Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Προσωπικά δεδομένα, παράνομα αποδεικτικά μέσα, δικηγόροι, αναλογικότητα,

Εφετείο Θεσ/ κης 733/ 2009,  ΔιΜΕΕ 2009.514.

Πρόεδρος: Γ. Τσούνης, Πρόεδρος Εφετών Εισηγητής: Ι. Χατζηχαραλάμπους, Εφέτης.

Περίληψη. Προστασία προσωπικών δεδομένων. Λήψη προσωπικών δεδομένων του αντιδίκου για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε υφιστάμενη δίκη. Σύγκρουση μεταξύ δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας και δικαιώματος για προστασία προσωπικών δεδομένων. Περιεχόμενο της αρχής της αναλογικότητας που πρέπει να διέπει τη λήψη και χρήση των προσωπικών δεδομένων ενόψει μιας δίκης. Λήψη δεδομένων με παράνομο και αθέμιτο τρόπο. Αξίωση αποζημίωσης. Αυτή είναι ανάλογη με το μέγεθος της προσβολής και του αριθμού των προσώπων που έλαβαν γνώση των δεδομένων. (Βλ. σημ. Λ. Μήτρου, ΔΙΜΕΕ 2009, σελ. 519).


Ο νόμος 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως υπογραμμίζεται στην εισηγητική έκθεση του, θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη η οποία απορρέει από τις διατάξεις "του άρθρου 9, αλλά και των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 19 Συντ., που ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του".
Παράλληλα, όμως, η θέσπιση των ρυθμίσεων του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και ενόψει των προβλεπόμενων στην Οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 "για προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών". Η Οδηγία αυτή, όπως προκύπτει από το προοίμιο της, αποβλέπει στην εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, ώστε με την εγκαθίδρυση και λειτουργία της κοινοτικής εσωτερικής αγοράς να κατοχυρώνεται όχι μόνο η δυνατότητα κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου.
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι με το Ν 2472/1997, οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται), θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου, όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή-μετάδοση-χρήση) των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το φυσικό πρόσωπο, για την ασφάλεια των συναλλαγών και για την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Η ρύθμιση του Ν 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 Συντ., 57 ΑΚ κ.λπ.) συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παρανόμων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται - κατ` αρχήν - απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (ΕφΑΘ 3833/2003 ΕλλΔνη 2004,1022, ΕφΑΘ 1597/2007 ΔΕΕ 2008,603, ΑΠ 1040/2005 ΕλλΔνη 2007,198).
Από τις διατάξεις τέλος του προαναφερθέντος άρθρου 23 παρ. 1 και 2, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη, δηλαδή το κατά τις διατάξεις του Ν 2472/1997 υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων (ΑΠ 1257/2005 δημ. Νόμος), η δε ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας, ο οποίος προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1923/2006 ΝοΒ 2007,367).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή με το περιεχόμενο και το αίτημα που προαναφέρθηκε είναι αρκούντως ορισμένη, καθότι προσδιορίζονται στο δικόγραφο της τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία, ήτοι: α) συμπεριφορά της εναγομένης με την οποία η τελευταία παραβίασε τις διατάξεις του Ν 2472/1977, β) ότι η ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και την εξ αυτής ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγομένης και της ηθικής βλάβης της ενάγουσας και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση της εναγομένης των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση του Ν 2472/1977 και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη στην ενάγουσα. Με τον τρόπο αυτό δίδεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής και την εναγομένη να αμυνθεί προς τούτο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά την έννοια της διατάξεως 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ Ολ 17/1995, ΑΠ 545/2002, ΑΠ 763/2008 δημ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη με δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίευσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία ανέπτυξε με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις της υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά από την ενάγουσα, η οποία την άσκησε: α) ενώ καλώς γνωρίζει ότι από δικαιολογημένο και επιτακτικό νόμιμο συμφέρον προέβη στην διά της αρμόδιας οδού αναζήτηση και μετά ταύτα προσκόμιση των επίμαχων δικαστικών αποφάσεων, μετά τη δόλια και κατά παρότρυνση της αντιδίκου της αναδίπλωση του ουσιώδη μάρτυρα Α.Χ., της ποινικής δίκης που ανοίχτηκε με αφορμή την .../17.12.2004 έγκληση της, προκειμένου να αποδείξει ότι και μία ιατρός - γυναικολόγος όπως εν προκειμένω η ενάγουσα μπορεί να τελέσει την ποινικώς κολάσιμη πράξη για την οποία την καταμήνυσε, β) ενώ η ίδια η αντίδικος της άμεσα και απροκάλυπτα έκανε χρήση κατά την αντίκρουση της .../10.1.2005 αγωγής που άσκησε εναντίον της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, αθέμιτων και αναληθών μέσων εκθέτοντας εν γνώσει της ψευδή, εξυβριστικά και συκοφαντικά γι` αυτήν στοιχεία, γ) ενώ γνώριζε ότι ο προταθείς από αυτήν στην ποινική δίκη μάρτυρας της ιατρός Κ.Γ. στα πλαίσια της προανάκρισης προέβη σε συκοφάντηση και δυσφήμηση της υποστηρίζοντας ότι αυτή βρίσκεται σε μια νοσηρή κατάσταση και ότι πιστεύει ως νευρολόγος ότι όλη αυτή η πλεκτάνη υποδηλώνει την ψυχοπαθολογία της, και δ) προκειμένου να την εκβιάσει και να την αποτρέψει, με κίνδυνο την οικονομική της εξουθένωση από τη λήψη κατ` αυτής των δικαιολογημένων και απαραίτητων δικαστικών της ενεργειών, όπως της έγκλησης της για φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
Τα ως άνω περιστατικά που αναφέρονται υπό στοιχεία α`, β` και γ`, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν για τη θεμελίωση του περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής ισχυρισμού της εναγομένης, γιατί και αληθινά υποτιθέμενα, τα μεν περιστατικά υπό στοιχείο α` εμποδίζουν τη γέννηση του δικαιώματος της ενάγουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα δε περιστατικά υπό στοιχεία β` και γ` ενδεχομένως να δίδουν το δικαίωμα στην εναγομένη να ασκήσει κατά της ενάγουσας και του ως άνω μάρτυρα της αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας της δεν μπορούν όμως να χρησιμεύσουν για τη θεμελίωση του περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής ισχυρισμού της γιατί δεν καθιστούν την άσκηση της μη ανεκτή. Τα περιστατικά όμως υπό στοιχεία δ1 μπορούν να χρησιμεύσουν για τη θεμελίωση του περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής ισχυρισμού της, καθότι ναι μεν με αυτήν επιδιώκεται ικανοποίηση νόμιμου δικαιώματος της ενάγουσας η άσκηση του οποίου ανήκει στη διακριτική της ευχέρεια, αν όμως αποδειχθεί ότι ασκείται εκβιαστικά για τους λόγους που προαναφέρθηκαν καθίσταται μη ανεκτή η άσκηση της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης στο σύνολο της, έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, όπως υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσης της, ο οποίος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία του.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 ε` του ως άνω νόμου 2472/1997 "Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών".
Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ` του Ν 2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο "Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου".
Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Κατ` εφαρμογή, επίσης, της αρχής της νόμιμης συλλογής, τα δεδομένα πρέπει να έχουν συλλεχθεί νομίμως, με έγγραφη, δηλαδή, αίτηση προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. ΣτΕ 2252/2005, ΑΠ 1923/2006 ΝοΒ 2007,367, ΓνωμΝΣΚ 165/2008).
Τέλος, η εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ., που εισάγει ως νομικό κανόνα την "αρχή της αναλογικότητας", επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού (ΑΠ Ολ 43/2005 ΕλλΔνη 2005,1649). Ετσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, συγχρόνως δε δεν πρέπει με ακραίες εκτιμήσεις να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου (Βλ. Σ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, ΕλλΔνη 2006,1, ΑΠ 132/2006 δημ. Νόμος, ΕφΑΘ 745/2006 ΔΕΕ 2007,578).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης (η ενάγουσα δεν εξέτασε μάρτυρα), που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα έγγραφα που επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους έστω και αν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, μεταξύ των οποίων και οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων σε δίκες μεταξύ των ιδίων ή και άλλων διαδίκων (ΑΠ 472/2004 Δ 2005,368, ΑΠ 245/1994 ΝοΒ 1995,56), ή αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (ΑΠ 1563/2000 δημ. Νόμος), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα ασκεί το επάγγελμα της ιατρού γυναικολόγου στη θεσσαλονίκη. Η εναγομένη που απασχολείται σε διαφημιστική επιχείρηση, υπέβαλε εναντίον της αντιδίκου της, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, την υπ` αριθμ. .../17.12.2004 έγκληση της με την οποία την καταμήνυσε ότι αφενός μεν στις 28.11.2004 προκάλεσε με πρόθεση φθορές (χαράξεις - εκδορές με μεταλλικό αντικείμενο) στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εργοστασίου PEUGEOT 307, το οποίο είχε σταθμεύσει στην οδό Β.Γ. στη θεσσαλονίκη, και αφετέρου ότι προσέβαλε την προσωπικότητα της απευθύνοντας σε αυτήν απειλητικές και εξυβριστικές τηλεφωνικές κλήσεις.
Στην ως άνω ποινική υπόθεση δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρότεινε ως μάρτυρα τον Α.Χ., ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, αντιλήφθηκε ο ίδιος της ενέργεια της ενάγουσας να προκαλέσει τις παραπάνω φθορές στο όχημα της εναγομένης και υπέγραψε την από 8.12.2004 υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/1986 προς τούτο.
Στη συνέχεια όμως και κατά τη διάρκεια της προδικασίας, ο ως άνω μάρτυρας ανακάλεσε την υπεύθυνη δήλωση του αναιρώντας τον ισχυρισμό του ότι ενώπιόν του η ενάγουσα προέβη στις αναφερόμενες σ` αυτήν φθορές του οχήματος της εναγομένης.
Ακολούθως, στις 9.3.2005 όταν η εναγομένη κλήθηκε να καταθέσει ως πολιτικώς ενάγουσα στον αρμόδιο πταισματοδίκη στα πλαίσια διερεύνησης των καταγγελλόμενων από αυτήν πράξεων, επικαλέστηκε και προσκόμισε ώστε να περιληφθούν στη δικογραφία, τις παρακάτω αγωγή και ποινικές και πολιτικές αποφάσεις δικαστηρίων που το περιεχόμενο τους αφορούσαν την ενάγουσα: 1. Την υπ` αριθμ. 10.649/21.5.2002 απόφαση του Α` Τριμελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στην ενάγουσα ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών και δέκα (10) ημερών για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση του τέως συζύγου της Β.Π., καθώς και της Μ.Χ. Το κείμενο της ως άνω απόφασης συμπεριείχε επίσης και τα πρακτικά συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, τα οποία περιείχαν πλήθος λεπτομερειών γύρω από συμβάντα του οικογενειακού και προσωπικού της βίου ενόψει της αντιδικίας που είχε προκύψει στις σχέσεις της με τον τέως σύζυγο, τα οποία είχαν καταθέσει οι μάρτυρες κατηγορίας. 2. Την υπ` αριθμ. 49286/23.11.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά μήνυση του προαναφερομένου τέως συζύγου της, για παράβαση δικαστικής απόφασης και ειδικότερα διότι δεν επέτρεψε στο μηνυτή την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους, όπως όφειλε σύμφωνα με το διατακτικό της υπ` αριθμ. 22427/1997 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. 3. Την υπ` αριθμ. 53429/11.10.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά μήνυση του τέως συζύγου της για παράβαση του διατακτικού της ιδίας ως ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών. 4. Την υπ` αριθμ. 48485/21.9.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημελειοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά από μήνυση του τέως συζύγου της, για παράβαση του διατακτικού της προαναφερόμενης απόφασης σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. 5. Την υπ` αριθμ. 42707/9.7.2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην για παράβαση του διατακτικού της ιδίας προαναφερόμενης απόφασης σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών.
Οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις που αφορούν ποινικές καταδίκες αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας γιατί αναφέρονται σε ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν εναντίον της και σε καταδίκες της με ποινές φυλάκισης.
Ακόμη, επικαλέστηκε και προσκόμισε ώστε να περιληφθούν στην ίδια ποινική δικογραφία: 1. Την υπ` αριθμ. 20178/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δραχμών και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση των διατάξεων περί επικοινωνίας του ως άνω τέως συζύγου της και του ανηλίκου τέκνου τους, της υπ` αριθμ. 22427/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). 2. Την υπ` αριθμ. 7552/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δραχμών, και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση του διατακτικού της προαναφερθείσας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. 3. Την υπ` αριθμ. 28082/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δραχμών και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση του διατακτικού της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Και 4. Την υπ` αριθμ. 3396/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης (διαδικασία γαμικών διαφορών), η οποία έταξε αποδείξεις επί των δύο αντίθετων αγωγών διαζυγίου, της ενάγουσας και του τέως συζύγου της, που συνεκδικάστηκαν. Οι αποφάσεις αυτές δεν αποτελούν ευαίσθητα αλλά απλά προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, διότι δεν συμπεριλαμβάνονται στα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 2 του Ν 2472/1997 ως ευαίσθητα δεδομένα, αφού οι απαγγελθείσες κατά της ενάγουσας καταδίκες δεν είναι ποινικές, ήτοι δεν απαγγέλθηκαν στα πλαίσια ποινικής δίκης αλλά αστικής.
Στη συνέχεια, η εναγομένη υπέβαλε εναντίον του μάρτυρα της ενάγουσας Κ.Γ. και της ίδιας, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης, την .../12.4.2005 μήνυση της με την οποία τους καταμήνυσε για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα σε σχέση με γεγονότα που αναφέρονταν στην προαναφερόμενη υπόθεση των φθορών του αυτοκινήτου της.
Στη μήνυση αυτή επικαλέστηκε, προσκόμισε και κατέθεσε ως σχετικό και την .../18.9.2002 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης που άσκησε ο ως άνω τέως σύζυγος της ενάγουσας εναντίον της αιτούμενος την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπου αναφέρονταν γεγονότα από τις διενέξεις των δύο πρώην συζύγων.
Και η αγωγή αυτή με το περιεχόμενο της δεν αποτελεί ευαίσθητο αλλά απλό προσωπικό δεδομένο της ενάγουσας. Μαζί με την αγωγή αυτή η εναγομένη επικαλέστηκε και προσκόμισε και πάλι όλες τις ως άνω προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις.
Την αγωγή και τις αποφάσεις αυτές συνέλεξε κατ` εντολή της εναγομένης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της από τα αρχεία των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων Θεσσαλονίκης, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου.
Στη συλλογή αυτή, η οποία συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, η εναγομένη προέβη κατ` αθέμιτο και μη νόμιμο τρόπο, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τις γενικές αρχές του άρθρου 4 του Ν 2472/1997 που πρέπει να διέπουν κατ` αρχήν την επεξεργασία των δεδομένων.
Ειδικότερα, η εναγομένη συγκέντρωσε τις ως άνω αποφάσεις και αγωγές χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία και ειδικότερα για τις ποινικές αποφάσεις τη διάταξη του άρθρου 147 ΚΠΔ που ορίζει ότι αντίγραφα των ποινικών αποφάσεων δίδονται σε τρίτους μόνο εφόσον έχουν έννομο συμφέρον μετά από έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου και για τις πολιτικές αποφάσεις τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν 1756/1988 (κώδικα οργανισμού δικαστηρίων) που ορίζει ότι οι τρίτοι έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση, αντίγραφα ή αποσπάσματα των αποφάσεων και των εγγράφων της πολιτικής διαδικασίας, μόνο αν έχουν έννομο συμφέρον, κατά την κρίση του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη δεν επικαλείται αλλά ούτε και αποδεικνύει ότι συνέλλεξε τα παραπάνω στοιχεία από τα αρχεία του δικαστηρίου μετά από έγκριση του αρμοδίου προέδρου του δικαστηρίου για τις ποινικές αποφάσεις και του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης για τις αστικές αποφάσεις, κατά τη νόμιμη διαδικασία.
Και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι είναι αληθινός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι στην πράξη η πρόσβαση στα αρχεία των Δικαστηρίων της θεσσαλονίκης είναι ελεύθερη, ώστε οποιοσδήποτε έχει τη δυνατότητα να λάβει αντίγραφο αγωγής ή απόφασης εξ αυτών, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση της να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία, προκειμένου να επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας σε ποινική ή και πολιτική δίκη, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις του νόμου, όπως έννομο συμφέρον, συναφή και πρόσφορα για το σκοπό που τα προσκομίζει και όχι περισσότερα από όσα απαιτούνται.
Η συλλογή των άνω στοιχείων που αφορούν προσωπικά δεδομένα αλλά και η προσκόμιση τους εν προκειμένω στην ποινική διαδικασία αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι ανεπίτρεπτη αφού παραβιάστηκαν οι γενικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ν 2472/1997 και συγκεκριμένα γιατί δεν συλλέχθηκαν κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης: 1) ότι στη συλλογή της ανωτέρω αγωγής και αποφάσεων προέβη κατά τρόπο θεμιτό αφού αυτές λήφθηκαν κατόπιν αίτησης της νόμιμα από το αρχείο των δικαστηρίων της θεσσαλονίκης και στο επικυρωμένο αντίγραφο τους τέθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο η σχετική σφραγίδα του δικαστηρίου και η υπογραφή του, 2) ότι εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτές λήφθηκαν κατά τρόπο αθέμιτο γι` αυτό δεν ευθύνεται η ίδια αλλά ο υπάλληλος που τις χορήγησε, και 3) ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο κατ` εφαρμογή της αρχής της δημοσιότητας της συνεδρίασης του ενώπιον τρίτων και δεν συνιστούν ευαίσθητα ή έστω απλά προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με σκέψεις όπως οι παραπάνω απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επιπλέον, καθόσον αφορά τα προαναφερθέντα ευαίσθητα δεδομένα η επεξεργασία τους ήταν απολύτως απαγορευμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, όσο δε αφορά τα απλά δεδομένα συνελέγησαν κατά παράβαση του άρθρου 5 διότι δεν δόθηκε η συγκατάθεση της ενάγουσας προς τούτο.
Περαιτέρω, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση κάποιος λόγος εξαίρεσης που επέτρεπε την επεξεργασία των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας από την εναγομένη, διότι όπως αποδείχθηκε η συλλογή και προσκόμιση των άνω στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δη για την αναγνώριση των δικαιωμάτων της ως πολιτικώς ενάγουσας στη δίκη που θα επακολουθούσε. Και τούτο διότι τα ανωτέρω δεδομένα - πραγματικά περιστατικά ήταν εντελώς διάφορα των περιστατικών που έπρεπε να αποδειχθούν ώστε να καταδικαστεί η ενάγουσα για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία την εγκάλεσε η εναγομένη και ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη. Επομένως, αυτά δεν ήταν πρόσφορα να στηρίξουν το δικαίωμα της εναγομένης αφού αφορούσαν υποθέσεις άσχετες με την υπό κρίση μη συναπτόμενα με την τελευταία κατά τις περιστάσεις χρόνου, τόπου και λοιπών περιστατικών τέλεσης. Τα ως άνω στοιχεία, όπως και η ίδια εμμέσως δέχεται, προσκομίστηκαν από την εναγομένη με πρόθεση να δημιουργήσει δυσμενείς εντυπώσεις στους παράγοντες της διαδικασίας για το πρόσωπο της ενάγουσας, δίκη τεκμηρίου ενοχής της για την καταγγελλόμενη πράξη.
Η παραβίαση αυτή των διατάξεων του Ν 2472/1997 από την εναγομένη οφείλεται σε υπαιτιότητα της (δόλο), διότι τα προσκόμισε με σκοπό να προσβάλλει την προσωπικότητα της εναγομένης ως ατόμου, τόσο στην τιμή και την υπόληψη της όσο και στην επαγγελματική της σταδιοδρομία ως ιατρού - γυναικολόγου και όχι διότι ήταν αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος της ενώπιον δικαστηρίου.
Επομένως, ο νόμιμος κατ` άρθρο 7 παρ. 2 περ. γ` του Ν 2472/1997 ισχυρισμός της εναγομένης με τον οποίο υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προέβη στη συλλογή των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας από υπαιτιότητα και πολύ περισσότερο από δόλο αλλά διότι αυτή ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση δικαιώματος της ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με σκέψεις όπως οι παραπάνω απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και το δεύτερο λόγο της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος, αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και ως μόνης συνέπειας αυτής μειώθηκε η αξιοπρέπεια και βλήθηκε η τιμή και η υπόληψη της ενάγουσας, η οποία είναι επιστήμονας και ασκεί εδώ και πολλά έτη το επάγγελμα της ιατρού μαιευτήρος γυναικολόγου στη θεσσαλονίκη. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη. Ειδικότερα, η ως άνω παράνομη επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της και την απαξίωσε ως άτομο ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων με τη βεβαιότητα ότι η ίδια προσβολή θα επέλθει και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον των δικαστικών λειτουργών, των γραμματέων και των πληρεξουσίων δικηγόρων. Η όλη αυτή ενέργεια της προκάλεσε και της προκαλεί ακόμη ψυχική αναστάτωση, στεναχώρια και ψυχική ταλαιπωρία, γεγονότα που δε θα επέρχονταν εάν η εναγόμενη δεν προέβαινε στην παράνομη συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων. Προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη απαιτείται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 Συντ. της "αρχής της αναλογικότητας", που επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού και σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση και τις εκφάνσεις της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή (τιμή, υπόληψη και επαγγελματική καριέρα), τη βαρύτητα της και το βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης, την καλή κοινωνική και οικονομική θέση των μερών και συγκεκριμένα της ενάγουσας ως επιτυχημένης ιατρού - γυναικολόγου και της εναγομένης η οποία είναι απόφοιτος της σχολής δημόσιας διοίκησης μάρκετινγκ και διαφήμισης, συνεργάζεται εδώ και πολλά έτη επιτυχώς με το διαφημιστικό τμήμα της εταιρίας"...", απασχόληση από την οποία αποκερδαίνει ικανοποιητικά εισοδήματα, των συνθηκών και της δημοσιότητας της προσβολής, καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας, κρίνει ότι το ποσό της ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας, για την προσβολή της προσωπικότητας της, ανέρχεται στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΑΠ 1337/2008 δημ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού στην ενάγουσα, το οποίο υπολείπεται του ισόποσου σε ευρώ των 2.000.000 δραχμών που προβλέπεται από το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν 2472/1997, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί, κατά την αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 Συντ., διότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται δεν οδηγεί σε προφανή δυσαναλογία του οικονομικού οφέλους της παθούσας, σε σύγκριση με τη γενόμενη εις βάρος του προσβολή, παραβίαση η οποία θα ελάμβανε χώρα εν προκειμένω, εάν επιδικαζόταν το ισόποσο σε ευρώ των 2.000.000 δραχμών κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
Και τούτο διότι το επιδικαζόμενο ποσό είναι ανάλογο με το μέγεθος της προσβολής που έγινε στην ενάγουσα, λαμβανομένης υπόψη εκτός των όσων προαναφέρθηκαν και της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω αγωγή και αποφάσεις δεν συμπεριλήφθησαν από τον αρμόδιο εισαγγελέα στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων του κατηγορητηρίου που απαγγέλθηκε κατά της ενάγουσας (βλ. το από 13.12.2007 κατηγορητήριο ενώπιον του Γ Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, που αυτή επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα), ώστε ο αριθμός των προσώπων που έλαβαν και θα λάβουν γνώση των προσωπικών δεδομένων της είναι σχετικά περιορισμένος, σε συνδυασμό με τη θέση στην οποία περιήλθε εξ αιτίας της δημοσιότητας τους ως άτομο, κριτήρια που επιβάλλουν στα δικαστήρια της ουσίας να επιδικάσουν σε ανάλογη περίπτωση, ίση ως προς το ύψος της επιδικαζόμενης, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η νόμιμη κατ` άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής από την ενάγουσα, διότι δεν αποδείχτηκε ότι αυτή ασκήθηκε από την τελευταία προκειμένου να την εκβιάσει και να την αποτρέψει, με κίνδυνο την οικονομική της εξουθένωση από τη λήψη κατ` αυτής των δικαιολογημένων και απαραίτητων δικαστικών της ενεργειών, όπως της προαναφερθείσας έγκλησης της για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, και συνεπώς η άσκηση της δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της.
Συνακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 3.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την όχληση της με την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 7.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως υποστηρίζει η εναγομένη με τον τελευταίο λόγο της έφεσης της, ο οποίος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος.
Δημοσίευση σχολίου