Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Τεκμήριο αθωότητας (περιεχόμενο), αδικοπραξία, αθωωτική ποινική απόφαση, αστική καταδίκη σε αποζημίωση, δεδικασμένο, αοριστία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1422/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη -εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη συνεπεία αδικοπραξίας και ειδικότερα συκοφαντικής δυσφήμισης. Τεκμήριο αθωότητας. Εκφάνσεις αυτού επί των αστικών και ποινικών δικών αντιστοίχως. Όταν το πολιτικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί περί της τελέσεως αδικοπραξίας, οφείλει να συνεκτιμήσει την ήδη εκδοθείσα αθωωτική ποινική απόφαση υπέρ του φερόμενου υπαίτιου αυτής και εναγομένου αλλά δεν δεσμεύεται να οδηγηθεί σε αντίστοιχη απορριπτική της σχετικής αγωγής απόφαση καθότι το δεδικασμένο μεταξύ πολιτικών και δικαστικών αποφάσεων είναι διακριτό. Δεν επιτρέπεται όμως κρίση του αστικού δικαστηρίου περί του ορθού ή μη της αθωωτικής ποινικής απόφασης.
Ορθώς το εφετείο, συνεκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και υιοθετώντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος αφού απεδείχθη πως εκ του περιεχομένου και του τρόπου διαδόσεως από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα των ψευδών και προσβλητικών σε βάρος του αναιρεσίβλητου ενάγοντος γεγονότων τελώντας εν γνώση της αναλήθειάς τους διέπραξε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/ 1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί κατ` αρχήν τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π Κ). Το περιεχόμενό του συντίθεται από τις αρχές ότι: 1. Κανένας δε μπορεί να καταδικασθεί ή να κηρυχθεί ένοχος, αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με το νόμο και ύστερα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία. 2. Καμία ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δε μπορεί να επιβληθεί σε βάρος προσώπου, εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους, που προβλέπει ο νόμος. 3. Κανένας δε μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει την αθωότητά του. 4. Η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου. Εάν η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης δικαιολογεί παράλληλα και αστική αξίωση του παθόντος για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος στα πολιτικά δικαστήρια, θα τύχει μεν εφαρμογής το τεκμήριο της αθωότητας, πλην όμως η εφαρμογή του πρέπει να περιορίζεται στα όρια, που η δογματική του θέση και κατάταξη προσδιορίζουν. Συγκεκριμένα: 1. Ο εναγόμενος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του εγκλήματος, θα πρέπει και στην (πολιτική) δίκη να αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο ως αθώος με τις ίδιες εγγυήσεις, όπως και ενώπιον της αντίστοιχης ποινικής δίκης. 2. Δεν πρέπει η νομοθεσία και ειδικότερα το αστικό δίκαιο και η πολιτική δικονομία να θέτουν τεκμήρια ενοχής, τεκμήρια από τα οποία θα προκύπτει άνευ αποδείξεως η ενοχή του εναγομένου για την διάπραξη του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος. 3. Δεν πρέπει το βάρος αποδείξεως της μη τελέσεως του ποινικού και συγχρόνως αστικού αδικήματος να επιρρίπτεται στον εναγόμενο. 4. Κατά την αναφορά του πολιτικού δικαστηρίου σε τυχόν προεκδοθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αμφισβήτηση του αθωωτικού αποτελέσματος αυτής, ιδίως με την επίκληση ότι α) είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) λήφθηκε όχι ομόφωνα αλλά κατά πλειοψηφία, γ) ότι στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) ότι διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας κ.α. Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Οι διατάξεις των άρθρων 93 - 96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Περαιτέρω, αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔ). Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από την από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" βλ. σχετικώς ΑΠ 192/1957, ΝοΒ 1957.730 ΑΠ 196/1953, ΝοΒ 1953.296) ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Δηλαδή αν η "δέσμευση" αυτή νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, το κώλυμα είναι συνταγματικό από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δέσμευσης" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δύναμης των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δέσμευσης απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης (όπως στο άρθρο 5 ΚΔΔ) που εν προκειμένω δεν υφίσταται.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ` αριθ. 9624/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ότι, αν και πρόβαλε νόμιμα το γεγονός αυτό, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής του ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ότι επί πλέον, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη την ως άνω αθωωτική απόφαση, ωστόσο προέβη σε ερμηνεία του διατακτικού της, αμφισβητώντας ευθέως τους λόγους της απαλλαγής του με την αναφορά α) ότι κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε από τον αρμόδιο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναίρεση και β) του λόγου για τον οποίο ασκήθηκε, ενώ η αναίρεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ότι κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.  
Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως ως προς το πρώτο μέρος του, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής απόφασης αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου, αφού σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κρίνοντας τον ισχυρισμό του περί αθωώσεώς του από το ποινικό δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο εναγόμενος ύστερα από έγκληση του ενάγοντος για συκοφαντική δυσφήμηση για τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Δ` Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ` αριθ. 9624/ 2013 απόφασή του αυτός αθωώθηκε κατά πλειοψηφία για την ως άνω πράξη, πλην όμως από την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται δεδικασμένο δεσμεύον το πολιτικό δικαστήριο. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι θεώρησε ότι τα αναφερόμενα στην επίδικη ως άνω εισηγητική έκθεση που είχε διατυπώσει ο εναγόμενος περιέχουν βαρύτατους χαρακτηρισμούς σε βάρος του ενάγοντος που ασφαλώς μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επί της αναίρεσης αυτής εκδόθηκε η υπ`’ αριθ. 888/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που την απέρριψε για δικονομικό λόγο." Ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές προέβη σε ερμηνεία του διατακτικού της αθωωτικής απόφασης και αμφισβήτησε ευθέως τους λόγους της απαλλαγής του, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητάς του. Όμως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία επίδραση είχε η προβαλλόμενη παράβαση (σφάλμα) στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συνόλου των παραδοχών της, δεν στηρίχθηκε στην ως άνω διηγηματική αναφορά για την εξέλιξη της ποινικής δίκης. Σε κάθε περίπτωση, από την πληττόμενη παραδοχή του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου και τότε κατηγορούμενου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, από δε την διηγηματική εξιστόρηση του γεγονότος ότι κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν συνάγεται πρόθεση ερμηνείας ή αμφισβητήσεως των λόγων αθωώσεως ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε (ΑΠ 1398/ 2015, 1364/2011). 
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ` άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, παρέπεται ότι, η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος, δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικά με το περιεχόμενο και τον τρόπο διαδόσεως από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, των προσβλητικών σε βάρος του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, γεγονότων, τα ακόλουθα: 
Ο ενάγων της από 29-5- 2007 αγωγής (αναιρεσίβλητος) είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του .., ο δε εναγόμενος της ίδιας ως άνω αγωγής και ενάγων της από 28-7-2008 αγωγής (αναιρεσείων) είναι τακτικός καθηγητής στην ίδια ως άνω Σχολή από το έτος 2004 στον Τομέα IV, με γνωστικό αντικείμενο "καθαρές τεχνολογίες και τεχνολογίες προστασίας περιβάλλοντος". Με την από 24-3-2004 αίτησή του προς τον τομέα ο ενάγων ζήτησε την εξέλιξή του στη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή και στις 20-4-2005 συγκροτήθηκε το 30μελές εκλεκτορικό σώμα. αποτελούμενο από 15 μέλη του ως άνω τομέα και 15 μέλη άλλων τομέων της Σχολής, προκειμένου να ορισθεί τριμελής Εισηγητική Επιτροπή, η οποία θα εισηγείτο με ειδικά αιτιολογημένη έκθεση επί του έργου και της προσωπικότητας του ενάγοντος. Την 1-6-2005 συνεδρίασε το εκλεκτορικό σώμα με 1θέμα τον ορισμό της ανωτέρω επιτροπής και κατόπιν ψηφοφορίας ορίστηκαν με πλειοψηφία ως μέλη της ο εναγόμενος, τακτικός καθηγητής, ο ..., τακτικός καθηγητής στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανικών τού ΕΜΠ και ο ..., τακτικός καθηγητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και Διευθυντής του εργαστηρίου Οργανικής Χημικής Τεχνολογίας. Στις 21-6-2005 ο ενάγων υποψήφιος υπέβαλε ένσταση και ζήτησε την αντικατάσταση τόσο του ... λόγω μη συνάφειας με το γνωστικό αντικείμενο της κρίσης του, όσο και του .. λόγω κωλύματος εκ συγγένειας εξ αγχιστείας τετάρτου βαθμού. Μετά από τρεις συνεδριάσεις του εκλεκτορικού σώματος (στις 2-11-2005, 21-12-2005 και 8-3-2006) ορίστηκε τελικώς η τριμελής εισηγητική επιτροπή, που απαρτιζόταν από τις ... και τον εναγόμενο. Στις 11-12- 2006 ο εναγόμενος κατέθεσε στη Γραμματεία της ως άνω Σχολής την από 7-12-2006 δική του εισηγητική έκθεση, διότι δεν συμφώνησαν τα μέλη της Επιτροπής για σύνταξη κοινής εισηγητικής έκθεσης, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .. και μέσω της Γραμματείας διανεμήθηκε στα 30 μέλη του εκλεκτορικού σώματος, τα οποία θα έκριναν την αίτηση του ενάγοντος για την εξέλιξη στη θέση του καθηγητή ως μόνου υποψήφιου για την πλήρωση της θέσης αυτής. Η εν λόγω εισηγητική έκθεση, η οποία είναι μακροσκελής και αποτελείται από 48 σελίδες (συμπεριλαμβανομένων και των παραρτημάτων αυτής), απαρτίζεται από 5 μέρη, στο δε τέταρτο μέρος γίνεται η αξιολόγηση του έργου του υποψήφιου και στο πέμπτο μέρος με την επικεφαλίδα συμπέρασμα - πρόταση, ο εναγόμενος εκθέτει την άποψη ότι ο ενάγων δεν καλύπτει επαρκώς και πλήρως το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης και συνακόλουθα εισηγείται τη διακοπή της εξέλιξής του στη βαθμίδα του καθηγητή. Μεταξύ των κριτηρίων αξιολόγησης που σύμφωνα με το νόμο έλαβε υπόψη του ο εναγόμενος ήταν και η προσωπικότητα του υποψηφίου, με την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν. 1268/1982, δηλ. το ήθος και την κοινωνική του προσφορά. Στο τέταρτο μέρος της ως άνω έκθεσης και τον υπότιτλο "ακαδημαϊκό ήθος", ο εναγόμενος αναφέρει για τον ενάγοντα τα ακόλουθα: "Το επιστημονικό ήθος του κ. ... χαρακτηρίζεται από έλλειψη ακαδημαϊκής δεοντολογίας κύρια σε επίπεδο συνεργασίας με άλλους συναδέλφους εντός και εκτός ΕΜΠ. Διακρίνεται από έλλειψη επιστημονικής σεμνότητας, δεν διαθέτει σεβασμό προς τους συναδέλφους του, κύρια προς τους καθηγητές του, οικειοποιούμενος την εργασία τους, φερόμενος ως ειδικότερα εκμεταλλευόμενος τους ακαδημαϊκούς του τίτλους. Ένα γεγονός, που χαρακτηρίζει το επιστημονικό ήθος του κ. ... είναι η μεθοδολογία που ακολουθεί "διείσδυσης" στην εργασία άλλων επιστημονικών ομάδων, στις οποίες εντάσσεται κατά τη -διάρκεια εξέλιξης της έρευνας, προσφέροντας θέση ΥΔ στο ΕΜΠ με ερευνητικό θέμα αντικείμενο της ομάδας, χωρίς να υπάρχει η πρωτοβουλία, η πρωτοτυπία, η ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή του, όπως απαιτεί η θέση Καθηγητή ΕΜΠ. Ετσι εμφανίζεται ο κ. ... να ασχολείται ερευνητικά με πολλά θέματα, στη πραγματικότητα όμως επιφανειακά και προς δημιουργία εντυπώσεων. Χαρακτηριστική απόδειξη των ανωτέρω αποτελεί ο κ. .., ερευνητής που εργάζεται στον ..., ο οποίος εκπονεί την διδακτορική του διατριβή στη Σχολή Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ρ. με θέμα "Προσομοίωση ρόφησης αερίων και χαρακτηρισμός δομής μικροπορωδών υλικών με εφαρμογή στην απομάκρυνση αερίων ρύπων". Ο κ. ..... προβαίνει σε αρκετές δημοσιεύσεις που αφορούν την διατριβή του χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στους συγγραφείς το όνομα του κ. ....., παρά την αρχή που έχει καθιερωθεί στη Σχολή μας ότι δεν επιτρέπεται ΥΔ να προβαίνει σε δημοσιεύσεις - με αντικείμενο τη διδακτορική του διατριβή, χωρίς να αναφέρεται τουλάχιστον το όνομα του επιβλέποντος Καθηγητή του. Τίθεται επομένως το ερώτημα σε ποιο βαθμό ένας μέλος ΔΕΠ μπορεί να εκποιήσει για λόγους εντυπώσεων το δικαίωμα προκήρυξης μιας θέσης Υποψηφίου Διδάκτορα ...". Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι όλα τα ανωτέρω αποτελούν απλώς αξιολογικές κρίσεις, στις οποίες προέβη κατά την εκπλήρωση του νομίμως σε αυτόν καθήκοντος αξιολόγησης του ενάγοντος οι οποίες αφορούν το ακαδημαϊκό ήθος του τελευταίου. Πλην όμως οι εν λόγω αξιολογικές κρίσεις έτσι όπως συγκεκριμένα εκφράζοντας υπάγονται στην έννοια του γεγονότος, διότι συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ήταν ψευδή και ικανά να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, την ως άνω αξιολογική κρίση του εναγομένου για το προαναφερθέν ακαδημαϊκό ήθος του ενάγοντος προσπαθεί να θεμελιώσει αυτός στο γεγονός ότι ο υποψήφιος ενάγων "... αγνόησε επιδεικτικά τη συμβολή και την επί σειρά ετών ενασχόληση στο θέμα του διδακτορικού του κ. .., τον Καθηγητή του ...", συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε προφανώς με βάση την προσωπική του εμπειρία, συνεπικουρούμενος από το απόσπασμα του υποβληθέντος εκ μέρους του ενάγοντος βιογραφικού υπομνήματος που αφορούσε την επιστημονική του συνεργασία με τον τότε Διευθυντή του Εργαστηρίου Οργανικής Χημικής Τεχνολογίας καθηγητή ... Ο εναγόμενος στην ως άνω εισηγητική του έκθεση αναφέρει επιλέξει "Από το βιογραφικό υπόμνημα που υπέβαλε ο κ. .. προκύπτουν τα ακόλουθα α) υποβάλλονται, την ίδια χρονιά (1984), δύο παρόμοια διπλώματα ευρεσιτεχνίας ... όπου στο ένα εμφανίζεται εφευρέτης ο κ. ... και στο άλλο εμφανίζονται ως συνεφευρέτες ο κ... μαζί με τον καθηγητή ..... και β) ενώ ο κ. ... αναλαμβάνει διδακτορική διατριβή, σχετικά με τη χρήση πλεγματικών πολυμερών σαν εδαφοβελτιωτικά, με επιβλέποντα Καθηγητή τον ... με τον οποίο δημοσιεύονται και δύο εργασίες τους, όπως παρουσιάζονται παρακάτω, όταν όμως ο Καθηγητής ........ συνταξιοδοτείται και η διδακτορική διατριβή του κ. ...... ολοκληρώνεται περί το τέλος της με επιβλέποντα τον κ. ...., τότε εμφανίζονται τέσσερις δημοσιεύσεις .... χωρίς το όνομα του Καθηγητή... στους συγγραφείς. Εμφανίζεται έτσι η διδακτορική διατριβή να έχει εκπονηθεί με επιβλέποντα τον κ. .., ο οποίος αγνόησε επιδεικτικά τη συμβολή και την επί σειρά ετών ενασχόληση στο θέμα του διδακτορικού του κ. ..., τον Καθηγητή του ...". Όμως τα αναφερόμενα ως άνω περιστατικά αυτοτελώς ορώμενα, δεν αποδεικνύουν τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου περί αγνόησης της συμβολής του καθηγητή του ... στο θέμα του διδακτορικού του κ. .., ισχυρισμός ο οποίος ακόμα κι (αν) ήθελε υποτεθεί αληθής, δεν δικαιολογεί την αξιολογική κρίση για την έλλειψη στο πρόσωπο του ενάγοντος ακαδημαϊκής δεοντολογίας και σεβασμού προς τους καθηγητές του. Περαιτέρω ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου για την οικειοποίηση από τον ενάγοντα της εργασίας των συναδέλφων του, δηλ. της απόδοσης σ’ αυτόν της απαξιωτικής για μέλη ΔΕΠ πράξης της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας του έργου τους (τους οποίους δεν κατονομάζει καν), αποδεικνύεται ότι παράλληλα σχεδόν με τη διαδικασία κρίσης του ενάγοντος από τη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή στη βαθμίδα του καθηγητή, εξελισσόταν και η διαδικασία κρίσης της διδακτορικής διατριβής της υποψηφίας διδάκτορος, ......, επιβλέπων καθηγητής της οποίας ήταν ο ενάγων. Για το θέμα αυτό, είχε ορισθεί τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μέλη της οποίας ήταν σύμφωνα με το νόμο ο επιβλέπων καθηγητής (ενάγων) και άλλοι δύο καθηγητές που είχαν σχέση με το γνωστικό αντικείμενο της διατριβής, ήτοι οι ....... και ...... . Μετά την ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής συγκροτήθηκε επταμελής εξεταστική επιτροπή, μέλος της οποίας ήταν αρχικά η ..., λέκτορας του Τμήματος ...... του Πανεπιστημίου .... , η οποία, με την από 27-3-2006 επιστολή της προς την υποψηφία διδάκτορα ......., που της είχε παραδώσει το κείμενο της διατριβής της από τις 14-3-2006, ανέφερε στην υποψήφια ότι το κείμενο της περιείχε σοβαρές ανακρίβειες και ασάφειες, ώστε η αρχική επιλογή των χρησιμοποιηθέντων μυκήτων να παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της δικής της ερευνητικής δραστηριότητας, καθώς και ότι τόσο η απομόνωση και ο ταξινομικός προσδιορισμός όσο και η αξιολόγηση και η επιλογή ειδών βασιδιομυκήτων με λιγνινολυτικό δυναμικό είχε γίνει από τα μέλη τα ερευνητικής ομάδας Μυκητολογίας του Τμήματος ...... του Πανεπιστημίου ........ πολύ νωρίτερα από την έναρξη της διατριβής της. Ανέφερε, επίσης, μεταξύ άλλων ότι δεν μπορεί η υποψήφια να οικειοποιείται ερευνητική εργασία που έγινε από άλλους και η οποία εμπίπτει σε γνωστικό πεδίο άσχετο με την ειδικότητά της, ότι έπρεπε να διορθωθούν όλες οι ανακρίβειες που δημιουργούσαν λανθασμένες εντυπώσεις για τη συμμετοχή της, να τεκμηριωθεί η προέλευση και ο προσδιορισμός όλων των στελεχών των χρησιμοποιηθέντων μυκήτων, κ.α. Στη συνέχεια επακολούθησαν οι από 11-4-2006 και 2-5-2006 ηλεκτρονικές επιστολές της ....... προς τη ........ και τα ως άνω μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής και προς τον ενάγοντα και τα λοιπά μέλη της επιτροπής. Με την πρώτη απ` αυτές υποδεικνύονται, αναλυτικότατα οι διορθώσεις στις οποίες έπρεπε να προβεί η υποψήφια διδάκτορας, ενώ με τη δεύτερη ζητεί εξηγήσεις και διευκρινίσεις από τον ενάγοντα (επιβλέποντα καθηγητή της διατριβής) για τη στάση του, επιμένει δε στη διόρθωση της διατριβής και εκφράζει τη διαμαρτυρία της, παραιτούμενη από την εξαμελή εξεταστική επιτροπή του διδακτορικού. Ο εναγόμενος συγκαταλέγει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης εκ μέρους του ενάγοντος ακαδημαϊκής συνεργασίας το ως άνω ζήτημα. Όμως, πέραν του γεγονότος ότι ούτε η ίδια η Ε. Κ. δεν απέδωσε ευθέως ευθύνες στον επιβλέποντα καθηγητή της ......., όσον αφορά το περιστατικό της υποτιθέμενες κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των ως άνω ηλεκτρονικών επιστολών, δεν γίνεται αντιληπτό πώς η από τον ενάγοντα υποστήριξη των θέσεων και της μέχρι τότε εργασίας της υποψηφίου υπό την επίβλεψη του διδάκτορος Β. Δ. μπορεί να τον καταστήσει υπόλογο ηθικά και νομικά για το εν λόγω παράπτωμα, τη στιγμή μάλιστα που μέχρι σήμερα (πολύ δε περισσότερο κατά τη σύνταξη της επίδικης εισηγητικής έκθεσης) δεν υπάρχει πόρισμα από αρμόδια αρχή για το αν υπήρξε κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας της ... με επιβλέποντα καθηγητή τον ενάγοντα, ενώ εν τέλει η εξέταση της διατριβής της άνω υποψηφίου διδάκτορος ολοκληρώθηκε την 9-1-2007 και η ίδια ορκίστηκε το μήνα Μάιο του έτους 2007. Η διερεύνηση της επιστολής - καταγγελίας της ... ανατέθηκε αρχικά σε ανεξάρτητη Αρχή εκτός Πολυτεχνείου, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητά της. Κατά τη σύνταξη της επίδικης εισηγητικής έκθεσης, αλλά και της κοινής συνεδρίασης Γενικής Συνέλευσης του Εκλεκτορικού Σώματος της σχολής Χημικών Μηχανικών στις 13-6-2007, η ανωτέρω αρχή δεν είχε αποφανθεί με σύνταξη πορίσματος, σε μεταγενέστερο δε χρόνο, με το από 25-2-2008 έγγραφο της αποφαίνεται ότι είναι αναρμόδια να αποφανθεί περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας από τη Β. Δ. με επιβλέποντα καθηγητή τον ενάγοντα, ότι στη Διδακτορική (τελική μορφή), το χρησιμοποιηθέν υλικό αποδίδεται στη συλλογή του ΕΚΠΑ ( δηλ. ότι είχε γίνει από τη ... η απαραίτητη διευκρίνιση για την προέλευση των μυκήτων που χρησιμοποίησε για την εκπόνηση της εργασίας της), ότι η αρχική παράλειψη αναφοράς για την προέλευση των μυκήτων δεν αποτελεί αδίκημα, αλλά η σχετική χαλαρότητα που χαρακτηρίζει την αναφορά στην προέλευση των μικροοργανισμών στις δημοσιεύσεις και στη διδακτορική διατριβή δεν είναι θετική για την ποιότητα του συγκεκριμένου ερευνητικού έργου. Για το ίδιο ως άνω θέμα διατάχθηκε από το ΕΜΠ ένορκη διοικητική εξέταση από επιτροπή που με το υπ` αριθμ. πρωτ. ...../3.2012 πόρισμά της απεφάνθη ότι αδυνατεί να καταλήξει για την ύπαρξη ή μη της κλοπής της πνευματικής ιδιοκτησίας και προτείνει τη σύσταση νομικά και επιστημονικά αρμόδιας επιτροπής, η οποία θα λάβει όλα τα στοιχεία, το Διδακτορικό της κ. ..... και το φάκελο ΠΕΝΕΔ και όλα τα υπάρχοντα συμβόλαια και συμφωνητικά για να αποφανθεί οριστικά επί του θέματος, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει πόρισμα. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, καίτοι όφειλε να μην παραδώσει τον ενάγοντα σε δημόσια ανυποληψία ενώπιον της προαναφερθείσης κοινής συνεδρίασης Γενικής Συνέλευσης του Εκλεκτορικού Σώματος και να μην συμπεριλάβει στην επίδικη εισηγητική του έκθεση τον ισχυρισμό περί οικειοποίησης από τον ενάγοντα του έργου των συναδέλφων του, αυτός το έπραξε εν γνώσει της αναλήθειας του, το ως άνω δε θέμα αποτέλεσε ευρύ αντικείμενο συζήτησης της ως άνω κοινής συνεδρίασης και μεταξύ των καθοριστικών στοιχείων για την αρνητική κρίση του άνω εκλεκτορικού σώματος για την ανάδειξη του ενάγοντος στη θέση του καθηγητή, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση των σχετικών πρακτικών. Περαιτέρω, ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου περί "μεθοδολογίας" που ακολουθεί ο ενάγων να διεισδύσει στην εργασία άλλων επιστημονικών ομάδων καθώς και τα αναφερόμενα στον ερευνητή του ... κ. ....., είναι ψευδής, ικανός να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ο εναγόμενος λόγω της ιδιότητάς του και των προσωπικών του γνώσεων και εμπειριών γνώριζε το ψευδές. Ειδικότερα: α) η προκήρυξη θέσης ΥΔ γίνεται από το ΕΜΠ και δεν τίθεται θέμα "εκποίησης" της θέσης ΥΔ από τον Καθηγητή, εν προκειμένω από ενάγοντα και β) ο κ. ...... τυγχάνει ερευνητής που εργάζεται στο ... με αμοιβή και οι δημοσιεύσεις που προβαίνει παρ` ότι μπορεί να σχετίζονται με το αντικείμενο της διδακτορικής του διατριβής, χωρίς αναφορά του ονόματος του ενάγοντος ως επιβλέποντος καθηγητή, γίνονται στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας. Από μόνο το γεγονός της μη αναφοράς του ονόματος του ενάγοντος ως επιβλέποντος στις εν λόγω δημοσιεύσεις δεν είναι δυνατό να συναγάγει κανείς- πολλώ δε μάλλον ο εναγόμενος ο οποίος λόγω της ιδιότητάς του ως καθηγητής πανεπιστημίου στο τμήμα χημικών μηχανικών του Πολυτεχνείου, κατέχει κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, αντίληψη άνω του μέσου όρου, ότι ο ενάγων δεν επέβλεπε κατ` ουσία τη διδακτορική διατριβή του ... Εξάλλου, εάν ο εναγόμενος είχε στη διάθεσή του στοιχεία που ενέπλεκαν τον ενάγοντα σε υποθέσεις κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας του έργου άλλων συναδέλφων του εντός και εκτός του ΕΜΠ και εν γένει εκδήλωσης εκ μέρους του αντιδεοντολογικών συμπεριφορών, ως ανωτέρω εκτίθενται, θα μπορούσε να έχει υποβάλλει σχετική αναφορά στα αρμόδια όργανα της Σχολής, προς διερεύνηση των σχετικών ζητημάτων, όπως επιβάλλει άλλωστε και ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας του ΕΜΠ (ΦΕΚ Β` 1098/2000) και υπαγορεύει το πνεύμα και η ουσία της ακαδημαϊκής δεοντολογίας, στο πλαίσιο προστασίας του κύρους του Ιδρύματος και των μελών του. Επιπλέον, από την επισκόπηση όλης της επίδικης εισηγητικής έκθεσης συνάγεται ότι κατά τον εναγόμενο, ο ενάγων δεν πληρούσε πολλά από τα βασικά κριτήριά αξιολόγησης που θέτει ο νόμος και ως εκ τούτου θα μπορούσε να στηρίξει ευπρεπώς το τελικό συμπέρασμά του ως εισηγητή περί αρνητικής κρίσης του υποψηφίου, παραλείποντας τις ως άνω αναληθείς αναφορές. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι τα υπόλοιπα μέλη της εισηγητικής επιτροπής, κ. κ. ... διαφοροποιήθηκαν εκ διαμέτρου από το περιεχόμενο της επίδικης εισηγητικής έκθεσης, τόσο όσον αφορά την ανταπόκριση του υποψηφίου στα κατά νόμο προσόντα, όσο και αναφορικά με την αξιολόγηση της προσωπικότητάς του, υποβάλλοντας ξεχωριστό κείμενο εισηγητικής έκθεσης για την επιλογή υποψηφίου στη βαθμίδα του καθηγητή, όπου αναφέρουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Η ανταπόκριση του υποψηφίου στα απαιτούμενα κατά νόμον προσόντα ικανοποιεί με πληρότητα όλα τα σχετικά κριτήρια αυτοδύναμης διδασκαλίας, πρωτότυπων δημοσιεύσεων, έργου τα τελευταία 5 χρόνια, διεθνούς αναγνώρισης και συμβολής στην πρόοδο της επιστήμης. Με βάση τα ανωτέρω, τα δύο μέλη της Επιτροπής θεωρούν ότι ο κ. ....... καλύπτει τις απαιτήσεις του νόμου και ως εκ τούτου εισηγούνται την εξέλιξη του στη βαθμίδα του Καθηγητή". Εξάλλου, και κατά το παρελθόν είχαν προκύψει γεγονότα που υποδήλωναν έντονη προσωπική δυσαρέσκεια από την πλευρά του εναγομένου προς τον ενάγοντα και συγκεκριμένα : 1) στην κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και Εκλεκτορικών Σωμάτων του Τμήματος Χημικών Μηχανικών της 23-2-2000 για την κρίση επί της εκλογής του ενάγοντος στη θέση αναπληρωτή καθηγητή στο γνωστικό αντικείμενο "Οργανική Χημική Τεχνολογία, Υγιεινή Ασφάλεια, Προστασία Περιβάλλοντος", ο εναγόμενος ήταν ο μόνος καθηγητής που εξέφρασε αρνητική κρίση και ψήφισε αρνητικά για την εκλογή του ενάγοντος (έλαβε 21 θετικές ψήφους και 1 αρνητική), προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, προσωπικό λόγο, δηλ. ισχυριζόμενος "ότι το Περιβάλλον με αφορά άμεσα διότι τον κ. Ρ. ασφαλώς θα τον βρω μπροστά μου την επόμενη ημέρα σαν Αναπληρωτή Καθηγητή του Περιβάλλοντος", για να δεχθεί εν συνεχεία τις παρατηρήσεις του Αντιπροέδρου της Γενικής Συνέλευσης, και δη επί λέξει: "Ήθελα για ένα πράγμα να εκφράσω τη θλίψη μου, οι τοποθετήσεις του κ. ...., μας είπαν ότι είναι ακατάλληλος ο υποψήφιος, ούτε μία στιγμή, ούτε σε μία φράση δεν χρησιμοποίησε το τι έχουν να πάθουν οι φοιτητές από αυτή την ακαταλληλότητα, η Σχολή από αυτή την ακαταλληλότητα, η επιστήμη, η ελληνική κοινωνία. Είπε τι θα πάθω εγώ ως Περιβαλλοντολόγος που θα το δω μπροστά μου", 2) μιλώντας ο εναγόμενος για τον ενάγοντα απαξιωτικά στη κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και Εκλεκτορικών Σωμάτων του Τμήματος Χημικών Μηχανικών της 13-6- 2007 και ειδικότερα ισχυριζόμενος ότι σε εργασίες ΥΔ με επιβλέποντες καθηγητές αφενός τον ενάγοντα, αφετέρου τον κ. ...... υπήρξε αμοιβαία ανταλλαγή της αναφοράς των ονομάτων των επιβλεπόντων καθηγητών ανέφερε επί λέξει: "Δηλαδή βλέπετε ας πούμε τις λεγόμενες, όπως τις λέω εγώ σε εισαγωγικά και με συγχωρείτε "αλλαξοκωλιές", οι οποίες γίνονται απλώς και μόνο για να δείξεις ......" και τέλος έκλεισε την εισήγηση του αναφέροντας για τον ενάγοντα "Είναι αυτό που αναφέρεται στην εισαγωγή του "......" που λέει: "ήταν σπουργίτι και ήθελε να γίνει αετός". 
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, για τα κρίσιμα ζητήματα, που αναφέρονται στο περιεχόμενο και τον τρόπο διαδόσεως από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα των ψευδών και προσβλητικών σε βάρος του αναιρεσίβλητου ενάγοντος γεγονότων εν γνώσει τελώντας της αναλήθειάς τους, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 363, 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, είναι δε αβάσιμος ο δεύτερος (και ως προς τα τρία μέρη του) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ειδικότερα, το πόρισμα της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ότι ο αναιρεσείων διέδωσε ενώπιον, τρίτων δια της εισηγήσεώς του ψευδή γεγονότα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν γνώσει τελώντας ότι είναι ψευδή, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η εφαρμογή του επικληθέντος απ` αυτόν κατ` ένσταση λόγου άρσεως του αδίκου από το άρθρο 367 παρ. 1 γ` ΠΚ, είναι σαφές και χωρίς κενά και αντιφάσεις. Συνακόλουθα οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν τα σχετικά με τους καθηγητές ... και τον υποψήφιο διδάκτορα ..... θέματα, αναφέρονται - με κατ` επίφαση την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών - σε ελαττωματικότητα των αιτιολογιών σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εφόσον όμως, κατά τα προαναφερόμενα, το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς, οι ανωτέρω αιτιάσεις, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, είναι απαράδεκτες.  

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου θεμελιώνεται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχόμενου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας το, οποίο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, στη περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 59 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί στη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτός στην από 11.12.2006 έγγραφη "εισηγητική έκθεσή" του προς τη Γραμματεία του .. Πολυτεχνείου που αναφερόταν στην προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, ως υποψήφιου τακτικού καθηγητή, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι ο τελευταίος διέπραξε "κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας" οικειοποιούμενος την εργασία συναδέλφων του, ενώ στη πραγματικότητα αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε κάνει καμία αναφορά στην εισήγησή του για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου (που αποτέλεσε και το βασικό αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του), καθόσον ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε κατά λέξη στην ανωτέρω "εισηγητική έκθεσή" του επί του ζητήματος αυτού ότι: "Το επιστημονικό ήθος του κ. ...... χαρακτηρίζεται από έλλειψη ακαδημαϊκής δεοντολογίας κύρια σε επίπεδο συνεργασίας με άλλους συναδέλφους εντός και εκτός ΕΜΠ. Διακρίνεται από έλλειψη επιστημονικής σεμνότητας, δεν διαθέτει σεβασμό προς τους συναδέλφους του, κύρια προς τους καθηγητές του οικειοποιούμενος την εργασία τους ...". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, επ` αυτού δέχεται τα εξής: "...... ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου (.......) για την οικειοποίηση από τον ενάγοντα (.......) της εργασίας των συναδέλφων του, δηλ. της απόδοσης σ΄αυτόν της απαξιωτικής για μέλη ΔΕΠ πράξης της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας του έργου τους (τους οποίους δεν κατονομάζει καν), αποδεικνύεται ότι παράλληλα σχεδόν με τη διαδικασία κρίσης του ενάγοντος από τη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή στη βαθμίδα του καθηγητή, εξελισσόταν και η διαδικασία κρίσης της διδακτορικής διατριβής της υποψήφιας διδάκτορος ......, επιβλέπων καθηγητής της οποίας ήταν ο ενάγων .....". Στη συνέχεια εκτίθενται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν είχε "οικειοποιηθεί" επιστημονικό έργο άλλων συναδέλφων του και το Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα: "Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, καίτοι όφειλε να μην παραδώσει τον ενάγοντα σε δημόσια ανυποληψία ενώπιον της προαναφερθείσας κοινής συνεδρίασης Γενικής Συνέλευσης του Εκλεκτορικού Σώματος και να μην συμπεριλάβει στην επίδικη εισηγητική του έκθεση τον ισχυρισμό περί οικειοποίησης από τον ενάγοντα του έργου των συναδέλφων του, αυτός το έπραξε, εν γνώσει της αναλήθειάς του, το ως άνω δε θέμα αποτέλεσε ευρύ αντικείμενο συζήτησης της ως άνω κοινής συνεδρίασης και μεταξύ των καθοριστικών στοιχείων για την αρνητική κρίση του άνω εκλεκτορικού σώματος για την ανάδειξη του ενάγοντος στη θέση του καθηγητή, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση των σχετικών πρακτικών." Εκτίμησε, δηλαδή, το Εφετείο ανέλεγκτα ότι ο εναγόμενος- αναιρεσείων διέδωσε ψευδώς σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου ότι αυτός "διακρίνεται από έλλειψη επιστημονικής σεμνότητας, δεν διαθέτει σεβασμό προς τους συναδέλφους του, κύρια προς τους καθηγητές του οϋκειοποιούμενος την εργασία τους ......", εκτιμώντας ότι το αναφερόμενο στο κρίσιμο έγγραφο "περί οικειοποιήσεως της εργασίας άλλων συναδέλφων" έχει την έννοια της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων. Δηλαδή ορθά ανέγνωσε το έγγραφο, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Σύμφωνα επομένως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της ουσιαστικής έρευνας κατά πόσο ήταν ή όχι αληθές ότι ο ενάγων ...... είχε διαπράξει κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας έργου άλλων επιστημόνων και ως εκ τούτου δεν είχε τη δέουσα ακαδημαϊκή δεοντολογία, κρίνοντας επί της πραγματικής περιπτώσεως της υποψήφιας διδάκτορος .. με επιβλέποντα καθηγητή τον ενάγοντα, την οποία η καθηγήτρια ... κατηγόρησε ότι κατά τη σύνταξη της διατριβής της "οικειοποιήθηκε" χωρίς δικαίωμα δική της ερευνητική εργασία, δέχθηκε (φυλ. 6ο, σελ. β`) τα εξής: "Όμως, πέραν του γεγονότος ότι ούτε η ίδια η ... δεν απέδωσε ευθέως ευθύνες στον επιβλέποντα καθηγητή της ..., όσον αφορά το περιστατικό της υποτιθέμενης κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των ως άνω ηλεκτρονικών επιστολών, δεν γίνεται αντιληπτό πώς η από τον ενάγοντα υποστήριξη των θέσεων και της μέχρι τότε εργασίας της υποψηφίου ..... μπορεί να τον καταστήσει υπόλογο ηθικά και νομικά ...".
Συνεπώς, αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο κατά τη διατύπωση του ανωτέρω πρίσματος του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 27.3.2066 επιστολής - καταγγελίας της ...... με το να δεχθεί ότι "με την επιστολή δεν απεδίδοντο ευθύνες στον αναιρεσίβλητο". Και τούτο διότι ρητά αναφέρεται ότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα συνήγαγε όχι από το έγγραφο αυτό, αλλά από άλλα έγγραφα και συγκεκριμένα τις από 11.4.2006 και 2.5.2006 ηλεκτρονικές επιστολές αυτής, τα οποία και μνημονεύει ειδικά. Επομένως, ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του) είναι αβάσιμος. Απαράδεκτος είναι τέλος και ο από την ίδια ανωτέρω διάταξη έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι "η συμμετοχή του ... στην εισηγητική επιτροπή του αναιρεσιβλήτου τέθηκε από τον αναιρεσείοντα ως εναλλακτική μεταξύ αυτού και του...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών της 21-12-2005, παραλείποντας να αναγνώσει και ακολούθως να εκτιμήσει την περικοπή αυτών που αναφέρεται στα λεχθέντα από τον Πρόεδρο της σχολής ...... " . Λοιπόν τελική πρόταση. Ο κ. .. για το θέμα Τεχνολογιών Περιβάλλοντος, η Κα ... για τα θέματα Οργανικής Χημικής Τεχνολογίας ... και ο κ. ..... για τα θέματα Υγιεινής. Ομοφωνούμε όλοι: Ναι ομόφωνα". Και τούτο διότι είναι προφανές ότι δεν πρόκειται περί διαγνωστικού λάθους αλλά κατάληξη συμπεράσματος από το Εφετείο, διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ`’του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την υπ`’ αριθ. 72.943/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) την υπ` αριθ. 2557/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναφέρονται στην αντιδικία του ενάγοντος αναιρεσίβλητου με τρίτον (τον ......) τις οποίες ο αναιρεσείων προσκόμισε παραδεκτά με επίκληση. Ωστόσο, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του, από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, τις υπ’ αριθ. .../27-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ......, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος της από 29-5-2007 αγωγής και εναγομένου της από 28-7-2008 αγωγής". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία και τις επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις έστω και αν στην απόφαση δεν έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά και σ` αυτές αλλά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι ως αβάσιμος.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Για να είναι ορισμένος ένας τέτοιος λόγος και συνεπώς εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα πλην άλλων η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης που απορρίφθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν δε πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλομΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και επικαλούμενος μία αποσπασματική περικοπή της αποφάσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 300, 297, 298 και 914 ΑΚ και με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι δεν υπήρξε συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην πρόκληση της ζημίας του και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την από το άρθρο 300 ΑΚ ένστασή του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα μέρη του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει, στο αναιρετήριο ούτε το περιεχόμενο της εν λόγω ενστάσεως και τα περιστατικά που προτάθηκαν απ’ αυτόν προς θεμελίωσή του, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα του Εφετείου που απέρριψε την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι υπό την κατ` επίφαση επίκληση των πλημμελειών αυτών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α`’του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την υπόψη διάταξη ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 3/1997). Επομένως, κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, όπως και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και ισχυρισμοί αλυσιτελείς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα ούτε εξάλλου ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 8 περ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και συγκεκριμένα ότι: α) "και κατά το παρελθόν είχαν ανακύψει γεγονότα που υποδηλώνουν έντονη προσωπική δυσαρέσκεια από την πλευρά του εναγομένου προς τον ενάγοντα", αναφέροντας απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίασης της 23-02-2000 της εκλογής του αντιδίκου στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή και β) "το δικό του γνωστικό αντικείμενο ήταν παρεμφερές με το γνωστικό αντικείμενο του αντιδίκου και γι` αυτό παρεμπόδισε την εξέλιξη του στη βαθμίδα του καθηγητή". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα" με την προπαρατεθείσα έννοια αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, στον ίδιο λόγο διαλαμβάνεται και η αιτίαση ότι "η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 224, 111 παρ. 2 και 116 ΚΠολΔ περί των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η αγωγή, της παραδεκτής ή μη συμπλήρωσής της με τις προτάσεις, της αρχής της τηρήσεως της προδικασίας και του καθήκοντος αληθείας. Όπως υποστήριξα με σχετική ένστασή μου, προταθείσα στον πρώτο βαθμό και νομίμως επανέφερα στην κατ` έφεση δίκη (σελ. 33), η αγωγή του αντιδίκου έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, αόριστη, καταχρηστική ως παραβιάζουσα το καθήκον αληθείας, την ανάγκη τηρήσεως της προδικασίας και ως μη δυναμένη να συμπληρωθεί παραδεκτώς δια των προτάσεων." Ωστόσο, ο λόγος αυτός, είτε ήθελε εκτιμηθεί ότι θεμελιώνεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 (αποδίδοντας στην αγωγή νομική αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1) είτε στους αριθμούς 14 ή 8 του ίδιου άρθρου (αποδίδοντας στην αγωγή ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8), είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν αναφέρεται σε τι ακριβώς συνίσταται η αοριστία της αγωγής ώστε ο Αρειος Πάγος, επισκοπώντας το δικόγραφό της, να διαπιστώσει το είδος της αοριστίας και τη βασιμότητα του ισχυρισμού.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

                                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2015 αίτηση του ....... για αναίρεση της υπ` αριθ. 3438/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

2 σχόλια:

  1. Άκρως ενδιαφέρουσα άποψη εκφράζεται από τον ΑντΕισΑΠ Αθ. Κονταξή, σχετικά με το δεδικασμένο από πολιτικό δικαστήριο:
    «από τη λύση που απερίφραστα καθιερώνει η διάταξη, έχει υποστηριχθεί ότι θα πρέπει σε οριακές περιπτώσεις να δεχτούμε κάποιες αποκλίσεις. Για την περίπτωση δηλαδή που η μη δέσμευση του ποινικού δικαστή από το δεδικασμένο της πολιτικής απόφασης είναι ενδεχόμενο να οδηγήσει σε διάσπαση της ενότητας της έννομης τάξης και στην ανατροπή των συνεπειών της πολιτικής απόφασης μέσω του ποινικού δικαστηρίου, προτείνεται η διορθωτική ερμηνεία της ΚΠοινΔ 62, έτσι που ο ποινικός δικαστής να δεσμεύεται από το δεδικασμένο της πολιτικής απόφασης. Για τη ρύθμιση της ΚΠοινΔ 62 θα μπορούσε, τέλος, να υποστηριχθεί και η αντισυνταγματικότητα της, στην έκταση που αποδεσμεύει τον ποινικό δικαστή από το δεδικασμένο της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου, αναφορικά με την ισχύ ή μη των δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου που κρίθηκαν. Το άρθρο 20 § 1 Συντάγματος κατοχυρώνει, όχι μόνο κάποια δικαστική ακρόαση και προστασία, αλλά και την δραστικότητα τους, με τον αποκλεισμό μελλοντικών αμφισβητήσεων ως προς τα ήδη κριθέντα. Και το ποινικό δικαστήριο, όμοια όπως και κάθε πολιτικό, δεσμεύεται ότι ίσχυε το δικαίωμα που διαγνώστηκε, στο χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη πολιτική απόφαση. Εξυπακούεται βέβαια ότι το ποινικό δικαστήριο ‒όπως και κάθε πολιτικό‒ δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο να εξετάσει μήπως, μετά την τελευταία συζήτηση από την οποία επακολούθησε η έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, συνέβησαν πραγματικά γεγονότα τα οποία, στα πλαίσια άλλων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, προκάλεσαν διαφορετική εξέλιξη των ουσιαστικών σχέσεων των διαδίκων που είχαν κριθεί με την αρχική τελεσίδικη απόφαση» (ερμηνεία ΚΠοινΔ, τόμος Α, έκδοση τέταρτη, 2006, σελ∙ 634).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και από τον Καθηγητή Αργύριο Καρρά διατυπώνονται άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις στο παραπάνω ζήτημα. Ειδικότερα, "ελάχιστα χρειάζεται να σημειωθεί βέβαια, ότι τα ποινικά δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικά και μόνο σε εξαιρετικές και απολύτως δικαιολογημένες περιπτώσεις να κρίνουν διαφορετικά από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων για να αποφεύγεται ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των πολιτών στην απονομή της δικαιοσύνης (Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, πέμπτη έκδοση, 2017, πλαγιάριθμοπς 96, σελ. 85).
    Ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει επίσης, "Πάντως αν γίνει δεκτό ότι με τις διατάξεις των άρθρων 93 πργφ. 1 και 94 επ Συντ/ τος κατοχυρώνεται η αρχή της διάκρισης των δικαιοδοσιών, θα πρέπει περαιτέρω να γίνουν δεκτές και οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) τα προδικαστικά ζητήματα που ανακύπτουν σε μια δικαιοδοσία πρέπει να λύνονται αποκλειστικά και μόνο από το αρμόδιο, δηλαδή αυτό που έχει δικαιοδοσία, δικαστήριο, αναβαλλόμενης της αντίστοιχης δίκης έως την περάτωση της δίκης στο δικαστήριο που έχει την αντίστοιχη δικαιοδοσία, β) πρέπει να υπάρχει δεσμευτική ισχύς της απόφασης του δικαστηρίου της δικαιοδοσίας στην αντίστοιχη δίκη, όπου ανακύπτει το προδικαστικό ζήτημα" (στο ίδιο έργο, υποσημείωση 79, σελίδες 84-85).

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!