Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Που χωράει η δυστυχία του κόσμου;

Γράφει ο αείμνηστος Δάσκαλος μου Γιώργος Κουμάντος, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12-4-1998. ΠΗΓΗ.

    Πολλά είναι ταν αίτια που έχουν δημιουργήσει ανισότητες στο βαθμό ανάπτυξης και συνακόλουθα στο βιοτικό επίπεδο ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Μερικά από τα αίτια αυτά ανατρέχουν  στο μακρινό παρελθόν και συνδέονται κυρίως με τις πρώτες ύλες που διέθετε κάθε χώρα αλλά και με άλλους παράγοντες, κλιματολογικούς ή ιστορικούς.
Από ένα σημείο κι έπειτα, οι αναπτυγμένες φρόντισαν για τη διατήρηση της υπανάπτυξης των άλλων: με την υποδούλωση, την οικονομική εκμετάλευση, τη μετάδοση ασθενειών, την καταστροφή των παραδοσιακών τρόπων ζωής και παραγωγής, την επιβολή εισαγόμενων θρησκευτικών πίστεων, τη δημιουργία αναγκών που εξασφαλίζουν την πώληση των προϊόντων τους. Η αποικιοκρατία στηρίχθηκε στο στρατιώτη, τον έμπορο και τον ιεραπόστολο. Άλλα αίτια οικονομικής καθυστέρησης είναι πολύ πιο πρόσφατα. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ρωσίας, της Ανατολικής Ευρώπης ή της Κούβας, με το όραμα κάποιας κοινωνικής δικαιοσύνης και την πραγματικότητα του ολοκληρωτισμού, κράτησαν τις χώρες αυτές μακριά από τις οικονομικές εξελίξεις που οδήγησαν πολλές άλλες χώρες στην ανάπτυξη και σε μιαν ευημερία αναμφισβήτητη, έστω κι αν είναι άνισα και “άδικα” κατανεμημένη. Το κακό είναι ότι, ακόμα και μετά την εξάλειψη των αιτίων, τα αποτελέσματα παραμένουν. Πενήντα χρόνια μετά το τέλος του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου που σήμαινε και την αρχή του τέλους της αποικιοκρατίας και δέκα χρόνια μετά το τέλος του κομμουνισμού στην Ευρώπη, οι περισσότερες από τις χώρες που βγήκαν από τις δοκιμασίες αυτές δεν έχουν κατορθώσει να ανορθωθούν οικονομικά. Κι όχι μόνο οι οικομικοί δείκτες παραμένουν χαμηλοί: οι τέως αποικιοκρατούμενες και οι τέως κομμουνιστικές χώρες μαστίζονται απο γενοκτόνους πολέμους, διαφθορά, αρρώστιες, θρησκευτικούς φανατισμούς και πείνα.

Οι φραγμοί στη φυγή.

Αποτέλεσμα της κατάστασης είναι μια τυφλή τάση φυγής από την πραγματική κόλαση της φτώχειας και της υπανάπτυξης στους φανταστικούς παραδείσους κάποιας αναπτυσσόμενης χώρας, στη Δυτική Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική  απλώς ή απλώς γειτονικής όπως η Ελλάδα σε σχέση με τα Βαλκάνια και προπάντων με την Αλβανία. Κι αυτό σε μια εποχή όπου η οικονομική κρίση και προ παντων, η ανεργία αποκλείουν στις χώρες καταφυγής την απορρόφηση νέου εργατικού δυναμικού ή έστω, την άσκηση κάποιας μεγαλόψυχης κοινωνικής πολιτικής. Με αυτά τα δεδομένα είναι τουλάχιστον ευεξήγητο ότι όλα τα αναπτυγμένα κράτη προσπαθούν να εμποδίσουν την είσοδο των κάθε λογής μεταναστών–όσο κι αν αυτή η πολιτική είναι ασυμπαθής από ανθρωπιστική άποψη. Απείρως συμπαθέστερες είναι οι φωνές διαμαρτυρίας κατά της πολιτικής αυτής με διακηρύξεις, όπως ότι οι πλούσιοι πρέπει να βοηθούν τους φτωχούς, ότι ως πρόσφυγες πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι μόνο οι πολιτικά διωκόμενοι αλλά και οι οικονομικά απελπισμένοι, ότι τα σύνορα πρέπει να ανοίξουν  για να “ενωθούν οι οικογένειες”, ότι, ακόμα και παράνομη, η μακροχρόνια διαμονή σε μια χώρα δημιουργεί κάποια δικαιώματα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι ποια πολιτική εμπνέει περισσότερη συμπάθεια αλλά ποια οδηγεί σε παραδεκτά αποτελέσματα. Η ανοχή της λαθραίας μετανάστευσης και των λαθρομεταναστών που κατόρθωσαν να περάσουν τα σύνορα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα βραχυπρόθεσμης και περιστασιακής αντιμετώπισης ενός προβλήματος που χρειάζεται πολύ ριζικότερες λύσεις. Καμιά φορά είναι και κάτι άλλο: η ανοχή μιας κατάστασης που εξασφαλίζει φτηνή εργατική δύναμη, με ανέλεγκτα χαμηλά ημερομίσθια, χωρίς κοινωνική ασφάλιση και με απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Ας δούμε το πρόβλημα ολόκληρο: Αν έλλειπαν οι φραγμοί το κύμα της μετανάστευσης θα σάρωνε τα πάντα. Εκατομμύρια και εκατομμύρια απόκληρων από τον “τρίτο κόσμο” [και στην Ευρώπη υπάρχουν τριτοκοσμικές χώρες] θα εισέβαλλαν στις χώρες με κάποια, σχετική έστω, ευημερία. Ποια οικονομία, ποιο σύστημα υγείας, ποια κοινωνική περίθαλψη, ποια διοίκηση, ποια ασφάλεια θα μπορούσε να αντέξει σ΄ αυτή την εισβολή; Η μετανάστευση αυτή θα κατέστρεφε τις χώρες υποδοχής χωρίς να σώσει τους μετανάστες.  Είναι πολύ η δυστυχία στον κόσμο και δεν χωράει όλη στις κάπως αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής–που άλλως τε διαθέτουν και τη δική τους εγχώρια δυστυχία. Και δεν θα καταστρεφόταν μόνο η οικονομία και οι υπηρεσίες που αποτιμώνται οικονομικά. Μια πληθώρα ανθρώπων χωρίς ρίζες, χωρίς δουλειά, χωρίς κοινωνική προστασία, χωρίς νόμιμη υπόσταση, μοιραία μεταβάλλεται σε εστία εγκληματικότητας. Και οι δυστυχισμένοι πρόφυγες μεταβάλλονται σε εχθρούς επικίνδυνους.  Στους λαούς των χωρών υποδοχής [ακριβέστερα: χωρών καταφυγής] αναπτύσονται όλες οι άλογες ψυχολογικές αντιδράσεις που απειλούν να γκρεμίσουν τα θεμέλια της Δημοκρατίας. Η παρουσία ξένων σε αριθμούς που δεν επιτρέπουν την οικονομική και πολιτιστική απορρόφηση τους ή την αδιάφορη ανοχή τους, δημιουργεί την ξενοφοβία και το ρατσιμσό. Ποιο πολιτικό κόμμα που θα λογιζόταν υπεύθυνο γι΄ αυτή την πλημμύρα θα μπορούσε να επιζήσει στη λαϊκή προτίμηση; Τα ολοκληρωτικά κόμματα θα φούντωναν και η λαϊκή αγανάκτηση δεν θα περιοριζόταν σε νόμιμες εκδηλώσεις. Τελικά όλοι θα έβγαιναν χαμένοι από αυτή την πολιτική του παθητικού ανθρωπισμού: αφήστε τους φτωχούς ξένους να έρθουν να βρουν κάποια βοήθεια. Τα προβλήματα των φτωχών χωρών μένουν άλυτα και δημιουργούνται καινούργια, δραματικά προβλήματα στις αναπτυγμένες χώρες. Ο ανθρωπισμός είναι η μόνη ηθικά δικαιωμένη αφετηρία κάθε πολιτικής, αλλά αυτοαναιρείται όταν δεν λειτουργεί στη σωστή κατεύθυνση.

Για ένα ενεργητικό ανθρωπισμό.

Σωστή δεν είναι η πολιτική της παροχής βοηθημάτων είτε στους μετανάστες που θα γίνονταν δεκτοί στις κάπως ευημερούσες χώρες είτε στους λαούς που παραμένουν στις υπανάπτυκτες. Η σωστή πολιτική είναι η παροχή στήριξης προς τις κάθε λογής υπανάπτυκτες χώρες για την επιτόπια πραγμάτωση της ανάπτυξης τους. Ο στόχος είναι απολύτως πραγματοποιήσιμος, προπάντων αφού πολλές από αυτές τις χώρες είναι πλούσιες σε πρώτες ύλες–μόνο που τις πρώτες ύλες αυτές τις εκμεταλεύονται και τις αξιοποιούν οικονομικές μονάδες των αναπτυγμένων χωρών. Το τελευταίο αυτό δείχνει ότι η ανάπτυξη των υπανάπτυκτων θα έθιγε τεράστια συμφέροντα. Από την καταπολέμηση της πολιτικής δύναμης αυτών των συμφερόντων περνάει η πραγματική ανθρωπιστική βοήθεια προς τους υπανάπτυκτους. Κι ακόμα, από την κατάστρωση μελετημένων σχεδίων αυτόχθονης οικονομικής ανάπτυξης προπάντων με την παροχή κεφαλαίων και τεχνογνωσίας. Σ΄ αυτά τα πεδία καλούνται οι ανθρωπιστές να δώσουν τις [πολιτικές] μάχες αν είναι ο ανθρωπισμός να γίνει αποτελεσματικός, ξεπερνώντας τα όρια των φτωχών της ενορίας. Ανάμεσα σε πολλές κοινοτοπίες, ο Μάο έγραφε στο Κόκκινο Βιβλίο του και το σωστό, ότι αν δώσεις στο φτωχό ένα ψάρι, τον τρέφεις για μια μέρα, αν τον μάθεις να ψαρεύει τον τρέφεις για μια ζωή. Το θέμα δεν είναι πως θα τακτοποιήσουμε τις συνειδήσεις μας γενικεύοντας τη δυστυχία αλλά πως θα [προσπαθήσουμε να] την εξαλείψουμε.
Δημοσίευση σχολίου