Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Ο θάνατος των Θεών.

Κωνσταντίνος Παλαμάς
Ο λατρεμένος ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ (Γ.Φ)

Έρρει τα θεία (Σοφοκλής (Οιδίπους Τύραννος).

Στεριά, θάλασσα, θεοί γραφτό είναι να
χαθούνε (Ιντιάνικο τραγούδι).

Αυτά τα προσωρινά φαντάσματα εσύ 
είσαι που τάπλασες (Leconte de Lisle, Στερνά ποιήματα)).

Έστησα κι απ' όσους τόπους πέρασα,
σε ναούς αγνάντια, το τσαντήρι,
γνώρισα την εκκλησιά,
το τζαμί, το μοναστήρι,
κι άλλαξα γοργά και χτυπητά
λόγια με πιστούς και με λευίτες,
με είδαν ορθρινό οι βασιλικές,
και ξενύχτισα σε λαύρες και σε σκήτες·
και παντού, από των Ελλήνων τα συντρίμματα
ως τη μυριοστόλιστη παγόδα,
μύρισα κι απόκοτα ξεφύλλισα
της λατρείας όλα τα ρόδα.
Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος
από σέβας, δέηση, τάμα·
είμ' εγώ των άθεων ο προφήτης
κ' η ζωή μου είναι το θάμα·
και μονάχα μια φορά στην Πόλη μέσα
μ' άγγιξε ιερή κι εμέ λαχτάρα·
και μου τήνε φύσηξες εσύ,
γύφτισσα γυναίκα ξεμαλλιάρα,
και το τρέξιμο σου το τρελό
μέσ' στα τρίστρατα και μέσα στα καντούνια·
πίσω σου ούρλιασμα σκυλιών,
γύρω σου παιδιών πετροβολήματα,
κι όχλος, και σου χτύπαε τα κουδούνια·
ποια στιγμή να σ' έσπειρε βλαστήμιας,
ποιας οργής βάσταξ' εσένα μήτρα,
σκύβαλο του κόσμου κι αποκόμματο,
πού είσαι η Σίβυλλα, απαρνήτρα;
Κι έκραζες βραχνά, —το κράξιμο σου
δεν μπορώ να τ' απολησμονήσω,—
κ' έκραζες: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο!»
κ' έκραζες: «Νερό! την Κόλαση να σβήσω!»

Μεγαλόπρεπα περάσματα 
των θεών που δεν πιστεύω
από σας πιο μεγαλόπρεπος, 
γαληνά σάς αγναντεύω.

Απ' τα δάση όταν ανάμεσα
κι απ' τ' ολόπυκνο λογγάρι
με περνάη σε ράχη ασέλλωτη
γοργή μούλα καβαλλάρη,

οι φτελιές και τ' αγριοπρίναρα
και τα πεύκα και τα ελάτια
κι όλα τα δεντρά ζερβόδεξα
πηλαλάν κι αυτά σαν άτια,

κι αυτά φεύγουν σαν πετούμενα,
κι αυτά κάνουνε σαν κάποια
ξένα αγρίμια ανεμοπόδαρα
ταραμένα από δρολάπια.

Όσο θέλετε φαντάζετε
και πλανεύετε τα μάτια·
μήτε αγρίμια ανεμοπόδαρα,
μήτε πετεινά, μήτε άτια!

Είμ' εγώ που τρέχω κι όχι εσείς
τα ριζόδετα εσείς είστε, 
φτάνει ο καβαλλάρης να σταθή 
για να σταματήστε!

Μεγαλόπρεπα τρεχάματα
των θεών των αθανάτων,
όπου και όπως κι αν υπάρχετε, 
ω εσείς, ίσκιοι φαντασμάτων,

ω της πλάνης γιγαντέματα,
θεοί εσείς, αλίμονο σας!
Απ' την ώρα που άλλος ο άνθρωπος
ξεκαβαλλικέψη εμπρός σας,

και σταθή και δη πως στέκεστε
σαν το δρυ και σαν τη φτέρη
και σταθή και δη πως κρέμεστε 
από το δικό του χέρι,

και γρικώντας πως του κρύβετε
την αέρινη την όψη
κάποιων ουρανών ολόβαθων,
πάρη και σας κόψη,

και τον ήλιο πως του κρύβετε 
βλέποντας, και για ν' ανάψη 
μια φωτιά για φως, για ζέσταμα, 
πάρη και σας κάψη!
**
Τέλους κανενός, καμιάς αρχής 
τη δική μου γνώμη φράχτης 
δεν ορίζει· είμαι του Τίποτε 
πανελεύτερος ο κράχτης.

Είμ' εγώ που σβήνω το Γιατί 
κ' είμ' ο απαρνητής του Κάτι.
—Αεροπέρνα ακαβαλλίκευτο
της ερμιάς αδάμαστο άτι!—

Της βλαστήμιας τ' αστραπόβροντο
απ' τα μάτια μου ποτέ
κι απ' τα χείλια μου δεν ξέσπασε
προς εσένα, όποιε, θεέ!

Ούτε μιας στιγμής δε γνώρισα 
για σε πόθο, φόβο, οργή· 
ποιος χτυπάει το δε στοχάζεται 
και ποιος τρέμει το δε ζη;

Τόσο να καρφώσω προς εσέ
δύναμαι το στοχασμό,
όσο δύναμαι τη θάλασσα
πεζοδρόμος να διαβώ.

Μήτε πρόσπεσα στον ίσκιο σου 
και για να σου δεηθώ 
'γώ δε δέθηκα τρεμάμενος 
με κανέναν ουρανό.

Και στη γλώσσα που τη μίλησα
και (πού; πότε; πώς;) την πήρα
και τη φύλαξα σα λείψανο
ξεσκισμένο από πορφύρα,

και στη γλώσσα που ξανάυφανα
μ' όλα που έχω θησαυρίσει
τα χρυσόλογα χιλιόλογα
απ' Ανατολή και Δύση,

μια πλανεύτρα λέξη αγρίκητη
μια είναι μόνο· η προσευχή!
Ω ναοί, προφήτες, είδωλα,
είδωλα, προφήτες, ναοί!

Από σας μακριά όπου πάτησα,
με το πάτημα μου εφάνη
το γραμμένο μαγιοβότανο,
το μελλόμενο βοτάνι·

με το πάτημα μου βλάστησε 
το βοτάνι που λυτρώνει, 
και με τη ζωή μου ολάνθισε, 
και στην έρημο φυτρώνει,

το βοτάνι της ανάστασης!
Πότε θάρθη η ώρα, η ώρα
ν' απλωθή μέσ' απ' την έρημο
στην πολυκοσμη τη χώρα!

Ν' ανακράξη ο κόσμος κόβοντας
τ' άνθια σου τα νικηφόρα
κι ανασαίνοντας τα μύρα τους,—
πότε θάρθη η ώρα, η ώρα!

Ω το υπέρτατο τ' ανάσασμα,
ω το ανάκρασμα της νίκης
ύστερ' από κάτεργα σκλαβιάς
κι από χρόνια καταδίκης!

Στην ημέρα όταν ο άνθρωπος
νέα παρθένα ροδοκάλλια
ξαναφέρη από την άβυσσο
σαν πρωτόβγαλτα κοράλλια·

όταν ο ουρανός από βραχνάς
της ψυχής και από φοβέρα
άπειρο αδειανό και αδιάφορο
ξαναγίνη πέρα ως πέρα!

Όμως ο άνθρωπος αν γράφτηκε
για πολύ να σε προσμένη,
ω βοτάνι εσύ ανιστόριστο,
κ' εμπρός πάντα να πηγαίνη

σπαταλώντας το λιβάνι του 
στα φαντάσματα των όλων 
και τη δύναμη του λάτρισσα 
στα ποδάρια των ειδώλων,

κι αν προφήτες θέλη και καλά, 
θεών τρανούς διαλαλητάδες, 
κι αν τεχνίτες θέλη και καλά,
κάθε ειδώλου δουλευτάδες,

είμ εγώ ο προφήτης, είμ εγώ, 
κ' ήρθα εδώ να διαλαλήσω 
βασιλιά θεό το Τίποτε 
στον αιώνα εμπρός και πίσω.

Χωρίς έχτρα, χωρίς έρωτα,
ο τεχνίτης ήρθα εδώ
για των ψευτονείρων σου, άνθρωπε,
το ναό να πλάσω εγώ

τέρας άγαλμα το Τίποτε
μ' όλες τις θρησκείες της πλάσης,
τέρας για να φοβηθής
και μαζί για να γελάσης!


Κωνσταντίνος Παλαμάς, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, ΛΟΓΟΣ Δ'  [έκδοση ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ, 2015, σελίδες 85-92].
Από τον ΝΑΡΚΙΣΣΟ μου.

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...