Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

επικαιροποίηση οφειλών, δόλος οφειλέτη, συνταξιοδότηση οφειλέτη, στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες.

Ειρηνοδικείο Πατρών 299/ 2018

Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη Πατρών Αγνή - Μαρία Ταλαδιανού.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Αίτηση με προδικασία προ 4161/2013. Απόρριψη ένστασης μη επικαιροποίησης. Αιτούσα συνταξιούχος Δημοσίου. Αδυναμία αποπληρωμής προερχόμενη από την συνταξιοδότηση της αιτούσας. Απορρίπτει ένσταση δόλιας περιέλευσης λόγω επιλογής της να συνταξιοδοτηθεί, διότι αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και δεν δύναται να περιοριστεί έναντι των συμφερόντων της πιστώτριας προς αποπληρωμή των δανείων της. Απορρίπτει ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αίτησης. Ορίζει δόσεις 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Εξαιρεί κύρια κατοικία, καταβολή δόσεων άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 στην μοναδική μετέχουσα πιστώτρια. Αφαίρεση ποσών από τις δόσεις του άρθρου 9 παρ. 2  που κατέβαλε η αιτούσα εκουσίως έως την συζήτηση της αίτησής της.

Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες, που αναφέρεται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή της απ’ αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση είναι πλήρως ορισμένη,  καθώς στην αίτηση αναφέρονται τα εισοδήματα της αιτούσας, η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση και το συνολικό ύψος των βιοτικών της αναγκών. Δεν απαιτείται να εξειδικεύεται στο δικόγραφο της αίτησης, το πώς προέκυψε η μόνιμη αδυναμία να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις και ποίο το κόστος διαβίωσής της, ο χρόνος ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, το ύψος των δόσεων που ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει μηνιαίως, τα γεγονότα που την οδήγησαν στον υπερδανεισμό και τα γεγονότα που την οδήγησαν στην αδυναμία της να ανταποκρίνεται στις ανειλημμένες "δανειακές" υποχρεώσεις της, καθώς και το ποσοστό μείωσης του εισοδήματός της, οι συγκυρίες που κατέστησαν μόνιμη την αδυναμία πληρωμής, το ύψος των αποδοχών της κατά τον χρόνο σύναψης των δανείων. Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και η έλλειψή τους δεν καθιστά απορριπτέα ως απαράδεκτη την αίτηση λόγω αοριστίας, διότι αυτή, πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών από τον οφειλέτη-φυσικό πρόσωπο, πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει και: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του τυχόν συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, έστω και με μηδενικές καταβολές, στοιχεία που περιέχονται σ` αυτή (βλ. Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2016, σελ.251 επ., 181, Κρητικός ρύθμιση οφειλών ν.3869/ 2010, 2016, σελ 87 επ. και Ε.Κιουπτσίδου Αρμ.64 σελ 1467, ΑΠ 64/2017, 65/2017 και 66/ 2017, ΜΠρΑλεξ 190/2012, ΕιρΕλευσ 2/2012, ΕιρΘεσσαλ 6119/2012, ΕιρΘεσσαλ 6168/2012, ΕιρΘεσσαλ 1348/2012, ΕιρΑλμωπ 63/2012, ΕιρΕδεσσ 94/2012, ΕιρΦιλιατ 1/2012, ΕιρΤριπ 51/2012, ΕιρΑλεξ 42/2012, ΕιρΑλεξ 31/2012, ΕιρΙωαν 2/2011, ΕιρΒέροιας 185/2011, ΕιρΛαρ 104/2011, ΕιρΕλευσ 4/ 2011).

Αρμόδια επίσης φέρεται για συζήτηση εφόσον για το παραδεκτό της: i) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από την Δικηγόρο ... (βλ. την από 28-8-2012 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού), ii) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 § 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπως  προκύπτει από την ημερομηνία αποτυχίας που αναγράφεται στη βεβαίωση την διαμεσολαβήτρια .... (28-8-2012) σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης (31-8-2012) και iii) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση στην μετέχουσα της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της (βλ. την υπ’αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πατρών των εγγράφων του αρθ. 4§2 ν. 3869/2010 (την από 31-8-2012 έκθεση εγχειρίσεως της βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού), σημειώνεται δε ότι μολονότι προσκομίζεται η από 31-8-2012 υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων, δεν αποτελεί στοιχείο παραδεκτού της αίτησης (ΑΠ 236/2015 ΑΠ66/2017, Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από την μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια (βλ. τις από 30-10-2012 παρατηρήσεις). Το αίτημα για απαλλαγή της αιτούσας έναντι της πιστώτριας από τα υπόλοιπα των χρεών της πρέπει να απορριφθεί, αφού σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη - αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (άρθ. 11 παρ. 1 του Ν.3869/2010) και επ΄ αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών.

Σύμφωνα με το άρθρο 55 του Ν. 4384/2016/(ΦΕΚ 78Α/26-4-2016), το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 της παραγράφου Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι οφειλέτες, των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμούσε στις 19 Αυγούστου 2015, υποχρεούνται έως τις 30 Ιουνίου 2016, και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010». Κατόπιν το ίδιο άρθρο ορίζει ότι «Η υπαίτια παράβαση παράλειψης του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010».
Η ανωτέρω διάταξη θεσπίστηκε προκειμένου να προασπιστούν τα συμφέροντα των πιστωτών τραπεζών για αύξηση των μηνιαίων δόσεων που ορίστηκαν με την προσωρινή διαταγή, καθόσον τα νέα προσκομιζόμενα στοιχεία ενδέχεται να δικαιολογούν την τροποποίησή της και τούτο διότι λόγω ορισμού μακρινών δικασίμων και της μακράς διάρκειας ισχύος των προσωρινών διαταγών. Συνεπώς, κατά το διάστημα που έχει διαρρεύσει μπορεί να έχουν επέλθει σοβαρές οικογενειακές, εισοδηματικές και περιουσιακές αλλαγές, τις οποίες ο οφειλέτης πρέπει να αναφέρει, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα, κατά την επικαιροποίηση, προκειμένου να λάβουν γνώση οι πιστωτές και να τροποποιηθεί, ενδεχομένως, το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο της κύριας  ρύθμισης, η παράλειψη επικαιροποίησης μπορεί να θεραπευτεί με την έγκαιρη και οικειοθελή προσκόμιση των εγγράφων για την περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη και της συζύγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ωστόσο, η μη επικαιροποίηση του φακέλου συνιστά παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας μόνο εάν αυτή ήταν ουσιώδης, ήτοι ικανή και πρόσφορη να βλάψει τα συμφέροντα των πιστωτών και τα νέα στοιχεία, που δεν κατατέθηκαν, δικαιολογούσαν την μεταρρύθμιση της προσωρινής διαταγής. Ενδεικτικά, επουσιώδης είναι η παράβαση επί παράλειψης ενημέρωσης για την απόκτηση πολύ μικρού εισοδήματος, που δε θα δικαιολογούσε την τροποποίηση της προσωρινής διαταγής ή η προσκόμιση, έστω και εκπρόθεσμα, εγγράφων σχετικά με μη προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία. Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι δεν θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών, ακόμα και ουσιώδες να ήταν το έγγραφο που δεν προσκομίστηκε κατά το στάδιο της επικαιροποίησης αλλά προσκομίστηκε στην συζήτηση της αίτησης, διότι ακόμα και αν ορίστηκαν μικρές καταβολές με την προσωρινή διαταγή, το Δικαστήριο της κύριας αίτησης, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 5 του Ν.3869/2010 θα αναγκάσει τον οφειλέτη να πληρώσει εντός έτους, εντόκως την διαφορά του ποσού θα προκύψει από την προσωρινή διαταγή και την οριστική ρύθμιση. Συμπερασματικά, αν τελικά αποδειχθεί ότι ο οφειλέτης παρέβη την υποχρέωση για επικαιροποίηση ή ήταν ελλιπής ως προς τα παραπάνω στοιχεία που είναι ουσιώδη και δικαιολογούσαν την  τροποποίηση της προσωρινής ρύθμισης υπέρ των πιστωτών, ή επιδρούν στην κύρια ρύθμιση και δε θεραπεύτηκε η παράλειψη κατά τη συζήτηση, παράλληλα δε ο οφειλέτης δεν ανταποδείξει τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που αίρει την τεκμαιρόμενη υπαιτιότητά του, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση (Α. Κρητικός ρύθμιση οφειλών ν.3869/2010, 2016, σελ. 561 επ., Εισήγηση 12-14/10/2016, Γ. Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη, στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με θέμα «ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΦΑΚΕΛΟΥ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3869/2010. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ»). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε την 31-8-2012, πριν την τροποποίηση του Ν. 4161/2013, επομένως, δεν υφίστατο υποχρέωση έκδοσης προσωρινής διαταγής και ως εκ τούτου, ακόμα και αν η αιτούσα είχε παραβιάσει την υποχρέωση προς επικαιροποίηση των στοιχείων της, ουδεμία επιρροή θα ασκούσε στα συμφέροντα της μετέχουσας, ελλείψει προσωρινής διαταγής. Εκ του περισσού, όμως σημειώνεται, ότι η αιτούσα προέβη σε επικαιροποίηση των στοιχείων της, όπως προκύπτει από πράξη παραλαβής δικαιολογητικών επικαιροποίησης της γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού την 1-2-2016.

Παραπέρα η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013, όπως ισχύει για την υπό κρίση αίτηση (βλ. παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 [ΦΕΚ Α 94/14-8-2015]), καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, το χρέος της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Από όσα αναπτύχθηκαν προφορικά κατά τη συζήτηση από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, από το σύνολο των εγγράφων, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, (άρθρο 5 του Ν.3869/2010, 748 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και εκείνων, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους [παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΝΚΠολΔ, άρ. 759 αριθμ., 5 και Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129)], τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους, (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (άρθρα 744 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
 Η αιτούσα έχει γεννηθεί το έτος 1958 στην ... Αττικής, είναι διαζευγμένη και έχει τρία ενήλικα τέκνα, την .., γεννηθείσα το έτος 1977, την ... γεννηθείσα το έτος 1979 και την ... γεννηθείσα το έτος 1987 (βλ. ΑΔΤ ..., υπ’αριθμ. ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ...).  Η αιτούσα, εργαζόταν ως αδελφή νοσοκόμα στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «...», στις 29-8-2012 υπέβαλε αίτηση παραίτησης και αποχώρησε από την υπηρεσία (βλ. την υπ’αριθμ. ... βεβαίωση του Γ.Ν.Π. «...») και πλέον λαμβάνει κύρια σύνταξη ποσού 847,27€ από το Δημόσιο και το ακαθάριστο ποσό των 276,46€ από δύο επικουρικές συντάξεις από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων και από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (βλ. τα ενημερωτικά σημειώματα Ιανουαρίου 2018, Οκτωβρίου, Σεπτεμβρίου και Αυγούστου 2015 και δήλωση φορολογικού έτους 2016). Τα ετήσια εισοδήματα που δήλωσε η αιτούσα είναι τα κάτωθι (επισημαίνεται ότι το καθαρό εισόδημα που εμφαίνεται στον πίνακα 4Α και στον κωδικό 301 των φορολογικών δηλώσεων από μισθωτή εργασία είναι αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, που βαρύνουν πραγματικά το μισθωτό ή συνταξιούχο. Για τον υπολογισμό του καθαρού εισοδήματος δεν αφαιρείται το ποσό του φόρου και το ποσό έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του νόμου Ν.3986/2011 που παρακρατήθηκε στις αποδοχές, ούτε οι κρατήσεις που έγιναν από το μισθό για την εξόφληση στεγαστικού ή άλλου δανείου): α) για το έτος 2016, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 5,34€ (μερίσματα-τόκοι-δικαιώματα), 14.445,56€ (συντάξεις),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 13.118,16€ (14.450,90€-[1.278,82€ αναλογούν φόρος + 53,92€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 1.093,18€ μηνιαίως, β) για το έτος 2015, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 3,44€ (μερίσματα-τόκοι-δικαιώματα), 13.335,39€ (συντάξεις),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 12.407,89€ (13.335,39€-[833,55€ αναλογούν φόρος + 93,35€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 1.033,99€ μηνιαίως, γ) για το έτος 2014, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 38,63€ (μερίσματα-τόκοι-δικαιώματα), 13.250,42€ (συντάξεις),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 12.335,28€ (13.289,05€-[820,88€ αναλογούν φόρος + 132,89€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 1.027,94€ μηνιαίως, δ) για το έτος 2013, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 12.261,06€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 11.540,68€ (12.261,06€-[597,43 € αναλογούν φόρος + 122,95€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 961,72€ μηνιαίως, ε) για το έτος 2012, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 16.341,58€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 14.739,36€ (16.431,58€-[1.527,90€ αναλογούν φόρος + 164,32€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 1.228,28€ μηνιαίως, στ) για το έτος 2011, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 21.088,79€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 18.176,38€ (21.088,79€-[2.490,63€ αναλογούν φόρος + 421,78€ εισφορά αλληλεγγύης]), άρα 1.514,69€ μηνιαίως, ζ) για το έτος 2010, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 22.233,37€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 21.473,10€ (22.233,37€-760,27€ αναλογούν φόρος), άρα 1.789,42€ μηνιαίως, η) για το έτος 2009, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 23.785,29€ (μισθωτή εργασία) και 1.202,88€ (αυτότ.φορολ.ποσά),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 22.484,57€ (23.785,29€-[2.503,60€ αναλογούν φόρος] + 1.202,88€), άρα 1.873,71€ μηνιαίως, θ) για το έτος 2008, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 22.927,26€ (μισθωτή εργασία) και 1.179,24€ (αυτότ.φορολ.ποσά),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 21.960,79€ (22.927,26€-[2.145,71€ αναλογούν φόρος] + 1.179,24€), άρα 1.830,06€ μηνιαίως, ι) για το έτος 2007, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 20.213,71€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 18.625,55€ (20.213,71€-1.588,06€ αναλογούν φόρος), άρα 1.552,13€ μηνιαίως, ια) για το έτος 2006, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 20.304,11€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 18.787,77€ (20.304,11€-1.516,34€ αναλογούν φόρος), άρα 1.565,64€ μηνιαίως, ιβ) για το έτος 2005, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 19.241,30€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 17.404,53€ (19.241,30€-1.836,77€ αναλογούν φόρος), άρα 1.450,37€ μηνιαίως, ιγ) για το έτος 2004, η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.253,49€ (μισθωτή εργασία),  ήτοι καθαρό εισόδημα ετησίως το ποσό των 16.512,44€ (18.253,49€-1.741,05€ αναλογούν φόρος), άρα 1.376,03€ μηνιαίως, (βλ. τα εκκαθαριστικά οικονομικών ετών 2005-2014 και πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου 2014-2016).
Η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω δάνεια από την μετέχουσα τράπεζα, τα οποία περιλαμβάνει στην αίτηση ρύθμισης: Από την μετέχουσα τράπεζα της έχει χορηγηθεί : α) με την υπ’αριθμ ... σύμβαση στεγαστικής πίστης δάνειο,  με υπόλοιπο οφειλής, την 25-9-2012 σε κεφάλαιο 57.911,05 €, τόκους 662,22€, δεδουλ. τόκους 14,89€, έξοδα 0,59€, συνολικά ποσό 58.588,75€, β) με την υπ’αριθμ ... σύμβαση στεγαστικής πίστης δάνειο,  με υπόλοιπο οφειλής, την 25-9-2012 σε κεφάλαιο 24.984,77€, τόκους 411,08€, δεδουλ. τόκους 12,55€, έξοδα 0€, συνολικά ποσό 25.408,40€ και γ) με την υπ’αριθμ ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, την 25-9-2012 σε κεφάλαιο 1.556,21€, τόκους 0€, δεδουλ. τόκους 43,37€, έξοδα 0€, συνολικά ποσό 1.599,55€ (βλ. τις από 15-1-2016 και 10-6-2016 βεβαιώσεις οφειλών της μετέχουσας). Τα χρέη της προς την ανωτέρω πιστώτρια ανέρχονται σε 85.596,70€ (58.588,75€ + 25.408,40€ + 1.599,55€). Τα έσοδα της αιτούσας, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση αυτών των χρεών. Η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προέβαλε η μετέχουσα, κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την οποία προέβη σε δανεισμό, παρότι γνώριζε την αδυναμία της να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική της δυνατότητα και την περιουσιακή της κατάσταση και έτσι περιέφερε τον εαυτό της σε κατάσταση υπερχρέωσης, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης ως ουσία αβάσιμης. Ειδικότερα, η αιτούσα όταν σύνηψε τα δύο στεγαστικά της δάνεια, το έτος 2005, αποκόμιζε μηνιαίως το ποσό των 1.450€ περίπου (βλ. εκκαθαριστικό οικ.έτους 2006) και ως εκ τούτου μπορούσε να αποπληρώνει τις δόσεις αυτών, που ανέρχονταν στο ποσό των 482,40€ (βλ. την από 10-6-2016 βεβαίωση οφειλών με 10% : 33,77€+14,47€= 48,24€), τις οποίες αποπλήρωνε κανονικά από το εισόδημα που αποκόμιζε από την εργασία της, το οποίο μάλιστα ανερχόταν στο ποσό των 1.500€ περίπου μηνιαίως τα επόμενα έτη, επομένως της απέμενε περίπου το ποσό των 1.000€ για την αξιοπρεπή διαβίωσή της. Η αδυναμία της προήλθε από την μείωση των εισοδημάτων της λόγω της συνταξιοδότησής της, τα οποία ανήλθαν περίπου στο ποσό των 1.000€, και συνεπώς αδυνατούσε να αποπληρώσει την μηνιαία ενήμερη δόση, χωρίς την διακινδύνευση της δικής της διατροφής. Απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της μετέχουσας περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία, λόγω της επιλογής της να συνταξιοδοτηθεί, καθόσον, αυτό αποτελεί κοινωνικό δικαίωμά της (άρθρα 22 και 25 Σ) και δεν δύναται να περιοριστεί έναντι των συμφερόντων της πιστώτριας προς αποπληρωμή δανείων (βλ. και Κατρούγκαλος, Η (πολιτική) σύνταξη ως κοινωνικό δικαίωμα, ΕΔΚΑ ΜΘ/2007, σελ. 426). Σημειώνεται δε ότι, από τις δηλώσεις φορολογικών ετών 2016, 2015, 2014, και οικονομικού έτους 2014, δεν προέκυψε καταβολή εφάπαξ στην αιτούσα, το οποίο θα δηλωνόταν στον πίνακα 6 και στον κωδικό 781. Απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης που προβλήθηκε από την μετέχουσα πιστώτρια, καθώς ο Ν.3869/2010 αποβλέπει στην δυνατότητα να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για επανένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν.3869/2010 και ΕιρΑκράτας 7 και 8/2012 αδημοσίευτη). Ως εκ τούτου, η επιδίωξη της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών του σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του Ν.3869/2010 δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση με τρόπο αντίθετο στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του, αφού ο δανειολήπτης ασκεί νόμιμο δικαίωμά του σε ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε η δημιουργία εύλογης πεποίθησης στους πιστωτές ότι ο οφειλέτης δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του αυτό, ενώ οι επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες από την υπαγωγή της αιτούσας στο Ν.3869/2010 συνιστούν, βέβαια, επέμβαση στις απαιτήσεις τους, οι οποίες όμως διαμορφώθηκαν σε υψηλά σε σχέση με το ύψος του χορηγηθέντος κεφαλαίου ποσά, λόγω των επιτοκίων που ισχύουν στον χώρο της καταναλωτικής πίστης, με συνέπεια την υπερχρέωση των πολιτών, που καθιστά αναγκαία τη μείωση των απαιτήσεών τους αυτών ή/ και την επιμήκυνσή τους, ώστε να εξασφαλιστεί στους οφειλέτες ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και να μπορέσουν αυτοί να επανενταχθούν στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, κάτι που αποτελεί σκοπό του Νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών (βλ. ΜΠρΑλεξανδρούπολης 190/ 2012 αδημοσίευτες, ΕιρΛάρισας 65/2013).

Στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται, η πλήρης κυριότητα σε ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος, τετάρτου ορόφου, εμβαδού 81 τ.μ., έτους κατασκευής 1978, ευρισκόμενο στην οδό ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ’αριθμ. ...συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ..., νομίμως καταχωρημένου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με αριθμό ... την 15-7-2005, το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία αυτής και γι’ αυτό το λόγο ζητά την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Επί του ακινήτου αυτού, η μετέχουσα έχει εγγράψει : α) προσημείωση υποθήκης, την 14-9-2005, με αριθμό ... στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών για το ποσό των 84.000€, δυνάμει της υπ’αριθμ. 3883/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και β) προσημείωση υποθήκης, την 14-9-2005, με αριθμό ... στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών για το ποσό των 36.000€, δυνάμει της υπ’αριθμ. 3883/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (βλ. την δήλωση περιουσιακής κατάστασης Ε9 έτους 2018 την δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2017, και το υπ’ αριθμ. 185/12-1-2018 πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών).
Κατά συνέπεια, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα σ’ αυτή της διάταξης του άρθρου 8 § 2, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013 και όπως ισχύει για την υπό κρίση αίτηση (βλ. παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 [ΦΕΚ Α 94/14-8-2015]), για μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα από τριών έως πέντε ετών. Η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια από τα εισοδήματα της επί πεντατία (άρθρο 8 § 2 ν. 3869/2010). Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι κριτήρια για τον ακριβή καθορισμό της διάρκειας των καταβολών από τα εισοδήματα του οφειλέτη δεν περιέχονταν στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 16 Ν.4161/2013, που τροποποίησε το άρθρ. 8 παρ. 2 Ν.3869/2010, ούτε στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν.4161/2013 και παρέχεται στον δικάζοντα Δικαστή η διακριτική ευχέρεια να καθορίσει εκείνος ανά περίπτωση το χρονικό διάστημα που κρίνει αναγκαίο μεταξύ 3 έως 5 ετών, για τις καταβολές από τα εισοδήματα του οφειλέτη. Ως εκ τούτου, τα κριτήρια βάσει των οποίων θα καθοριστεί η διάρκεια του ανωτέρω χρονικού διαστήματος θα πρέπει να αναζητηθούν στους γενικούς λόγους θέσπισης του Ν.3869/2010. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση αυτού, στόχος του Ν.3869/2010 είναι ο απεγκλωβισμός του οφειλέτη από τα χρέη και την παραγωγική αδράνεια στην οποία, εξ αιτίας αυτών, έχει περιέλθει. Τούτων δοθέντων, πρέπει να προτιμάται ρύθμιση πλησίον των απώτερων χρονικών ορίων του Νόμου (5/ετία) στην περίπτωση οφειλέτη νεαρής ηλικίας, που ανήκει στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό και έχει (ή δύναται να αποκτήσει) πηγές εισοδημάτων, και ρύθμιση πλησίον της 3/ετίας σε ηλικιωμένο οφειλέτη, αφού, σε διαφορετική περίπτωση, ενόψει και της ηλικίας του τελευταίου αυτού δανειολήπτη, δεν θα είναι εφικτός ο οικονομικός και κοινωνικός απεγκλωβισμός του από τα χρέη.
Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, οι μηνιαίες απολαβές της αιτούσας ανέρχονται πλέον, κατά μέσο όρο στο συνολικό ποσό των 1.000€ μηνιαίως (αναλυόμενο ανωτέρω). Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών μηνιαίων βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της κάλυψης των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακινήσεις, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας, εκπαίδευσης, κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες) προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 650€, ποσό ανώτερο του αναφερομένου στην Έκθεση περί Ευλόγων Δαπανών Διαβίωσης 1, δημοσιευθείσα στο taxheaven.gr, Πίνακας, δοθέντος ότι η αιτούσα διαθέτει ιδιόκτητη οικία και δεν επιβαρύνεται με την καταβολή μηνιαίου μισθώματος. Άλλωστε το κόστος διαβίωσης στην πόλη της ..., κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι χαμηλότερο σε σχέση με αυτό της πρωτεύουσας. Συνεπώς, το ποσό που απομένει ανά μήνα, κατά μέσο όρο, από το εισόδημα της αιτούσας για την κάλυψη των απαιτήσεων της πιστώτριάς της ανέρχεται σε (1.000€ - 650€) τριακόσια πενήντα ευρώ (350,00€), εύλογο και εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων. Επισημαίνεται ότι και το τέκνο της ..., για το οποίο σημειωτέον, δεν προσκομίζονται βεβαίωση ανεργίας ή φορολογικά στοιχεία, δεν θεωρείται προστατευόμενο μέλος, καθώς στην έννοια του «προστατευόμενου μέλους» (άρθρ. 1389 επ. και 1486 επ. ΑΚ) εντάσσεται κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του, καθώς και όποιος δεν δύναται να ανεύρει εργασία εξ αιτίας βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας. Συνεπώς, δεν υπάγονται τα ενήλικα τέκνα που έχουν την δυνατότητα να αυτοδιατραφούν και να εργαστούν, καθώς και τα ενήλικα τέκνα που δεν βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας ή ως προς τα οποία δεν αποδεικνύεται αδυναμία εύρεσης εργασίας (βλ. ΜΠρΑλεξανδρούπολης 190/2012 ό.π., ΜΠρΚιλκίς 239/2012, ΜΠρΣερρών 221/2013 αδημ., Μακρής «Εκουσία Δικαιοδοσία», εκδ. Τσίμος, Β’ έκδ., 2012,σελ. 566, βλ. Ι. Βενιέρη - Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2016, σελ.503 επ., Α. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων»,2016, σελ. 232). Εξάλλου, πρέπει και η αιτούσα από την πλευρά της να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της, περιοριζόμενη μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν.3869/2010, να μπορέσει να ανταποκριθεί στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών της, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά της για μια χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχει η αιτούσα μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής της από τα χρέη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι δαπάνες της να περιοριστούν, προκειμένου να εξευρεθεί μεγαλύτερο ποσό χρημάτων προς ικανοποίηση τόσο της καθ’ ης πιστώτριας όσο και των στοιχειωδών βιοτικών της αναγκών.
Επομένως, το ποσό των τριακοσίων πενήντα (350€) ευρώ της μηνιαίας δόσης που θα καταβάλλει κατά την διάρκεια της ρύθμισης του 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, θα καταβληθεί στην μοναδική μετέχουσα πιστώτρια για πέντε (5) έτη, και οι καταβολές θα αρχίζουν από τον Απρίλιο του 2018 και θα λήγουν τον Μάρτιο του 2023. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών, στο τέλος της πενταετίας η μετέχουσα θα έχει λάβει για την απαίτησή της το ποσό των 21.000€ (350€ Χ 60 μήνες) και θα απομένει υπόλοιπο ποσού 64.896,73€ (85.596,70€ -21.000€). Επισημαίνεται, ότι μετά και την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με την καταβολή των ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενων ποσών, η αιτούσα θα πετύχει την πιστοποίηση της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων της και την απαλλαγή της από κάθε υπόλοιπο οφειλής έναντι των μετεχουσών, κατόπιν αίτησης, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 11 του Ν. 3869/2010 και έκδοσης επ’ αυτής δικαστικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη ωστόσο της τυχόν μεταρρύθμισης, κατ’ άρθρο 758 ΚΠολΔ, της παρούσας απόφασης, λόγω μεταβολής των λαμβανομένων, κατά τον χρόνο συζήτησης, οικονομικών συνθηκών.

Παραπέρα και στα πλαίσια της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 της Υποπαραγράφου Α4 του Ν. 4336/2015 και την διάταξη του άρθρο 14 παρ. 11 του Ν.4346/2015, όπως ισχύει έως το τέλος του έτους, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, η οποία και υποβάλλει σχετικό αίτημα, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Η σχετική διάταξη της παραγράφου 2 εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του ή του μοναδικού ακινήτου του από την εκποίηση, - που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο - πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να επιτύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 80% της αντικειμενικής της αξίας. Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 3ετία του άρθρου 8§2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ` αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους, που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των χρεών του. Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό...») συνάγεται το ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνσης του οφειλέτη, με την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, εφόσον δε είναι μεγαλύτερο θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού. Επομένως, με βάση την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9§2, εάν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8§2 υπερβαίνουν το ποσό του  80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης, εάν όμως τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού.

Η αντικειμενική αξία του προπεριγραφόμενου διαμερίσματος που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 46.947,60€ (βλ. δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2017), η οποία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, προβλεπόμενο στην διάταξη του άρθρου 1§2α του Ν. 1078/1980, που ανέρχεται σε 250.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση. Έτσι η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 46.947,60€ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, ποσό μέχρι το 80% αυτής, που αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, δηλαδή μέχρι αυτό των 37.558,08€ (46.947,60€Χ80%), ενώ το συνολικό υπόλοιπο των οφειλών της, μετά και την καταβολή των δόσεων της διάταξης του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, προς την πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 64.896,73€ (>37.558,08€).

Η αιτούσα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, προέβη σε καταβολές στην μετέχουσα συνολικού ποσού 3.835,37€ (βλ. τα σχετικά γραμμάτια είσπραξης από τον Σεπτέμβριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2018), οι οποίες θα συνυπολογιστούν στις καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αφενός, διότι προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αιτούσα κατέβαλλε ποσά που αποτελούσαν το 10% της ενήμερης οφειλής, προς εξυπηρέτηση των δύο στεγαστικών δανείων της, που είναι εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης, αφετέρου, εάν συνυπολογίζονταν στις καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, η αιτούσα θα καλείτο εντός έτους, κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ.5 του ίδιου νόμου, να αποπληρώσει μεγάλο ποσό διαφοράς, με τον κίνδυνο να φανεί ασυνεπής και να εκπέσει της ρύθμισης. Επομένως, μετά τον συνυπολογισμό του ποσού των 3.835,37€, η αιτούσα πρέπει να αποπληρώσει το ποσό των 33.722,71€ (37.558,08€-3.835,37€).
Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9§2 ν.3869/10, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων του ν.4161/2013 και ισχύει κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 της Υποπαραγράφου Α4 του Ν. 4336/2015, αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 χρόνια εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη, ενώ προβλέπεται και η χορήγηση περιόδου χάριτος, η διάρκεια της οποίας αφήνεται στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου, συνήθως δε χορηγείται κατά το χρόνο της ρύθμισης για καταβολές επί τριετία, τετραετία ή πενταετία ή και εξαετία (σε συνδυασμό  με την διάταξη του άρθρου 9§4) της διάταξης του άρθρου 8§2, ώστε να μη συμπίπτουν οι δύο ρυθμίσεις για καταβολές και να επιβαρύνεται ο οφειλέτης με δύο μηνιαίες δόσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της και της ηλικίας της, θα πρέπει ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων να οριστεί σε 15 χρόνια. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 187,35€, δηλαδή 187,35€Χ180 μήνες (15 χρόνια Χ 12 μήνες).
Το σύνολο του υπολοίπου των απαιτήσεων μετά την ολοκλήρωση των καταβολών στο τέλος της 5ετίας για την αιτούσα, ανέρχεται, ως αναφέρεται και παραπάνω, σε 64.896,73€. Με βάση τα προελεχθέντα και την υποθηκική τάξη, από τις καταβολές αυτές για την διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά ούτως η άλλως η απαίτηση της μετέχουσας που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια κατά την υποθηκική τάξη των υποθηκών και των προσημειώσεων (1272, 1300 ΑΚ) η οποία έχει εξοπλιστεί με προσημείωση υποθήκης την 14-9-2005, με αριθμό ... στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου .. για το ποσό των 84.000€, δυνάμει της υπ’αριθμ. 3883/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και όλες οι εκατόν ογδόντα (180) δόσεις θα διατεθούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της. Το πέραν του ποσού αυτού υπόλοιπο από το δάνειο κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 5ετείς καταβολές, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, μετά την εξάντληση των 33.722,71€, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα. Παράλληλα, θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος πέντε (5) ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της διάταξης του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και να εκπέσει των ρυθμίσεων. Η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της αιτούσας, θα ξεκινήσει πέντε (5) έτη μετά την λήξη των καταβολών της διάταξης του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, ήτοι από τον Απρίλιο του έτους 2023 έως τον Μάρτιο του έτους 2037 και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά συνέπεια των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της, να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8§6 του ν.3869/2010.

ΓΙΑ  ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει  την υπ’αριθμ. 1083/2012 αίτηση αντιμωλία διαδίκων.
Δέχεται  την υπ’ αριθμ. 1083/2012 αίτηση.
Ρυθμίζει κατά τρόπο οριστικό τα χρέη της αιτούσας από τα εισοδήματά της, με μηνιαίες καταβολές ύψους τριακοσίων πενήντα ευρώ (350€) προς την μετέχουσα, της καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης, λαμβανομένης χώρα εντός του πρώτου δεκαημέρου (10/ημέρου) εκάστου μηνός, αρχομένης από τον μήνα Απρίλιο του 2018 και λήγουσας τον μήνα Μάρτιο του έτους 2023.
Εξαιρεί της εκποίησης το ανήκον στην αιτούσα 100% της πλήρους κυριότητας ενός διαμερίσματος, τετάρτου ορόφου, εμβαδού 81 τ.μ., έτους κατασκευής 1978, ευρισκόμενο στην οδό .., στην .., το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ’αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου .., νομίμως καταχωρημένου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με αριθμό .. την 15-7-2005.
Υποχρεώνει την αιτούσα να καταβάλλει, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, στην καθ’ ης, εντός δεκαπενταετίας (15/ετίας), το συνολικό ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων επτακοσίων είκοσι δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (33.722,71€), ήτοι το ποσό των εκατόν ογδόντα επτά ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (187,35€) ανά μήνα και για δεκαπέντε (15) χρόνια, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας, αρχής γενομένης από το μήνα Απρίλιο του έτους 2023 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2037, εκάστης καταβολής γενομένης εντός του πρώτου δεκαημέρου (10/ημέρου) κάθε μήνα, και δη εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!