Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Αναγκαστική εκτέλεση, ομοδικία δανειστών, απόγραφα, επιταγή μερική ακυρότητα της, καταχρηστική εκτέλεση.

Εφετείο Θεσ/ κης 415/2012 Αρμεν 2014. 518.
Πρόεδρος Ισιδώρα Πόγκα, μέλη Α. Μαυρίδου, Χ. Νάστας- εισηγητής.

Περίληψη. Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης -. Αν υπάρχουν περισσότεροι δανειστές απαιτήσεων με τον ίδιο εκτελεστό τίτλο, δεν αποκλείεται η χορήγηση ενός απογράφου. Μερική ακυρότητα της επιταγής. Δεν συνεπάγεται ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την εκτέλεση.

Το άρθρο 918 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι: «Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθέναν από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον... , το δε άρθρο 924 του ιδίου Κώδικα, ότι «η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση», στο δε άρθρο 904 του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι «αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. Εκτελεστοί τίτλοι είναι: α) οι τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β) ... , γ)..." Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, εφόσον ο εκτελεστός τίτλος θεμελιώνει περισσότερες απαιτήσεις του ίδιου δανειστή, στον τελευταίο χορηγείται ένα αντίστοιχου περιεχομένου απόγραφα μέσω του οποίου αυτός έχει δικαίωμα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεών του, επιδίδοντας μια επιταγή προς εκτέλεση σε σχέση με αυτές. Εφόσον είναι περισσότεροι οι δανειστές των απαιτήσεων που θεμελιώνονται στον ίδιο εκτελεστό τίτλο, επιτρέπεται σε καθένα από αυτούς να χορηγηθεί από ένα απόγραφο προκειμένου να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να αποκλείεται οι δανειστές (των οποίων οι απαιτήσεις θεμελιώνονται στον ίδιο εκτελεστό τίτλο) αυτοί να επιλέξουν να επισπεύσουν εκτέλεση μέσω ενός κοινού απόγραφου ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που υπό το πρίσμα της διαγνωστικής δίκης αποδίδεται στην υφιστάμενη μεταξύ τους δικονομική σχέση ως απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, άρθρο 918 σελ. 229). Με τον τρόπο αυτό οι δανειστές, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας, οι οποίοι έχουν διαφορετικές απαιτήσεις που θεμελιώνονται στον ίδιο εκτελεστό τίτλο, μπορούν να τις υπαγάγουν στην ίδια κοινή επιταγή προς εκτέλεση και να προβούν στην κατάσχεση περιουσιακού αντικειμένου του οφειλέτη, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, πρόκειται δηλαδή για μια κοινή επιταγή και μια κατάσχεση.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο ανακοπής προβάλλεται ότι οι καθών η ανακοπή και νυν εφεσίβλητοι έχουν διαφορετικές απαιτήσεις εναντίον του ανακόπτοντος και νυν εκκαλούντος, οι οποίες εκδικάσθηκαν με την 8745/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι η ως άνω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 40.000 και 15.000 ευρώ σε σχέση με καθεμία από τις απαιτήσεις του πρώτου και του δευτέρου των καθών αντιστοίχως, οι οποίοι από κοινού επισπεύδουν εκτέλεση εναντίον του ανακόπτοντος προς τον οποίο εκ μέρους τους έχει επιδοθεί η προσβαλλόμενη επιταγή. Ότι με τα δεδομένα αυτά συντρέχει ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων εκτελέσεως. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, με βάση όσα έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, είναι μη νόμιμος και κατά συνέπεια απορριπτέος, δεδομένου ότι νομίμως εκ μέρους των καθών η ανακοπή επισπεύδεται με την συγκεκριμένη μορφή αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ανακόπτοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ως άνω λόγο ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ανακόπτοντα καί νυν εκκαλούντα με τον σχετικό λόγο εφέσεώς του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 905, 915, 916, 924 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μερική ακυρότητα της επιταγής δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που είναι αυτός έγκυρος, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη
(ΑΠ 1775/2001 ΕλλΔνη 43.1385, ΑΠ 675/2001 ΕλλΔνη 42.1575, ΑΠ 390 και 391/2000 ΕλλΔνη 41.1324, ΕφΘεσ 1671/207 Αρμ 2008.455).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ καί 25 § 3 του ισχύοντος Συντάγματος συνάγεται ότι λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτελέσεως. Το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006.80, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 340/2006 Νόμος, ΑΠ 115.1994 ΕλλΔνη 1995.1091).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο ανακοπής προβάλλει ο ανακόπτων ότι στους καθών, όπως ομολογεί ο δεύτερος από αυτούς, έναντι δικαστικής δαπάνης, τόκων και αμοιβής δικηγόρων, έχει καταβληθεί ποσό ύψους 15.000 ευρώ, το οποίο, δεν αφαιρείται από τα σχετικά κονδύλια της επιταγής και κατά συνέπεια η επιταγή πρέπει να ακυρωθεί ως προς το ποσό αυτό. Επίσης οι καθών η ανακοπή καταχρηστικώς συμπεριέλαβαν στην επιταγή τους κονδύλια για τα οποία ήδη είχαν λάβει ένα σημαντικό ποσό. Ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής κρίνεται ως μη νόμιμος, αφού, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η μερική εξόφληση κάποιας απαιτήσεως που επιφέρει μερική ακυρότητα της επιταγής, δεν συνεπάγεται την ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη, ούτε εξάλλου η είσπραξη των παραπάνω κονδυλίων καθιστούν καταχρηστική την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους των καθών η ανακοπή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε, αφού ορθώς, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, συμπληρούμενη κατά το ελλείπον μέρος της, από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ερμήνευσε καί εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.
Δημοσίευση σχολίου