Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Εφημερίδες, κρατική διαφήμιση, αστική ευθύνη Δημοσίου, ελευθερία τύπου.

Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Α, 490/ 2018.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του  Α΄ Τμήματος, Κ. Κουσούλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι.
Περίληψη. Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση. Η παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να συμπεριλάβουν το έντυπο που εξέδιδε η αιτούσα στην κατανομή της διαφημιστικής του δαπάνης στον τοπικό τύπο δεν στοιχειοθετούσε παρανομία, διότι η συγκεκριμένη εφημερίδα εμφάνιζε κατά την επίμαχη περίοδο πολύ χαμηλότερη κυκλοφορία σε σχέση με τα έντυπα στα οποία ανατέθηκε κρατική διαφήμιση. Για την επιλογή των εντύπων για την ανάθεση διαφημιστικού έργου αποτελούν νόμιμα κριτήρια η αναγνωσιμότητα κάθε εντύπου και το κόστος καταχωρίσεως. Δεν επιβάλλεται η ανάθεση κρατικής διαφημίσεως σε όλα τα κυκλοφορούντα τοπικά έντυπα. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ελευθεροτυπίας. Ορθά απορρίφθηκε η αγωγή αποζημίωσης. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ν.3900/2010.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως νομίμως συμπληρώθηκε με το από 26.5.2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η αναίρεση της 609/2015 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας υπό εκκαθάριση εταιρείας κατά της 1747/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτικής αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Με την αγωγή αυτή η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 94.910 ευρώ, άλλως 62.576 ευρώ, ως αποζημίωση κατ’ άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ καθώς και το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης αντιστοίχως, που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της, παράλειψη του Ελληνικού Δημοσίου να προβεί σε διαφημιστικές καταχωρίσεις κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 1.7.2004 στην ημερήσια τοπική εφημερίδα «...», την οποία η αναιρεσείουσα εταιρεία εξέδιδε.

 3. Επειδή, με την παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010  (Α΄ 213), το οποίο, περαιτέρω, συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016) -η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως-, ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. … [η ως άνω διάταξη τέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 και επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, η οποία, κατ’ ουσίαν, προσέθεσε εδάφιο β΄ στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του  ν. 3900/2010 (βλ. σχετ. ΣτΕ 326/2017)]. Περαιτέρω, στη διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζονται τα εξής: «4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, επί διαφοράς, της οποίας το αντικείμενο είναι τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.E., ΑΠ, ΕλΣ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 797/2013 7μ., 1319/2015, 1765/2015, 419/2016, 2447/2016).

 4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 16.11.2015, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά που, όπως προκύπτει από τα αιτήματα της αγωγής, ανέρχεται σε ποσό που υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ. Επομένως, κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, για το παραδεκτό της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείτο η τεκμηρίωση εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 53. Με το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος 261/1997, που είναι εν προκειμένω εφαρμοστέες και κατά παράβαση των διατάξεων του Συντάγματος (άρθρ. 14) και της ΕΣΔΑ (άρθρα 10 και 14), έκρινε το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι δεν συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου ο πλήρης αποκλεισμός και η συστηματική παράλειψη της εφημερίδας που εξέδιδε η αιτούσα από οποιαδήποτε διαφημιστική προβολή - δραστηριότητα του Δημοσίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 1.7.2004. Εξάλλου, προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως, με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το νομικό ζήτημα του επιτρεπτού ή μη του αποκλεισμού επιχειρήσεως εκδόσεως εντύπου μέσου μαζικής ενημερώσεως από την κατανομή της διαφημιστικής δραστηριότητας του Δημοσίου και των λοιπών φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα στα πλαίσια του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου εκδοθέντος π.δ. 261/1997. Ο ισχυρισμός αυτός περί ανυπαρξίας νομολογίας προβάλλεται βασίμως, εφόσον το τιθέμενο με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως νομικό ζήτημα της ερμηνείας των διατάξεων αυτών δεν είχε κριθεί με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ. ΣτΕ 2754/2017). Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και είναι περαιτέρω εξεταστέα.

 5. Επειδή, το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει τα εξής: «1. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους. 2. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. … 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος». Εξ άλλου, το άρθρο 10 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/74 (Α΄ 256), ορίζει ότι: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. … 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το θεμελιώδες για μία δημοκρατική κοινωνία δικαίωμα της ελεύθερης εκφράσεως και διαδόσεως των στοχασμών, μεταξύ των άλλων, και δια του τύπου (ελευθεροτυπία). Κατά τις διατάξεις αυτές ο τύπος, ως θεσμός, είναι ελεύθερος για να μπορεί να επιτελεί τη δημόσια αποστολή του, που συνίσταται στην ακώλυτη αλληλεπίδραση αυτού και της κοινής γνώμης. Στο πλαίσιο αυτό απαγορεύεται η λογοκρισία και κάθε άλλη επέμβαση της πολιτείας η οποία μπορεί να αναιρέσει ή να παρακωλύσει ουσιωδώς την άσκηση του δικαιώματος αυτού, η δε πολιτεία λαμβάνει τα κατά περίπτωση πρόσφορα μέτρα για τη διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος και την προαγωγή της αποστολής του τύπου (ΣτΕ 3880/2002 7μ., πρβλ. ΣτΕ 832/1985 Ολομ., 2109/1988 Ολομ., 3938/1988, 1824/1989, 199/1991, 3048/19967μ. κ.ά.). Το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας περιλαμβάνει αφ’ ενός μεν το δικαίωμα του τύπου να πληροφορεί το κοινό, προϋπόθεση για την άσκηση του οποίου αποτελεί η, ωσαύτως κατοχυρούμενη με τις ανωτέρω διατάξεις, ελεύθερη αναζήτηση και συλλογή πληροφοριών, αφ’ ετέρου δε, εν όψει και του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα κάθε πολίτη να πληροφορείται και να ενημερώνεται τακτικά και ελεύθερα για κάθε πολιτικό και κοινωνικό εν γένει θέμα που τον ενδιαφέρει (βλ. ΣτΕ 3880/2002 7μ, 2787/1980 και αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 26.4.1979, ... ... no 30, σκ. 66, της 8.7.1986, ... Α no 103, σκ. 41-42, της 26.11.1991, ... και ... no 216, σκ. 59, και ...A no 217, σκ. 50, της 27.3.1996, ..., Συλλογή 1996-ΙΙ no 7, σκ. 60, κ.ά.). Η συνταγματική, όμως, αυτή διάταξη ουδόλως επιβάλλει στο νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα ή να χορηγεί παροχές οι οποίες θα τείνουν στην οικονομική ενίσχυση των επιχειρήσεων τύπου (ΣτΕ 3048/1996 7μ.), η δε άσκηση του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικώς ισχυόντων κανόνων δικαίου της κείμενης νομοθεσίας, όπως συνάγεται από τη διατύπωση, τόσο του άρθρου 14 παρ. 1 του Συντάγματος (:«... τηρώντας τους νόμους του Κράτους»), όσο και του άρθρου 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται και εκείνοι που ρυθμίζουν την εν γένει οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 3880/2002 7μ.).

 6. Επειδή, στο άρθρο 9 του ν. 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α΄ 159), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4487/2017 (Α΄ 116), ορίζονταν τα εξής: «Διαφημιστική δραστηριότητα του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εμπορίου και Τύπου και Μ.Μ.Ε. ρυθμίζονται τα σχετικά με τις διαφημιστικές και άλλες συναφείς δραστηριότητες του Δημοσίου, των κρατικών νομικών προσώπων και των επιχειρήσεων και οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ιδίως: α) Η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των αναδόχων διαφημιστικών εταιρειών. β) Η κατανομή διαφημιστικής δαπάνης στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης έτσι ώστε να ενισχύονται τα έντυπα και περιφερειακά μέσα ενημέρωσης, καθώς και σε άλλα μέσα διαφήμισης. Το ποσοστό συμμετοχής των εφημερίδων και περιοδικών στην κατανομή της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι τουλάχιστο σαράντα τοις εκατό (40%) και του ραδιοφώνου τουλάχιστο δέκα τοις εκατό (10%). Το ποσοστό συμμετοχής των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης για κάθε διαφορετική κατηγορία μέσων (έντυπα μέσα, ραδιόφωνο, τηλεόραση) στην κατανομή της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%). γ) Η οργάνωση κοινών διαφημιστικών εκστρατειών, η ανάληψη εκδόσεων, η οργάνωση συνεδρίων ή εκδηλώσεων ή χορηγιών συνεδρίων, αφιερωμάτων στα μέσα ενημέρωσης και άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η ανάπτυξη κάθε άλλης πρωτοβουλίας αναγκαίας για την εκπλήρωση των σκοπών των φορέων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. δ) Η τήρηση της δεοντολογίας των διαφημίσεων και των προδιαγραφών της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εθνικής νομοθεσίας, κυρίως ως προς την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική διαφήμιση και ε) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. στ) Στη διαδικασία επιλογής των αναδόχων διαφημιστικών εταιρειών πρέπει να μετέχει εκπρόσωπος της πιο αντιπροσωπευτικής ένωσης των διαφημιστικών εταιρειών που αναπτύσσουν δραστηριότητα στην Ελλάδα». Σύμφωνα με την οικεία εισηγητική έκθεση, ο νόμος 3228/1995 ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, «διάφορα χρονίζοντα προβλήματα του επαρχιακού τύπου» και θέτει όρια συγκέντρωσης στο ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ως προς τις εφημερίδες, τα οποία «αποτυπώνουν την υφιστάμενη κατάσταση αλλά αποτρέπουν την επιδείνωσή της και εξασφαλίζουν την πολυφωνία στα έντυπα μέσα ενημέρωσης», ενώ ειδικώς με το άρθρο 9 «παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση θεμάτων που σχετίζονται με τη δράση των διαφημιζομένων του ευρύτερου δημόσιου τομέα -σε συνεργασία με τα μέσα ενημέρωσης, τους διαφημιστές, τους διαφημιζόμενους του ιδιωτικού τομέα, τους καταναλωτές κ.λπ.- για την επιβολή ορισμένων κανόνων που διασφαλίζουν τον ανταγωνισμό, το σεβασμό της δεοντολογίας, τον ιδιαίτερο ρόλο του Τύπου και των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, το συντονισμό της δράσης και την προβολή της χώρας και των εθνικών θέσεων στο εξωτερικό κ.λπ.».

 7. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 9 εκδόθηκε το π.δ. 261/1997 (Α΄ 186), με τον τίτλο «Για τη διαφάνεια στην διαφημιστική προβολή του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα από τα έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης». Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο στον οποίο αναφέρεται η αγωγή της αναιρεσείουσας (2000-2004), προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1. Αντικείμενο του διατάγματος. Το παρόν διάταγμα καθορίζει τους όρους και τη διαδικασία ανάθεσης σε ιδιωτικούς ή Δημόσιους φορείς του έργου της προβολής των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων των Νομικών Προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα, εφόσον το έργο δεν εκπονείται απ’ ευθείας από το προσωπικό τους. Άρθρο 2. Ορισμοί. Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος θεωρούνται ως: 1. «Αναθέτουσες αρχές»: τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982 και 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 απαρτίζεται από: α) Τις Κρατικές ή Δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκπροσωπούνται από το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου. β) Τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. γ) Τα κοινωφελή ιδρύματα του Αστικού Κώδικα που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από αυτό. δ) Τις τραπεζικές και άλλες Ανώνυμες Εταιρείες: i. οι οποίες απολαμβάνουν Κρατικών προνομίων ή επιχορηγήσεων ή ii. των οποίων το σύνολο ή η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στα νομικά πρόσωπα των προηγούμενων εδαφίων. ε) Τα Κρατικά Νομικά Πρόσωπα που έχουν χαρακτηρισθεί από το Νόμο ή τη νομολογία των δικαστηρίων ως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. στ) Τις θυγατρικές εταιρείες των Νομικών Προσώπων που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια αυτής της παραγράφου και ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά. 2. «Διαφημιστικές και άλλες συναφείς δραστηριότητες του Δημοσίου τομέα»: η οργάνωση, προπαρασκευή και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο ανακοίνωση προς το κοινό των αγαθών ή των υπηρεσιών που παρέχουν οι αναθέτουσες αρχές καθώς και η προβολή των εν γένει δραστηριοτήτων τους. Στις διαφημιστικές και άλλες συναφείς δραστηριότητες του Δημοσίου τομέα περιλαμβάνονται ιδίως: α) ο σχεδιασμός και η οργάνωση διαφημιστικής στρατηγικής. β) η παραγωγή πρωτοτύπων δημιουργημάτων λόγου ή τέχνης καθώς και η καθ’ οιοδήποτε μέσο εγγραφή, προσαρμογή, εκτέλεση ή αναπαραγωγή τους κατά τις διατάξεις του Ν. 2121/1993 (ΦΕΚ Α΄ 25) που γίνεται για τους παραπάνω σκοπούς. γ) η παροχή συμβουλών σχετικά με την επιλογή από τις αναθέτουσες αρχές του κατάλληλου μέσου προβολής των διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του Δημοσίου. δ) η μετάδοση ή καταχώριση ή με άλλο υλικό μέσο προβολή των διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του Δημοσίου. Στις δραστηριότητες της παραγράφου αυτής εμπίπτουν και τα μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου όπως αυτά προσδιορίζονται από το άρθρο 1 της υπ’ αριθ. πρωτ. 24/2.1.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Τύπου και Μ.Μ.Ε. (ΦΕΚ Β΄ 11). 3. ... 4. «Ανάδοχοι μετάδοσης ή καταχώρισης διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του Δημοσίου»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο υπό στοιχείο δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος και κατέχουν νομίμως άδεια λειτουργίας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2328/1995, ή εκδίδουν εφημερίδες ή περιοδικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 1746/1988. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να είναι προσηκόντως καταχωρημένα στο Μητρώο που τηρείται στο Τμήμα Ελέγχου Διαφάνειας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης σύμφωνα με τους όρους του Π.Δ. 310/1996 (ΦΕΚ Α΄ 114) και, εφόσον λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, έχουν ονομαστικές μετοχές σύμφωνα με τους όρους και τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τις παραπάνω οικείες διατάξεις. 5. ... 7. «Συμβάσεις μετάδοσης ή καταχώρισης»: συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται εγγράφως μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και ενός από τους ή τους αναδόχους μετάδοσης ή καταχώρισης διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του Δημοσίου, ανεξαρτήτως του ύψους της προβλεπόμενης δαπάνης. 8. «Περιφερειακά μέσα ενημέρωσης»: α) οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί των οποίων η άδεια λειτουργίας έχει παραχωρηθεί για γεωγραφική ενότητα που δεν περιλαμβάνει τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης. β) οι επιχειρήσεις έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, εφ’ όσον βρίσκεται εκτός των ορίων των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης ο τόπος όπου: i. λειτουργεί η διεύθυνση του εντύπου, με την απαραίτητη εγκατάσταση οργανωμένου γραφείου και ii. δίνονται οι κατευθύνσεις για την εμφάνισή τους, για τη συγκέντρωση, την επεξεργασία, και τον έλεγχο της δημοσιογραφικής ύλης καθώς επίσης και οι οδηγίες για την εκτύπωσή τους. Άρθρο 3 ... Άρθρο 4 ... Άρθρο 5 ... Άρθρο 6 Διαδικασία ανάθεσης μετάδοσης διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του δημοσίου 1. Οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν τις τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτουν τη μετάδοση των σχετικών διαφημιστικών ή άλλων συναφών μηνυμάτων τους, στα πλαίσια του ετήσιου προγράμματος διαφημιστικής προβολής, όπως αυτό εγκρίθηκε με την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 3 και 4 του παρόντος διατάγματος απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε. και βάσει των εκεί αναφερομένων νομίμων ποσοστών συμμετοχής των διαφόρων κατηγοριών μέσων ενημέρωσης. Μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 4 του παρόντος, η ανάθεση μετάδοσης γίνεται βάσει των αναφερομένων στο άρθρο 9 του Ν. 2328/1995 ποσοστών συμμετοχής των διαφόρων κατηγοριών μέσων ενημέρωσης. 2. Στα πλαίσια των επιμέρους ποσοστών συμμετοχής των διαφόρων κατηγοριών μέσων ενημέρωσης, η επιλογή του συγκεκριμένου μέσου στο οποίο ανατίθεται η μετάδοση γίνεται μετά από συνεκτίμηση των παρακάτω στοιχείων: α) κόστος της μετάδοσης β) απήχηση του μέσου ενημέρωσης στο ευρύ κοινό όπως αυτή συνάγεται από το ύψος των ποσοστών τηλεθέασης ή ακροαματικότητας που συγκεντρώνει ο σταθμός κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη μετάδοση του διαφημιστικού μηνύματος γ) απήχηση του μέσου ενημέρωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες του κοινού εφ’ όσον πρόκειται για προβολή δραστηριοτήτων εξειδικευμένου χαρακτήρα. 3. Κάθε Σεπτέμβριο, οι ενδιαφερόμενες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων τιμοκατάλογο στον οποίο αναφέρουν αναλυτικά τις τιμές μονάδος διαφημιστικού χρόνου ανά ζώνη τηλεθέασης ή ακροαματικότητας που προτίθενται να εφαρμόσουν για τη μετάδοση διαφημιστικών και άλλων συναφών μηνυμάτων των φορέων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα για το επόμενο έτος. Η υποβολή του τιμοκαταλόγου αυτού επέχει θέση πρόσκλησης προς σύναψη συμβάσεων μετάδοσης βάσει των εκεί αναφερόμενων τιμών και είναι απαραίτητη για τη νόμιμη σύναψη οποιοσδήποτε τέτοιας σύμβασης. Ο τιμοκατάλογος αυτός διαβιβάζεται σε όλα τα εποπτευόμενα από τον αρμόδιο Υπουργό δημόσια νομικά πρόσωπα. 4. Κάθε δίμηνο οι ενδιαφερόμενες τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων τις πλήρεις καταστάσεις των ποσοστών τηλεθέασης ή ακροαματικότητας αντίστοιχα για το δίμηνο που παρήλθε, βάσει των σχετικών μετρήσεων που διενήργησαν εταιρείες έρευνας ραδιοτηλεοπτικής αγοράς που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Ν. 2328/1995 και έχουν καταχωρηθεί στο Μητρώο του Τμήματος Ελέγχου Διαφάνειας του Ε.Σ.Ρ. Οι καταστάσεις αυτές διαβιβάζονται και στα τυχόν εποπτευόμενα δημόσια νομικά πρόσωπα. 5. Οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν για τη μετάδοση των συγκεκριμένων κάθε φορά διαφημιστικών και λοιπών συναφών μηνυμάτων τουλάχιστον τις δύο επιχειρήσεις της ίδιας κατηγορίας μέσων ενημέρωσης που συγκεντρώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος στοιχεία. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του παρόντος, συμβάσεις με εταιρείες, που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Διαφημιστών του Δημοσίου, για την παροχή συμβουλών και την εν γένει επικουρία της αναθέτουσας αρχής κατά την επιλογή των κατάλληλων μέσων μετάδοσης, βάσει της συνεκτίμησης των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου στοιχείων. Άρθρο 7 Διαδικασία ανάθεσης καταχώρισης διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων του δημοσίου 1. Προκειμένου περί ανάθεσης καταχώρισης διαφημιστικών ή άλλων συναφών μηνυμάτων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, σε επιχειρήσεις έκδοσης εφημερίδων ή περιοδικών που είναι καταχωρημένες στο Μητρώο του Τμήματος Διαφάνειας του Ε.Σ.Ρ., οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν αναλογικά τις διαδικασίες ανάθεσης μετάδοσης που προβλέπονται από τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου. 2. Η επιλογή του συγκεκριμένου μέσου στο οποίο ανατίθεται η καταχώριση του διαφημιστικού ή άλλου συναφούς μηνύματος γίνεται μετά από συνεκτίμηση των στοιχείων της παραγράφου 2 του προηγουμένου άρθρου. Για την εκτίμηση της απήχησης του εντύπου μέσου στο ευρύ κοινό λαμβάνεται υπ’ όψιν η μέση μηνιαία κυκλοφορία του εντύπου, όπως αυτή βεβαιούται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. 3. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του παρόντος, συμβάσεις με εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Διαφημιστών του Δημοσίου, για την παροχή συμβουλών και την εν γένει επικουρία της αναθέτουσας αρχής κατά την επιλογή των καταλλήλων μέσων καταχώρισης, βάσει της συνεκτίμησης των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του προηγουμένου άρθρου στοιχείων».

 8. Επειδή, οι προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 9 του  ν. 2328/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος ρυθμίζουν την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα στα μέσα μαζικής ενημερώσεως θεσπίζοντας κανόνες και διαδικασίες που αποσκοπούν στη διαφημιστική προβολή των δραστηριοτήτων του Δημοσίου χάριν του δημοσίου συμφέροντος (βλ. σχετικό πρακτικό επεξεργασίας 305/1997) με τρόπο διαφανή, αμερόληπτο, αποτελεσματικό και οικονομικό, λαμβάνουν δε πρόνοια και για την ενίσχυση των έντυπων και περιφερειακών μέσων ενημερώσεως (άρθρο 9 στοιχ. Β του ν. 2328/1995, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 4487/2017). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, προβλέπεται ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής των εφημερίδων και περιοδικών στην κατανομή της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ύψους 40%, καθώς και ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής των περιφερειακών μέσων ενημερώσεως ανά κατηγορία μέσου, ύψους 30% στη δαπάνη αυτή. Περαιτέρω, στα πλαίσια των ως άνω ορισθέντων από το νομοθέτη επιμέρους ποσοστών συμμετοχής των διαφόρων κατηγοριών μέσων ενημερώσεως (έντυπα μέσα, ραδιόφωνο, τηλεόραση), προκειμένου ειδικώς περί της αναθέσεως της καταχωρίσεως διαφημιστικών ή άλλων μηνυμάτων του Δημοσίου σε επιχειρήσεις εκδόσεως εφημερίδων ή περιοδικών, ορίστηκαν με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος ως κριτήρια επιλογής του συγκεκριμένου εντύπου στο οποίο ανατίθεται η καταχώριση του μηνύματος: α) το κόστος της δημοσιεύσεως, β) η απήχηση του εντύπου στο ευρύ κοινό, η οποία προκύπτει από τη μέση μηνιαία κυκλοφορία του εντύπου, όπως αυτή βεβαιώνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και γ) η απήχηση του εντύπου σε συγκεκριμένες κατηγορίες του κοινού, εφόσον πρόκειται για προβολή δραστηριοτήτων εξειδικευμένου χαρακτήρα (άρθρα 6 παρ. 2 και 7 παρ. 2 του διατάγματος). Για τη μετάδοση δε των συγκριμένων κάθε φορά διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν τουλάχιστον τις δύο επιχειρήσεις της ίδιας κατηγορίας μέσων ενημερώσεως, οι οποίες συγκεντρώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία (άρθρο 6 παρ. 5 του διατάγματος). Η δημοσίευση, ειδικότερα, διαφημιστικών και λοιπών μηνυμάτων στον τύπο ανατίθεται υποχρεωτικά στα δύο έντυπα που συγκεντρώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα προαναφερθέντα στοιχεία. Η ανάθεση της δημοσιεύσεως και σε άλλα έντυπα, πέραν των προαναφερθέντων δύο εντύπων, εναπόκειται, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων οργάνων της Διοικήσεως. Κατά την άσκηση της ευχέρειας αυτής οι αναθέτουσες αρχές του Δημοσίου δύνανται να αναθέτουν διαφημιστικό έργο σε περισσότερα των δύο έντυπα και όχι σε όλα τα κυκλοφορούντα έντυπα, εφόσον δεν ενεργούν κατά τρόπο αυθαίρετο αλλά υιοθετούν και κατά την ενάσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τα θεσπισθέντα από τον κανονιστικό νομοθέτη κριτήρια του κόστους της δημοσιεύσεως και της αναγνωσιμότητας κάθε εντύπου, τα οποία στοιχούν προς το δημόσιο συμφέρον. Δεν επιβάλλεται, δε, από τις ως άνω εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις ούτε από τις συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ που διέπουν τη λειτουργία του τύπου αλλά ούτε και από τις γενικές αρχές του δικαίου η ανάθεση κρατικής διαφημίσεως σε όλα τα κυκλοφορούντα τοπικά έντυπα, εφόσον οι διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ ουδόλως επιβάλλουν στο νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα ή να χορηγεί παροχές οι οποίες θα τείνουν στην οικονομική ενίσχυση των επιχειρήσεων τύπου (πρβλ. ΣτΕ 3048/1996 7μ.), ενώ, εξάλλου, η συνταγματική αρχή της ισότητας, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρο 14 της ΕΣΔΑ) και οι γενικές αρχές που διέπουν τη δράση της Διοικήσεως δεν υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να κατανέμουν τη διαφημιστική δαπάνη για την προβολή των δραστηριοτήτων του Δημοσίου, δαπάνη η οποία αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σε όλα τα κυκλοφορούντα τοπικά έντυπα, ανεξαρτήτως αναγνωσιμότητας.

 9. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: η αναιρεσείουσα εταιρεία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, εξέδιδε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (1-1-2000 έως 1-7-2004) την ημερήσια πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο “...”. Με την από 30-12-2005 αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 94.910 ευρώ ή των 62.576 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, κατά τα άρθρα 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 Α.Κ., εξ αιτίας του, κατά τους ισχυρισμούς της, μη νομίμου αποκλεισμού της από την κατανομή της, για το ως άνω διάστημα, χορηγηθείσης υπ’ αυτού σε άλλες εφημερίδες της ίδιας πόλεως διαφημιστικής δαπάνης. Περαιτέρω, με την ίδια αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε και την υπό του αναιρεσιβλήτου καταβολή προς αυτήν ποσού 250.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη εκ της αυτής ως άνω παρανόμου συμπεριφοράς. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το αναιρεσίβλητο και, συγκεκριμένα, υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων δαπάνησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2000 έως 1-7-2004) για τη διαφημιστική προβολή των λειτουργιών του εν λόγω Υπουργείου μέσω των εκδιδομένων στη Θεσσαλονίκη ημερησίων πολιτικών εφημερίδων το ποσό των 168.316 ευρώ, εκ της κατανομής του οποίου αποκλείστηκε η ίδια, κατά παράβαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της χρηστής διοικήσεως, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αμεροληψίας. Συγκεκριμένα, η κατανομή του ως άνω κονδυλίου έγινε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ως εξής: το ποσό των 62.576 ευρώ χορηγήθηκε στην εφημερίδα “...”, των 94.910 ευρώ στην εφημερίδα “...” και το ποσό των 10.830 ευρώ στην εφημερίδα “...”. Το αναιρεσίβλητο, εξ άλλου, αρνήθηκε ότι όργανά του παρεβίασαν τις προαναφερόμενες γενικές αρχές, αφού, κατά την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης της κρινόμενης περιόδου, ελήφθησαν, κατ’ αυτό, υπ’ όψιν τα καθοριζόμενα υπό του π.δ. 261/1997 νόμιμα κριτήρια, μεταξύ των οποίων, η μέση μηνιαία κυκλοφορία των εφημερίδων. Σχετικώς προσεκομίσθη υπ’ αυτού πρωτοδίκως το .../23-1-2012 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, σύμφωνα με το οποίο η μέση μηνιαία κυκλοφορία των εφημερίδων “....”, “....”, “....” και “....” κατά τον πρώτο μήνα της επιδίκου χρονικής περιόδου ήταν, αντιστοίχως: α) έτος 2000, 147, 13.535, 9.061 και 7.939 αντίτυπα, β) έτος 2001, 92, 10.501, 6.885 και 5.838 αντίτυπα, γ) έτος 2002, 75, 9.955, 9.847 και 9.376 αντίτυπα, δ) έτος 2003, 150, 9.477, 8.428 και 7.025 αντίτυπα και ε) έτος 2004, 144, 9.915, 8.260 και 0 αντίτυπα. Με την 1747/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παράνομη παράλειψη των οργάνων του αναιρεσιβλήτου και απερρίφθη η αγωγή της αιτούσας, με τη σκέψη ότι με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων δεν προέβησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε καμία διαφημιστική καταχώριση σε έντυπα και ότι, σε κάθε περίπτωση, από το σχετικό από 23.1.2012 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας προέκυπτε σαφώς ότι η εφημερίδα που εξέδιδε η αναιρεσείουσα είχε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, πολύ μικρό αριθμό πωλήσεων αντιτύπων συγκριτικά με τις πωλήσεις που είχαν οι άλλες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης που αναφέρονταν στην αγωγή. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος, δέχθηκε ότι η Διοίκηση, προκειμένης της, υπό των αρμοδίων οργάνων της, κατανομής της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης μεταξύ των ως άνω μέσων επικοινωνίας, διαθέτει, ως προς την επιλογή τουλάχιστον δύο εξ αυτών, δεσμία αρμοδιότητα. Εξ αυτού, δια του επιχειρήματος της αντιδιαστολής, συνήγαγε ότι, αναφορικώς με την επιλογή και άλλων, πέραν των προαναφερομένων δύο, μέσων επικοινωνίας, στη Διοίκηση έχει χορηγηθεί από το νομοθέτη σχετική διακριτική ευχέρεια. Επομένως, μετά την, κατά δεσμία αρμοδιότητα, επιλογή τουλάχιστον δύο μέσων επικοινωνίας, η, προς τα λοιπά τυχόν αποκλεισθέντα μέσα, δυναμένη να τελεσθεί υπό των ως άνω οργάνων παρανομία συνίσταται, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, στην υπέρβαση των άκρων ορίων της ως άνω διακριτικής ευχερείας, κριτήρια δε προκειμένου να διακριβωθεί η συντελεσθείσα ή μη υπέρβαση των άκρων ορίων αυτής είναι, μεταξύ άλλων, οι αρχές της ισότητος, της χρηστής διοικήσεως, της δικαιολογημένης (ή προστατευόμενης) εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της αμεροληψίας, κ.λπ.. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε το λόγο εφέσεως που αμφισβητούσε την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί μη παραβιάσεως από τα όργανα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου των γενικών αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της χρηστής διοικήσεως, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αμεροληψίας ως νόμω αβάσιμο, με τη σκέψη ότι η επίκληση των ως άνω γενικών αρχών ήταν δυνατή στην κρινόμενη περίπτωση μόνο σχετικώς με το ζήτημα του ελέγχου της υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχερείας, αφού, αναφορικώς με τα αποκλεισθέντα της κατανομής της διαφημιστικής δαπάνης μέσα επικοινωνίας, όπως ήταν εν προκειμένω η εκδιδόμενη από την αναιρεσείουσα εφημερίδα, μόνο η συγκεκριμένη παρανομία, συνιστούσε το νόμιμο λόγο ευθύνης. Στη συνέχεια το δικαστήριο απέρριψε ως αλυσιτελή τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ο οποίος αφορούσε το παραδεκτό της επικλήσεως από την αιτούσα της υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως, με τη σκέψη ότι ο λόγος αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποδοχή του ενδίκου αιτήματος. Και τούτο διότι και αν ακόμη ήθελε εκτιμηθεί υπό του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι δια της επικλήσεως από την ήδη αναίρεσείουσα των ως άνω γενικών αρχών και ενόψει του χαρακτήρος αυτών ως κριτηρίων ελέγχου της υπερβάσεως ή μη των άκρων ορίων της διακριτικής ευχερείας, εμμέσως, πλην σαφώς, είχε τεθεί από αυτήν ζήτημα υπερβάσεως των άκρων ορίων αυτής και πάλι ο σχετικός ισχυρισμός θα εστερείτο νομικής βασιμότητος. Αιτία δε προς τούτο συνιστούσε, κατά το δικάσαν δικαστήριο, το γεγονός της μη επικλήσεως από την αναιρεσείουσα όλων των αναγκαίων για το νόμω βάσιμο του ως άνω ισχυρισμού στοιχείων, εφόσον απαραίτητα νόμιμα στοιχεία προς τούτο ήταν η αναγνωσιμότητα του εντύπου μέσου επικοινωνίας (μέση μηνιαία κυκλοφορία) και το κόστος καταχωρίσεως του διαφημιστικού μηνύματος. Και ναι μεν, στην προκείμενη περίπτωση, αν και δια της αγωγής δεν είχε γίνει επίκληση αμφοτέρων των ως άνω νομίμων στοιχείων, το έλλειμμα εκ της μη ανταποκρίσεως της αιτούσας στο φερόμενο από αυτήν βάρος επικλήσεως του πρώτου στοιχείου (μέση μηνιαία κυκλοφορία των επιλεγεισών εφημερίδων και της εκδιδομένης από την αναιρεσείουσα εφημερίδας) αναπληρώθηκε από το περιεχόμενο του .../23.1.2012 εγγράφου της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, όσον αφορά, όμως, το δεύτερο ως άνω νόμιμο στοιχείο (κόστος καταχωρίσεως), ούτε από την αιτούσα είχε προβληθεί, αλλά ούτε και από την πρωτόδικη απόφαση προέκυπτε, ότι είχε γίνει επίκλησή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δεν προέκυπτε η ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αναπλήρωση του δικονομικού αυτού ελλείμματος από κάποιο νόμιμο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, όπως συνέβη με το πρώτο. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.

 10. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην όγδοη σκέψη, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση οι εφαρμοστέες διατάξεις θεσπίζουν διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως για την ανάθεση διαφημιστικού έργου σε έντυπα μέσα πέραν των δύο που συγκεντρώνουν στον μεγαλύτερο βαθμό τα νόμιμα κριτήρια και ότι κατά την άσκηση της ευχέρειας αυτής νομίμως λαμβάνονται ως στοιχεία κρίσεως η αναγνωσιμότητα κάθε εντύπου και το κόστος καταχωρίσεως είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν όψει αυτού, η παράλειψη των οργάνων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να συμπεριλάβουν το έντυπο που εξέδιδε η αιτούσα στην κατανομή της διαφημιστικής του δαπάνης στον τοπικό τύπο της Θεσσαλονίκης κατά την επίμαχη περίοδο, δεν στοιχειοθετούσε παρανομία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ. Kαι τούτο διότι η εφημερίδα της αιτούσας, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, εμφάνιζε κατά την περίοδο αυτή πολύ χαμηλότερη κυκλοφορία σε σχέση με τα έντυπα της Θεσσαλονίκης στα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αγωγής, ανατέθηκε κρατική διαφήμιση, ενώ η αιτούσα δεν αμφισβήτησε την συγκριτικά χαμηλότερη κυκλοφορία της σε σχέση με τα έντυπα αυτά ούτε επικαλέστηκε στοιχεία κόστους διαφημιστικών καταχωρίσεων που θα επέβαλαν την ανάθεση και σε αυτήν κρατικής διαφημίσεως. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος 261/1997, καθώς και περί παραβάσεως των διατάξεων του Συντάγματος (άρθρ. 14) και της ΕΣΔΑ (άρθρα 10 και 14) από το δικάσαν δικαστήριο προβάλλεται αβασίμως και πρέπει να απορριφθεί.

 11. Επειδή, περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η συστηματική και εξακολουθητική παράνομη παράλειψη καταχωρίσεων και διαφημίσεων στην εφημερίδα που εξέδιδε η αιτούσα, με άμεση συνέπεια την αποστέρηση των κυριότερων εσόδων της έρχεται σε αντίθεση με την συνταγματική αρχή της ελευθεροτυπίας και ειδικότερα προς τον κανόνα της απαγορεύσεως λήψεως προληπτικών μέτρων στην ελεύθερη δια του τύπου έκφραση και διάδοση των στοχασμών. Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού της προβολής του λόγου αυτού προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση προς την 2109/1988 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί σχετικά με την μη στοιχειοθέτηση εν προκειμένω παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 14 του Συντάγματος, ο λόγος προβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, απαραδέκτως και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι με την επικαλούμενη ως αντίθετη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν επιλύθηκε το εν προκειμένω τιθέμενο ζήτημα της κατανομής της διαφημιστικής δαπάνης του Δημοσίου στα έντυπα μέσα ενημερώσεως αλλά το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1436/1984, με την οποία καθορίστηκε εισφορά ύψους 5% επί της τιμής εκάστου πωλουμένου φύλλου των εκδιδομένων εφημερίδων στην Αθήνα υπέρ του Ταμείου Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών.

 12. Επειδή, περαιτέρω, με το από 26.5.2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλονται πλημμέλειες της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, προβάλλεται ότι η αιτιολογία αυτή είναι ασαφής και συμπερασματική, και ότι το διοικητικό εφετείο ουδεμία κρίση διέλαβε σχετικά με τον ισχυρισμό της αιτούσας περί καλύψεως από την εφημερίδα των κριτηρίων του νόμου. Τέλος, προβάλλεται πρόσθετος λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου και των άρθρων 10 και 14 της ΕΣΔΑ και, ειδικότερα, ότι οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και των άρθρων 1, 2, 4, 6 και 7 του π.δ. 261/1997 δεν ικανοποιούν αφενός την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εντύπων μέσων και αφετέρου τη συνταγματική αρχή της ελευθεροτυπίας, γίνεται δε αναφορά σε αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, οι οποίες αφορούν το δικαίωμα στην περιουσία, την ελευθερία εκφράσεως και την απαγόρευση των διακρίσεων. Προς θεμελίωση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αναφέρεται στους σχετικούς ισχυρισμούς του εισαγωγικού δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως επισημαίνοντας ότι «… η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βρίσκεται σε αντίθεση προς αποφάσεις του Δικαστηρίου σας, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του συγκεκριμένου κρινομένου ζητήματος, δηλαδή επί του ζητήματος του επιτρεπτού ή μη αποκλεισμού με νόμο επιχείρησης εντύπου μέσου μαζικής ενημέρωσης από την καταβολή της διαφημιστικής δραστηριότητας του Δημοσίου… στα πλαίσια του άρθρου 9 του ν. 2338/1995 και του κατ’ εξουσιοδότηση του παραπάνω άρθρου εκδοθέντος π.δ. 261/1997…». Οι ως άνω ισχυρισμοί δεν καθιστούν εν πάση περιπτώσει παραδεκτή την προβολή του πρώτου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται σε ζητήματα νομιμότητας και επάρκειας της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, συνδεόμενα με την απόδειξη πραγματικών περιστατικών και με την ορθή ή μη υπαγωγή του πραγματικού της υποθέσεως στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου. Από τυχόν δε πλημμέλειες της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνδεόμενες με το πραγματικό της υποθέσεως δεν μπορεί να προκύψει αντίθεση προς νομολογία ή έλλειψη νομολογίας, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη, να καθιστά παραδεκτούς τους λόγους αναιρέσεως κατά την έννοια του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (βλ. ΣτΕ 3332, 4588/2014, 327, 1528, 2193, 2702, 3263, 4183, 4429/2015, 1149/2017 και 10/2017 εν συμβουλίω). Περαιτέρω, τα ζητήματα της ερμηνείας και της συμβατότητας των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2328/1995 και του π.δ. 261/1997 προς τις διατάξεις του συντάγματος και της ΕΣΔΑ έχουν ήδη αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του πρώτου λόγου αναιρέσεως (ανωτέρω σκέψη 9) ενώ, εξάλλου, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, οι οποίες μνημονεύονται στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως δεν επέλυσαν το τιθέμενο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νομικό ζήτημα της κατανομής κρατικής διαφημίσεως σε έντυπα μέσα ενημερώσεως.

 13. Επειδή, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...