Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Ανάγνωση εγγράφων, σχέση προσωπικών δεδομένων με ανάγνωση εγγράφων σε ποινική διαδικασία, πολιτική αγωγή, συκοφαντική δυσφήμιση, δικηγόροι.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 510/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Συκοφαντική δυσφήμιση ΑΕ και δη ασφαλιστικής εταιρείας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Επίκληση δυσφημιστικού γεγονότος από τον κατηγορούμενο - δικηγόρο για τα πρόσωπα που διοικούσαν την εκκαλούσα ΑΕ, ότι δήθεν αυτοί εξακολουθητικά πλαστογράφησαν έγγραφα (έγγραφα του ΔΣΑ) και έκαναν χρήση αυτών, προκειμένου να επιτύχουν την απόρριψη αγωγών του κατηγορουμένου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ισχυρισμοί αυτοτελείς.
Αρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ και δη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος και δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Το άρθ. 367 παρ. 1 ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ελλειψη ακροάσεως. Αίτημα αναγνώσεως εγγράφου (αίτηση προς το ΔΣΑ) και μη ανάγνωση αυτού. Ο κατηγορούμενος δεν προσέφυγε σε ολόκληρο το Δικαστήριο μετά τη σιωπηρή άρνηση της διευθύνουσας να το αναγνώσει. Απόλυτη ακυρότητα. Ενορκη εξέταση πολιτικώς ενάγοντος, και δη εκπροσώπου της ΑΕ. Ναι μεν η εξέταση των πολιτικώς εναγόντων που αξιώνουν αποζημίωση είναι ανωμοτί, πλην όμως η ένορκη εξέτασή του δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Αιτίαση περί παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής, καθ΄όσον κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δευτεροβάθμιο είχε τεθεί η εταιρεία σε ειδική εκκαθάριση. Ενσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και απόρριψη αυτής. Εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας στο δευτεροβάθμιο ως μάρτυρα, χωρίς να επαναλάβει την παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να παραιτηθεί από αυτή. Το αίτημα αποβολής δεν αποτέλεσε ειδικό λόγο εφέσεως. Ορθώς επιδίκασε το δευτεροβάθμιο χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κατ΄ επιταγή του άρθ. 502 παρ. 1 ΚΠΔ. Εγγράφων ανάγνωση. Αιτίαση περί αναγνώσεως εγγράφων, τα οποία δεν έπρεπε να αναγνωσθούν, καθ΄ όσον αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (ν. 2472/1997). Οι διατάξεις των άρθ. 358 και 364 ΚΠΔ υπερισχύουν έναντι των διατάξεων του ν. 2472/1997 και ως εκ τούτου, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου που συντελεί στην αποκάλυψη της αλήθειας.

 ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α` του Κ.Ποιν.Δ., στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών επικαλείται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, κατ` εκτίμηση του δικογράφου της, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί, καίτοι, ως ισχυρίζεται, προσκόμισε στο Δικαστήριο την υπ` αριθμ. πρωτ. ../30.5.2006 αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και ζήτησε ρητά την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αυτό δεν αναγνώσθηκε, ούτε λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, που ήταν το κρισιμότερο για την υπεράσπισή του έγγραφο και ότι το Δικαστήριο, κατά παραβίαση του άρθρου 364 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., δεν απάντησε στο αίτημά του αυτό. Από τη γενόμενη παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στη σελίδα 3 αυτών, προκύπτει ότι πράγματι προσκομίσθηκε η υποβληθείσα στο Δ.Σ.Α. εκ μέρους του κατηγορουμένου αίτηση με αριθμ. πρωτ. ../30.05.2006 και ζητήθηκε η ανάγνωσή της, πλην όμως ουδόλως προκύπτει ότι μετά την άρνηση (σιωπηρώς) της διευθύνουσας την συζήτηση να το αναγνώσει, προσέφυγε σε ολόκληρο το Δικαστήριο και τούτο, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ` αυτής, ώστε να καθιδρυθεί λόγος αναίρεσης θεμελιούμενος στην έλλειψη ακρόασης.
 Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β` και 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, έλλειψη ακροάσεως, από τη μη ανάγνωση και τη μη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού, από το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

 ΙΙΙ. Ο αιτών επικαλείται με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1Α Κ.Ποιν.Δ.), καθότι ενώ ο Α. Κ. εκπροσώπησε την πολιτικώς ενάγουσα, και χωρίς να έχει παραιτηθεί από την παράσταση πολιτικής αγωγής, εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και κατά την εξέτασή του ορκίστηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο κατ` άρθρο 218 Κ.Ποιν.Δ. Ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α` Κ.Ποιν.Δ. τρίτος κατά το πρώτο σκέλος αυτού λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, εκ του ότι ο εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας εξετάσθηκε ενόρκως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει του ότι ναι μεν κατ` το άρθρο 221 περ. δ` Κ.Ποιν.Δ., χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση, πλην όμως η ένορκος εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της.

 IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του Κ.Ποιν.Δ., η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ. Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 82-84 και 87 Κ.Ποιν.Δ, νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τοιούτος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος ο οποίος ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. ε` του Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία "Το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", σαφώς συνάγεται ότι η ιδιότης του παραστάντος νομοτύπως, πρωτοδίκως, ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός δεν ενεφανίσθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ενεφανίσθη χωρίς να δηλώνει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή και αυτός εξετάζεται ως μάρτυς (άρθρ. 221 περ.δ` Κ.Ποιν.Δ.), κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. 
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1Α Κ.Ποιν.Δ.), καθότι κακώς παραστάθηκε ως πολιτική αγωγή η εταιρεία και έπρεπε να γίνει δεκτή η ένστασή του περί αποβολής της, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο συζητήσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αυτή (μηνύτρια) είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση με εκκαθαρίστρια την κα Π.. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη 3601/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ν. Κ. για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι η εταιρεία με την επωνυμία "..." εκπροσωπουμένη από τον Α. Κ. δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος "να της καταβάλει το ποσό των 44,00 ευρώ με επιφύλαξη λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη" και διόρισε τους κατονομαζόμενους πληρεξούσιους δικηγόρους που αποδέχθηκαν τον διορισμό τους. Η δήλωση αυτή έγινε δεκτή από το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό αυτό ως χρηματική ικανοποίηση για τη ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα. Ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως χωρίς να διαλάβει ως προς το κεφάλαιο της πολιτικής αγωγής ειδικό λόγο εφέσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ` αυτή πρακτικά της κατ` έφεση δίκης προκύπτει ότι ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η εταιρεία με την επωνυμία "..." δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής γιατί η μηνύτρια εταιρεία είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και εκκαθαρίστριά της είναι η κα Π.. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση περί αποβολής της πολιτικής με την εξής ειδική αιτιολογία: "Η ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 753/2010 ΠΟΙΝΧΡ 2011/214). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", προβάλλοντας το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος ως Εφετείου, κατόπιν ασκήσεως της 143/30.3.2011 έφεσης του, το αίτημα αποβολής αυτής, χωρίς τούτο να αποτελεί λόγο της εφέσεως του αυτής κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής της ανωτέρω εταιρίας ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δικάζοντος ως Εφετείου, εμφανίσθηκε ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εγκαλούσης εταιρίας και εξετάστηκε ως μάρτυρας, χωρίς να επαναλάβει την περί παραστάσεώς αυτής δήλωση ως πολιτικώς ενάγουσας που είχε κάνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και χωρίς να παραιτηθεί με σχετική δήλωσή του από αυτήν.".
Κατά την υπό του δευτεροβαθμίου Πενταμελούς Εφετείου εκδίκαση της υποθέσεως ο ως άνω εκπρόσωπος της μηνύτριας Α. Κ. εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας, χωρίς να επαναλάβει την περί παραστάσεως αυτής δήλωση ως πολιτικώς ενάγουσας, αλλά και χωρίς να παραιτηθεί από αυτήν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών μετά την καταδίκη του ήδη αναιρεσείοντος, επιλαμβανόμενο κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ., εξέτασε αυτεπάγγελτα το κεφάλαιο της αποφάσεως και σχετικά με τις απαιτήσεις της πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε για τη βασιμότητα αυτού κρίνοντας επί της απαιτήσεως στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από εκείνο, υποχρέωσε δε τον ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα το ίδιο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή (εταιρεία με την επωνυμία "...") έχει υποστεί από το δικαζόμενο αδίκημα που δέχθηκε ότι τέλεσε ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, η παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν νόμιμη και συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεώς της, εφόσον η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση αφορούσε την ηθική βλάβη που υπέστη και από την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς επιδίκασε, κατ` επιταγή του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο, τη μνημονευθείσα χρηματική ικανοποίηση που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως κατά την εκδίκαση του σχετικού κεφαλαίου της χρηματικής ικανοποίησης, ανεξάρτητα από τη μη παράσταση της ως άνω εταιρείας με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας στην δίκη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Οι αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` Κ.Ποιν.Δ., που προβάλλονται από τον ως άνω αναιρεσείοντα Ν. Κ. με τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού της κρινόμενης αναιρέσεως ότι παρανόμως παραστάθηκε ως πολιτική αγωγή η εταιρεία και ότι έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημά του περί αποβολής της είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

 V. Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ και ι του αυτού νόμου, α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και ι) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημοσία αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. 
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 358 και 364 Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντελεί στην αποκάλυψη της αληθείας, ως και να επικαλούνται και να ζητούν την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου που συντελεί προς τούτο και δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητά του. Οι διατάξεις δε των άρθρων αυτών του Κ.Ποιν.Δ. είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του ν. 2472/1997 και υπερισχύουν έναντι αυτών
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του επικαλείται: 1) Την απόλυτη ακυρότητα (άρθρ 510 παρ. 1 Α σε συνδ. 177 παρ. 2 και 171 παρ. Ι δ` Κ.Ποιν.Δ.), αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του παράνομα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του τα έγγραφα του Δ.Σ.Α., τα οποία ανέφερε η μηνύτρια εταιρεία στη μήνυσή της, ήτοι α) την από 11.8.2005 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι, οι αναφερόμενοι σ` αυτό δικηγόροι ουδέποτε απασχολήθηκαν από τον αναιρεσείοντα με έμμισθη εντολή και β) το υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. και τη συνημμένη από 14.9.2005 κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στον οποίο αναλύονται κατ` έτος από το έτος 1998 έως το 2005 ο αριθμός των παραστάσεων στα δικαστήρια του αναιρεσείοντα, καθώς και των σ` αυτόν διαλαμβανομένων συνεργαζομένων με το γραφείο του δικηγόρων και ο αριθμός των συμβολαίων επί των οποίων παραστάθηκαν, τα οποία (έγγραφα) ήταν προϊόν παρανόμων πράξεων, καθότι λήφθηκαν εν αγνοία του, ήτοι χωρίς να ερωτηθεί και χωρίς τη συγκατάθεση του κατά παράβαση του Ν.2472/97, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3625/2007. Και 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ.1 Δ` Κ.Ποιν.Δ.), αφού το δικαστήριο δεν απάντησε με ειδική αιτιολογία επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι, τα ως άνω έγγραφα ήσαν άκυρα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ζήτησε το λόγο είπε: "Επαναλαμβάνω όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι πιθανότατα έχουν χαλκευθεί. Η φράση είναι ήπια και ευγενική και εκ δικαιολογημένου συμφέροντος λόγω των δικαστηρίων που είχαμε. Τα έγγραφα αυτά, θεωρώ ότι είναι άκυρα. Γι` αυτό έχω ισχυρές αμφιβολίες, πως δεν είναι από τον δικηγορικό σύλλογο. Δεν βρίζω κανέναν ούτε θίγω κάποιον. Στη σελίδα 22 της πρωτόδικης απόφασης αναφέρει ανεύρον, το έγγραφο που είχα κάνει και δεν έλαβα ποτέ απάντηση. Προσκομίζω την αίτησή μου που υπέβαλα στο ΔΣΑ υπ. αρ. πρωτ. 6227/30.05.06 και ζητώ την ανάγνωση της, πως έλεγα πως είχα 4 συνεργάτες και δεν είχα κανέναν. Κρίθηκαν στα πλαίσια του κακουργήματος και τα προσκομίζω τα έγγραφα σαν αναγνωστέα. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έλεγε πως δεν λήφθηκαν υπόψη. Και το Εφετείο και ο Άρειος Πάγος μνημονεύουν ρητά τα δύο αυτά έγγραφα, δεν λαμβάνουν υπόψη του περιεχόμενό τους. Οι συνεργάτες οι δικοί μου, δήλωναν ότι δούλευαν στο σπίτι τους. Η μηνύτρια εταιρεία έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση. Εκκαθαρίστρια η κα Π....". Μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, "...με πρόταση του Εισαγγελέα και εντολή της Προέδρου, και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης αναγνώσθηκαν τα παρακάτω έγγραφα: 1...2...3. Η από 11.8.2005 βεβαίωση και υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με τη συνημμένη σ` αυτό κατάσταση, καθώς και τα ίδια έγγραφα με την επ` αυτών σημείωση του Διευθυντή του ΔΣΑ περί γνησιότητας...". Και κατά την απολογία του δεν πρόβαλε άρνηση στην ανάγνωση και την συνεκτίμηση των ως άνω εγγράφων. Εν όψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να αναγνωσθούν και τα έγγραφα αυτά, καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 του Κ.Ποιν.Δ. υπερισχύουν έναντι αυτών του ν. 2472/1997 και πέραν του ότι, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε άρνηση για την ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει περί τούτου αιτιολογία. Κατόπιν τούτων είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (αρθρ. 510 παρ.1 Α` και Δ` σε συνδ. 171 παρ.1 δ` Κ.Ποιν.Δ.).

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά τις προβλέψεις του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός, είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Τέλος, κατά το άρθρο 364 του ίδιου Κώδικα όποιος ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Δεν τιμωρείται ο κατηγορούμενος, αν αποδείξει την αλήθεια του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη η από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο εμπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλ. πρόσφορο, έως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτοντα συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται εκτός των στοιχείων που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτή. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 364 ΠΚ, που αναφέρεται περιοριστικώς στην ανώνυμη εταιρία και προστατεύει την οικονομική πίστη και εμπιστοσύνη της, προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως, διάφορο της συκοφαντικής δυσφημήσεως του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου, με οποιοδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, δι` ισχυρισμού ή διαδόσεως, ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες τις εταιρίας είτε στα πρόσωπα που την διοικούν ή την διευθύνουν και περαιτέρω να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση βλάβης αυτής. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς τους. Προστατεύεται δε με την εν λόγω ειδική διάταξη η οικονομική και η επιχειρηματική οντότητα, η φήμη και η επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ` άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το δόλο, που πρέπει να είναι άμεσος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ` είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 509/2014 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ότι, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν μαζί με την απόφαση, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά λέξη τα εξής: 
"Την 3.5.1999 ο κατηγορούμενος Ν. Κ., Δικηγόρος Αθηνών, οδηγούσε το ... δίκυκλο μοτ/το κινούμενος επί της οδού ... στην Αθήνα, όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ... συγκρούστηκε με το ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το που οδηγούσε ο Χ. Π. και ήταν ασφαλισμένο στην εγκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Συνεπεία του τραυματισμού του ο κατηγορούμενος άσκησε αγωγές κατά της άνω ασφαλιστικής εταιρίας και στα πλαίσια της δημιουργηθείσας αντιδικίας, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι ως Δικηγόρος Αθηνών είχε συνεργάτες συναδέλφους του που τον βοηθούσαν στην εκπλήρωση των καθηκόντων του και συγκεκριμένα τους Σ. Σ., Ε. Σ., Ε. Σ. και Χ. Κ., τους οποίους είχε προσλάβει το έτος 1998. Κατά τη συζήτηση δε της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε τις 464/06 και 465/06 αποφάσεις, η εγκαλούσα εταιρία προσκόμισε και επικαλέστηκε: α) την από 11.2.2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α., που είχε εκδοθεί από τον Δ/ντη του άνω συλλόγου Χ. Ν., στην οποία αναφερόταν τα εξής:
"Βεβαιώνεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και τις υποβληθείσες ετήσιες δηλώσεις των ετών 1997 έως και 2004 για τους κάτωθι δικηγόρους προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ο Σ. Σ. του Α. (...) και Κ. Χ. του Σ. (....), δεν δηλώνουν ότι απασχολούνται με έμμισθη εντολή στον δικηγόρο Αθηνών Κ. Ν. του Κ. (...) ούτε ο ίδιος δηλώνει ότι έχει προσλάβει τους προαναφερθέντες με πάγια αντιμισθία. (β) Η Σ. Ε. του Θ. ήταν μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με ... από 11.9.1990 έως 31.12.1997 που μετατέθηκε και ενεγράφη στο Δ.Σ. Ηλείας. Επανεγράφη στο Δ.Σ.Α. εκ μεταθέσεως του Δ.Σ.Ηλείας την 8.5.2000 και παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα την 18.7.2002. (γ) Η δικηγόρος Σ. Ε. του Ν. (...) δηλώνει στις ετήσιες δηλώσεις των ετών 1997 και 1998 ότι συνεργάζεται με το δικηγόρο Κ. Ν. του Κ. και αμείβεται με πάγια αντιμισθία.". Η παρούσα χορηγείται υστέρα από σχετική αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Μ. Α. του Μ. (...) και του δικηγόρου Αθηνών Π. Χ. του Α. (...) για δικαστική χρήση. Επίσης β) το .../14.9.2005 έγγραφο με επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση: 1) Των παραστάσεων του κατ/νου κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, από την οποία προέκυπτε η παράστασή του σε Δικαστήρια και σε χρονικό διάστημα που υποστήριζε ότι δεν εργαζόταν λόγω του προαναφερόμενου τραυματισμού του, καθώς και η ανακρίβεια του αριθμού των παραστάσεων του σε Δικαστήρια και σύνταξη συμβολαίων, τις οποίες υποστήριζε ότι πραγματοποιούσε πριν από τον τραυματισμό του. 2) Των παραστάσεων των προαναφερομένων δικηγόρων Χ. Κ., Ε. Σ. και Σ. Σ. κατά τα έτη 1998, 1999 και 2000. Περαιτέρω, στην ίδια ανωτέρω κατάσταση αναφερόταν ότι η δικηγόρος Ε. Σ. δεν είχε παράσταση σε συμβόλαια και προεισπράξεις στα Δικαστήρια Αθηνών τα έτη 1998, 1999, 2000. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προσέβαλε με τις υπ` αριθμ. 584/2006 και 585/2006 αιτήσεις αναίρεσης τις προαναφερόμενες υπ` αριθμ. 464/2006 και 465/2006, αντιστοίχως, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, στις δε προτάσεις του επί των αναιρέσεων αυτών, το περιεχόμενο των οποίων περιήλθε σε γνώση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, των λοιπών Αρεοπαγιτών της σύνθεσης του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, των αρμοδίων γραμματέων του και του πληρεξουσίου δικηγόρου της εγκαλούσας εταιρίας, ανέφερε μεταξύ των άλλων αντιστοίχως ότι: 1) "...γ) Το έγγραφο αυτό του Δ.Σ.Α. (σχετικό μ) ....", δηλαδή το ανωτέρω ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με την ανωτέρω επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση, "...στο οποίο κυριολεκτικά στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ΔΕΝ έχει εκδοθεί από τον Δ.Σ.Α. και πιθανότατα έχει χαλκευθεί από την αντίδικο, ενόψει της αντιδικίας μας, δ) Ασφαλώς δεν πρόκειται καθόλου για γραφικές παραδρομές του Εφετείου η αναγραφή ανύπαρκτης ημερομηνίας και της λέξης "βεβαίωση", αλλά γίνεται σκόπιμα για να προσδοθεί σπουδαιότητα σε άκυρο και ανυπόστατο μέσο, όπως εκθέτω επανειλημμένα, και άρα υπάρχει ηθελημένη παραμόρφωση." 2) "...γ) Το έγγραφο αυτό αλλά και το άλλο έγγραφο του Δ.Σ.Α (σχ.λ και μ)...", δηλαδή η ανωτέρω από 11.8.2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α. και το ανωτέρω υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με την ανωτέρω επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση, "... μετά από έρευνά μου ΔΕΝ υπάρχουν .. στο αρχείο του Δ.Σ.Α., ούτε ποτέ έχουν πρωτοκολληθεί ως εξερχόμενα έγγραφα, και πιθανότατα έχουν χαλκευθεί από την αντίδικο, ενόψει της αντιδικίας μας!! δ) Ασφαλώς δεν πρόκειται καθόλου για γραφικές παραδρομές του Εφετείου η αναγραφή ανύπαρκτης ημερομηνίας και της λέξης "βεβαίωση", αλλά γίνεται σκόπιμα για να προσδοθεί σπουδαιότητα σε άκυρο και ανυπόστατο μέσο όπως εκθέτω επανειλημμένα και άρα υπάρχει ηθελημένη παραμόρφωση." Τα ανωτέρω, όμως, περιληφθέντα στις προτάσεις του κατηγορουμένου προς τον Άρειο Πάγο ήταν ψευδή, εφόσον η προαναφερόμενη βεβαίωση και το προαναφερόμενο έγγραφο με τη συνημμένη σ` αυτό κατάσταση ήταν γνήσια έγγραφα του Δ.Σ.Α., όπως αποδεικνύεται ιδίως από το ../29.5.2009 έγγραφο του Δ.Σ.Α., στο οποίο αναφέρεται ότι η από 11.8.05 βεβαίωσή του και το .../14.9.05 έγγραφο του με τη συνημμένη κατάσταση προεισπράξεων. Το ότι τα άνω έγγραφα δεν ήταν πλαστά, αλλά γνήσια το γνώριζε ο κατηγορούμενος όταν έβαλλε κατά της γνησιότητάς τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, γεγονός που ενισχύεται τόσον από το ότι αναφέρει στις προτάσεις του επί της 585/06 αίτησης αναίρεσης ότι διαπίστωσε όσα κατήγγειλε "μετά από έρευνά του", καθώς και από το ότι ο ίδιος στην απολογία του αναφέρει ότι το γνώριζε ότι είχαν εκδοθεί από τον Δ.Σ.Α. από το 2006. Περαιτέρω, ενώ ισχυρίζεται ότι είχε αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά τους και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στην γραμματέα του Χ. Ν. που φέρεται ότι εξέδωσε αυτά, προκειμένου να πληροφορηθεί τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά τα έγγραφα, δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι υπέβαλε στον αρμόδιο υπάλληλο του Δ.Σ.Α. έγγραφο με το οποίο να ζητεί πληροφορίες για την τυχόν μη γνησιότητα των εγγράφων αυτών, ως θα έκανε ο μέσος συνετός άνθρωπος πριν να υποστηρίξει χάλκευση αυτών. Εξάλλου, τα ανωτέρω έγγραφα δόθηκαν από τον Δ.Σ.Α. προς στήριξη εννόμου συμφέροντος της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας και δεν απαιτείτο η συγκατάθεσή του για την χορήγηση αυτών από τον Δ.Σ.Α.. Περαιτέρω, τα προαναφερθέντα στις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου βλάπτουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εγκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, αφού εμφανίζουν τα πρόσωπα που τη διοικούν και τη διευθύνουν ως υπαιτίους εξακολουθητικής τέλεσης εγκλήματος και συγκεκριμένα πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση ευνοϊκών για την εταιρία δικαστικών αποφάσεων. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος ανώνυμης εταιρίας κατ` εξακολούθηση, αφού αποδείχθηκε ότι γνώριζε ότι όσα ανέφερε στις άνω προτάσεις του για τα προαναφερθέντα έγγραφα ήταν ψευδή και ηδύναντο να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού έναντι της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, ως τα πραγματικά περιστατικά ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων α) του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας αφορά μόνον στην εξάλειψη του αξιοποίνου προκειμένου για τα αδικήματα της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης και όχι της συκοφαντικής δυσφήμισης, όπως στην προκείμενη περίπτωση και β) των λοιπών ισχυρισμών του, που βάλουν στην ουσία της υπόθεσης και δεν αποδείχθηκαν από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης (συκοφαντικής) ανωνύμου εταιρείας κατ` εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι [6] μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετίαν, με το ακόλουθο διατακτικό: Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην …, την 7.2.2003, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, για ανώνυμη εταιρεία, ορισμένο ψευδές γεγονός που ήταν σχετικό με τα πρόσωπα που τη διοικούν και τη διευθύνουν και που μπορούσε να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ψευδές. Ειδικότερα, μετά από οδικό τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε τραυματισμός του, λόγω σύγκρουσης της δίκυκλης μοτοσυκλέττας που οδηγούσε με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εστράφη με αγωγές του κατά της ήδη εγκαλούσας και εδρεύουσας στην … ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ανωτέρω, ζημιογόνο, αυτοκίνητο. Στα πλαίσια της ανοιγείσας αντιδικίας υποστήριξε μεταξύ των άλλων ότι ως δικηγόρος Αθηνών είχε συνεργάτες συναδέλφους του που τον βοηθούσαν και συγκεκριμένα τους Σ. Σ., Ε. Σ., Ε. Σ. και Χ. Κ. (προσληφθέντες από το τέλος του έτους 1998), κατά δε τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε σχετικά τις υπ` αριθμ. 464/2006 και 465/2006 αποφάσεις, η ανωτέρω εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία προσεκόμισε και επικαλέστηκε δύο έγγραφα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και συγκεκριμένα: 1) Την από 11.8.2005 βεβαίωση, εκδοθείσα από τον Διευθυντή του Συλλόγου Χ. Ν., στην οποία αναφέρονταν τα εξής: "Βεβαιώνεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και τις υποβληθείσες ετήσιες δηλώσεις των ετών 1997 έως και 2004 για τους κάτωθι δικηγόρους, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία: α) Ο Σ. Σ. του Α. (...) και Κ. Χ. του Σ. (... ), δεν δηλώνουν ότι απασχολούνται με έμμισθη εντολή στον δικηγόρο Αθηνών Κ. Ν. του Κ. (...) ούτε ο ίδιος δηλώνει ότι έχει προσλάβει τους προαναφερθέντες με πάγια αντιμισθία. β) Η Σ. Ε. του Θ. ήταν μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με ... από 11.9.1990 έως 31.12.1997 που μετατέθηκε και ενεγράφη στο Δ.Σ. Ηλείας. Επανεγράφη στο Δ.Σ.Α. εκ μεταθέσεως του Δ.Σ. Ηλείας την 8.5.2000 και παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα την 18.7.2002. γ) Η δικηγόρος Σ. Ε. του Ν. (...) δηλώνει στις ετήσιες δηλώσεις των ετών 1997 και 1998 ότι συνεργάζεται με το δικηγόρο Κ. Ν. του Κ. και αμείβεται με πάγια αντιμισθία. Η παρούσα χορηγείται ύστερα από σχετική αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Μ. Α. του Μ. (..) και του δικηγόρου Αθηνών Π. Χ. του Α. (...) για δικαστική χρήση". 2) Το υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο με επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση: 2α) Των παραστάσεων του κατ/νου κατά τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, από την οποία προέκυπτε η παράστασή του σε Δικαστήρια και σε χρονικό διάστημα που υποστήριζε ότι δεν εργαζόταν λόγω του προαναφερόμενου τραυματισμού του, καθώς και η ανακρίβεια του αριθμού των παραστάσεών του -σε Δικαστήρια και σύνταξη συμβολαίων, τις οποίες υποστήριζε ότι πραγματοποιούσε πριν από τον τραυματισμό του. 2β) Των παραστάσεων των προαναφερομένων δικηγόρων Χ. Κ., Ε. Σ. και Σ. Σ. κατά τα έτη 1998, 1999 και 2000. Περαιτέρω, στην ίδια ανωτέρω κατάσταση αναφερόταν ότι η δικηγόρος Ε. Σ. δεν είχε παράσταση σε συμβόλαια και προεισπράξεις στα Δικαστήρια Αθηνών τα έτη 1998, 1999, 2000. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος προσέβαλε με τις υπ` αριθμ, 584/2006 και 585/2006 αιτήσεις αναίρεσης τις προαναφερόμενες υπ` αριθμ. 464/2006 και 465/2006, αντιστοίχως, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, στις δε προτάσεις του επί των αναιρέσεων αυτών, το περιεχόμενο των οποίων περιήλθε σε γνώση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, των λοιπών Αρεοπαγιτών της σύνθεσης του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, των αρμοδίων γραμματέων του και του πληρεξουσίου δικηγόρου της εγκαλούσας εταιρίας, ανέφερε μεταξύ των άλλων αντιστοίχως ότι: 1) "...γ) Το έγγραφο αυτό του Δ.Σ.Α. (σχετικό μ) ....", δηλαδή το ανωτέρω, υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με την ανωτέρω επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση, "...στο οποίο κυριολεκτικά στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ΔΕΝ έχει εκδοθεί από τον Δ.Σ.Α. και πιθανότατα έχει χαλκευθεί από την αντίδικο, ενόψει της αντιδικίας μας!!! δ) Ασφαλώς δεν πρόκειται καθόλου για γραφικές παραδρομές του Εφετείου η αναγραφή ανύπαρκτης ημερομηνίας και της λέξης "βεβαίωση", αλλά γίνεται σκόπιμα για να προσδοθεί σπουδαιότητα σε άκυρο και ανυπόστατο μέσο, όπως εκθέτω επανειλημμένα, και άρα υπάρχει ηθελημένη παραμόρφωση." 2) "...γ) Το έγγραφο αυτό αλλά και το άλλο έγγραφο του Δ.Σ.Α (σχ.λ και μ)..., δηλαδή η ανωτέρω από 11.8.2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α. και το ανωτέρω υπ` αριθμ. πρωτ. ../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με την ανωτέρω επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση, "... μετά από έρευνά μου ΔΕΝ υπάρχουν .. στο αρχείο του Δ.Σ.Α., ούτε ποτέ έχουν πρωτοκολληθεί ως εξερχόμενα έγγραφα, και πιθανότατα έχουν χαλκευθεί από την αντίδικο, ενόψει της αντιδικίας μας!! δ) Ασφαλώς δεν πρόκειται καθόλου για γραφικές παραδρομές του Εφετείου η αναγραφή ανύπαρκτης ημερομηνίας και της λέξης "βεβαίωση", αλλά γίνεται σκόπιμα για να προσδοθεί σπουδαιότητα σε άκυρο και ανυπόστατο μέσο όπως εκθέτω επανειλημμένα και άρα υπάρχει ηθελημένη παραμόρφωση." Τα ανωτέρω, όμως, περιληφθέντα στις προτάσεις του κατηγορουμένου προς τον Άρειο Πάγο ήταν ψευδή και ο ίδιος το γνώριζε, εφόσον η προαναφερόμενη βεβαίωση και το προαναφερόμενο έγγραφο με τη συνημμένη σ` αυτό κατάσταση ήταν γνήσια έγγραφα του Δ.Σ.Α., βλάπτουν, δε, την εμπιστοσύνη του κοινού στην εγκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, αφού εμφανίζουν τα πρόσωπα που τη διοικούν και τη διευθύνουν ως υπαιτίους εξακολουθητικής τέλεσης εγκλήματος και συγκεκριμένα πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση ευνοϊκών για την εταιρεία δικαστικών αποφάσεων. Συνάγεται, δε, η γνώση του κατηγορουμένου περί του ψεύδους των ισχυρισμών του για πλαστότητα των ανωτέρω έγγραφων, δεδομένου ότι στις προτάσεις του επί της υπ` αριθμ. 585/2006 αίτησης αναίρεσης ανέφερε ότι διαπίστωσε όσα κατήγγειλε "μετά από έρευνα του", το είδος της οποίας δεν διασαφήνιζε, ενώ η γνησιότητα των ανωτέρω έγγραφων σημειώθηκε στη συνέχεια επ` αυτών από τον Διευθυντή του Δ.Σ.Α. Χ. Ν". 
Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 364 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα αναφέρονται: α) Τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. β) Παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό γεγονός σχετικά με τα πρόσωπα που διηύθυναν και διοικούσαν την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία "...", που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των, καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία, ότι, δηλαδή αυτοί, εξακολουθητικά πλαστογράφησαν τα αναφερόμενα έγγραφα (την από 11.8.2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α. και το υπ` αριθμ. πρωτ. .../14.9.2005 έγγραφο του Δ.Σ.Α. με την επισυναφθείσα σ` αυτό κατάσταση) και έκαναν χρήση αυτών, προς το συμφέρον της ως άνω εταιρείας για να επιτύχουν την απόρριψη αγωγών του αναιρεσείοντα κατ` αυτής, γεγονός που ήταν ψευδές, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτού. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα (δεύτερος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως) ότι, εκφράστηκε με ενδοιαστική αμφιβολία "πιθανότατα εχάλκευσε το έγγραφο ...", ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν συνδέεται με παράνομα γεγονότα και ότι τέλος υπάρχει έλλειψη αναφοράς συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, από τα οποία να προκύπτει ο άμεσος δόλος του, είναι αβάσιμη, αφού η προσβαλλομένη δέχεται ότι, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ήσαν γνήσια έγγραφα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς αναφέρει στις προτάσεις του επί της 585/06 αίτησης αναίρεσης του, ότι διαπίστωσε όσα κατήγγειλε "μετά από έρευνά του" και ότι ο ίδιος στην απολογία του (εννοεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) αναφέρει ότι, το γνώριζε ότι είχαν εκδοθεί από τον Δ.Σ.Α. από το 2006. Η έκφραση του "πιθανότατα έχει χαλκευθεί" είναι φαινομενικά μόνο ενδοιαστική και εκφράζει αμφιβολία, αφού, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, διέλαβε στις προτάσεις του ότι "μετά από έρευνα μου ΔΕΝ υπάρχουν .... στο αρχείο του Δ.Σ.Α., ούτε ποτέ έχουν πρωτοκολληθεί ως εξερχόμενα έγγραφα και πιθανότατα έχουν χαλκευθεί από την αντίδικο, ενόψει της αντιδικίας μας".
Περαιτέρω, ο σχετικός με το ψευδές ως άνω γεγονός ισχυρισμός του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση, αντίληψη και γνώση του ίδιου, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκε, χωρίς να ήταν αναγκαία, πλέον, η παράθεση και άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών. γ) Η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι "τα ανωτέρω έγγραφα δόθηκαν από τον Δ.Σ.Α. προς υποστήριξη εννόμου συμφέροντος της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και δεν απαιτείτο η συγκατάθεση του για την χορήγηση αυτών από τον Δ.Σ.Α.". Τούτο περιελήφθη ως εκ περισσού, στην προσβαλλομένη, αφού δεν προβλήθηκε άρνηση του αναιρεσείοντα στην ανάγνωσή των για να τονίσει χωρίς να αναγράψει ότι, οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 του Κ.Ποιν.Δ. υπερισχύουν έναντι αυτών του Ν. 2472/1997 και να απαντήσει στους επ` αυτών αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, χωρίς να δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση. δ) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ισχυρισμός, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όπως δε συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμισης (άρθρο 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς. Κατά συνέπεια οι λόγοι αναιρέσεως (έκτος και έβδομος), που αναφέρονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της προσβαλλομένης, ως προς την απόρριψη του προβλεπόμενου, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, αυτοτελούς ισχυρισμού, στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, ο αναιρεσείων έχει κηρυχθεί ένοχος παραβάσεως του άρθρου 364 παρ. 1 και 3 ΠΚ, δηλαδή για έγκλημα κατά του οποίου δεν προβλέπεται η προβολή του εν λόγω αυτοτελούς υπερασπιστικού ισχυρισμού, ο οποίος για την αιτία αυτή απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη. Περαιτέρω οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους λόγους (δεύτερο, πέμπτο, έκτο και έβδομο) της αναιρέσεως, ότι δεν αιτιολογήθηκε ειδικώς η απόρριψη του ισχυρισμού του, ότι εκφράστηκε ενδοιαστικά γιατί, δεν μπορούσαν να έχουν εκδοθεί από τον Δ.Σ.Α. τέτοια έγγραφα κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2472/1997 και ότι η συμπεριφορά του αυτή προκλήθηκε εξαιτίας της παράνομης ενέργειας της καθής και απέβλεπε στη διαφύλαξη δικαιώματός του, γι` αυτό και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί άδικη, είναι αβάσιμες, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές συνιστούν άρνηση της κατηγορίας (ότι δηλαδή τα διαδοθέντα ήταν ψευδή και σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τούτο θεμελιώνεται σε προσωπική γνώση του ίδιου) και δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, που απαιτεί ειδική αιτιολογία, πέραν του ότι απαντήθηκαν διεξοδικώς και εμπεριστατωμένα, ως προαναφέρθηκε. Κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί, που αναφέρονται στην ίδια πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον αφορούν υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του και άρνηση της κατηγορίας, υπό την επίφαση δε της ελλείψεως αιτιολογίας, αντιφατικής αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά πάντα ταύτα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2015 αίτηση του Ν. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 509/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
 Και
 Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250).

3 σχόλια:

  1. ...σύμφωνα με τα άρθρα 358 και 364 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντελεί στην αποκάλυψη της αλήθειας, ως και να επικαλούνται και να ζητούν την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου που συντελεί προς τούτο και δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα του, οι διατάξεις δε των άρθρων αυτών του ΚΠΔ είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του Ν 2472/1997 και υπερισχύουν έναντι αστών (ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1561/2005, ΑΠ 1945/2002, ΣυμβΕφΑΘ 1744/2005, ΣυμφΕφΑΘ 984/2001 ΔιατΕισΠλημΠειρ 95/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ετσι, έχει κριθεί ότι οι διατάξεις του ΚΠΔ και του ΚΠολΔ που σχετίζονται με την ενώπιον των Ποινικών και Πολιτικών Δικαστηρίων εν γένει αποδεικτική διαδικασία (εκτίμηση των αποδείξεων, προβολή ισχυρισμών, προσκόμιση στοιχείων) δεν μπορούν να ανατραπούν από τις διατάξεις του Ν 2472/1997 (ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014,377, ΔιατΕισΕφθεσ 187/2007 ΠοινΔικ 2008,316). Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα υπ` αριθμ. 1945/2002 απόφαση του ΑΠ νομολογήθηκε ότι δεν τέλεσε το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 Ν 2472/1997 ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης προσκόμισε έγγραφο (το οποίο και ακολούθως αναγνώσθηκε στο Δικαστήριο), από το οποίο προέκυπταν καταδίκες του εγκαλούντος και το περιεχόμενο του αποτελούσε το ακριβές περιεχόμενο του αληθινού προσωπικού αποφυλακιστηρίου του μηνυτή, προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία του τελευταίου (Διάταξη ΕισΠρωτΑθηνών 123/ 2014).
    Προσωπικά δεδομένα, Δικηγόροι, δικογραφίες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Από τις διατάξεις αυτές, αλλά και από όλη τη δομή του Ν 2472/1997, σαφώς προκύπτει, ότι ο νόμος αυτός, δεν έχει εφαρμογή επί της ποινικής διαδικασίας, εφ` ής, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ως ειδικός νόμος, κατισχύει του προαναφερθέντος, περί "προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", νόμου...Από τις μνημονευθείσες διατάξεις, αναντιρρήτως προκύπτει, ότι το δικαστήριο δικαιούται να έχει πρόσβαση και επί στοιχείων, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των προσωπικών ή ευαισθήτων προσωπικών δεδομένων, εφόσον τούτο (δικαστήριο) θεωρεί, ότι τα στοιχεία αυτά συντελούν στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.
    Το δικαίωμα αυτό έχουν, όπως προαναφέρθηκε, και ο ανακριτής ή οι προανακριτικοί υπάλληλοι, οι οποίοι, κατά τα άρθρα 251 και επ. ΚΠΔ, έχουν δικαίωμα να διενεργούν κατ` οίκον έρευνες, αλλά και σωματικές τοιαύτες, να προβαίνουν σε κατασχέσεις πραγμάτων, εγγράφων, τίτλων αξιών κ.λπ.
    Περιορισμοί στη δράση αυτών δεν τίθενται, εκτός εκείνων που η ίδια η ποινική δικογραφία επιβάλλει τούτο, σαφώς προκύπτει από το άρθρο 251 ΚΠΔ, κατά το οποίο "Ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι, οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους του, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορουμένους, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας, να διεξάγουν έρευνες, να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο, για τη συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος".
    συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. συνέχεια.
    Οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά και πλήθος άλλων που διέπουν το δικονομικό μας σύστημα, δεν κατηργήθηκαν από τον άνω νόμο, ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς.
    Αν ο νομοθέτης είχε τέτοια βούληση, οπωσδήποτε θα εξεφράζετο ρητώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Αλλά ούτε και σιωπηρώς δύναται να συναχθεί τέτοια βούληση, διότι τυχόν επέκταση του άνω νόμου και στο πεδίον της ποινικής νομοθεσίας, κατ` ουσίαν θα εσήμαινε κατάργηση βασικών διατάξεων του ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν τις διαδικασίες και τον τρόπο λειτουργίας των αρμοδίων οργάνωντης Πολιτείας, για τη βεβαίωση του εγκλήματος και την επιβολή κυρώσεων. Θεμελιώδεις, όμως, διατάξεις του ΚΠΔ, είναι αδιανόητο να καταργηθούν σιωπηρώς. Διότι, κατάργηση αυτών, σημαίνει και κατάργηση του κράτους, δοθέντος ότι η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αποτελεί άσκηση δικαστικής λειτουργίας, δηλαδή εξουσίας κατ` εξοχήν κρατικής. Στο κράτος, άλλωστε, ανήκει η ποινική αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα και η υποχρέωση ανακαλύψεως του δράστη αξιοποίνου πράξεως και η επιβολή κυρώσεων κατ` αυτού. Θα ήταν παράλογο, επομένως, τούτο, διά του ως άνω νόμου, να ήθελε τη σιωπηρή κατάργηση ουσιωδών διατάξεων του ΚΠΔ, η οποία θα οδηγούσε στη φίμωση της επ` ακροατηρίω αποδεικτικής διαδικασίας και στην παράλυση της προδικασίας. Με άλλα λόγια, είναι αδιανόητο το κράτος, του οποίου κυρία υποχρέωση είναι η εξασφάλιση στους πολίτες εννόμου τάξεως και ασφαλείας, να ήθελε την αυτοκαταστροφή του και την μετατροπή της χώρας σε ζούγκλα, στην οποία αναπόφευκτα θα οδηγείτο, αν η προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, αξιολογείτο ως σημαντικότερο αγαθό από τη ζωή και την ασφάλεια αυτών
    .
    Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι κάθε νόμος εντάσσεται στο όλο σύστημα δικαίου της χώρας και εν σχέσει προς αυτό ερμηνεύεται. Δεν μπορεί, επομένως, ο νομοθέτης δια του ως άνω νόμου, να ήθελε να ανατρέψει το δικονομικό σύστημα της χώρας μας, παραλύοντας την νόμιμη δράση κρατικών οργάνων, εντεταλμένων διά την ανακάλυψη, σύλληψη και τιμωρία των εγκλημάτων, ούτε να καταστήσει την "αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", υπερσυνταγματική αρχή, η οποία θα εποπτεύει και θα καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας όλων των άλλων αρχών.
    Από αυτή, άλλωστε, την εισηγητική έκθεση του Ν 2472/1997, δεν προκύπτει πρόθεση επεκτάσεως των διατάξεων αυτού στο ποινικό και δικονομικό σύστημα της χώρας μας. Τουναντίον, σαφής είναι η βούληση νομοθέτη, να διασφαλισθεί η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ανθρώπου και να προστατευθεί η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητός του, από τους κινδύνους συγχρόνου "φακελώματος" και της δημόσιας διασαλπίσεως στοιχείων, που αφορούν τον ίδιο (Συμβούλιο Εφετών Αθηνών 984/ 2001 ΠοινΔικ 2002.1023, επικυρωθείσα από την ΑΠ 1945/ 2002).

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!