Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Προσωπικά δεδομένα, δικηγόροι, δικογραφίες, αρχείο.


Τριμελές Πλημ/ κείο Θεσ/ κης 1247/ 2011.

Δικαστές Μαργαρίτα Νικάκη, Πρόεδρος, Ιωάννα Πάλλα, Μαρία Δριβελέγκα, Εισαγγελεύς Χ. Nάιντος, Εισαγγελικός Πάρεδρος.
Με το ως άνω Βούλευμα έγινε δεκιή η πρόταση του Εισαγγελικού Παρέδρου Χ. Νάιντου.
Περίληψη. Προσωπικά δεδομένα. Παράνομη επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Έννοια αρχείου. Απαιτείται να έχει προηγηθεί έρευνα σε αρχείο. Αρχεία ποινικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων. Έχουν το χαρακτήρα διαρθρωμένων συνόλων ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συνιστούν υποσύνολα ενός συνολικού αρχείου ποινικών αποφάσεων. Ως εκ τούτου η χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αυτά στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθ. 22§4 του ν. 2472/ 1997.
Έννοια της χωρίς δικαίωμα επεμβάσεως σε αρχείο προσωπικών δεδομένων. Δικηγόροι ως υπεύθυνοι επεξεργασίας. Πραγματικά περιστατικά. Ανακοίνωση περιεχομένου ποινικών αποφάσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, οι οποίες δεν είχαν, μάλιστα, καμία σχέση με το αντικείμενο της πολιτικής δίκης και τις οποίες παρέδωσε στους κατηγορουμένους ο πρώτος εκ των κατηγορουμένων (δικηγόρος). Παραπομπή για το ως άνω έγκλημα.                

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρ. 9Α Συντ., που προστέθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει». Πρόκειται για το Ν. 2472/1997 «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε επανειλημμένα από τα άρ. 8 του Ν. 2819/15.3.2000, 34 του Ν. 2915/29.5.2001, 10 του Ν. 3090/24.12.2002, 26 παρ. 4 του Ν. 3156/25.6.2003,18-30 του Ν. 3471/28.6.2006, όγδοο του Ν. 3625/21-24.12.2007, 12 παρ. 1 του Ν. 3783/6-7.8.2009, 14 παρ. 6 του Ν. 3917/22-21.2.2011 και 71 του Ν. 3994/25.7.2011. Το άρ. 22 παρ. 4 του νόμου αυτού ορίζει ότι: «Οποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις». Εξάλλου, κατά το άρ. 2 στοιχ. α`, β`, γ`, δ`, ε` και Γ του ιδίου νόμου, για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ..., β) ευαίσθητα δεδομένα τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων ... γ) υποκείμενο των δεδομένων το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιοριστεί αμέσως ή εμμέσως ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση, η διαγραφή, η καταστροφή, ε) αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια ... και ι) αποδέκτης είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Τέλος, κατά το άρ. 3 παρ. 1 του άνω νόμου, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόσκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
Συνεπώς για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, ως τέτοιο δε θεωρείται, κατ` άρ. 2 περ. ε`, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Ετσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρ. 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επέμβασης, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα (βλ. ΣυμβΑΠ 1564/2010). Στην παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, όπου τυποποιείται έγκλημα βλάβης, παρουσιάζεται μία διαφοροποίηση έναντι των παρ. 1-3 του ίδιου άρθρου, όπου τυποποιούνται εγκλήματα διακινδύνευσης του προστατευόμενου εννόμου αγαθού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ή του ιδιωτικού βίου. Συγκεκριμένα, τυποποιείται αφενός η «με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ανεξάρτητα αν αυτό έχει συσταθεί νόμιμα ή παράνομα, και αφετέρου μία σειρά πράξεων που στρέφεται εναντίον των δεδομένων του αρχείου και συνιστούν επεξεργασία δεδομένων με την έννοια του άρ. 2 περ. δ` του ίδιου νόμου. Η μονάδα μέτρησης του εννόμου αγαθού προσδιορίζεται από τον αριθμό των αρχείων που έχουν συσταθεί και των υποκειμένων που αυτά αφορούν. Εάν δηλαδή κάποιος χρησιμοποιεί περισσότερα προσωπικά δεδομένα για το ίδιο υποκείμενο και από το ίδιο αρχείο, τότε έχει προσβληθεί μία μονάδα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, εκτός εάν το έννομο αγαθό έχει ειρηνεύσει εν τω μεταξύ και προσβάλλεται εκ νέου, όπως όταν για παράδειγμα τα ίδια ή διαφορετικά προσωπικά δεδομένα, που αφορούν όμως το ίδιο υποκείμενο, χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς επεξεργασίας, λ.χ. με χρήση ενώπιον (πλέον πολιτικού ή διοικητικού) δικαστηρίου, όσο και με διαβίβαση σε τρίτους (βλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική προστασία προσωπικών δεδομένων, Β` έκδοση, 2007, σ. 72, 73, για την έννοια του αρχείου εκτενώς Χ. Δ. Νάιντου, Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, 2010, σ. 192-193, 245-248). Πρόκειται, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του νόμου, για υπαλλακτικά μεικτό έγκλημα, και έτσι οι περισσότεροι τρόποι τέλεσης εναλλάσσονται πάνω στην ίδια μονάδα εννόμου αγαθού, λαμβάνονται δε υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ειδικότερα τα αρχεία ποινικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, εφόσον τηρούνται και είναι προσβάσιμα με συγκεκριμένα κριτήρια ταξινόμησης, βάσει του αύξοντος αριθμού του βιβλίου μηνύσεων, των αποφάσεων και των δικογραφιών και του έτους έκδοσης των αποφάσεων, αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των εγκαλουμένων και μηνυόμενων, και περιέχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες των φυσικών προσώπων που αφορούν. Κατ` ακριβολογία, και τούτο έχει σημασία για τον προσδιορισμό της μονάδας του εννόμου αγαθού, πρόκειται για τμήματα-υποσύνολα ενός συνολικού αρχείου ποινικών αποφάσεων της ελληνικής επικράτειας, που τηρείται στα επιμέρους ποινικά δικαστήρια σε όλη την επικράτεια, με κριτήριο την έδρα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, εφόσον αφορούν ποινικές διώξεις του εκάστοτε κατηγορουμένου και ενδεχομένως καταδίκες αυτού, ο οποίος αποτελεί έτσι το υποκείμενο των δεδομένων που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις αυτές (βλ. ad hoc για επεξεργασία αντιγράφων καταδικαστικών αποφάσεων ΑΠ 1381/2009, Απόφαση ΑΠΔΠΧ 31/2004, σύμφωνα με την οποία η πληροφορία ότι ο αιτών εξέτισε ποινή φυλάκισης για αγορά, πώληση και χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, πρβλ. αντίθετα ΔιατΕισΠλημΠειρ 95/2005 ΤΝΠ Νοηηος). Συνακόλουθα, η χωρίς δικαίωμα επέμβαση, με οποιοδήποτε τρόπο, στα αρχεία ποινικών αποφάσεων, η λήψη γνώσης του περιεχομένου τους και η ανακοίνωση του σε μη δικαιούμενα πρόσωπα αποτελεί πράξη παράνομη και αξιόποινη, που τιμωρείται σύμφωνα με το άρ. 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997.
Περαιτέρω, η συνταγματικά κατοχυρωμένη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εντάσσει, ορθά κατά τη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του νόμου, στον όρο «χωρίς δικαίωμα» του άρ. 22 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου όλες τις προϋποθέσεις νομιμότητας επεξεργασίας των δεδομένων, κατά τα άρ. 4, 6, και 11 του Ν. 2472/1997 (βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΑΠΔΠΧ 109/1999. Σύμφωνη και η θεωρία: βλ. Γ. ΝούσκαΓίη, ό.π., σ. 45-46, πρβλ. Ο. Αόάμου, ΠοινΔικ 7/2004, σ. 422, σύμφωνα με την οποία η επεξεργασία ειδικά των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη, εφόσον έχουν τηρηθεί σωρευτικά οι προϋποθέσεις των άρ. 4, 7-10 και 11-14 του νόμου). Eτσι, σύμφωνα με το άρ. 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β` του ως άνω νόμου: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας». Περαιτέρω, κατά το άρ. 7 παρ. 1 και 2 περ. γ`: «Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. - 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που ... είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου ...». Τέλος, κατά το άρ. 7 Α περ. ε` του ως άνω νόμου: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: ... ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους ... και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας ... δεσμεύονται από την υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει ο νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι βασική προϋπόθεση νομιμότητας της επεξεργασίας, όταν δεν υπάρχει η συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των άλλων, αποτελεί η συμμόρφωση του υπευθύνου επεξεργασίας με τις αρχές της προσφορότητας και της αναγκαιότητας (βλ. Ο. Δ. Αδάμου, ΠοινΔικ 7/2004, σ. 424, θ. /. Δαήακούρα, ΠοινΧρ ΝΑ/2001, σ. 1029, Χ. Δ. Νάιντου, ό.π., σ. 206), αλλά και ότι και οι δικηγόροι ενδέχεται να θεωρηθούν υπεύθυνοι επεξεργασίας και υπόκεινται στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 (βλ. Απόφαση ΑΠΔΠΧ 68/2004, σύμφωνα με την οποία απευθύνεται προειδοποίηση σε δικηγόρο να μην χρησιμοποιεί έγγραφα από μία δικογραφία σε άλλη χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεση και ενημέρωση των υποκειμένων, και ad hoc Απόφαση ΑΠΔΠΧ 38/2004, που αφορά έκδοση και χρήση στο δικαστήριο επικυρωμένων αντιγράφων από το πρωτότυπο ή αντίγραφο με προσωπικά δεδομένα που έλαβε χωρίς δικαίωμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Χ. Δ. Νάιντου, ό.π., σ. 252). Με βάση τα ανωτέρω, η ανακοίνωση του περιεχομένου ποινικών αποφάσεων που αφορούν διάδικο σε πολιτική δίκη (και μέλη της οικογένειας του) ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, και ειδικότερα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης (Εκούσια Δικαιοδοσία), κατά τη συζήτηση αίτησης με αίτημα τη διαγραφή αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου, δεν είναι ούτε πρόσφορη ούτε αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση οποιουδήποτε δικαιώματος ενώπιον του ανωτέρω πολιτικού δικαστηρίου, ούτε οι αποφάσεις αυτές ικανοποιούν το δικαίωμα απόδειξης των διαδίκων, εφόσον δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το αντικείμενο της ως άνω πολιτικής δίκης για την οποία προορίζονται. Προϋπόθεση νομιμότητας της επεξεργασίας αποτελεί επίσης η συμμόρφωση με την αρχή της συνάφειας σκοπού ή εν συντομία «αρχή του σκοπού». Σύμφωνα με αυτήν, απαγορεύεται η αποξένωση των δεδομένων από το σκοπό για τον οποίο αυτά αρχικώς συνελέγησαν και η αξιοποίηση τους για άλλους σκοπούς (βλ. για την αρχή αυτή Ν. Λίβου, ΠοινΧρ ΜΖ/1997, σ. 755- 756, Λ Μήτρου, Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, 1991, σ. 21-24, Χ. Δ Νάινιου, ό.π., σ. 206, υποσ. 471, Β. Α. Σωτηρόπουλου, Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων, 2006, σ. 111). Επομένως, ακόμη και αν η συλλογή των ποινικών αποφάσεων έγινε νόμιμα, γιατί λ.χ. ο διάδικος ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου υπήρξε διάδικος και στα ποινικά δικαστήρια, τούτο δεν συνεπάγεται ότι επιτρέπεται άνευ ετέρου η προσκόμιση τους ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, για την υποστήριξη ενός άλλου σκοπού.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη διενεργηθείσα προανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, από τα έγγραφα, από τις ανωμοτί κατ` άρ. 31 παρ. 2 ΚΠΔ έγγραφες εξηγήσεις στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης και τις μετέπειτα απολογίες των κατηγορουμένων στα πλαίσια της προανάκρισης, εκτιμώμενα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρ. 177 παρ. 1 ΚΠΔ), προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στη Θεσσαλονίκη, την 24.11.2008, ο πέμπτος κατηγορούμενος, Κ.Κ. του Χ., κάτοικος [...] Θεσσαλονίκης (οδός [...], αριθμ. [...]), Δικηγόρος Θεσσαλονίκης (A.M. ΔΣΘ [...]), είχε στην κατοχή του αντίγραφα από τις εξής ποινικές αποφάσεις με κατηγορούμενο τον εγκαλούντα, Π.Γ. του Ε., κάτοικο [...] Θεσσαλονίκης (οδός [...], αριθμ. [...]): α) της με αριθμό 16908/11.11.1994 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, τον εγκαλούντα Π.Γ., που τον κήρυξε ένοχο και επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, β) της με αριθμό 19850/31.3.2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τον εγκαλούντα Π.Γ. και τον υιό του Κ.Γ., που τους κήρυξε ένοχους και επέβαλε σε αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών στον πρώτο και οκτώ (8) μηνών στο δεύτερο, γ) της με αριθμό 2155/12.6.1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τον εγκαλούντα Π.Γ. και τον υιό του Κ.Γ., που τους κήρυξε αθώους, δ) της με αριθμό 1707/29.10.1998 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής με κατηγορούμενο τον εγκαλούντα Π.Γ., που τον κήρυξε ένοχο και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ε) της με αριθμό 919/8.3.2005 απόφασης του Α` Τριμελούς Εφετείου θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τον εγκαλούντα Π.Γ. και τον υιό του Κ.Γ., που τους κήρυξε ενόχους και επέβαλε σ` αυτούς φυλάκιση έξι (6) μηνών στον καθένα. Επίσης, είχε στην κατοχή του αντίγραφο της με αριθμό 1146/22.3.2005 απόφασης του Β` Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τη θυγατέρα του εγκαλούντος Ε.Γ. του Π. και τπ Σ.Κ. του Π., που κήρυξε ένοχη την πρώτη και επέβαλε σ` αυτήν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Τα πρωτότυπα των αποφάσεων αυτών φυλάσσονται στα αρχεία ποινικών αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Τις αποφάσεις αυτές ο πέμπτος κατηγορούμενος, στον ως άνω τόπο και χρόνο, γνωστοποίησε και κατέστησε προσιτές στους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων, Ι.Μ. του Δ., Ε.Μ. του Α., Π.Μ. του Α., Π. χήρα A.M. το γένος Ε.Β., παραδίδοντας τους ακριβή φωτοαντίγραφα τους, βεβαιώνοντας ο ίδιος τη γνησιότητα τους, προκειμένου να τις επικαλεστούν και να τις προσκομίσουν σε δίκες που είχαν με τον εγκαλούντα, και ειδικότερα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Εκούσια Δικαιοδοσία) κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης 9255/2010 αίτησης των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων, με μοναδικό αίτημα και εξ αυτού αντικείμενο δίκης τη διαγραφή της με αριθμό κατάθεσης 43109/28.9.2006 αγωγής του εγκαλούντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης θεσσαλονίκης. Την εν λόγω αίτηση συνέταξε και κατέθεσε κατ` εντολή των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων ο Δικηγόρος πέμπτος κατηγορούμενος. Η ανακοίνωση αυτή έγινε χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος, ο οποίος δεν ενημερώθηκε σχετικά και χωρίς δικαίωμα, καθώς, τόσο ο πέμπτος κατηγορούμενος όσο και οι πρώτοι τέσσερις κατηγορούμενοι δεν δικαιούνταν να γνωρίζουν το σύνολο του περιεχόμενου τους και ο πέμπτος κατηγορούμενος το περιεχόμενο ειδικά των αποφάσεων των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων δεν είχε παρασταθεί, ούτε να το ανακοινώσουν, δεν αντλούσαν κάποιο δικαίωμα από αυτές, ούτε οι αποφάσεις αυτές ικανοποιούσαν το δικαίωμα απόδειξης τους ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το αντικείμενο της ως άνω πολιτικής δίκης, για την οποία, μεταξύ άλλων δικών, οι κατηγορούμενοι τις προόριζαν. Ετσι οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έλαβαν γνώση των ανωτέρω ποινικών αποφάσεων που τηρούνταν σε αρχεία των ανωτέρω δικαστηρίων και περιείχαν ευαίσθητα δεδομένα, μεταξύ άλλων, του εγκαλούντος, με τη μεσολάβηση του πέμπτου κατηγορούμενου, και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος. Ακολούθως, την 29.4.2010, οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων, χωρίς δικαίωμα ενεργώντας και χωρίς τη συναίνεση ή την ενημέρωση του εγκαλούντος, με πρόθεση μετέδωσαν, ανακοίνωσαν και κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, με το να τις συμπεριλάβουν στα σχετικά έγγραφα (με αριθμούς σχετικών 16, 3, 6, 7 και 4 αντίστοιχα) και να κάνουν αναλυτική αναφορά για τις ποινές που επιβλήθηκαν στον εγκαλούντα στις σελίδες 5 και 6 των προτάσεων τους, και ειδικότερα κάνοντας ρητή αναφορά στις υπό στοιχεία α`, β`, και ε` αποφάσεις και στη με αριθμό 16812/20.11.1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης και τις ποινές που επιβλήθηκαν με αυτές σε βάρος του εγκαλούντος (τις υπό στοιχεία γ` και δ` ανωτέρω αποφάσεις τις προσκόμισαν χωρίς να τις επικαλεστούν στις προτάσεις), που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του γραμματέα αυτού, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης 9255/2010 αίτησης. Το περιεχόμενο των προτάσεων τους αναπτύχθηκε και προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ.P. (A.M. ΔΣΘ [...]), σύμφωνα με την εντολή τους προς αυτόν, και έτσι οι καταδικαστικές (εκτός από την υπό στοιχείο γ` αθωωτική) αποφάσεις περιήλθαν σε γνώση του Δικαστή, του Γραμματέα αυτού και των πληρεξουσίων δικηγόρων, μαρτύρων και διαδίκων των λοιπών υποθέσεων που εκδικάζονταν την ίδια ημέρα και παρευρίσκονταν στην αίθουσα του ακροατηρίου, χωρίς δικαίωμα, εφόσον δεν είχαν καμία σχέση με το αποδεικτέο θέμα σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στις έγγραφες εξηγήσεις τους και στις μετέπειτα απολογίες τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται: α) ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος δεν συμμετείχε κατά τη συζήτηση της ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης 9255/2010 αίτησης την 29.4.2010, αλλά οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων παραστάθηκαν με άλλο δικηγόρο, β) ότι οι επικυρωμένες αποφάσεις που αφορούσαν τον εγκαλούντα και συγγενικά του πρόσωπα εκδόθηκαν από τον πέμπτο κατηγορούμενο, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τους λοιπούς των κατηγορουμένων στα πλαίσια άλλης ποινικής δικογραφίας για την οποία εκδόθηκε το με αριθμό 847/31.7.2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, γ) ότι η προσκόμιση και επίκληση των ανωτέρω αποφάσεων δεν έγινε με σκοπό τη δυσφήμηση του εγκαλούντος, αλλά τη μόρφωση δικανικής πεποίθησης για τον αδίστακτο χαρακτήρα του μηνυτή, δ) ότι ήδη από το έτος 2006 ήταν σε γνώση του εγκαλούντος ότι οι κατηγορούμενοι είχαν στα χέρια τους τις αποφάσεις αυτές τις οποίες είχαν προσκομίσει στα προανακριτικά γραφεία, και για τις οποίες οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων είχαν λάβει γνώση από τον σύζυγο της δεύτερης κατηγορούμενης, πέμπτο κατηγορούμενο, ε) ότι καμία από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν τηρήθηκε σε αρχείο, ενώ ούτε και η επεξεργασία τους ήταν αυτοματοποιημένη, και στ) ότι στις προσκομισθείσες αποφάσεις με αριθμούς 16908/1994 και 19850/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 919/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο πέμπτος κατηγορούμενος είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος και συνήγορος πολιτικής αγωγής.
Επί των ισχυρισμών αυτών επισημαίνονται τα εξής: α) Το γεγονός ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος δεν συμμετείχε κατά τη συζήτηση της ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης 9255/2010 αίτησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός παρέδωσε τα αντίγραφα των επίμαχων αποφάσεων στους λοιπούς κατηγορουμένους, θέτοντας τη σφραγίδα και την υπογραφή του και την ημερομηνία της επικύρωσης, β) Από το περιεχόμενο του με αριθμό 847/31.7.2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν προέκυψε ότι το σύνολο των ανωτέρω αποφάσεων σχετίζονταν άμεσα με την υπόθεση που απασχόλησε το ανωτέρω Συμβούλιο, εφόσον μάλιστα καμία από αυτές δεν αναφέρεται ρητά στο εν λόγω Βούλευμα, αλλά μόνο αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων. Αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι σχετίζονταν, τούτο δεν σημαίνει ότι είχε το δικαίωμα ο πέμπτος κατηγορούμενος να τις κοινοποιήσει στους λοιπούς, προκειμένου να τις προσκομίζουν σε άλλα δικαστήρια, ούτε ότι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να τις προσκομίζουν σε οποιοδήποτε δικαστήριο είχαν με τον εγκαλούντα, ασχέτως του αντικειμένου της δίκης και των εκάστοτε αποδεικτέων ισχυρισμών. Ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι τα αντίγραφα των ποινικών αποφάσεων που αφορούν τον εγκαλούντα εκδόθηκαν αποκλειστικά για την υπεράσπιση τους στην ανωτέρω υπόθεση και ότι ουδέποτε ο πέμπτος κατηγορούμενος παρέδωσε στους λοιπούς τα αντίγραφα των αποφάσεων, ενόψει της συζήτησης της επίδικης αίτησης διαγραφής, δεν είναι πειστικοί, δεδομένου ότι και οι ίδιοι παραδέχονται ότι ήδη από το έτος 2006 προσκόμιζαν αντίγραφα των ανωτέρω ποινικών αποφάσεων σε δίκες που είχαν με τον εγκαλούντα, γεγονός που καταδεικνύει ότι τα αντίγραφα αναπαράγονταν κατ` επανάληψη ενόψει των εκάστοτε δικών που είχαν με τον εγκαλούντα, με τη γνώση, συνδρομή και συναίνεση του πέμπτου των κατηγορουμένων, ο οποίος δεν υπήρξε μόνο πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών, ο οποίος ενεργούσε σύμφωνα με την εντολή τους προς αυτόν -όπως συνέβη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ.Ρ. (A.M. ΔΣΘ [...]), ο οποίος κατέθεσε και υπέγραψε για λογαριασμό τους τις εν λόγω προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης- αλλά εμπλεκόταν και ο ίδιος προσωπικά, όπως και οι υπόλοιποι, σε χρόνια αντιδικία με τον εγκαλούντα, όντας μάλιστα σύζυγος της δεύτερης των κατηγορουμένων, η οποία επίσης αντιδικούσε με τον εγκαλούντα (βλ. ενδεικτικά την υποβολή της με Α.Β.Μ. [...] από 6.11.2006 έγκλησης του πέμπτου κατηγορούμενου σε βάρος του εγκαλούντος). Σε κάθε περίπτωση δε, δεν είναι νόμιμη η εντολή προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο να παραδώσει στον εντολέα του συλλογή αντιγράφων ποινικών αποφάσεων που αφορούν τον αντίδικο του από δίκες στις οποίες ο εντολέας δεν υπήρξε διάδικος, γ) Η δυσφήμιση του εγκαλούντος είναι δεδομένη, όταν ανακοινώνεται δημόσια το περιεχόμενο των καταδικαστικών του αποφάσεων, χωρίς πάντως η δυσφήμηση ή η διαπόμπευση του υποκειμένου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του άρ. 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997. Η επίκληση της μόρφωσης δικανικής πεποίθησης σχετικά με τον αδίστακτο χαρακτήρα του εγκαλούντος σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιεί τη χωρίς διάκριση αναπαραγωγή των ποινικών αποφάσεων που τον αφορούν,σε κάθε δίκη, πολιτική ή ποινική, ασχέτως του εκάστοτε αντικειμένου αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα απόδειξης των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων δεν ικανοποιούνταν με την επίκληση και προσκόμιση των αποφάσεων αυτών, δ) Το γεγονός ότι τα αντίγραφα των αποφάσεων αυτών από το έτος 2006 βρίσκονταν στα χέρια των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος κατέστησε εκ νέου προσιτές τις αποφάσεις αυτές στους λοιπούς κατηγορουμένους, γνωστοποιώντας εκ νέου λεπτομερώς το περιεχόμενο τους, καθώς μόνο αυτός, έχοντας την ιδιότητα του Δικηγόρου, μπορούσε να εκδώσει επικυρωμένα αντίγραφα των αποφάσεων αυτών, προκειμένου αυτές να προσκομιστούν νομότυπα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων από τους λοιπούς, ε) Αρκεί ότι οι εν λόγω ποινικές αποφάσεις αποτελούν αντίγραφα αποφάσεων που φυλάσσονται στα αρχεία ποινικών αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τα οποία αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, εφόσον τηρούνται και είναι προσβάσιμα με συγκεκριμένα κριτήρια ταξινόμησης, βάσει του αύξοντος αριθμού του βιβλίου μηνύσεων, των αποφάσεων και των δικογραφιών και του έτους έκδοσης των αποφάσεων, αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των εγκαλουμένων και μηνυόμενων, και περιέχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες των φυσικών προσώπων που αφορούν. Δεν απαιτείται κάποιος των κατηγορουμένων να δημιούργησε παράνομα δικό του αρχείο για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του άρ. 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997. Γι΄ αυτό άλλωστε δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων για σύσταση αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων χωρίς άδεια της Αρχής, κατ` άρ. 22 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, στ) Το γεγονός ότι στις προσκομισθείσες αποφάσεις με αριθμούς 16908/1994 και 19850/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 2155/1997 και 919/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο πέμπτος κατηγορούμενος είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος και συνήγορος πολιτικής αγωγής, και επομένως είχε δικαίωμα λήψης αντιγράφων και γνώσης του περιεχομένου τους για λογαριασμό του εκάστοτε εντολέα του, κατ` άρ. 147 ΚΠΔ, δεν αναιρεί το γεγονός ότι εκ νέου επεξεργάστηκε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εν λόγω αποφάσεων που αφορούσαν τον εγκαλούντα, με το να παραδώσει επικυρωμένα αντίγραφα τους στους λοιπούς των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στις υπό κρίση αποφάσεις και δεν είχαν δικαίωμα γνώσης του περιεχομένου τους.
Συνακόλουθα, ενόψει των περιστατικών και δεδομένων αυτών, φρονώ ότι προκύπτουν σε βάρος των πέντε κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία σε βάρος τους στο ακροατήριο, και πρέπει το Συμβούλιο σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 309 παρ. 1 ε`, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 18 παρ. 1 του Ν. 3904/2010 και 313 ΚΠΔ, να παραπέμψει αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου θεσσαλονίκης, το οποίο είναι αρμόδιο καθ` ύλη και κατά τόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 1 δ`, 111 παρ. 7, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1, 128, 129 ΚΠΔ, για να δικαστούν για την παραπάνω πράξη της παράβασης του άρ. 22 παρ. 4 περ. β` του Ν. 2472/1997, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στη θεσσαλονίκη, την 24.11.2008 και την 29.4.2010, σε βάρος του εγκαλούντος Π.Γ. του Ε., κατοίκου [...] Θεσσαλονίκης (οδός [...], αριθμ. [...]), η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρ. 1, 12, 14, 16, 17, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 α`, 27, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 68, 79, 80 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό μετά άρ. 1, 2 περ. α`-ιβ`, 3 και 22 παρ. 4 περ. β`του Ν. 2472/1997.
Δημοσίευση σχολίου