Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Δεδικασμένο, παρεμπίπτοντα ζητήματα, χρησικτησία.

Μονομελές Εφετείο Πειραιώς 74/ 2016.

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χαρίκλεια Σαραμάντη, Εφέτη.
Περίληψη. Πολιτική δικονομία. Δεδικασμένο. Παρεμπίπτοντα ζητήματα. Αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου. Τακτική χρησικτησία  Πράξεις νομής σε αυθύπαρκτα αντικείμενα. Με προηγούμενη αμετάκλητη απόφαση επί αρνητικής αγωγής άρσης της προσβολής της κυριότητας της ενάγουσας επί των επιδίκων δύο θέσεων  σταθμεύσεως είχε κριθεί ως παρεμπίπτον ζήτημα ότι το συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ενάγουσας ήταν άκυρο και η   ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων. Το δικάσαν δικαστήριο είχε την υλική αρμοδιότητα για την κρίση αυτή. Το δεδικασμένο καλύπτει και την ιστορική και νομική αιτία βάση της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση. Ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε η αγωγή αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας λόγω δεδικασμένου. Απορρίπτει ισχυρισμό της ενάγουσας περί απόκτησης της κυριότητας με τακτική χρησικτησία επειδή ασκούσε πράξεις νομής όχι από την υπογραφή του συμβολαίου αλλά από την υπογραφή του προσυμφώνου αγοράς. Κατά την υπογραφή του προσυμφώνου οι δύο επίδικες θέσεις στάθμευσης δεν είχαν κατασκευαστεί και συνεπώς δεν ήταν αυθύπαρκτες με αποτέλεσμα να μην είναι επιδεκτικές πράξεων νομής. 

Με την από 2-12-2013 αγωγή της σε βάρος των εφεσίβλητων η εκκαλούσα επικαλούμενη την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας σε δυο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες - θέσεις σταθμεύσεως με στοιχεία Ρ1 και  Ρ2 στο υπόγειο της επί της συμβολής των οδών ..., τόσο κατά παράγωγο όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο, δικαίωμα το οποίο οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν, ζήτησε να αναγνωριστεί το εν λόγω δικαίωμά της και, περαιτέρω, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της αποδώσουν τη νομή της με στοιχείο Ρ2 θέσης την οποία έχουν αυθαίρετα καταλάβει και χρησιμοποιούν, να της καταβάλουν το ποσό των 11.250 ευρώ που απώλεσε από την εκμίσθωσή της κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 μέχρι την 31-12-2013 και τέλος το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της με την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητάς της επί των ανωτέρω ακινήτων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη, την  απέρριψε στη συνέχεια ως προς τον πρώτο εναγόμενο λόγω δεδικασμένου που παρήχθη από την 2731/2007 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου (Πρωτοβάθμιου) Δικαστηρίου η οποία έκρινε επί αγωγής μεταξύ των ίδιων όπως και άνω διαδίκων (ενάγουσας και πρώτου εναγόμενου) και όσον αφορά την κτήση κυριότητας κατά παράγωγο τρόπο και ως προς τις δυο θέσεις σταθμεύσεως, στη συνέχεια όσον αφορά την κτήση κυριότητας και για τις δυο θέσεις σταθμεύσεως λόγω εκτάκτου χρησικτησίας ως μη νόμιμη, καθώς εξέλιπε η προϋπόθεση του άρθρου 1045 Α.Κ. της νομής των ακινήτων επί εικοσαετία δεδομένου ότι αυτά κατασκευάστηκαν το έτος 2000, όσον αφορά την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία την απέρριψε ως μη νόμιμη για την θέση με στοιχείο Ρ2  λόγω μη συμπληρώσεως καλόπιστης νομής επί δεκαετία και ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν για τη θέση με στοιχείο Ρ1. Ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και όσον αφορά την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απέρριψε αυτήν επίσης ως μη νόμιμη και για τις δυο θέσεις σταθμεύσεως, ομοίως ως μη νόμιμη για την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία για την με στοιχείο Ρ2 θέση, με την ίδια όπως και άνω αιτιολογία,  και, κατά τα λοιπά, ως  αβάσιμη κατ’ ουσίαν κρίνοντας ότι με βάση το άρθρο 325 παρ. 3 ΚΠολΔ καταλαμβάνεται από το ίδιο δεδικασμένο και η δεύτερη των εναγομένων η οποία κατ’ εντολή και στο όνομα του πρώτου χρησιμοποιούσε τη Ρ2 θέση σταθμεύσεως. Ειδικότερα η 2731/2007 απόφαση δίκασε  επί αγωγής με την οποία η ενάγουσα ζητούσε να παύσει ο πρώτος εναγόμενος να την παρεμποδίζει με διαταρακτικές πράξεις  στην άσκηση του δικαιώματός της στις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας  και το Δικαστήριο έκρινε επί του παρεμπίπτοντος ουσιαστικού ζητήματος της υπάρξεως δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί των  επίδικων ακινήτων, από το οποίο θα πήγαζε  το άνω δικαίωμά της  (χρήσεως των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων της ίδιας οικοδομής)   αποφαινόμενο ότι  το 12764/2000 συμβόλαιο ήταν άκυρο και κατά συνέπεια  η ενάγουσα δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στις υπόγειες θέσεις σταθμεύσεως είτε στην με στοιχείο Ρ1 είτε στην με στοιχείο Ρ2.  Τέλος η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή και κατά λοιπά αιτήματά της τα οποία προϋπέθεταν την ύπαρξη κυριότητας της ενάγουσας στα ακίνητα. Η ενάγουσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως με την κρινόμενη έφεσή της και με τους λόγους της που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της προς το σκοπό πλήρους αποδοχής της αγωγής της.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή εκείνες που δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως, παράγουν δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (καθώς και τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων για την ίδια διαφορά. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως  που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή την άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό, εν όλω ή εν μέρει, της νομικής διατάξεως που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1355/  2010, ΑΠ 1198/ 1997 ΕλλΔνη 1999.77, 87). Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1550/2010 Νόμος). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι το δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 332 του Κώδικα αυτού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, καλύπτει - ως ενιαίο όλο - ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνον το κριθέν δικαίωμα  (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου (ΕφΘεσσ 1025/06 Αρμ 2006. 905, ΕφΛαρ 323/01 Δικογρ. 2002. 185). Περαιτέρω και  σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση (Ολ ΑΠ  3/ 2003, ΟλΑΠ  1/2005 Δνη 2005. 377, ΑΠ 111/08 Δνη 2009. 712, ΑΠ 1069/06 Δνη 2006. 1364, ΑΠ 1061/06 Δνη 2006. 1365), η οποία μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατ’ αυτής εκτάκτων ενδίκων μέσων, αφορά το δικαίωμα που είχε προβληθεί με την αγωγή, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία. Η βάση επί της οποίας το δικαστήριο ήδη αποφάσισε κρίνεται (πέραν της επισκόπησης του δικογράφου της αγωγής) από την ίδια την απορριπτική απόφαση, διότι αυτή αξιολόγησε αναγκαίως την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επί αυτής κρίση παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, συνεπώς, να εξετασθεί αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη και η αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως, όσον αφορά την ιστορική αιτία, για την οποία έκρινε, καθώς και ο λόγος της απορρίψεως (Ολ ΑΠ 15/ 1998 Δνη 1998. 303, ΑΠ 1661/2008 και ΑΠ 1061/02).   Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσεως που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, εφόσον δηλαδή  το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ`ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς - ως κυρία - ενώπιον του,  προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο της ορισμένης κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς. Έτσι, στη δίκη όπου ο κύριος αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας σε πολυώροφη οικοδομή, όπου έχει προηγηθεί σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, ζητά να απαγορευθεί στον εναγόμενο να τον παρακωλύει στην χρήση των κοινόχρηστων εγκαταστάσεών της (οικοδομής), αποτελεί προδικαστικό ζήτημα η κυριότητα του ενάγοντα επί αυτής, η δε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που απορρίπτει τη σχετική αγωγή από την τελεσιδικία της παράγει δεδικασμένο ως προς το δικαίωμα αυτό και οι διάδικοι, όπως και τα αναφερόμενα στο άρθρο 325 παρ. 3 ΚΠολΔ πρόσωπα,  δεν έχουν τη δυνατότητα να το αμφισβητήσουν σε μεταγενέστερη δίκη όπου άγεται προς κρίση αναγνωριστική αγωγή κυριότητας μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή των άνω αναφερομένων προσώπων, για το ίδιο ακίνητο, καθόσον η αγωγή αυτή προσκρούει στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω  απόφαση ακόμα και αν είναι εσφαλμένη, όπως προαναφέρεται στις σκέψεις, αρκεί να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι  οικείες διατάξεις  (ΑΠ 644/2015, 406/2009,  ΕφΠειρ  132/ 2014, ΕΑ 3135/ 2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: 
Η ενάγουσα με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...  αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζητούσε να απαγορευθεί στον εναγόμενο .., να την παρακωλύει στην χρήση των κοινόχρηστων χώρων του υπογείου στην πολυκατοικία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..στον .., στο οποίο αμφότεροι φέρεται να έχουν στην κυριότητά τους  θέσεις σταθμεύσεως. Το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την ... απόφαση με την οποία έκρινε ότι η σύμβαση πωλήσεως  στην ενάγουσα των υπόγειων θέσεων σταθμεύσεως με στοιχ Ρ1 και Ρ2 ήταν άκυρη και μη γενομένη αφενός μεν και ως προς αμφότερες τις θέσεις διότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, αυτές είχαν δεσμευτεί για την εξυπηρέτηση του κτιρίου στο οποίο βρίσκονταν με σχετική συμβολαιογραφική δήλωση, νόμιμα μεταγραφείσα και αφετέρου δε και όσον αφορά τη Ρ1 θέση, διότι είχε χαρακτηριστεί αυθαίρετη και κατεδαφιστέα και κατά συνέπεια η ενάγουσα δεν κατέστη ποτέ κυρία των εν λόγω ακινήτων, απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας. Όπως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη κατά της άνω αποφάσεως δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα, με συνέπεια να έχει καταστεί αμετάκλητη και επομένως να παράγει δεδικασμένο ακόμα κι αν είναι άδικη ή εσφαλμένη αφού η ορθότητα της αποφάσεως δεν περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις του δεδικασμένου. Σύμφωνα δε με τις προηγηθείσες σκέψεις από την παρεμπίπτουσα αυτή κρίση (του δικαστηρίου στην προγενέστερη δίκη), για το ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία καμιάς εκ των αυτοτελών υπόγειων ιδιοκτησιών, κρίση η οποία ήταν αναγκαία ώστε να κριθεί στη συνέχεια το δικαίωμα για το οποίο ζητούσε δικαστική προστασία περί χρήσεως των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας όπου βρίσκονταν τα ακίνητά της, απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, στην οποία το ίδιο ζήτημα εισάγεται με την κρινόμενη αγωγή ως κύριο, καθόσον: α) το ζήτημα αυτό  (ιδιότητα της ενάγουσας ως κυρίας των ακινήτων) αποτελούσε προδικαστικό του κριθέντος (κύριου) δικονομικού ζητήματος (στην προγενέστερη ως άνω δίκη) της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας  στη σχετική από το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ δίκη, β) το Δικαστήριο (όπως και  το Πρωτόδικο) ήταν υλικώς αρμόδιο ν` αποφασίσει για αυτό (προδικαστικό ζήτημα της κυριότητας της ενάγουσας κατά τα  άρθρα 14 παρ. 1 και 2 και 18 ΚΠολΔ), γ) η έρευνα και η διάγνωση αυτού ήταν αναγκαία για την κρίση του κύριου (δικονομικού) ζητήματος και σ` αυτή στηρίχθηκε η ως άνω απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου, δ) υπάρχει ταυτότητα διαδίκων σ` αμφότερες τις δίκες (προγενέστερη και παρούσα), ως προς τον πρώτο των εναγόμενων και ε) η απόφαση επί διαφοράς από τη σχέση της οροφοκτησίας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ ΚΠολΔ παράγει πλήρες δεδικασμένο (651 εδ. α` ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια των προεκτεθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια όπως και άνω κρίση περί παραγωγής δεδικασμένου από την ... απόφαση και απέρριψε την αγωγή για το λόγο αυτό, κατά τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας στις θέσεις σταθμεύσεως, ως προς αμφότερους τους εναγόμενους συγκύριους  αυτοτελών  οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και της Ρ5 υπόγειας θέσεως σταθμεύσεως) στην ίδια οικοδομή, τη δεύτερη ως νεμόμενη και κατέχουσα στο όνομα του συζύγου της και πρώτου εναγόμενου (άρθρο 325 παρ. 3 ΚΠολΔ), στο όνομα του οποίου ενεργούσε σύμφωνα με την αγωγή αφού, όπως εκτίθεται στο δικόγραφό της, από την 1-10-2007 σταθμεύουν οι εναγόμενοι στη θέση Ρ2 το ι.χ.ε. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... που ανήκει στην πρώτη, ενώ από το 2005 αμφότεροι αμφισβητούν την κυριότητά της στην Ρ1 θέση αποκόπτοντας την πρόσβαση σ’ αυτήν μέσω του κοινόχρηστου διαδρόμου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε, με συνοπτικότερη αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με   τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

   Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της η ενάγουσα παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εκτίμηση των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1046 και 1051 Α.Κ., περί τακτικής χρησικτησίας, και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε η αγωγή της κατά τη βάση της που θεμελιωνόταν στις άνω διατάξεις ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι από την αγορά των δυο υπόγειων ακινήτων την 18-12-2000 με το ............./2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..........., που μεταγράφηκε νόμιμα μέχρι την 1-10-2007 που παρακωλύθηκε από τους εναγόμενους στη χρήση αυτών, τα νεμόταν με καλή πίστη προσμετρώντας και το χρόνο κατά τον οποίο η δικαιοπάροχός της απέκτησε νομή επί των χιλιοστών του οικοπέδου που αντιστοιχούσαν στις υπόγειες θέσεις σταθμεύσεως από  15-1-1997 οπότε και καταρτίστηκε το ....../15-1-1997 προσύμφωνο εργολαβικού συμβολαίου και επομένως απέκτησε κυριότητα συμπληρώνοντας δεκαετή και πλέον καλόπιστη νομή επί αυτών.  Η άσκηση νομής όμως σε πράγμα προϋποθέτει αντικείμενο ενσώματο, απρόσωπο, αυθύπαρκτο και δεκτικό ανθρώπινης εξουσιάσεως, ώστε αν το πράγμα δεν είναι, μεταξύ άλλων, αυθύπαρκτο, δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη μέσα στο χώρο, είναι νομικά αδιάφορο και μπορεί μεν να αποτελέσει αντικείμενο υποσχετικής δικαιοπραξίας αλλά όχι και αντικείμενο εμπράγματου δικαιώματος συνεπώς και νομής. Επομένως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την βάση της αγωγής η οποία στηριζόταν στην τακτική χρησικτησία κρίνοντας ότι όσον αφορά τη θέση Ρ1 η ενάγουσα, η οποία δεν αμφισβητεί ότι  παρεμποδίστηκε  στην άσκηση της επί αυτής νομής, το έτος 2005, προς τούτο άσκησε και την 8053/2006 αγωγή με αίτημα να απαγορευθεί η παρεμπόδισή της στη χρήση της υπόγειας θέσης ενώ το 2007 απώλεσε τη νομή και στη θέση Ρ2, χωρίς να έχει συμπληρώσει δέκα έτη συνεχούς και αδιατάρακτης καλόπιστης νομής επί των εν λόγω ακινήτων από τότε που περιήλθαν στην κυριότητά της με το 12764/2000 συμβόλαιο, χωρίς να προσμετρά τη νομή της δικαιοπαρόχου της αφού δεν υφίσταντο πριν την ανέγερση της οικοδομής οι υπόγειες θέσεις σταθμεύσεως.
  Με το τέταρτο και τελευταίο λόγο της εφέσεώς της η ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη των αιτημάτων της αγωγής της περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συμπεριφορά των εναγομένων, ωστόσο τα αιτήματα αυτά προϋποθέτουν την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας στην ενάγουσα το οποίο ως έκφραση της προσωπικότητάς της προσβάλλεται από τους εναγόμενους με την παρεμπόδιση ασκήσεως των εξουσιών που απορρέουν από αυτό επί των υπόγειων χώρων σταθμεύσεως και επομένως, εφόσον δεν αναγνωρίζεται ως κυρία των εν λόγω ακινήτων η ενάγουσα, δεν στοιχειοθετούνται οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις και ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αυτές  τόσο κατά τον πρωτότυπο όσο και κατά τον παράγωγο τρόπο αλλά και, σιωπηλά,  κατά την  επικουρική βάση της με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με αιτιολογία συμπληρούμενη από την παρούσα καθώς στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση και την αδικοπραξία.
  Κατόπιν αυτών και αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα θα πρέπει η έφεση να απορριφθεί και κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και, τέλος, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας  (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

    Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1014/24-11-2014 έφεση κατά της με αριθμό 3082/2014  οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.
    Δέχεται την έφεση τυπικά, και
    Απορρίπτει αυτήν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
    Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο.
    Επιδικάζει σε βάρος του εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και την ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!