Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Περιοριστικοί όροι, διάρκεια αυτής, αρμοδιότητα δικαστικών συμβουλίων, Ευρωπαϊκή σύμβαση δικαιωμάτων ανθρώπου.

Συμβούλιο Εφετών Ευβοίας 23/ 2017, ΠοινΧρον 2017.700.

Δικαστές Αικατερίνη Ντελή, Προεδρεύουσα, Μαγδαληνή Καραγιάννη, Δ. Λευκός, Εισαγγελεύς Δ. Ζημιανίτης, Αντεισαγγελεύς.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Παραλαβή και κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία. Περιοριστικοί όροι και προϋποθέσεις επιβολής τους. Αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους. Αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών. Άρθρο 5 παρ. 3  ΕΣΔΑΑ. Η επί μακρόν διατήρηση περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων αντίκειται στο ά. 5 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, βάσει του οποίου ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραπεμφθεί συντόμως ενώπιον του Δικαστηρίου. Εύλογος χρόνος ποινικής διαδικασίας και κριτήρια εκτίμησης του χρόνου αυτού. Αντικαθίσταται ο περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα με αυτόν της καταβολής εγγυοδοσίας και αίρεται για διάστημα 3 μηνών η υποχρέωση εμφάνισης στο ΑΤ της κατοικίας του, προκειμένου να επισκεφθεί ο κατηγορούμενος - αλλοδαπός στη γενέτειρά του τη σύζυγό του και τα τέκνα τους, δεδομένου ότι η εκδίκαση της υποθέσεώς του υπερέβη τον εύλογο χρόνο (παρέλευση 5 ετών από την επιβολή στον κατηγορούμενο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα).

Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση του Αντεισαγγελέως Δ. Ζημιανίτη, η οποία έχει ως εξής:
Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 291 παρ. 1 εδ. α` ΚΠΔ, «αν η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου συνεχίστηκε και μετά την παραπομπή του σε δίκη, το αρμόδιο συμβούλιο ο­ποτεδήποτε, ή το δικαστήριο σε περίπτωση που θα αναβληθεί ή ματαιωθεί για οποιοδήποτε λόγο η εκδίκαση, μπορεί ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, του εισαγγελέα ή αυτεπαγγέλτως να διατάξει να επιβληθούν στον κατηγορούμενο περι­οριστικοί όροι αντί προσωρινής κράτησης (...)», κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρ.17 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, «αρμόδιο συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι το συμβούλιο εφετών και αν ακόμη το συμβούλιο πλημμελειοδικών είχε ήδη αποφανθεί για την προσωρινή κράτηση, εκτός αν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλημμελειοδικείο». Με την τελευταία διάταξη καθιερώνεται ο κανόνας της αρμοδιότητας του Συμβουλίου Εφετών, αφού το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατ`εξαίρεση μόνο είναι αρμό­διο για την κρίση επί της αίτησης αντικατάστασης του άρ. 291 ΚΠΔ, στην περίπτωση που η υπόθεση έχει παραπεμφθεί ή έχει ήδη εισαχθεί στο πλημμελειοδικείο. Το Συμβούλιο Εφετών έχει αρμοδιότητα σε κάθε περίπτωση, βέβαια, όταν έχει επιδοθεί κλήση για εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Τρι­μελούς (πλέον και του Μονομελούς, μετά το Ν. 4055/2012) Εφετείου Κακουργημάτων ή του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (ΣυμβΕφΑΘ 750/2003 ΠοινΔικ 2003, 936, Λ. Μαργαρίτης, ΚΠΔ, Α` τόμος, Β` έκδ., 2012, σελ. 1113), αλλά και στις περιπτώσεις που έχει μεν εκδοθεί το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο α­κροατήριο του Εφετείου Κακουργημάτων ή του ΜΟΔ, αλλά δεν έχει ακόμη επιδοθεί η κλήση για εμφάνιση στον κατηγορούμε­νο (ΣυμβΕφΘεσ 1196/2006 ΠοινΔικ 2007, 288, Λ. Μαργαρίτης, ό.π. σελ. 1133-1134). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα αυτά ισχύουν και όταν η αίτηση αφορά στην αντικατάσταση όχι μόνον της προσωρινής κράτησης, αλλά και των περιοριστι­κών όρων που έχουν επιβληθεί στο πλαίσιο της ποινικής προ­δικασίας με προσωρινή κράτηση ή από άλλους περιοριστικούς όρους ή στην άρση αυτών (Μ. Μαργαρίτης, ΕρμΚΠΔ, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, 2008, σελ. 582, Ν. Ανδρουλάκης, ΚΠΔ - Νομολογία κατ` άρθρον, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, 2015, σελ. 386).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρ. 282 παρ. 1,2,4 ΚΠΔ, όπως η τελευταία παρ. (πρώην παρ. 3) προέκυψε μετά από επάλλη­λες τροποποιήσεις της με τα άρ. 24 παρ. 1 του Ν. 3811 /2009, 31 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, 2 παρ. Β` του Ν. 4205/2013, 7 παρ. 3 του Ν. 4274/2014, 9 παρ. 5 του Ν. 4322/2015 και 25 παρ. 2 του Ν. 4411/2016, ορίζεται ότι «1. Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλά­κισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών. 2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέω­ση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται η να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα και ο κατ` οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση. Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσο- νται και ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 122του Ποινικού Κώδικα. (...) 4. Προσω­ρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί: α) για κατ` οίκον πε­ριορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σε αυτό και β) για περιοριστικούς όρους -εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α` και β` μέτρα δεν επαρκούν- εφόσον συντρέ­χουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρα­σκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένο­χος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προ­κύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφε- θεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προη­γούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα (...)».
Στη διάταξη του άρ. 296 ΚΠΔ ορίζεται, επίσης, ότι «ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης». Η επιβολή περιοριστικών όρων διέπεται από τα κριτήρια της επι­λογής του μέτρου εκείνου που: (α) είναι κατάλληλο για την επί­τευξη των σκοπών του άρ. 296 ΚΠΔ (αρχή προσφορότητας), (β) είναι απολύτως αναγκαίο, είτε διότι είναι το μοναδικό που άγει στην επίτευξη του πιο πάνω σκοπού ή είναι το ηπιότερο από τα μέτρα που διατίθενται στο νόμο, με αποτέλεσμα να απαγορεύε­ται η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου (αρχή αναγκαιότητας), και (γ) τελεί σε μια παραδεκτή λογική σχέση αναλογίας με τη βα­ρύτητα της αξιόποινης πράξης (αρχή αναλογικότητας εν στενή εννοία) (ΣυμβΠλημΑΘ 767/2007 ΠοινΧρ 2008, 255).
Τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού συνίστανται εξ ο­ρισμού στην άρση (προσωρινή κράτηση) ή την κάμψη (περι­οριστικοί όροι) της ελευθερίας μετακίνησης του προσώπου. Η επιβολή των περιορισμών αυτών της ελευθερίας, ιδίως δε η πλήρης στέρησή της, μπορεί αρχικά να δικαιολογηθεί, ερειδόμενη στις υπόνοιες διάπραξης του αδικήματος, αλλά δεν μπορεί επί μακρόν να αποτελέσει επαρκές αιτιολογικό έρεισμά της, άλλως παραβιάζεται το άρ. 5 παρ. 3 ΕΣΔΑ (ΕΔΔΑ, απόφ. της 28.12.2008, Nerattini κατά Ελλάδας, ΠοινΔικ 2009, 303).
Τέλος, η ποινική διαδικασία, ως όλον νοούμενη, υπόκειται στον έλεγχο τήρησης των εγγυήσεων του άρ. 6 ΕΣΔΑ πε­ρί χρηστής δίκης, μεταξύ των οποίων και εκείνη περί εύλογης διάρκειας αυτής. Κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ υποχρεώνει τα κράτη να οργανώσουν το δικαστι­κό τους σύστημα έτσι, ώστε τα Δικαστήρια να μπορούν να ανταποκριθούν στην υποχρέωση απονομής Δικαιοσύνης εντός εύλογης προθεσμίας (ΕΔΔΑ, απόφ. της 30.6.2011, Gouttard κατά Γαλλίας, § 35). Κατ` ακολουθίαν, ο εργασιακός φόρτος των Δικαστηρίων και των δικαστών δεν αναγνωρίζεται εν γένει ως δικαιολογητικός λόγος τυχόν καθυστερήσεων (ΕΔΔΑ, απόφ. της 21.12.1999, G.S. κατά Αυστρίας, § 35, ΕΔΔΑ, απόφ. της 20.12.2001, Ludescher, § 23, Ρ. ν. Dijk/F. ν. Hoof/ A. ν. Rijn / L. Zwaak, Theory and Practice of the European Convention on Human Rights, Intersentia, 4th ed., 2006, σελ. 609). Κριτήρια εκτίμησης του εύλογου χρόνου της ποινικής διαδικασίας απο­τελούν περαιτέρω: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του προσφεύγοντα, (γ) η στάση των αρμοδίων αρχών και, σε συνάρτηση με το τελευταίο κριτήριο, (δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον προσφεύγοντα (Α.-Α. Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Ερμηνεία κατ` άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 243, Ρ. ν. Dijk/F. ν. Hoof/A. ν. Rijn/L. Zwaak, Theory ..., ό.π., σελ. 607).
  
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, σε βάρος των (i) S.C. (αιτούντος κατηγορουμένου) και (ii) R.D. του S.R., κατοίκου ...., ασκήθηκε ποινική δίωξη για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, και ειδικότερα κατά μεν του πρώτου για (α) παραλαβή δέματος που περιείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία από δράστη μη τοξικομανή και (β) κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία από δράστη μη τοξικομανή, ενώ κατά του δεύτερου για αποστολή δέματος που περιείχε ναρκωτικές ουσίες (άρ. 26 παρ. 1 α`, 27 παρ. 1,94 παρ. 1 ΠΚ, 1,20 παρ. 1,4,40,41 Ν. 4139/2013, σε συνδυασμό με το άρ. 1 παρ. 1, 2 Πιν. Δ` 6 Ν. 3459/2006) με παραγγελία διενέργειας κύριας ανάκρισης, η οποία ως προς μεν τον αιτούντα κατηγορούμενο περατώθηκε νόμιμα με τη λήψη της απολογίας του, ενώ ως προς τον δεύτερο με την έκδοση του υπ` αριθμ. [...]/2013 εντάλματος σύλληψης της Α` Ανακρίτριας Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Στον αιτούντα κατηγορούμενο επι­βλήθηκαν, περαιτέρω, με την υπ`αριθμ. [.. J/2012 συναφή Διάτα­ξη της ίδιας, πιο πάνω, Ανακρίτριας, οι περιοριστικοί όροι (α) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και (β) της εμφάνισης του στο AT του τόπου κατοικίας του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα. Μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης η δικογραφία υποβλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας στον Εισαγγελέα Εφετών Εύβοιας κατ` άρ. 308Α ΚΠΔ, και από εκείνον στον Πρόε­δρο Εφετών Εύβοιας, υφισταμένων επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων που δικαιολογούσαν την παραπομπή σε δίκη. Ακολούθως, με την υπ` αριθμ. [,..]/2013 Πράξη-Διάταξη της Προέδρου Εφετών Εύβοιας, ο μεν αιτών κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικασθεί με απευθείας κλήση από το Μονο­μελές Εφετείο Εύβοιας, διατηρούμενης της ισχύος της υπ` αριθμ. [...]/20Ί2 Διάταξης Περιοριστικών Όρων της Α` Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας μέχρι την οριστική εκδίκαση της κατ` αυτού κατηγορίας, ενώ, όσον αφορά στο φυγόδικο δεύτερο κα­τηγορούμενο, η διαδικασία στο ακροατήριο ανεστάλη με την υπ` αριθμ. [.. .]/2013 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Εύβοιας ([...]).
Ήδη ο εκ των κατηγορουμένων S.C. υπέβαλε την υπό κρί­ση, από 6.3.2017, αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφε­τών Εύβοιας, με την οποία -κατ` εκτίμηση του περιεχομένου αυτής- ζητεί την άρση των περιοριστικών όρων που του ε­πιβλήθηκαν με την υπ` αριθμ. [,..]/2012 συναφή Διάταξη της Α` Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας -ιδίως δε του εξ αυτών περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξόδου του α­πό τη χώρα-, αποκλειστικά για το χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών του θέρους του έτους 2017, προκειμένου να μπορέσει να επισκεφθεί την οικογένεια (σύζυγο και δύο τέκνα του), τα οποία κατοικούν μόνιμα στην Ινδία και τα οποία δεν έχει συ­ναντήσει από της επιβολής σε βάρος του των πιο πάνω περι­οριστικών όρων. Επικαλείται δε ο αιτών κατηγορούμενος, ως δικαιολογητικό λόγο που συνηγορεί στην ικανοποίηση του αιτήματος του (α) ότι δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενο­χής εις βάρος του για την πράξη που του αποδίδεται, διότι το μόνο που εκείνος έπραξε ήταν να παραλάβει ένα φάκελο που απεστάλη από τον εξάδελφο και συγκατηγορούμενό του R.D. από την Ινδία στον ίδιο, ως έχοντα μόνιμη κατοικία στην Εύ­βοια, ο οποίος περιείχε φάρμακα (χάπια με κατασταλτικές του πόνου και αγχολυτικές ιδιότητες) για λογαριασμό της νεφρο­παθούς αδελφής του, Κ.Κ., συνταγογραφημένα στην Ινδία από τον ιατρό που επί μακράν την παρακολουθεί εκεί, ώστε δεν είχε σκοπό τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, αλλά μόνο την παρά­δοση των φαρμάκων στην αδελφή του, αγνοώντας ότι τούτο ενέπιπτε στην έννοια της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, (β) ότι τυγχάνει από 17ετίας μόνιμος κάτοικος Εύβοιας ([...]), είναι κάτοχος μόνιμης άδειας παραμονής, εργαζόμενος σταθερά ως πωλητής σε πρατήριο υγρών καυσίμων της επιχείρησης με την επωνυμία «[...]», κάτοχος ΑΦΜ, είναι ασφαλισμένος στο I- ΚΑ-ΤΕΑΜ, είναι συνεπής με τις συναφείς υποχρεώσεις του και είναι παντρεμένος και πατέρας δύο τέκνων, γεννηθέντων τα έτη 2000 και 2001, αντίστοιχα, τα οποία κατοικούν μόνιμα στην Ινδία και τα οποία χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου με το προϊόν της εργασίας του στην ημεδαπή, (γ) ότι από της επιβολής σε εκείνον των περιοριστικών όρων με την [.. .1/24.9.2012 συναφή Διάταξη της Α` Ανακρίτριας Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ήτοι επί σχεδόν πέντε (5) έτη, έχει πλήρως συμμορφωθεί με αυτούς, πλην όμως για λόγους ανεξάρτητους της δικής του συμπεριφο­ράς και αναγόμενους στον τρόπο οργάνωσης της λειτουργίας των Δικαστηρίων και της απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, η υπόθεσή του δεν έχει εκκαθαρισθεί δικαστι­κά, ακόμη και ο ίδιος δεν έχει καταστεί δυνατό να συναντηθεί για αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα με τα μέλη της οικογένειάς του (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) που διαμένουν μόνιμα στην Ινδία. Ειδικότερα, επικαλείται ο αϊτών ότι μετά την επιβολή των περιοριστικών όρων σε εκείνον (24.9.2012), η υπόθεσή του προσδιορίσθηκε να δικασθεί στο Μονομελές Εφετείο Εύβοιας αρχικά την 26.3.2015, αναβλήθηκε λόγω του ωραρίου του γραμματέα της έδρας για την 25.2.2016 και στη συνέχεια, για τον ίδιο λόγο, για την 24.11.2016, οπότε και λόγω αποχής των δικαστικών υπαλλήλων, αναβλήθηκε εκ νέου για την 25.10.2018, ώστε το χρονικό διάστημα κατά το οποίο πε­ριορίζεται η ελευθερία μετακίνησής  του, λόγω της επιβολής εις βάρος του τού περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, φθάνει τα εξ (6) έτη.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς, κατ` ανάλογη εφαρμο­γή της διάταξης του άρ. 291 ΚΠΔ, δεδομένου ότι η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον σας. Η αίτηση -επί της οποίας εφαρμόζο­νται mutatis mutandis οι αρχές περί ενδίκων μέσων (ΕφΘεσ 330/2005 ΠοινΧρ 2006, 317)- είναι νόμιμη και έχει ασκηθεί παραδεκτά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος [...], δυνάμει της από 13.3.2017 εξουσιοδότησης. Πρέπει, επομέ­νως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
III.    Από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία ελήφθησαν άπαντα ανεξαιρέτως υπόψη, προκύπτει ότι ο αιτών κατηγορού­μενος έγινε αποδέκτης μιας συστημένης επιστολής, η οποία του απεστάλη από την Ινδία, από το συγκατηγορούμενό του και η οποία περιείχε χάπια (45 δισκία με την ένδειξη «[...]» και 10 δι­σκία με την ένδειξη «[...]») με τη δραστική ουσία αλπραζολάμη, η οποία εμπίπτει στο νόμο περί ναρκωτικών (βλ. τις υπ` αριθμ. πρωτ. [...] εκθέσεις εξέτασηςτου Γενικού Χημείου του Κράτους). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο φάκελο αναγραφόταν η ένδειξη «medicine only», ήτοι φάρμακα ([...]), πράγμα που πιθανότατα είλκυσε την προσοχή των διωκτικών αρχών που ήλεγξαν το πε­ριεχόμενο του φακέλου και εν συνεχεία συνέλαβαν τον αιτούντα όταν αναζήτησε την επιστολή. Ο αιτών διαμένει νόμιμα επί 17 έτη στη χώρα, εργάζεται ανελλιπώς σε πρατήριο καυσίμων στην Εύβοια ([...]), είναι ασφαλισμένος και έχει ΑΦΜ ([...]), ε­νώ δεν έχει απασχολήσει τις αρχές με παράνομη συμπεριφορά. Περαιτέρω, ο αιτών κατηγορούμενος είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που γεννήθηκαν το 2000 και το 2001 ([...]), η δε οικογένειά του διαμένει μόνιμα στην Ινδία. Όσον αφορά στα χά­πια που περιέχονταν στον επίδικο φάκελο, προέκυψε ότι όντως περιέχουν τη ναρκωτική ουσία αλπραζολάμη, η οποία χρησιμο­ποιείται για την παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την αντιμετώπιση παθήσεων του κεντρικού νευρικού συστή­ματος, έχουσα αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση ([...]). Παραλλήλως, η αδελφή του αιτούντος αποδεικνύεται πάσχουσα από σακχαρώδη διαβήτη και οξεία περιφερική νεφροπάθεια και φέρεται λαμβάνουσα φαρμακευτική αγωγή που της συνταγογραφείται στην Ινδία, παρακολουθούμενη και από ιατρούς στην Ελλάδα ([...]). Παρ` ότι δεν είναι δυνατόν να συνδεθεί με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης ότι τα χάπια που παρέλαβε ο αιτών κατηγορούμενος όντως συνδέονται με τις ασθένειες της αδελφής του και την αντιμετώπιση των συ­μπτωμάτων αυτών, από τις καθόλου περιστάσεις της υπόθεσης (αποστολή και παραλαβή φακέλου με σαφή την ένδειξη «φάρ­μακα» επ`αυτού, μη λήψη μέτρων προστασίας από τον αιτούντα κατά την παραλαβή του φακέλου, σχετικά μικρός αριθμός των χαπιών που απεστάλησαν από την Ινδία, περιεχόμενη στα χά­πια ναρκωτική ουσία που όντως χρησιμοποιείται για την παρα­σκευή φαρμάκων, νόμιμη διαβίωση επί μακράν στου αιτούντος στη χώρα κ.λπ.), είναι δυνατόν να γεννηθούν αμφιβολίες όσον αφορά στο βαθμό των ενδείξεων ενοχής του αιτούντος κατη­γορουμένου, οι οποίες υπαγόρευσαν την επιβολή σε εκείνον μέτρων δικονομικού καταναγκασμού. Αυτή η επιβολή στον αιτούντα κατηγορούμενο περιοριστι­κών όρων δεν αποτελεί μεν μέτρο μη αναγκαίο, αλλά αντίθετα δικαιολογείται κατ` αρχάς από το βαθμό υπονοιών εις βάρος του για την κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη που του έχει απο­δοθεί. Εν τούτοις, η καθόλου διάρκεια της μέχρι τούδε ποινικής διαδικασίας, και ιδίως το διάδρομόν χρονικό διάστημα από της επιβολής εις βάρος του τού περιοριστικού όρου της απαγόρευ­σης εξόδου του από τη χώρα (24.9.2012) -ο οποίος είναι ο επα­χθέστερος εκ των δύο που του έχουν επιβληθεί και ενέχει σημα­ντικό περιορισμό στην άσκηση της ελευθερίας μετακίνησής του, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι είναι αλλοδαπός, με μέλη της οικογένειάς του μόνιμα διαμένοντα στο κράτος της ιθαγένειάς του- μέχρι την προβλεπόμενη εκδίκαση της κατ` αυτού κατηγο­ρίας (25.10.2018), αξιολογείται in concreto ως μη εύλογη, υπό το πρίσμα του άρ. 5 παρ. 1 ΕΣΔΑ, για όσους λόγους εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη (ΕΔΔΑ, G.S. κατά Αυστρίας, ό.π., ΕΔΔΑ, Ludescher, ό.π., ΕΔΔΑ, Gouttard κατά Γαλλίας, ό.π.,, Ρ. ν. Dijk/F. ν. Hoof/A. ν. Rijn/L. Zwaak, Theory ..., ό.π., Α.-Α. Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμ­βαση ..., ό.π.). Τούτο ενόψει, μάλιστα, ότι στην καθυστέρηση της εκδίκασης υπόθεσης δεν έχει συντελέσει η συμπεριφορά του αιτούντος (ο οποίος για καμία από τις αναβολές εκδίκασης της υπόθεσης την 25.2.2016, την 24.11.2016 και την 25.10.2018 ευθύνεται), αλλά, αντίθετα, ο χειρισμός της υπόθεσης από τις εμπλεκόμενες κρατικές αρχές (τήρηση ωραρίου γραμματέως, αποχή δικαστικών υπαλλήλων, εργασιακός φόρτος Δικαστηρί­ων), προς δε η φύση και η πολυπλοκότητα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν δικαιολογούν αυτής της τάξης την καθυστέρηση στη δικαστική εκκαθάρισή της, ενώ, επιπλέον, το διακύβευμα α­πό την καθυστέρηση για τον προσφεύγοντα είναι σημαντικό, δε­δομένου ότι εξαιτίας αυτής δεν είναι σε θέση για μακρό χρονικό διάστημα να απολαμβάνει άλλων ελευθεριών και άσκησης ζωτι­κής σημασίας δικαιωμάτων του (οικογενειακής ζωής, αυτοδιά­θεσης κ.λπ.). Η θεώρηση της διάρκειας της μέχρι τούδε ποινικής διαδικασίας ως μη εύλογης, με βάση τα προεκτεθέντα, υπαγο­ρεύει την εξέταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί στον αιτούντα υπό το φως αυτής της διαπίστω­σης. Συνακόλουθα, είναι αμφίβολο ότι στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας, της οποίας η διάρκεια δεν αξιολογείται ως εύλογη, ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, η επιβολή του οποίου κατ`αρχάς κρίθηκε δικαιολογημένη, ενόψει και του βαθμού των υπονοιών εις βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος -σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν- παρίσταται σχετικά υποβαθμισμένος, είναι σύμφωνο με τη Σύμβαση να εξακολουθεί για χρονικό διάστημα άνω των εξ (6) ετών από της επιβολής του, χωρίς να έχουν προκύψει και άλλοι λόγοι που να δικαιολογούν την εξακολούθηση του (ΕΔΔΑ, Nerattini κατά Ελλάδας, ό.π.). Αντιθέτως, μετά πάροδο ήδη χρονικού διαστή­ματος περίπου πέντε (5) ετών από της επιβολής στον αιτούντα κατηγορούμενο του περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξό­δου από τη χώρα, αυτός δεν παρίσταται ως απολύτως αναγκαίο μέτρο, ενόψει του ότι δεν είναι το μοναδικό που άγει στην επί­τευξη του σκοπού του άρ. 296 ΚΠΔ ούτε είναι το ηπιότερο από τα διαθέσιμα συναφή μέτρα (ΣυμβΠλημΑΘ 767/2007 ό.π.), των πιο πάνω σκοπών δυναμένων πλέον να εξυπηρετηθούν με την επιλογή ηπιότερων μέτρων, τα οποία, μάλιστα, δεν θα στερούν από τον αιτούντα τη δυνατότητα να απολαύσει ζωτικής σημασί­ας ατομικά του δικαιώματα, όπως αυτό της επικοινωνίας με τη διαμένουσα στην Ινδία οικογένειά του.
III.    Κατόπιν αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αί­τηση και να διαταχθεί από το Συμβούλιό σας η αντικατάσταση του περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξόδου του κατηγορουμένου από τη χώρα, με εκείνον της καταβολής εγγυοδοσί­ας ποσού τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, να αρθεί δε ο πε­ριοριστικός όρος της εμφάνισής του στο AT της κατοικίας του κατά το πρώτο πενθήμερο αποκλειστικά για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2017, προκειμένου να σταθεί δυνατόν να επισκεφθεί την οικογένειά του στην Ινδία κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, επαναλαμβανόμενης της ισχύος του συγκεκριμένου περιοριστικού όρου από το μήνα Σεπτέμβριο τρέχοντος έτους.
Δημοσίευση σχολίου