Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Αποδεικτικά μέσα, παραμόρφωση εγγράφου, αοριστία, σώρευση αγωγικών βάσεων.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β2, 594/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων. Στοιχεία για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης. Καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ` αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ` είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Παραμόρφωση εγγράφων. Για να θεμελιωθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης εκ της διατάξεως του αρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Αγωγή με περισσότερες από μία βάσεις. Αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς άλλη κύρια ή επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την μία από τις κύριες βάσεις της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της άλλης κύριας, αλλά και της επικουρικής βάσης, άλλως ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης εκ της διατάξεως του αρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 6880/2014 ΕφΑθηνών).

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο της συζήτησης, (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΑΠ 254/2010, AΠ 2213/2009, ΑΠ 709/ 2007, ΑΠ 319/2012, ΑΠ 153/2015). Επομένως, αν έχει ασκηθεί έφεση, δεν επιτρέπεται να προσβληθεί με αναίρεση η πρωτόδικη απόφαση, παρά μόνο η απόφαση του εφετείου που θα εκδοθεί (βλ. ΑΠ 1089/2009, ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη, από τα νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10.02.2010 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο και ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθολογικές διαφορές για την χρονική περίοδο από 25.02.2008 μέχρι 28.02.2010. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1670/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε κατά ένα μέρος αυτή δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής, κατά την 13.09.2011 (και ώρα 11:52 π.μ.) το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο κατέθεσε την με αριθ. καταθ. 547/2011 έφεση κατά της 1670/2011 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου... Ακολούθως, κατά την ίδια ημερομηνία (και ώρα 11.57 π.μ.) το παραπάνω Νομικό Πρόσωπο κατέθεσε την με αριθ. καταθ. 548/2011 αίτηση αναιρέσεως. Δηλαδή, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατέθεσε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως εντός λίγων και μόνο λεπτών από την κατάθεση της ως άνω αναφερόμενης εφέσεως. Με βάση τα ανωτέρω, η προκειμένη αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) καθόσον κατά το χρόνο της άσκησής της δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε ασκηθεί παραδεκτή έφεση.

Τέλος, πρέπει το αναιρεσείον να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναιρέσεως ως προς τους απολειπομένους πεντηκοστό τρίτο (53ο) και πεντηκοστό πέμπτο (55ο) των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου