Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

Δεδικασμένο, περιεχόμενο, ιστορική βάση, τόκοι, όχληση, αδικοπραξία.

Άρειος Πάγος, τακτική Ολομέλεια, 15/ 1998.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α` Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο,  Αγησίλαο Μπακόπουλο, Θεόδωρο Τόλια, Πολύβιο Μαντζιάρα, Αντιπροέδρους, Γεώργιο Σταθέα,  Ανδρέα Κατσίφα, Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Θεόδωρο Πρασουλίδη, Ιωάννη Τέτοκα, Γεώργιο  Μπούτσικο, Ανδρέα Κατράκη, Αναστάσιο Καραγεώργη, Ιωάννη Δεληγιάννη, Γεώργιο Βρέττα,  Αριστείδη Κρομμύδα, Γεώργιο Νικολόπουλο, Σπυρίδωνα Γκιάφη-Εισηγητή, Γεώργιο Κάπο,  Παύλο Μεϊδάνη, Γεώργιο Ρήγο και Αρχοντή Ντόβα, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Δεδικασμένο - Τόκοι - Οχληση -. Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, που προβλήθηκε με την αγωγή, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία. Ο ενάγων, που είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία.
Σε περίπτωση ενοχής από αδικοπραξία και μάλιστα όταν οφείλεται η αξία πράγματος που καταστράφηκε παράνομα και υπαίτια, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 345-347 ΑΚ, αλλά τα άρθρα 914, 298 ΑΚ. Ετσι, ο κύριος παρανόμως και υπαιτίως καταστραφέντος πράγματος δεν μπορεί να ζητήσει τόκους είτε χώρησε όχληση είτε δεν εχώρησε, είτε είναι ο οφειλέτης υπερήμερος είτε δεν είναι. Η πλειοψηφία έκρινε ότι εδώ υπάρχει δεδικασμένο περί του ότι η αξίωση τόκων (υπερημερίας ή δικονομικών) επί του ποσού της αξίας του καταστραφέντος πράγματος, είναι μη νόμιμη. ’ποψη της μειοψηφίας ότι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο για την τοκοφορία του κεφαλαίου, όταν η νέα αγωγή στηρίζεται σε όχληση και στην εξ αυτής υπερημερία του οφειλέτη.

Με την απόφαση 1361/1997 του Α΄ Τμήματος παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, οι από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος κύριος και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου Πειραιά 779/1996, διότι η απόφαση του Τμήματος έχει ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ΄ αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την αρχική, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά 416/1992 (που κατέστη τελεσίδικη) προκύπτει ότι το αίτημα των εναγόντων να τους επιδικασθούν τόκοι επί του ποσού της οφειλόμενης σ΄ αυτούς αποζημίωσης από αδικοπραξία, το οποίο (αίτημα) περιόρισαν με τις προτάσεις τους σε απλώς αναγνωριστικό, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ήταν μη νόμιμο "δοθέντος ότι σε περίπτωση ενοχής από αδικοπραξία και μάλιστα όταν οφείλεται η αξία πράγματος που καταστράφηκε παράνομα και υπαίτια, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 345, 346, 347 Α.Κ. αλλά αυτές των άρθρων 914 και 298 (βλ. Α.Π. Ολομ. 705/1979)". Ενόψει της αιτιολογίας αυτής η απαίτηση τόκων κρίθηκε νόμω αβάσιμη γενικά, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη όχλησης και ανεξάρτητα από τον περιορισμό του αιτήματος σε απλώς αναγνωριστικό, με τη σκέψη ότι επί της αξίας παρανόμως και υπαιτίως καταστραφέντος πράγματος ο κύριος αυτού δεν μπορεί να ζητήσει τόκους, είτε χώρησε είτε δεν εχώρησε όχληση, είτε είναι είτε δεν είναι ο οφειλέτης υπερήμερος. Από την κρίση αυτή, ανεξάρτητα από την ορθότητά της, παράγεται δεδικασμένο περί του ότι η αξίωση τόκων (υπερημερίας ή δικονομικών) επί του ποσού της αξίας του πράγματος που καταστράφηκε, είναι μη νόμιμη. Στο αίτημα της αρχικής αγωγής επί του οποίου το Πρωτοδικείο Πειραιά έκρινε, περιλαμβάνονται και οι ήδη με τις νεότερες αγωγές (αριθμ. κατάθ. 13557/ΤΠ 1887/1993 και 11437/94) αιτηθέντες τόκοι. Εφόσον δε το αίτημα εκείνο απορρίφθηκε με την ως άνω αιτιολογία, η οποία αποκλείει κάθε απαίτηση τόκων επί του ποσού της αδικοπρακτικής ζημίας, παράγεται από την απόφαση εκείνη δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την εκ νέου εξέταση του δικαιώματος που αποδικάσθηκε. Το Εφετείο Πειραιά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 779/1996, κρίνοντας επί των μεταγενέστερων από 22.6.1993 και 10.6.1994 αγωγών των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες αυτοί, επικαλούμενοι νεότερη εξώδικη όχλησή τους, ζήτησαν να τους επιδικασθούν τόκοι υπερημερίας επί του αυτού ως άνω ποσού ζημίας από την αδικοπρακτική καταστροφή των ίδιων πραγμάτων, από την επομένη της όχλησης, έκρινε ότι πρόκειται για διάφορο τρόπο κτήσης του ένδικου δικαιώματος, για τον οποίο δεν είχε κρίνει η αρχική τελεσίδικη απόφαση, δεν συνέτρεχε άρα ταυτότητα διαφοράς, γι΄ αυτό και οι ενάγοντες δεν εμποδίζονταν από το δεδικασμένο. ΄Ετσι όμως κρίνοντας, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ανυπαρξία δεδικασμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 β του ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη ως άνω εφετειακή απόφαση. 
Οκτώ μέλη του Δικαστηρίου (οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου Αγησίλαος Μπακόπουλος και Θεόδωρος Τόλιας και οι Αρεοπαγίτες Γεώργιος Μπούτσικος, Ανδρέας Κατράκης, Ιωάννης Δεληγιάννης, Γεώργιος Βρέττας, Σπυρίδων Γκιάφης και Γεώργιος Κάπος) μειοψήφησαν έχοντας την ακόλουθη γνώμη: Από την ως άνω 416/1992 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατ΄ εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, προκύπτει ότι το αίτημα για τους τόκους απορρίφθηκε διότι, ενόψει του περιεχομένου της τότε ένδικης (από 25.4.1986) αγωγής, προέκυπτε ότι ως παραγωγικό αίτιο οφειλής τους είχε προταθεί δήλη εκ του νόμου ημέρα, από τη χρονολογία της αδικοπραξίας και της εξ αυτής ζημίας των εναγόντων, ενώ επ΄ αυτής της οφειλής δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 345, 346 και 347 ΑΚ. Με την απόφαση εκείνη το Πρωτοδικείο έκανε και τη σκέψη ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 345, 346 και 347 ΑΚ δεν είχαν εφαρμογή για το λόγο ότι η απαίτηση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, λόγω καταστροφής ξένου πράγματος, διεπόταν αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ. Η σκέψη όμως αυτή δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού, άρα ήταν περισσή και από αυτήν, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ., δεν παράγεται δεδικασμένο. Επομένως, ενόψει του ότι από την απόφαση 416/1992 δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο επί του ως άνω ζητήματος της μη τοκοφορίας του κεφαλαίου και του ότι οι νέες αγωγές στηρίζονται σε όχληση και εξ αυτής υπερημερία της οφειλέτιδας, ήτοι σε παραγωγικό αίτιο διαφορετικό εκείνου της παλαιάς δίκης, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς. ΄Επρεπε λοιπόν να απορριφθούν οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι.

Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που την εξέδωσε, από άλλους δικαστές συντιθέμενο, κατ΄ εφαρμογή των παρ. 5 και 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ.

Οι αναιρεσίβλητοι είχαν μερικώς εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης, και πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος μόνο της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου τους εκ δραχμών 200.000, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...