως αόριστο και όχι λόγω συνδρομής φορολογικού απορρήτου, περί του οποίου στον σχετικό αναιρετικό λόγο ουδεμία αιτίαση διαλαμβάνεται. 

Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 1252/2014, σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). 
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 12 παρ.2 του Ν.2112/1920), 174 και 180 του ΑΚ, η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι ο εργαζόμενος, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές (μισθοί υπερημερίας) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

 Στην κρινόμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση παρασκευής, συσκευασίας και εμπορίας προϊόντων μαντολατοποιΐας (μαντολάτου, μάντολας και παστελιού) και συγκεκριμένα παρασκευαστήριο και κατάστημα διάθεσης των προϊόντων αυτών στη πόλη της Ζακύνθου, προσέλαβε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν ο πρώτος αρχικά ως εργάτης στο παρασκευαστήριο και στη συνέχεια κυρίως ως πωλητής στο κατάστημα και δευτερευόντως ως εργάτης στο παρασκευαστήριο και η δεύτερη ως ταμίας. Ότι αμφότεροι ήταν εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα από το νόμο και προσηκόντως θεωρημένα βιβλιάρια υγείας, επί πλέον δε ο πρώτος εξ αυτών ήταν κάτοχος ειδικού δελτίου ταυτότητας ομογενούς, που του παρείχε δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Ότι η ανωτέρω ειδικότητα του πρώτου ενάγοντος ως υπαλλήλου/πωλητή για την οποία δεν διέθετε μεν θεωρητικές γνώσεις, αλλά του είχε ανατεθεί λόγω της ευδόκιμης εργασίας του στην επιχείρηση και της πείρας που είχε αποκτήσει στο αντικείμενο, αποδεικνύεται από τα αναγραφόμενα στη προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης και αποδείξεις που ο ίδιος είχε εκδώσει και φέρουν την υπογραφή του σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης και απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων) και δεν αναιρούνται από τη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, εργάτριας στο παρασκευαστήριο, η οποία στο σημείο αυτό κρίνεται αόριστη και μη πειστική. Ότι στις 16.2.2011 η εναγομένη αποφάσισε, λόγω περιορισμού της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, να επιβάλει στους εργαζομένους αυτής το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 17.2.2011 έως 30.4.2011, κοινοποιώντας σε αυτούς την από 10.2.2011 ανακοίνωσή της και την από 16.2.2011 απόφασή της, με την οποία τους καλούσε να εργάζονται κάθε Δευτέρα και Πέμπτη της εβδομάδας από τις 8.00 έως τις 16.00. Ότι η κατά τα ανωτέρω μονομερής επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησης δεν έλαβε χώρα νομίμως, διότι δεν προηγήθηκε διαβούλευση με το σύνολο των εργαζομένων (αφού δεν υπήρχαν στην επιχείρηση συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων). Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κάλεσε τους εργαζομένους σε ενημέρωση και διαβούλευση και ότι οι τελευταίοι αρνήθηκαν, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται, αφού η από 10.2.2011 έγγραφη κοινοποίηση, με την οποία απλώς ανακοινώνεται η επιβολή του εν λόγω συστήματος, δεν αποτελεί έγγραφη πρόσκληση σε διαβούλευση, ενώ προφορική πρόσκληση που επικαλέσθηκε η εναγομένη δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ότι, επομένως, η κατά τα ανωτέρω μονομερής επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησης αποτέλεσε πράγματι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου αμφοτέρων των εναγομένων και δη παράνομη μείωση του χρόνου και του ωραρίου εργασίας των, που ήταν άκυρη. Ότι, επομένως, για αμφοτέρους τους ενάγοντες εξακολούθησε να ισχύει από τις 17.2.2011 έως τις 30.4.2011 το καθεστώς της πλήρους απασχόλησης. Ότι με τις από 17.2.2011 εξώδικες δηλώσεις τους προς την εναγομένη, οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την ως άνω παράνομη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας και συντάχθηκε το ./2011 δελτίο εργατικής διαφοράς. Ότι μετά τη δήλωσή τους ότι δεν αποδέχονται την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, οι ενάγοντες εξακολούθησαν να προσφέρουν πραγματικώς και προσηκόντως την εργασία τους, σύμφωνα με τους όρους που ίσχυαν πριν τη μεταβολή. Ότι η εναγομένη, λόγω των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί στην εργασιακή σχέση, προέβη στις 2.5.2011 σε προφορική καταγγελία των επίδικων εργασιακών συμβάσεων αορίστου χρόνου των εναγόντων, δίχως να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και συγκεκριμένα δεν τους επέτρεψε την είσοδο στην επιχείρηση. Ότι αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήσαν εκείνοι που κατήγγειλαν δήθεν τις εργασιακές συμβάσεις, βλάπτοντας την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, με αποτέλεσμα μάλιστα κάποιοι πελάτες να τα επιστρέφουν ως ακατάλληλα, παραβαίνοντας τις εντολές της εργοδότριας τους και τελικά αποχωρώντας οικειοθελώς αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από την εργασία τους στις 28.4.2011, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε η εναγομένη. Ότι οι εν λόγω αιτιάσεις, τις οποίες είχε διαλάβει η εναγομένη στις από 14.4.2011 και 29.4.2011 εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες της, που επέδωσε στους ενάγοντες στις 18.4.2011 και 29.4.2011, έγιναν σκοπίμως, προκειμένου να αποφύγει αυτή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι επομένως οι εν λόγω καταγγελίες ήταν άκυρες, διότι έγιναν χωρίς να τηρηθεί γι’ αυτές ο νόμιμος συστατικός τύπος του ιδιωτικού εγγράφου και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι στη συνέχεια στις 7.11.2011 επιδόθηκαν στους ενάγοντες και νέες έγγραφες πλέον καταγγελίες των επίδικων εργασιακών συμβάσεων αορίστου χρόνου από την εναγομένη, ενώ συγχρόνως η τελευταία προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως στους ενάγοντες τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι μετά την άρνηση των εναγόντων να εισπράξουν αυτήν και την συνακόλουθη περιέλευση αυτών σε υπερημερία δανειστή, η εναγομένη προέβη σε δημόσια κατάθεση των νομίμων αποζημιώσεων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ότι αιτία των ως άνω νέων απολύσεων δεν ήταν λόγοι εχθρότητας και εκδίκησης σε βάρος των εναγόντων, όπως οι τελευταίοι αβασίμως ισχυρίσθηκαν, αλλά οικονομοτεχνικοί λόγοι και ειδικότερα η ανάγκη μείωσης του προσωπικού, για λόγους οικονομιών που επιβαλλόταν από τις συγκεκριμένες συνθήκες οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η επιχείρηση της εναγομένης και συγκεκριμένα από τη σημαντική μείωση των εσόδων της επιχείρησης κατά το έτος 2011, που κατέστησε αναγκαία την απόλυση τριών εκ των τεσσάρων μισθωτών αυτής και τη διατήρηση μόνο της τεχνίτριας που εργαζόταν στο παρασκευαστήριο. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής των στην επιχείρηση της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2010 ο πρώτος των εναγόντων απασχολείτο την μεν χειμερινή περίοδο από 16.9 έως 14.6 κάθε έτους από τις 8.00 έως τις 16.00 από Δευτέρα έως Σάββατο, ήτοι επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, τη δε θερινή περίοδο από 15.6 έως 15.9 κάθε έτους από τις 8.00 έως τις 21.00 όλες τις ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές και αργίες, ήτοι επί δέκα τρεις (13) ώρες ημερησίως, παρέχοντας έτσι κατά τη θερινή περίοδο από Δευτέρα έως Παρασκευή υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα και παράνομη υπερωριακή απασχόληση είκοσι (20) ωρών την εβδομάδα. Ότι η κατά τις ώρες αυτές απασχόληση του πρώτου ενάγοντος αποδεικνύεται από τιμολόγια πώλησης, που είχαν εκδοθεί από αυτόν και φέρουν την υπογραφή του, σε διάφορες ώρες πρωινές, μεσημεριανές και απογευματινές έως τις 20.30 και επιβεβαιώνονται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης. Ότι εξ άλλου και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το κατάστημα της εναγομένης κατά τη θερινή - τουριστική περίοδο παρέμενε ανοικτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας από το πρωί έως το βράδυ. Ότι από τις υπογραφές του πρώτου ενάγοντος στο βιβλίο παρουσίας προσωπικού, όπου ως ωράριο εργασίας αυτού αναγράφεται το νόμιμο ωράριο, δεν επάγεται παραίτηση αυτού από τα νόμιμα δικαιώματά του, η οποία σε κάθε περίπτωση θα ήταν άκυρη. Ότι η δεύτερη ενάγουσα προσελήφθη αρχικά από 1.6.2007 υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και από 1.7.2007 υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και εργαζόταν ως ταμίας όλες τις ημέρες που το κατάστημα ήταν ανοικτό από τις 12.00 έως τις 20.00 από Δευτέρα έως Σάββατο τη χειμερινή περίοδο από 16.9 έως 14.6 κάθε έτους και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, περιλαμβανομένων των Κυριακών και αργιών, τη θερινή περίοδο από 15.6 έως 14.9 κάθε έτους, ήτοι επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως. Ότι αυτό προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την από 30.8.2009 έκθεση επιτόπιου ελέγχου του ΙΚΑ στο κατάστημα της εναγομένης, κατά την οποία το κατάστημα βρέθηκε ανοικτό ημέρα Κυριακή και βρέθηκε να απασχολείται εντός αυτού η δεύτερη ενάγουσα. Ότι η εναγομένη κατέβαλλε στον πρώτο ενάγοντα κατά τη χειμερινή περίοδο από τον Οκτώβριο έως και το Μάιο το ποσό των 675 ευρώ μηνιαίως, τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο το ποσό των 951 ευρώ μηνιαίως και τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου από 1.1.2007 έως 31.12.2010, ενώ στη δεύτερη ενάγουσα καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης αυτής το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με βάση τις νόμιμες αποδοχές που ορίζονταν από τις διατάξεις των από 7.9.2006, από 30.7.2008 και από 4.3.2011 Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας των εργαζομένων σε εμπορικές επιχειρήσεις που είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κατά μερική παραδοχή των από 19.11.2011 και 23.11.2012 αγωγών ως ουσιαστικά βασίμων, είχε αναγνωρίσει ότι η μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων με μονομερή απόφαση της εναγομένης στις 16.2.2011 ήταν άκυρη, ότι η αρχική καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων στις 2.5.2011 ήταν άκυρη και είχε επί πλέον αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει α) στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 25.089,08 ευρώ για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών καθ’ όλη τη χρονική περίοδο της απασχόλησής του από τον Ιανουάριο του έτους 2007 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2010, ως και για αμοιβή υπερεργασίας, αμοιβή παράνομων υπερωριών τις καθημερινές και παρανόμων υπερωριών τις Κυριακές και αμοιβή Κυριακών και της αργίας της 15/8, κατά τις οποίες απασχολήθηκε χωρίς να του παρασχεθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ως και για αμοιβή της τοπικής αργίας της 24/8, κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου από 15.6 έως 15.9 κάθε έτους και β) στην δεύτερη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 16.722,91 ευρώ για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών καθ’ όλη τη χρονική περίοδο της απασχόλησής του από τον Ιούλιο του έτους 2007 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2010 και για αμοιβή Κυριακών και της αργίας της 15/8, κατά τις οποίες απασχολήθηκε χωρίς να της παρασχεθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ως και για αμοιβή της τοπικής αργίας της 24/8, κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου από 15.6 έως 15.9 κάθε έτους, ενώ δεν είχε επιδικάσει περαιτέρω αμοιβή για εργασία αυτών κατά τη διάρκεια των Σαββάτων, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος.

 Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 3 εδ.δ του Ν. 1892/1990 όπως τροποποιηθείς ισχύει, 5 παρ.3 Ν. 3198/1955, 1 και 3 Ν. 2112/1920, 174, 180 του ΑΚ και συνεπώς οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά το δεύτερο και τρίτο αυτού σκέλος και δεύτερος κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα: α) η εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων γνώση των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και η ιδιότητα αυτής ως μικρής οικογενειακής μονάδας δεν αίρει την υποχρέωση ενημέρωσης εκ μέρους αυτής και διαβούλευσης του εκπροσώπου αυτής με το σύνολο των εργαζομένων πριν την επιβολή μονομερώς του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλομένης τοιαύτη ενημέρωση δεν είχε λάβει χώρα, ούτε και προφορικά. Επισημαίνεται δε ότι η επιβολή μέτρου εργασίας του ως άνω προσωπικού για συγκεκριμένες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα και Πέμπτη κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης) δεν συνιστά κατά νόμο επιτρεπτό "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", αφού δεν περιέχει το στοιχείο της εναλλαγής εργασίας και αργίας (μη εργασίας) μεταξύ των μισθωτών της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια το μέτρο αυτό δεν μπορούσε σε κάθε περίπτωση να επιβληθεί νομίμως μονομερώς, β) δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία αρχικά (2.5.2011) κατήγγειλε ακύρως τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, διαλαμβάνοντας στις εξώδικες δηλώσεις της αναληθείς ισχυρισμούς για πλημμελή εκπλήρωση της εργασίας των αναιρεσιβλήτων και για εκ μέρους αυτών οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία τους προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και της παραδοχής ότι έξι μήνες μετά (7.11.2011) κατήγγειλε εγκύρως τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων καταβάλλοντας σε αυτούς με δημόσια κατάθεση τη νόμιμη αποζημίωση, ούτε επίσης η προσβαλλομένη απόφαση όφειλε να διευκρινίσει ποία ήταν τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στις σχέσεις μεταξύ των μερών πριν την πρώτη καταγγελία, αφού μόνο το γεγονός της μη τήρησης των τυπικών προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της πρώτης καταγγελίας που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρκούσε να καταστήσει άκυρη την εν λόγω αρχική καταγγελία. Η δε περαιτέρω αιτίαση ότι αντιφατικά η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε παραλλήλως ότι η από 7.11.2011 δεύτερη καταγγελία έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, προκειμένου να απαλλαγεί η αναιρεσείουσα από τους αναιρεσίβλητους, και ότι αυτή έλαβε χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ρητή παραδοχή ότι η καταγγελία αυτή δεν έγινε από λόγους εκδίκησης. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις επικαλούμενες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας η επιβολή μέτρου εκ περιτροπής εργασία στους αναιρεσίβλητους, ως προς την επικαλουμένη εκ μέρους των τελευταίων αποδοχή του εν λόγω μέτρου της μειωμένης απασχόλησης μετά την επιβολή του και ως προς την επικαλουμένη οικειοθελή αποχώρηση αυτών από την εργασία τους στις 28.4.2011, με αναφορά μάλιστα σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εφ’ όσον με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω ο δεύτερος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά με τις ώρες εργασίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τα επικαλούμενα σε αυτήν αποδεικτικά στοιχεία είναι αβάσιμος, εφόσον τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, όπως στη προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν ιδρύουν το λόγο αυτό. Κατά το μέρος δε που με αυτόν και με αναφορά ειδικά σε επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη χρονική διάρκεια ημερήσιας απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, οι ένορκες βεβαιώσεις και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε ανταποδεικτικά και επικαλέσθηκε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα, το βιβλιάριο παρουσίας προσωπικού (παρουσιολόγιο) που οι αναιρεσίβλητοι υπέγραφαν κατά την είσοδο και την αποχώρησή τους από την επιχείρηση της αναιρεσείουσας, το ειδικό βιβλίο νεοπροσλαμβανομένων προσωπικού, τον πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας, μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής και εκκαθάρισης - καταβολής αποδοχών, δηλώσεις φόρου εισοδήματος, αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις ΙΚΑ, βεβαιώσεις καταβολής αποδοχών και παρακράτησης φόρου, από τα οποία προέκυπτε η χρονική διάρκεια απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων που ήταν διαλείπουσα και δεν υπερέβαινε τις 40 ώρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως Σάββατο, ενώ η τυχόν υπερεργασιακή απασχόληση αυτών σε περιόδους που αυτό κρίθηκε αναγκαίο λόγω αυξημένης τουριστικής κίνησης δεν υπερέβη τις οκτώ ώρες και αμείφθηκε κανονικά, ούτε την ένορκη κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος ανταπόδειξης Π. Μ. ή τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Χ. και Μ. Κ. που αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως προς την ιδιότητα του πρώτου των αναιρεσίβλητων ως εργάτη, ως προς τη διάρκεια ημερήσιας απασχόλησης των αναιρεσίβλητων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και ως προς τις ημέρες της εβδομάδας που απασχολούντο, ως προς τις πληρωμές των δεδουλευμένων αποδοχών αυτών, ως προς τις συνθήκες επιβολής του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας και ως προς την οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσίβλητων σε συνδυασμό με την εκ μέρους τους πλημμελή παροχή της εργασίας των.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο δεύτερη σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως με επιμέλεια αμφοτέρων των αντιδίκων, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (...), οι επαναπροσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως με αριθ. .../13.2.2013 και .../13.2.2013 ένορκες βεβαιώσεις των Χ. Κ. και Κ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζ. Β. και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πρωτοδίκως εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος ανταπόδειξης Π. Μ., για την οποία μάλιστα κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό του, τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και τα ανωτέρω έγγραφα, το πρώτο των οποίων μάλιστα (βιβλίο παρουσίας προσωπικού) ρητώς μνημονεύει στο σκεπτικό του, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται ότι από το περιεχόμενο των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, αποδεικνύεται η βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας σε αντίθεση με τις κατ’ ουσία εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης κατά τα αντίστοιχα κεφάλαια των αγωγών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων πλήττεται η επί της ουσίας της διαφοράς ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 430/2011, ΑΠ 178/2011). Περαιτέρω ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991). Τοιαύτη περίπτωση απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ’ ουσία εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική βάση του εν λόγω ισχυρισμού (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011, ΑΠ 232/2009), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή (ΑΠ 1434/2010).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτής ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος προσελήφθη από αυτήν στις 1.10. 1995, απασχολείτο ως εργάτης στο παρασκευαστήριο μαντολάτου και παστελιού αυτής, η δε από αυτόν υπογραφή ορισμένων παραστατικών αυτής υπήρξε όλως περιστασιακή και δεν του προσέδωσε την ιδιότητα του υπαλλήλου, ενόψει μάλιστα του ότι αυτός κατά τη πρόσληψή του ήταν ηλικίας 15 - 16 ετών, δεν είχε γραμματικές γνώσεις ως απόφοιτος δημοτικού και αλβανικής υπηκοότητας για να τοποθετηθεί ως υπάλληλος, ούτε την αναγκαία προς τούτο εμπειρία, η δε ιδιότητα αυτού ως εργάτη αναγραφόταν στο ειδικό βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού, στον πίνακα των ωρών εργασίας και στις αποδείξεις πληρωμής και βεβαιώσεις αποδοχών που του είχε χορηγήσει. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων αρχικά εργαζόταν ως εργάτης και στη συνέχεια εργαζόταν κυρίως ως πωλητής στο κατάστημα της αναιρεσείουσας και δευτερευόντως ως εργάτης στο παρασκευαστήριο, του είχαν δε ανατεθεί καθήκοντα υπαλλήλου, παρά την έλλειψη θεωρητικών γνώσεων, λόγω της ευδόκιμης υπηρεσίας του στην επιχείρηση της ενάγουσας και της πείρας που είχε αποκτήσει στο αντικείμενο, όπως προέκυψε από τα αναγραφόμενα στη προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου ως εργάτη, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος ως ουσιαστικά αβάσιμο, με τη παραδοχή γεγονότων αντιθέτων προς όσα υποστήριζε η αναιρεσείουσα. Ο ίδιος λόγος που υπό την επίφαση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ειδικότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως υπαλλήλου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

 Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της από 30.8.2009 έκθεσης επιτόπιου ελέγχου του ΙΚΑ στο κατάστημα, προκειμένου να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων που βρέθηκε στο κατάστημα κατά το χρόνο του ελέγχου εργαζόταν σε αυτό και τις Κυριακές, αν και στο έγγραφο αυτό δεν αναγράφεται ότι αυτή βρέθηκε να εργάζεται. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του συνισταμένης προεχόντως στο ότι δεν διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο το ακριβές κατά λέξη περιεχόμενο της πιο πάνω έκθεσης επιτοπίου ελέγχου του ΙΚΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (αναπόδεικτος), εφόσον η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν προσκομίζει προς απόδειξη της βασιμότητας αυτού το έγγραφο αυτό. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 25-1-2016 και με αριθ. κατάθ. ....1.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 253/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...