Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Προσωπικά δεδομένα, δημόσια πρόσωπα, ιδιωτικότητα, δημοσιογραφία.

Απόφαση 41 / 2017.

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της την 14-03-2017, σε συνέχεια των από 01-12-2016, 07-12-2016 και 18-01-2017 συνεδριάσεων, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση σχετικά µε τη δηµοσιοποίηση µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου Αντιπροέδρου του Συµβουλίου της Επικρατείας, για την οποία η Αρχή επελήφθη αυτεπαγγέλτως. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής και τα τακτικά µέλη Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, Αντώνιος Συµβώνης, Κωνσταντίνος Λαµπρινουδάκης, Χαράλαµπος Ανθόπουλος, ο οποίος είχε ορισθεί εισηγητής, Ελένη Μαρτσούκου, και το αναπληρωµατικό µέλος Χαράλαµπος Τσιλιώτης σε αντικατάσταση του τακτικού µέλους Σπυρίδωνα Βλαχόπουλου, ο οποίος, εάν και εκλήθη νοµίµως και εγγράφως, δεν προσήλθε λόγω κωλύµατος. Στη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωµα ψήφου, παρέστησαν, επίσης, µε εντολή του Προέδρου, ο Προϊστάµενος του Τµήµατος Ελεγκτών Φίλιππος Μίτλεττον, και η ελέγκτρια Ευµορφία – Ιωσηφίνα Τσακιρίδου, ειδικοί επιστήµονες – νοµικοί, ως βοηθοί εισηγητές, οι οποίοι αποχώρησαν µετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του ∆ιοικητικού-Οικονοµικού Τµήµατος, ως γραµµατέας. 

Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη:

1) Τις διατάξεις των άρθρων 8 και 10 της ΕΣ∆Α και των άρθρων 8 και 11 του Χάρτη Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 
2) Τις διατάξεις του Συντάγµατος, και ιδίως τα άρθρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5Α, 9, 9Α, 14, 15, 19, 25 παρ. 1 και 3, 61 και 62 αυτού 
3) Την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδοµένων αυτών (EE L 281) 
4) Τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50), και ιδίως τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 7, 15, 19, 21 του νόµου αυτού
5) Τις ειδικότερες διατάξεις για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (ν. 3471/2006 - Α΄133) και για το απόρρητο των επικοινωνιών (βλ., ιδίως, ν. 2225/1994 - Α΄ 121) 
6) Την µε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6608/19-10-2016 καταγγελία του Θεόδωρου Παπαθεοδώρου, Βουλευτή Αχαΐας ∆ηµοκρατικής Συµπαράταξης ΠΑ.ΣΟ.Κ.-∆ΗΜ.ΑΡ. µε το επισυναπτόµενο από 18-10-2016 δηµοσίευµα της εφηµερίδας «Η Αυγή». 

Η Αρχή, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως (βλ. το µε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6894/27-10-2016 ∆ελτίο Τύπου που εξέδωσε), εξέτασε εάν και σε ποιο µέτρο υπήρξε παραβίαση της νοµοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων από τη δηµοσιοποίηση µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου Αντιπροέδρου του Συµβουλίου της Επικρατείας µε δηµοσιεύµατα εφηµερίδων και αναρτήσεις σε ιστοσελίδες στο ∆ιαδίκτυο. Συγκεκριµένα, την Πέµπτη 13-10-2016 αναρτήθηκε στον ενηµερωτικό ιστότοπο www.zougla.gr δηµοσιογραφικό κείµενο µε τίτλο «Ποιοι εκβιάζουν µέλος του ΣτΕ για τις άδειες», το οποίο αναφερόταν σε εκβιασµό υψηλόβαθµου δικαστή του Συµβουλίου της Επικρατείας ενόψει κρίσιµων διασκέψεων στο ανώτατο δικαστήριο για τις τηλεοπτικές άδειες, µε αφορµή, σύµφωνα µε το δηµοσίευµα, ροζ σκάνδαλο, το οποίο «αποκτά απρόβλεπτες διαστάσεις». Το δε κείµενο συνοδευόταν µε αυτούσια στοιχεία, αποσπάσµατα µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου (emails) που φέρονται -κατά το δηµοσίευµα- να προέκυψαν από καταγραφές των υπηρεσιών του κράτους συγκεκριµένων λογαριασµών ηλεκτρονικού ταχυδροµείου τέλη του 2014. Κατά το δηµοσίευµα, από αυτήν την ηλεκτρονική αλληλογραφία προκύπτει ότι «υψηλόβαθµος δικαστής του
Συµβουλίου της Επικρατείας διατηρούσε ερωτική σχέση µε παντρεµένη (πρώην) υποψήφια (νυν) δικαστή την οποία βοήθησε παράνοµα ώστε να επιτύχει στις εξετάσεις της και να ανέλθει στο Σώµα». Σηµειώνεται ότι τα επίµαχα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου έχουν τύχει επεξεργασίας από το δηµοσιογράφο-υπεύθυνο της ιστοσελίδας, υπάρχουν κάποιες διαγραφές (σε σηµεία που θεωρεί ότι δεν είναι δηµοσιεύσιµα) και έχουν ντυθεί µε το λογότυπο της zougla.gr. Περαιτέρω, επισηµαίνεται ότι το εν λόγω δηµοσίευµα µε τα παραπάνω αυτούσια στοιχεία αναδηµοσιεύτηκε και σε άλλες ιστοσελίδες (βλ., π.χ. newpost.gr/ellada/565636 µε τίτλο «Αποκάλυψη του zougla.gr: Ροζ σκάνδαλο µε πρωταγωνιστή µέλος του ΣτΕ», στις 14-10-2016). Στη συνέχεια, την 14-10-2016 η ίδια ιστοσελίδα (www.zougla.gr) δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Κωφεύουν οι πολιτικοί, κωφεύει και η ∆ικαιοσύνη», το οποίο επίσης συνοδεύεται από τα επίµαχα αποσπάσµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου και παραπέµπει µε υπερσύνδεσµο και στο προηγούµενο δηµοσίευµα («Ποιοι εκβιάζουν µέλος του ΣτΕ για τις άδειες»). Την Κυριακή 16-10-2016 δηµοσιεύτηκε κείµενο στην εφηµερίδα (έντυπη και ηλεκτρονική) το «Βήµα της Κυριακής», µε τίτλο «Οι υπόγειοι δεσµοί της παραεξουσίας», το οποίο αναφερόταν στη διαρροή των επίµαχων υποκλαπέντων µηνυµάτων (emails) στη zougla.gr (χωρίς να τα αναδηµοσιεύει), θεωρώντας ότι η δηµοσιοποίησή τους αποσκοπούσε στον εκβιασµό του δικαστή τη δεδοµένη χρονική στιγµή («την Πέµπτη το βράδυ, παραµονή της κρίσιµης διάσκεψης της Ολοµέλειας από την οποία θα κρινόταν η συνταγµατικότητα του νόµου Παππά»). Τη ∆ευτέρα 17-10-2016 η εφηµερίδα (έντυπη και ηλεκτρονική) «Η Αυγή» δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Εν όψει της Απόφασης του ΣτΕ για τις άδειες «Ευάλωτους δικαστές» επιχειρεί να δηµιουργήσει η διαπλοκή», το οποίο αναφερόταν στα προαναφερθέντα δηµοσιεύµατα (της ιστοσελίδας «zougla.gr» και της εφηµερίδας «Βήµα της Κυριακής»), και συνοδευόταν µε κάποια αποσπάσµατα από τα επίµαχα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου µε το λογότυπο της zougla.gr. Την ίδια ηµέρα ο ανεξάρτητος βουλευτής Νίκος Νικολόπουλος δίνει συνέντευξη στα «Parapolitika FM» [Ο βουλευτής Ν. Νικολόπουλος δήλωσε µεταξύ των άλλων τα εξής: «∆εν µας ενδιαφέρουν τα προσωπικά. Ενδιαφέρει όµως το δηµόσιο συµφέρον. Γιατί όπως φαίνεται από τα e-mail αυτά ο συγκεκριµένος Αντιπρόεδρος έδωσε τα θέµατα των εξετάσεων προκειµένου η ευνοούµενή του να πετύχει το διορισµό της στο ΣτΕ. ∆ηλαδή ο άνθρωπος αυτός αντέδρασε παραθεσµικά και αλλοίωσε τη σύνθεση του ΣτΕ, ανεξάρτητα από τους λόγους που το έκανε. Επίσης ο άνθρωπος αυτός εµφανίζεται από το ΒΗΜΑ να εκβιάζεται προκειµένου να ψηφίσει στο ΣτΕ για τις άδειες. Ενδιαφέρει, φυσικά, εάν τον εκβιάζει επιχειρηµατίας, ο Ψυχάρης, ή όποιος άλλος. Κυρίως όµως, ενδιαφέρει ότι είναι επίορκος και εκβιαζόµενος λόγω των δηµοσιευµάτων. Σ’ αυτό πρέπει να απαντήσει ο ίδιος µε το θάρρος που πρέπει να έχει ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Οφείλει ο Υπουργός ∆ικαιοσύνης να απαντήσει τι πραγµατικά γίνεται. Και επειδή το υπέρτατο αγαθό είναι το δηµόσιο συµφέρον ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ ο κ. A να βγει και µε θάρρος να διαψεύσει όσα ανέντιµα διαθρυλούνται δια των ψιθύρων. Γιατί η ∆ικαιοσύνη είναι πρώτα απ’ όλα διαφάνεια». Επισηµαίνεται ότι την επόµενη ηµέρα ο ίδιος βουλευτής κατέθεσε επίκαιρη ερώτηση προς τον Υπ. ∆ικαιοσύνης (µε αριθ. πρωτ. 128/18-10-2016) µε θέµα «Θα προστατεύσετε το ΣτΕ και τους δικαστές από τους εκβιαστές;»], όπου δηλώνει ότι «οφείλει ο Υπουργός ∆ικαιοσύνης να δώσει απαντήσεις για τον εκβιαζόµενο Αντιπρόεδρο του ΣτΕ» και αποκαλύπτει και το όνοµα του δικαστικού λειτουργού, δηλώνοντας ότι «και ο κ. A οφείλει να βγει και µε θάρρος να διαψεύσει όσα ανέντιµα διαθρυλούνται δια των ψιθύρων». Η είδηση αυτή και οι δηλώσεις του παραπάνω βουλευτή δηµοσιεύονται αµέσως σε διάφορες ιστοσελίδες. Συγκεκριµένα, η ιστοσελίδα www.koutipandoras.gr δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Βόµβα Νικολόπουλου: Να απαντήσει ο A ότι δεν εκβιάζεται», το οποίο συνοδεύεται και από φωτογραφία του δικαστή (έµπροσθεν του ΣτΕ), περιέχει τις δηλώσεις του βουλευτή και παραπέµπει στο ηχητικό απόσπασµα της συνέντευξής του στα «Parapolitika FM». Το ίδιο αναδηµοσιεύτηκε την
ίδια ηµέρα (17-10-2016) και σε άλλες ιστοσελίδες (βλ., π.χ. την ιστοσελίδα www.boro.gr/147515 µε τίτλο «∆ηµοσιεύµατα θέλουν τον “αντιπρόεδρο του ΣτΕ να εκβιάζεται”» µε αναφορά στην πηγή: koutipandoras.gr, καθώς και την ιστοσελίδα www.anatropinews.gr/2016/10/17 µε τίτλο «Νικολόπουλος: Εκβιάζουν τον αντιπρόεδρο του ΣτΕ Α µε «ροζ υπόθεση» για τις άδειες»). Περαιτέρω, την ίδια ηµέρα (17-10-2016) ακολουθεί ανάρτηση στην ιστοσελίδα www.parapolitika.gr µε τίτλο «A στα Παραπολιτικά 90,1: Λόγω της ιδιότητάς µου δεν µπορώ να πάρω θέση» που συνοδεύεται µε φωτογραφία του δικαστή (από οµιλία του σε επιστηµονικό συνέδριο), το δε κείµενο αναφέρεται σε τηλεφωνική επικοινωνία µε τον δικαστή και σε άρνησή του να κάνει σχόλιο ή δήλωση σε σχέση µε τις καταγγελίες του βουλευτή και σε σχετικές δηλώσεις του Κώστα Τζαβάρα, Υπεύθυνου του Τοµέα ∆ικαιοσύνης και ∆ιαφάνειας της Ν∆. Την ίδια ηµέρα (17-10-2016)  το προαναφερθέν δηµοσίευµα µε τίτλο «A στα Παραπολιτικά 90,1: Λόγω της ιδιότητάς µου δεν µπορώ να πάρω θέση», µε την ως άνω φωτογραφία του δικαστή και µε αναφορά στην «Πηγή: Παραπολιτικά» αναδηµοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ενηµερωτικού χαρακτήρα www.inewsgr.com, µε υπερσύνδεσµο που παραπέµπει για την πλήρη ανάγνωση του άρθρου στην ιστοσελίδα www.parapolitika.gr (http://www.inewsgr.com/292/A-staparapolitika-901-logo--tis-thesis-mou-den-boro-na-paro-thesi.htm).
Την Τρίτη 18-10-2016 η εφηµερίδα (έντυπη και ηλεκτρονική) «Η Αυγή» δηµοσιεύει άρθρο µε δηµοσίευση του ονόµατος του Αντιπροέδρου, συγκεκριµένα άρθρο µε τίτλο «Υπ. ∆ικαιοσύνης, Πειθαρχική έρευνα για A», που αναφέρεται σε δήλωση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης Νίκου Παρασκευόπουλου για έρευνα σε βάρος δικαστή, κατόπιν δηµοσιευµάτων του ηλεκτρονικού Τύπου για την φερόµενη εµπλοκή του σε υπόθεση σπουδάστριας του 2014 στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών. Σηµειώνεται ότι ο Υπουργός ∆ικαιοσύνης δεν κατονόµασε τον δικαστή στην παραπάνω δήλωσή του, σύµφωνα όµως µε το δηµοσίευµα, η πειθαρχική έρευνα που διατάχθηκε είναι κατά του Α, ο οποίος είναι στη σύνθεση της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας που χειρίζεται την υπόθεση των τηλεοπτικών σταθµών. Επίσης, η ίδια εφηµερίδα την ίδια ηµέρα δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Σήµερα η τρίτη συνεδρίαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες, Παρέµβαση του Υπ. ∆ικαιοσύνης για τις πιέσεις καναλαρχών στους δικαστές», το οποίο, µεταξύ άλλων, παραθέτει τις δηλώσεις των Υπουργών Ν. Παρασκευόπουλου [Η δήλωση του Ν. Παρασκευόπουλου σύµφωνα µε το δηµοσίευµα: «Καλώ όλους όσοι µε δηλώσεις, αποκαλύψεις και λοιπές παρεµβάσεις επιχειρούν να επηρεάσουν το έργο της απονοµής της ∆ικαιοσύνης να αναλογιστούν τις ευθύνες τους»] και Ν. Παππά και του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου στην προµνησθείσα συνέντευξή του στο ρ/σ Παραπολιτικά. Την ίδια ηµέρα (18-10-2016) η εφηµερίδα «kontranews» (στην έντυπη και ηλεκτρονική έκδοσή της) δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Ροζ σκάνδαλο στο Συµβούλιο της Επικρατείας, ∆ικαστής έδωσε τα θέµατα των εξετάσεων στη φίλη του!, Τους εκβιάζουν µε κασέτες οι καναλάρχες, Για το καλό της ∆ικαιοσύνης να παραιτηθούν οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου, πριν ξεσπάσει θύελλα αποκαλύψεων», συνοδευόµενο στην έντυπη έκδοση (πρωτοσέλιδο) και µε φωτογραφία του δικαστή (από οµιλία του σε επιστηµονικό συνέδριο). Το άρθρο αναφέρεται στις προαναφερθείσες δηλώσεις του βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου στις 17-10-2016 στον ραδιοφωνικό σταθµό «Parapolitika FM», και του Υπουργού ∆ικαιοσύνης Νίκου Παρασκευόπουλου καθώς και στην πειθαρχική έρευνα σε βάρος του δικαστή. Σηµειώνεται ότι την Τρίτη 18-10-2016 η ιστοσελίδα www.zougla.gr δηµοσιεύει κείµενο µε τίτλο «Προς τις Ενώσεις ∆ικαστών και Εισαγγελέων», το οποίο αναφέρεται στο ∆ελτίο Τύπου των Ενώσεων Εισαγγελέων και ∆ικαστών, και παραπέµπει (µε υπερσύνδεσµο) στο προηγούµενο δηµοσίευµα της ιστοσελίδας µε τίτλο «Ποιοι εκβιάζουν µέλος του ΣτΕ για τις άδειες», στο οποίο δηµοσιεύτηκαν αυτούσια τα στοιχεία, αποσπάσµατα µε τα επίµαχα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου µε το λογότυπο της zougla.gr. Την Τετάρτη 19-10-2016 η εφηµερίδα (έντυπη και ηλεκτρονική) «Η Αυγή» δηµοσιεύει άρθρο µε τίτλο «Ουαί υµίν Φαρισαίοι κοµισταί», µε δηµοσίευση του ονόµατος του Αντιπροέδρου και αποσπασµάτων των εν λόγω µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου µε το λογότυπο της zougla.gr. Στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας, εκλήθησαν (βλ. κλήσεις σε ακρόαση 7651 έως και 7656/24-11-2016) οι διευθύνοντες των εφηµερίδων (σε έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση) «Η Αυγή», «kontranews», «Το Βήµα της Κυριακής», και των ιστοσελίδων «www.zougla.gr», «www.parapolitika.gr», «www.koutipandoras.gr».

Κατά τη συνεδρίαση της 01-12-2016 προσήλθαν και ακούστηκαν εκπροσωπώντας την εταιρεία µε την επωνυµία «Η ΑΥΓΗ ΕΚ∆ΟΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ∆ΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ Α.Ε.», ως ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφηµερίδας (σε έντυπη και ηλεκτρονικής έκδοση) «Η Αυγή», ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Γιαννόπουλος (µε ΑΜ ∆ΣΑ ….) και ο ∆ιευθυντής B, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους. Στη συνέχεια η ως άνω εταιρεία υπέβαλε εντός της ταχθείσας προθεσµίας έγγραφο υπόµνηµα για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών της (Γ/ΕΙΣ/8081/07-12-2016).
Με το υπόµνηµά της, η εφηµερίδα «Η Αυγή» αρχικώς προέβη σε µία προκαταρκτική επισήµανση επί της ενεργούµενης ακρόασης. Συγκεκριµένα, ισχυρίστηκε ότι η κλήση της σε ακρόαση έπασχε, διότι δεν ανέφερε τα στοιχεία της αντικειµενικής υπόστασης της διερευνώµενης παράβασης καθώς και διότι δεν είχε ειδική αναφορά στο αντικείµενο διοικητικού µέτρου που πρόκειται να ληφθεί σε βάρος της. Επίσης, κατά την εφηµερίδα, η κλήση της έγινε χωρίς η Αρχή να έχει πλήρη και σαφή αντίληψη επί του νοµικού και πραγµατικού ζητήµατος, αποτυπωµένη µάλιστα σε έγγραφη εισήγηση, δηλ. έγινε χωρίς στοιχεία που έπρεπε, αν υπήρχαν, να τεθούν υπόψη της για να απαντήσει και να εκθέσει πλήρως τις απόψεις της. Συνεπώς, κατά τους ισχυρισµούς της εφηµερίδας, η κλήση είχε σχετική νοµική ελαττωµατικότητα, η οποία δεν θεραπεύεται µε την ακρόαση, και, συνεπώς, παραβιάστηκε ουσιαστικά το δικαίωµα προηγούµενης ακρόασης (άρθρο 20 παρ. 1 Σ, άρθρο 6 ν. 2690/ 99, άρθρα 6 παρ. 8 και 8 παρ. 5 του Κανονισµού Λειτουργίας της Αρχής). Περαιτέρω, η εφηµερίδα «Η Αυγή» επισήµανε ότι είναι µία ιστορική πρωινή εφηµερίδα που υπηρετεί την ελευθεροτυπία, τη δηµοκρατία, τον πολιτισµό και την αριστερά εν γένει, ως ιδεολογία. Κατά το κρίσιµο χρονικό διάστηµα ήταν στην πολιτική επικαιρότητα το ζήτηµα της αδειοδότησης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθµών και η ακυρωτική εκκρεµοδικία ενώπιον της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας. Η δε θέση της εφηµερίδας ήταν ότι έπρεπε να εφαρµοστεί ο νόµος ρύθµισης του τηλεοπτικού τοπίου, γνωστός ως νόµος Παππά. Τα επίµαχα δηµοσιεύµατα της 17, 18 και 19-10-2016 ανταποκρίνονται κατά την εφηµερίδα πλήρως στο ρεπορτάζ και στην τρέχουσα επικαιρότητα. Την 17-10-2016 έκανε αναφορά σε θέµα της επικαιρότητας χωρίς να αποκαλύπτει το όνοµα του δικαστικού λειτουργού, µε σκοπό, όπως υποστήριξε η εφηµερίδα, την ενηµέρωση της κοινής γνώµης και την έκφραση της γνώµης της εφηµερίδας και των συντακτών της στο θέµα. Η αποκάλυψη του ονόµατος έγινε από τρίτους (βλ. συνέντευξη του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου στο ρ/σ των Παραπολιτικών) και µεταγενεστέρως έγινε το επίµαχο δηµοσίευµα της 18-10-2016 σχετικά µε την πειθαρχική έρευνα που διέταξε ο Υπουργός ∆ικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλος, το οποίο, όπως έκρινε η εφηµερίδα, ανταποκρινόταν στο ρεπορτάζ και στο καθήκον των δηµοσιογράφων να υπηρετούν την αλήθεια και την ενηµέρωση. Το δε επόµενο δηµοσίευµα ήταν παρακολουθηµατικού χαρακτήρα, µε την αποτύπωση της θέσης της εφηµερίδας για το θέµα. Όλα τα επίµαχα δηµοσιεύµατα της 17, 18 και 19-10-2016 ανταποκρίνονται κατά την εφηµερίδα στη διαµορφωθείσα ήδη επικαιρότητα (προηγούµενες αναρτήσεις σειστοσελίδες, δηµόσιες καταγγελίες βουλευτή Ν. Νικολόπουλου, δηλώσεις Υπουργού ∆ικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου), για τα οποία υπήρχε κατά την εφηµερίδα δικαίωµα πληροφόρησης της κοινής γνώµης αφενός και δηµοσιογραφικό καθήκον αφετέρου, λαµβανοµένου υπόψη ότι τα δηµόσια πρόσωπα, και δη οι ανώτατοι δικαστές, δεν δικαιούνται να διαφεύγουν του δηµοσίου ελέγχου και κριτικής, και του γεγονότος της ύπαρξης αντικειµενικής επικαιρότητας µείζονος θέµατος (που αφορά στη λειτουργία της ∆ικαιοσύνης). Τέλος, όπως υποστήριξε η εφηµερίδα δεν προέβη η ίδια σε συλλογή των επίµαχων προσωπικών δεδοµένων (πρόκειται για αναδηµοσίευση των στοιχείων της ιστοσελίδας zougla.gr), σε καµία δε περίπτωση η εφηµερίδα, κατά τους ισχυρισµούς της, δεν προσέβαλε τον Αντιπρόεδρο του ΣτΕ ούτε είχε πρόθεση να παραβιάσει τα προσωπικά του δεδοµένα.
Κατά την ίδια συνεδρίαση της 01-12-2016 ο Γ, δηµοσιογράφος και υπεύθυνος για την ιστοσελίδα www.koutipandoras.gr, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαµάντιο Μπασαρά (ΑΜ ∆ΣΑ …..), ο οποίος υπέβαλε την από 01-02-2016 δήλωση του εντολέα του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (βλ. και Γ/ΕΙΣ/7931/02-02-2016) και ανέπτυξε προφορικά τις απόψεις του, και στη συνέχεια υπέβαλε και έγγραφο υπόµνηµα εντός της ταχθείσας προθεσµίας για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών του (Γ/ΕΙΣ/8079/07-12-2016). Κατά την προαναφερόµενη δήλωση του Γ στην ανάρτηση της 17-10-2016 στην ιστοσελίδα www.koutipandoras.gr, δεν γίνεται χρήση των επίµαχων µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου (emails), δεν γίνεται αναφορά σε προσωπικά δεδοµένα, ούτε καν σε ρεπορτάζ, πλην µόνον γίνεται παράθεση όσων αναφέρονται σε ερώτηση και δηλώσεις του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου, και συγκεκριµένα γίνεται πιστή απόδοση των λεγοµένων σε ερώτηση του παραπάνω βουλευτή που αφορά κρίσιµο για τη λειτουργία της ∆ικαιοσύνης ζήτηµα. Συνεπώς, κατά τον Γ, η κλήση του σε ακρόαση ενώπιον της Αρχής συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας του Τύπου και ανεπίτρεπτη παρέµβαση στις διαδικασίες του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τα µέσα άσκησης καθηκόντων βουλευτή. Σύµφωνα δε µε το υποβληθέν υπόµνηµα, της επίµαχης ανάρτησης είχαν προηγηθεί οι σχετικές αναρτήσεις στην ιστοσελίδα www.zougla.gr (µε δηµοσιοποίηση των επίµαχων emails), το σχετικό δηµοσίευµα στην εφηµερίδα «Το Βήµα της Κυριακής», η ερώτηση και οι καταγγελίες του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου, που έδωσε συνέντευξη στο ρ/σ των Παραπολιτικών και αποκάλυψε και το όνοµα του δικαστικού λειτουργού. Η συγκεκριµένη ανάρτηση στην ιστοσελίδα www.koutipandoras.gr ήταν δικαιολογηµένη για τη δηµοσιογραφική κάλυψη του συγκεκριµένου µείζονος σηµασίας ζητήµατος, όλες δε οι δηµοσιευθείσες πληροφορίες είχαν ήδη δει το φως της δηµοσιότητας, και δεν δηµοσιεύτηκαν προσωπικά δεδοµένα. Επιπλέον, τηρήθηκε το αντικειµενικό αναγκαίο µέτρο κατά την εκφορά του δηµοσιογραφικού λόγου. Στην επίµαχη ανάρτηση έγινε χρήση φωτογραφίας, που ήταν δηµόσια διαθέσιµη και ελεύθερη στο ∆ιαδίκτυο, και απεικονίζει το αναφερόµενο δηµόσιο πρόσωπο, που είναι δηµόσιο πρόσωπο µε όλες τις έννοιες, δηλαδή πρόσωπο της σύγχρονης ιστορίας, της απόλυτης αλλά και της σχετικής επικαιρότητας. Για το δηµόσιο αυτό πρόσωπο και για το εν λόγω ζήτηµα που, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη δηµοσιοποιηθεί (και έλαβε έκταση και µε κοινοβουλευτικό έλεγχο) υπήρχε οντολογικώς και δεοντολογικώς δεδικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού για πληροφόρηση. Τέλος, µε το υποβληθέν υπόµνηµα επισηµάνθηκε ότι η εκ νέου δηµοσίευση (αναδηµοσίευση) προσωπικών δεδοµένων δεν υπάγεται στο πεδίο ποινικής προστασίας του ν. 2472/1997, και ότι στην επίµαχη ανάρτηση αναδηµοσιεύονται ήδη γνωστά και δηµοσιευµένα δεδοµένα, εξυπηρετείται το συµφέρον πληροφόρησης της κοινής γνώµης (µε συνεισφορά σε διάλογο δηµοσίου ενδιαφέροντος) και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, κατά την ίδια συνεδρίαση (01-12-2016) προσήλθαν και ακούστηκαν εκπροσωπώντας την ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυµία «∆ΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε., ως ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφηµερίδας «Το Βήµα της Κυριακής» (σε έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση), ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Καρακώστας (µε ΑΜ ∆ΣΑ …..) και η συντάκτρια δηµοσιογράφος ∆, οι οποίοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους. Στη συνέχεια η ως άνω εταιρεία υπέβαλε εντός της ταχθείσας προθεσµίας έγγραφο υπόµνηµα για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών της (Γ/ΕΙΣ/8078/07-12-2016). Συγκεκριµένα, µε το υπόµνηµά της η εφηµερίδα «Το Βήµα» υποστήριξε ότι µε τα επίµαχα δηµοσιεύµατα της 16-10-2016 δεν παραβίασε τον ν. 2472/1997. Στο δηµοσίευµα µε τίτλο «∆ηµοκρατία του µαύρου» δεν γίνεται καµία αναφορά σε προσωπικά δεδοµένα. Στο δηµοσίευµα µε τίτλο «Οι υπόγειοι δεσµοί της παραεξουσίας» γίνεται αναφορά στη διαρροή των υποκλαπέντων emails, χωρίς να γίνεται αναφορά στο περιεχόµενο των emails ούτε δηµοσιοποιείται το όνοµα του δικαστικού λειτουργού (που σηµειωτέον ήταν γνωστό από το ρεπορτάζ). Κατά την εφηµερίδα, στο παραπάνω δηµοσίευµα δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριµένο πρόσωπο και δεν δίνονται στοιχεία που φωτογραφίζουν συγκεκριµένο δικαστικό λειτουργό, δηλ. δεν ταυτοποιείται µε το δηµοσίευµα το πρόσωπο, παρά γίνεται µία γενικόλογη αναφορά, αναπαραγωγή του πραγµατικού γεγονότος της διαρροής των emails ανώτατου δικαστικού λειτουργού του ΣτΕ που είχε ήδη γίνει από άλλα ηλεκτρονικά µέσα λίγες ηµέρες πριν, µε έκφραση της γνώµης, του συµπεράσµατος και κριτικής της συντάκτριας δηµοσιογράφου επί ζητηµάτων της επικαιρότητας.
Οι ακροάσεις των λοιπών κληθέντων, κατόπιν σχετικού τους αιτήµατος, αναβλήθηκαν για την συνεδρίαση της 07-12-2016 χωρίς νέα κλήτευση (βλ. σχετικά πρακτικά συνεδρίασης). Συγκεκριµένα, κατά την ως άνω συνεδρίαση προσήλθε και ακούστηκε ο Ε, δηµοσιογράφος και υπεύθυνος για την ιστοσελίδα www.zougla.gr, και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Νικόλαος ∆ιαλυνάς (ΑΜ ∆ΣΘ ….) και Ανδρονίκη Χωρινού (µε ΑΜ ∆ΣΑ ….), οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους. Στη συνέχεια, ο Ε για λογαριασµό της ανώνυµης εταιρείας µε την επωνυµία «ZOUGLA GR. A.E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ» υπέβαλε εντός της ταχθείσας προθεσµίας έγγραφο υπόµνηµα για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών της (Γ/ΕΙΣ/8098/08-12-2016).
Η εταιρεία «ZOUGLA GR A.E.» δήλωσε ότι διατηρεί ειδησεογραφικό ιστότοπο (site) µε το όνοµα www.zougla.gr. Σχετικά δε µε τις επίµαχες αναρτήσεις της, υποστήριξε τα εξής: Καταρχάς, ότι ο Υπουργός ∆ικαιοσύνης, ο οποίος είχε ήδη όλα τα στοιχεία, έπρεπε, κατά την ιστοσελίδα, να ασκήσει πειθαρχική αγωγή κατά του δικαστή. Κατά τους ισχυρισµούς της, η ιστοσελίδα προέβη σε αναδηµοσίευση µείζονος σηµασίας για τη διασφάλιση του θεσµού της ∆ικαιοσύνης θέµατος που αφορά στην ηλεκτρονική συνοµιλία µεταξύ δικαστικών λειτουργών, που είχε ήδη διαρρεύσει από το 2014, χωρίς να δηµοσιεύσει ονόµατα και φωτογραφίες (πρβλ. τα άλλα αναφερόµενα ΜΜΕ). Η ως άνω δηµοσίευση έγινε, όπως υποστήριξε, στο πλαίσιο επιβεβληµένου δηµοσιογραφικού καθήκοντος για ενηµέρωση της κοινής γνώµης και εντός των ορίων αυτού. Επισηµάνθηκε, επίσης, ότι η ιστοσελίδα σε καµία περίπτωση δεν παραβίασε προσωπικά δεδοµένα υπό την έννοια της παράνοµης πρόσβασης σε προσωπικό αρχείο, ότι ανήρτησε δηµοσιογραφικές πληροφορίες, ήδη δηµοσιευµένες σε άλλες ιστοσελίδες, µε τη διαφορά ότι ενήργησε σύµφωνα µε το Κώδικα ∆ηµοσιογραφικής ∆εοντολογίας δίχως να αποκαλύψει τα προσωπικά στοιχεία (το ονοµατεπώνυµο και την εικόνα των δικαστικών λειτουργών). Περαιτέρω, υποστήριξε ότι πρόκειται για ιδιωτική συνοµιλία, συνδεόµενη µε τη διασφάλιση του θεσµού της ∆ικαιοσύνης, την κατοχυρωµένη συνταγµατικά αρχή της διαφάνειας και της ισότητας των πολιτών, όπου το δηµόσιο συµφέρον προδήλως υπερτερεί έναντι του ατοµικού δικαιώµατος στην ιδιωτική ζωή. Επισήµανε ότι στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής συνοµιλίας αποκαλύπτονται παρεµβάσεις στην ανέλιξη των δικαστικών λειτουργών εντός του δικαστικού σώµατος λόγω της διαρροής των θεµάτων στις εξετάσεις, ζητήµατα που αφορούν, πρωτίστως, στο κοινωνικό σύνολο, και ειδικότερα, στους υποψήφιους δικαστικούς λειτουργούς. Εξάλλου, τα δηµόσια πρόσωπα, όπως είναι π.χ. οι δικαστικοί λειτουργοί, πολιτικοί, καλλιτέχνες, και τα πρόσωπα της επικαιρότητας απολαµβάνουν περιορισµένης προστασίας του ν. 2472/1997 και πρέπει να µην εκφεύγουν του δηµοσίου ελέγχου και κριτικής από ΜΜΕ για θέµατα που αφορούν τη διαχείριση της δηµόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί. Η ιστοσελίδα επισήµανε ότι η χρήση και διαχείριση της δηµόσιας εξουσίας, για την οποία ελέγχονται τα δηµόσια πρόσωπα, είναι δυνατόν να εκφραστεί όχι µόνο στον «δηµόσιο χώρο» αλλά και στον «ιδιωτικό», και ότι αναφορικά µε παράνοµες (αξιόποινες) πράξεις (µε παραποµπή σε νοµολογία και θεωρία), είναι πλήρως και απολύτως νόµιµη η δηµοσιογραφική έρευνα και άσκηση κριτικής επί σειράς ζητηµάτων που αναφέρονται στον «ιδιωτικό βίο» δηµοσίων προσώπων, που ασκούν δηµόσια εξουσία. Με άλλα λόγια είναι δεδικαιολογηµένη η σχετικοποίηση του «ιδιωτικού βίου» αυτών. Επίσης, υποστήριξε ότι, κατά το άρθρο 14 Σ, η ελευθερία του Τύπου περιέχει την ελευθερία συντάξεως, συγκεντρώσεως της ύλης και ότι η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται µε κάθε µέσο, γραπτώς/ δια του Τύπου ή και δια ∆ιαδικτύου, και ότι ο ηλεκτρονικός τύπος έχει τις συνταγµατικές εγγυήσεις για τον Τύπο: ελευθερία δηµοσιογράφου να επιλέγει και να παρουσιάζει την ύλη του, δικαίωµα στην ανωνυµία, δηµοσιογραφικό απόρρητο, απαγόρευση λογοκρισίας. Περαιτέρω, η ιστοσελίδα επικαλέστηκε το δηµοσιογραφικό απόρρητο, ώστε να µην αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών της. Τέλος, κατά την ιστοσελίδα, υπήρχε δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού για γνώση των ζητηµάτων µε το σχετικό περιεχόµενο των αναρτήσεών της
Κατά την ίδια συνεδρίαση (της 07-12-2016) για την ιστοσελίδα www.parapolitika.gr και τον υπεύθυνο αυτής ΣΤ προσήλθε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αθηνά Τσιµήνη (µε ΑΜ ∆ΣΑ …..), η οποία, αφού ενηµερώθηκε επακριβώς για την υπόθεση και τα διερευνητέα ζητήµατα, ζήτησε να επιφυλαχθεί κατά την ακρόαση και να καταθέσει έγγραφο υπόµνηµα για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών του εντολέα της, το οποίο και υποβλήθηκε εµπροθέσµως (και έλαβε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8331/16-12-2016). Με το υπόµνηµά του ο ΣΤ για την ιστοσελίδα www.parapolitika.gr υποστήριξε τα εξής: Καταρχάς, ότι ο ν. 2472/1997 στο άρθρο 22 παρ. 4 τιµωρεί µόνο την παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, τις επεµβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δηµοσιοποιηθεί. Περαιτέρω, ότι όσο η ιδιωτική ζωή παραµένει απόρρητη είναι άξια προστασίας, ενώ όταν έχει ευρέως δηµοσιοποιηθεί, η προσβολή της είναι ήδη ολοκληρωµένη και παύει να είναι άξια προστασίας κατά το ν. 2472/1997 (βλ. παραποµπή σε σχετική νοµολογία). Η δε επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων για δηµοσιογραφικούς σκοπούς επιτρέπεται, κατά την ιστοσελίδα, σύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ. 1 (συγκατάθεση) ή παρ. 2 περ. δ΄ (εκτέλεση έργου δηµοσίου συµφέροντος ή έργου που εµπίπτει στην άσκηση δηµόσιας εξουσίας και εκτελείται από δηµόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο), ή παρ. 2 περ. ε΄ (υπέρτερο έννοµο συµφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου). Σχετικά µε την επίµαχη ανάρτηση της ιστοσελίδας την 17-10-2016, η ιστοσελίδα υποστήριξε ότι αυτή ήταν σύµφωνη µε την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 περ. δ΄ (θεωρώντας ότι η ελεγκτική λειτουργία του Τύπου αναγνωρίζεται και νοείται ως άσκηση δηµοσίας εξουσίας) ή/και περ. ε΄ του ν. 2472/1997 (θεωρώντας ότι σε κάθε περίπτωση υφίσταται δεδικαιολογηµένο ενδιαφέρον της κοινής γνώµης για το δηµοσίευµα, για ζήτηµα που απασχολεί εντόνως την κοινωνία). Συγκεκριµένα, η επίµαχη ανάρτηση της 17-10-2016 που αναφερόταν στην απάντηση του Α στις δηµόσιες καταγγελίες του Ν. Νικολόπουλου, έγινε κατόπιν των δηµόσιων καταγγελιών του τελευταίου στο ρ/σ των Παραπολιτικών (κατά τις οποίες ο βουλευτής κατονόµασε τον δικαστικό λειτουργό), δίχως να υιοθετείται το περιεχόµενο των καταγγελιών. Επιπλέον, η ιστοσελίδα, κατά τους ισχυρισµούς της, συµµορφούµενη στον Κώδικα ∆ηµοσιογραφικής ∆εοντολογίας επικοινώνησε µε τον αναφερόµενο δικαστή και του έδωσε, όπως επιβάλλεται, το δικαίωµα απαντήσεως. Η επίµαχη ανάρτηση δηµοσίευσε, κατά την ιστοσελίδα, πληροφορίες που ήταν ήδη δηµοσιευµένες σε ΜΜΕ, αφορούν σε δηµόσιο πρόσωπο και σε ζήτηµα δηµοσίου ενδιαφέροντος που έλαβε ευρεία δηµοσιότητα (σχετικά µε τα emails και τους εκβιασµούς που δεχόταν ο δικαστής, βλ. Σχετ. 5-9). Σηµειώνεται ότι για το ζήτηµα αυτό ο βουλευτής Ν. Νικολόπουλος έκανε ερώτηση στον Υπουργό ∆ικαιοσύνης. Η επίµαχη ανάρτηση της ιστοσελίδας, ήταν, κατά τους ισχυρισµούς της, εντός του πλαισίου της άσκησης δηµοσιογραφικού λειτουργήµατος, αποκλειστικά για την ενηµέρωση της κοινής γνώµης για ζήτηµα δηµοσίου ενδιαφέροντος συνδεόµενο µε τη διαφάνεια στο πλαίσιο αδειοδότησης των τηλεοπτικών καναλιών, την αµεροληψία ανεξαρτησία δικαστικών λειτουργών εν γένει, σε συµµόρφωση, όπως προαναφέρθηκε, και µε τον Κώδικα ∆ηµοσιογραφικής ∆εοντολογίας. Επίσης, η ιστοσελίδα επισήµανε ότι δεν δηµοσιοποίησε τα επίµαχα emails και δεν παραβίασε το ν. 2472/1997 ούτε έκανε κάποια παράνοµη επέµβαση σε αρχείο. Σχετικά δε µε τη φωτογραφία του Αντιπροέδρου που συνοδεύει το κείµενο της ανάρτησης, η ιστοσελίδα επισήµανε ότι πρόκειται για φωτογραφία που είναι δηµόσια διαθέσιµη στο ∆ιαδίκτυο, σε καµία περίπτωση δεν ελήφθη παράνοµα, συγκεκριµένα δε ελήφθη σε επιστηµονικό συνέδριο όπου ο Αντιπρόεδρος ήταν κεντρικός οµιλητής. Η φωτογραφία αυτή είναι αναρτηµένη δηµόσια στην ιστοσελίδα ethemis.gr και στην google.gr, και ανευρίσκεται µε απλή αναζήτηση µε το όνοµα του δικαστικού λειτουργού. Συνεπώς, κατά την ιστοσελίδα, πρόκειται για δηµόσια ή συνήθη φωτογραφία που σε καµία περίπτωση δεν προσβάλει την προσωπικότητα του εικονιζόµενου. Πρόκειται, δηλαδή, κατά την ιστοσελίδα, για αναπαραγωγή της δηµόσιας εικόνας του Αντιπροέδρου, όπως ο ίδιος την επέτρεψε στο ∆ιαδίκτυο. Η εικόνα αυτή του Αντιπροέδρου, που σηµειώνεται ότι είναι δηµόσιο πρόσωπο, προσιτό και γνωστό στην κοινή γνώµη, πρόσωπο της απόλυτης αλλά και της σχετικής επικαιρότητας, πλαισίωνε την ανάρτηση που αναφερόταν στην σοβαρή υπόθεση που προαναφέρθηκε. Τέλος, η ιστοσελίδα υπογράµµισε ότι σε καµία περίπτωση δεν είχε την πρόθεση να παραβιάσει τη νοµοθεσία των προσωπικών δεδοµένων, και ότι προέβη ήδη σε αποανάρτηση της επίµαχης ανάρτησης της 17-10-2016.
Τέλος, κατά την ίδια συνεδρίαση προσήλθε και ακούστηκε εκπροσωπώντας την εταιρεία µε την επωνυµία «KONTRA MEDIA ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», ως ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφηµερίδας (σε έντυπη και ηλεκτρονικής έκδοση) «kontranews», η πληρεξούσια δικηγόρος της Χαρίκλεια Γέραλη (µε ΑΜ ∆ΣΑ ….), η οποία ανέπτυξε προφορικά τις απόψεις της, και στη συνέχεια υπέβαλε και έγγραφο υπόµνηµα εντός της ταχθείσας προθεσµίας για την πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισµών της (Γ/ΕΙΣ/8309/15-12-2016). Η εφηµερίδα µε το υπόµνηµά της υποστήριξε καταρχάς ότι η εκ νέου δηµοσίευση (αναδηµοσίευση) προσωπικών δεδοµένων δεν υπάγεται στο πεδίο ποινικής προστασίας του νόµου, και ότι εν προκειµένω η εφηµερίδα προέβη σε συγκέντρωση πληροφοριών που είχαν ήδη δηµοσιευθεί (στο ∆ιαδίκτυο και στον Τύπο) και µε το άρθρο της 18-10-2016 αναδηµοσίευσε ήδη γνωστά στο κοινό στοιχεία και καταγγελίες (από άλλα δηµοσιεύµατα, δηµόσιες επώνυµες καταγγελίες και δηλώσεις). Σκοπός του επίµαχου άρθρου ήταν, κατά την εφηµερίδα, η ενηµέρωση του κοινού για θέµα της επικαιρότητας που αφορά στο δηµόσιο  συµφέρον. Στο δηµοσίευµα γίνεται γενική αναφορά σε συνοµιλίες και µηνύµατα, χωρίς να παρατίθενται αυτά. Η εφηµερίδα υπογράµµισε ότι δεν προέβη σε παράνοµη συλλογή στοιχείων ούτε είχε στην κατοχή της το εν λόγω υλικό. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η συντακτική οµάδα πείσθηκε λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών (βλ.  συνέντευξη του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου στο ρ/σ των Παραπολιτικών, όπου αποκάλυψε και το όνοµα του δικαστικού λειτουργού) και στοιχείων, που δεν στερούνται άλλωστε πραγµατικής βάσης (βλ. διαταγή πειθαρχικής έρευνας από τον Υπουργό ∆ικαιοσύνης), ενώ διατήρησε και αποστάσεις από τα καταγγελλόµενα. Επίσης, το δηµοσίευµα συνοδευόταν από φωτογραφία του Αντιπροέδρου, η οποία, κατά τους ισχυρισµούς της εφηµερίδας, είναι διαθέσιµη στο ∆ιαδίκτυο και η δηµοσίευσή της δικαιολογείται από το περιεχόµενο του επίµαχου δηµοσιεύµατος, που αφορά σε δηµόσιο πρόσωπο της σύγχρονης ιστορίας µε την απόλυτη αλλά και τη σχετική έννοια. Η εφηµερίδα υποστήριξε ότι δεν προέβη σε επέµβαση σε αρχείο, δεν συγκρότησε αρχείο µε προσωπικά δεδοµένα του δικαστή, πλην µόνο αναδηµοσίευσε στοιχεία που ήταν ήδη δηµοσιευµένα και γνωστά. Περαιτέρω, επισήµανε ότι υπήρχε δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού. Συγκεκριµένα, η εφηµερίδα υποστήριξε ότι υπήρχε θέµα εκβίασης ανώτατων δικαστικών λειτουργών, ο ένας εκ των οποίων φέρεται να έχει διαρρεύσει τα θέµατα των εξετάσεων στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών, βάσει σοβαρών καταγγελιών και βάσιµων πληροφοριών που δηµοσιεύτηκαν σε άλλα µέσα ενηµέρωσης, δηλαδή, κατά τους ισχυρισµούς της εφηµερίδας, υπήρχε µείζον ζήτηµα δηµοσίου ενδιαφέροντος. Με το επίµαχο δηµοσίευµα, κατά την εφηµερίδα, δεν παραβιάστηκε ο ν. 2472/1997, και τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας. Η εφηµερίδα υποστήριξε ότι άλλο ζήτηµα είναι εάν ενδεχοµένως υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του θιγοµένου, ζήτηµα που εκφεύγει των αρµοδιοτήτων της Αρχής και για το οποίο αρµόδια είναι τα αρµόδια δικαστήρια. Τέλος, σχετικά µε τον έλεγχο της αλήθειας και της ακρίβειας των πληροφοριών που δηµοσιεύτηκαν και την επιλογή των τίτλων του επίµαχου δηµοσιεύµατος, η εφηµερίδα επισήµανε ότι η κρίση του δηµοσιογράφου ότι για τους αναφερόµενους λόγους πρέπει «να παραιτηθούν οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου» είναι η προσωπική θέση του ιδίου, θέση για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει αρµοδιότητα η Αρχή, ότι κατά τη νοµολογία είναι ανεκτή η οξεία κριτική, ακόµα και µε δόση υπερβολής ή προκλητικότητας, όταν οι κρίσεις στηρίζονται σε γεγονότα που δεν στερούνται ολοσχερώς πραγµατικής βάσης, και ότι σκοπός σε κάθε περίπτωση του δηµοσιεύµατος ήταν όχι η προσβολή των θιγόµενων προσώπων αλλά η ενηµέρωση του κοινού γύρω από ένα ζήτηµα της δηµόσιας σφαίρας.
Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου και αναφορά στα διαµειφθέντα στις από 01-12-2016, 07-12-2016 και 18-01-2017 συνεδριάσεις, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις των βοηθών εισηγητών, οι οποίοι (τελευταίοι)  αποχώρησαν µετά τη συζήτηση και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1. Την Αρχή έχουν κατ’ επανάληψη απασχολήσει [βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της Αρχής 100/2000, 24/2005, 25/2005, 26/2007, 43/2007, 58/2007, 17/2008, 36/2012, 165/2012, 16/2015, 17/2015. Βλ. σχετικά και Φ. Παναγοπούλου – Κουτνατζή, Η ελευθερία του τύπου και η προστασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, ∆ιΜΕΕ, 1/2016, σελ. 39 επ.] υποθέσεις σύγκρουσης του δικαιώµατος προστασίας του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγµατος) και των προσωπικών δεδοµένων (άρθρο 9A του Συντάγµατος) µε την ελευθερία της δηµοσιογραφικής πληροφόρησης (άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγµατος) και το δικαίωµα των πολιτών στην πληροφόρηση (άρθρο 5A του Συντάγµατος). Τα δικαιώµατα αυτά είναι συνταγµατικώς ισότιµα και ισοβαρή και εποµένως η τυχόν σύγκρουσή τους δεν µπορεί να λυθεί µε µια αφηρηµένη και σταθερή αξιολογική ιεράρχησή τους. Ο εκτελεστικός νόµος του άρθρου 9A του Συντάγµατος (ν. 2472/1997) έχει θεσπίσει ορισµένα κριτήρια εναρµόνισης των δικαιωµάτων αυτών και επίλυσης των συγκρούσεων µεταξύ τους στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας (βλ. άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997), µε βάση τα οποία, αξιολογούνται οι ειδικότερες περιστάσεις της κάθε συγκεκριµένης περίπτωσης.
2. Οι διατάξεις του ν. 2472/1997 καταλαµβάνουν, µεταξύ άλλων, και τις δηµοσιογραφικές δραστηριότητες στο σύνολό τους, όταν µε αυτές διενεργείται ταυτόχρονα επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων (βλ. και ΣτΕ 3545/2002, σκ. 10). Η δηµοσίευση στον Τύπο πληροφοριών που αφορούν ένα φυσικό πρόσωπο συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ΄ του ν. 2472/1997 («καταχώριση» και «διάδοση»), η οποία επιτρέπεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόµου αυτού. Αν δε περαιτέρω η επεξεργασία αυτή έχει γίνει κατά παράβαση των διατάξεών του, τότε επιβάλλονται σε βάρος των υπευθύνων επεξεργασίας οι κυρώσεις που προβλέπονται, µεταξύ άλλων, και στο άρθρο 21 αυτού.
3. Κατά τους ορισµούς του άρθρου 2 στοιχ. α΄ και γ΄ 2472/1997 προσωπικά δεδοµένα είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείµενο των δεδοµένων, ενώ υποκείµενο των δεδοµένων είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή να προσδιορισθεί αµέσως ή εµµέσως, ιδίως βάσει αριθµού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονοµική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. Από τη γραµµατική ερµηνεία της σχετικής διάταξης προκύπτει ότι για να αποτελεί µια πληροφορία δεδοµένο προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η πληροφορία να µπορεί να ταυτοποιείται, δηλαδή να µπορεί να προσδιορισθεί µοναδικά. Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία [Βλ. Φ. Μίτλεττον, σε: Λ. Κοτσαλής (επιµ.), Προσωπικά δεδοµένα. Ανάλυση-Σχόλια-Εφαρµογή, Νοµική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 11 επ., Λ. Μήτρου, Η δηµοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δηµοσιότητας, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 98 επ] και τη νοµολογία, για να διαπιστωθεί αν η ταυτότητα ενός προσώπου µπορεί να εξακριβωθεί, πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το σύνολο των µέσων που µπορούν ευλόγως να χρησιµοποιηθούν είτε από τον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε από τρίτο [Σύµφωνα µε την αιτιολ. σκ. 26 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ: «ότι οι αρχές της προστασίας πρέπει να εφαρµόζονται σε κάθε πληροφορία του αφορά πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί- ότι, για να διαπιστωθεί αν η ταυτότητα ενός προσώπου µπορεί να εξακριβωθεί, πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το σύνολο των µέσων που µπορούν ευλόγως να χρησιµοποιηθούν, είτε από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας, είτε από τρίτο, για να εξακριβωθεί  η ταυτότητα του εν λόγω προσώπου- ότι οι αρχές της προστασίας δεν εφαρµόζονται σε δεδοµένα που έχουν καταστεί ανώνυµα, κατά τρόπο ώστε να µην µπορεί να εξακριβωθεί πλέον η ταυτότητα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται- ότι οι κώδικες δεοντολογίας κατά την έννοια του άρθρου 27 µπορούν να αποτελέσουν χρήσιµο µέσο για την παροχή στοιχείων ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο τα δεδοµένα µπορούν να καταστούν ανώνυµα και να φυλάσσονται µε µορφή που δεν επιτρέπει πλέον να εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται» (βλ. σχετικά και Γνώµη 5/2014 της Οµάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της ίδιας Οδηγίας σχετικά µε τις τεχνικές ανωνυµοποίησης, της 10.04.2014, WP 216)]. Η Οδηγία 95/46/ΕΚ, όπως και ο ν. 2472/1997, αναφέρονται ρητά, µεταξύ άλλων, και σε κάθε άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την υπόσταση του προσώπου από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονοµική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη. Η δυνατότητα ταυτοποίησης ενός προσώπου πρέπει να εξετάζεται διασταλτικά καθώς η βούληση του νοµοθέτη είναι να εξασφαλιστεί αποτελεσµατική προστασία στο υποκείµενο των δεδοµένων. Ως εκ τούτου, η αναφορά σε κάποιο φυσικό πρόσωπο που µπορεί να υπάρχει στο περιεχόµενο µιας πληροφορίας δεν είναι απαραίτητο να είναι ευθεία, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι οι πληροφορίες αφορούν σε συγκεκριµένο πρόσωπο [Βλ. Ευ. Παπακωνσταντίνου, ∆ίκαιο Πληροφορικής, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 43]. Η έµµεση ταυτοποίηση µπορεί να είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων. Τα ίδια στοιχεία ο συνδυασµός των οποίων δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση ενός προσώπου σε ένα ευρύ κοινωνικό περιβάλλον, µπορεί να οδηγούν σε πλήρη ταυτοποίηση στο πλαίσιο µιας µικρής κοινωνικής οµάδας όπου όλα τα µέλη της γνωρίζονται µεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό, προκειµένου να εξετασθεί αν έχει λάβει χώρα επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το σύνολο αυτών των παραµέτρων που αφορούν την υπό κρίση επεξεργασία, διότι και η πιθανότητα έµµεσης ταυτοποίησης, όταν δεν είναι αµελητέα, καθιστά, καταρχήν, την πληροφορία προσωπικό δεδοµένο
Η Οµάδα Εργασίας του άρθρου 29 [Γνωµοδότηση 4/2007 για την έννοια των προσωπικών δεδοµένων, της 20.06.2007, WP 136] θεωρεί ότι «αν, λαµβάνοντας υπόψη ‘το σύνολο των µέσων που µπορούν ευλόγως να χρησιµοποιηθούν είτε από τον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε από τρίτο’, η δυνατότητα [ταυτοποίησης] δεν υπάρχει ή είναι αµελητέα, το πρόσωπο δεν πρέπει να θεωρείται ταυτοποιήσιµο και η πληροφορία δεν πρέπει να θεωρείται ‘προσωπικό δεδοµένο’». Περαιτέρω, η Οµάδας Εργασίας του άρθρου 29 προτείνει τρία εναλλακτικά κριτήρια για την ταυτοποίηση της πληροφορίας µε το πρόσωπο. Το κριτήριο του περιεχοµένου (όταν µια πληροφορία αναφέρεται ευθέως σε κάποιο πρόσωπο), το κριτήριο του σκοπού (όταν µια πληροφορία αποσκοπεί εκ της φύσεώς της να επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το πρόσωπο) και το κριτήριο του αποτελέσµατος (όταν µια πληροφορία είναι ιδιαιτέρως πιθανόν να έχει επιπτώσεις στα δικαιώµατα ή τα συµφέροντα ενός προσώπου).
Επίσης σε σχέση µε την ταυτοποίηση ιδίως µέσω της χρήσης διευθύνσεων IP, η Οµάδα Εργασίας του άρθρου 29 θεωρεί ότι «η ταυτοποίηση ενός ατόµου δεν απαιτεί πλέον κατ’ ανάγκη τη γνώση του ονόµατός του». Η Οµάδα θεωρεί ότι η δυνατότητα δηµιουργίας προφίλ χρηστών αρκεί για να χαρακτηρισθούν τα συλλεγέντα δεδοµένα «προσωπικού χαρακτήρα», ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτά µπορεί να µην αναφέρονται σε συγκεκριµένα πρόσωπα. Ακόµη και περιπτώσεις ανωνυµοποίησης ή χρήσης ψευδωνύµων δεν µπορεί να αποκλεισθούν εξ ορισµού από τον ορισµό του δεδοµένου προσωπικού χαρακτήρα [Βλ. Ευ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σελ. 44-45].
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι «για να εµπίπτει η πληροφορία[…] στην έννοια του προσωπικού δεδοµένου, θα πρέπει να συνδέεται άµεσα µε το υποκείµενο και τις, προσωπικού χαρακτήρα, ιδιότητες ή εκδηλώσεις αυτού» [απόφαση ΑΠ 637/2013]. 
Επίσης το Εφετείο Αθηνών έχει κρίνει ότι «αν και δεν φαίνεται το πρόσωπο της ενάγουσας, ουδόλως δηµιουργείται αµφιβολία για την ταυτότητά της, που αποκαλύπτεται από το περιεχόµενο της αρθρογραφίας που τις συνοδεύει, απορριπτόµενων των περί του αντιθέτου ισχυρισµών των εναγοµένων» [Απόφαση ΕφΑθ 3808/2014].
4. Το άρθρο 3 παρ. 1 προσδιορίζει το πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997, το οποίο καλύπτει την εν όλω ή εν µέρει αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία, καθώς και τη µη αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαµβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Σύµφωνα δε µε το άρθρο 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, όπως ισχύει, «Αρχείο δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα [είναι] κάθε διαρθρωµένο σύνολο δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά µε γνώµονα συγκεκριµένα κριτήρια».
Εξάλλου στο πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997 (άρθρο 3 παρ. 1) εµπίπτουν, ως αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία, η διάθεση σε ιστοσελίδες στο ∆ιαδίκτυο και οι δηµοσιεύσεις/αναρτήσεις σε ηλεκτρονικές εφηµερίδες, καθώς και οι έντυπες εφηµερίδες, πολλώ δε µάλλον όταν οι τελευταίες διαθέτουν τα δηµοσιεύµατά τους και σε ηλεκτρονική µορφή στο ∆ιαδίκτυο.
Ειδικότερα, δεδοµένου ότι ως “επεξεργασία” ορίζεται και “η διάδοση ή κάθε άλλης µορφής διάθεση” προσωπικών δεδοµένων (άρθρο 2 στοιχ. δ΄ ν. 2472/1997), η διάθεση ενός δηµοσιεύµατος στον διαδικτυακό τόπο µιας εφηµερίδας ή η ανάρτηση κειµένου σε ιστοσελίδα στο ∆ιαδίκτυο συνιστά επεξεργασία υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ' του ν. 2472/1997 και, µάλιστα, εν όλω ή εν µέρει αυτοµατοποιηµένη κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόµου. Και αυτό, διότι, όπως έχει κρίνει και το ∆ΕΚ, “η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του ∆ιαδικτύου προϋποθέτει, σύµφωνα µε τις εφαρµοζόµενες σήµερα τεχνικές και µηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση µιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακοµιστή του ∆ιαδικτύου (server), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες για να µπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται µε το ∆ιαδίκτυο. Οι εργασίες αυτές πραγµατοποιούνται, τουλάχιστον εν µέρει, κατά τρόπο αυτοµατοποιηµένο”. Συνεπώς, καταλήγει το ∆ΕΚ, “η εργασία, που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του ∆ιαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισµό τους είτε µε το όνοµά τους είτε µε άλλα µέσα [...] συνιστά αυτοµατοποιηµένη, εν όλω ή εν µέρει, επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46” (απόφαση της 06.11.2003, C-101/01, Lindqvist, σκ. 25-27, βλ. και απόφαση της Αρχής 165/2012, σκ. 4).
Περαιτέρω, ενόψει των τεχνικών µεθόδων που ακολουθούνται σήµερα στην εκτύπωση των εφηµερίδων σε έντυπη µορφή, η Αρχή έχει κρίνει ότι η καταχώριση και δηµοσίευση/διάδοση φωτογραφιών ή εγγράφων/ντοκουµέντων από εφηµερίδα συνιστά επεξεργασία εν µέρει αυτοµατοποιηµένη (άρθρο 2 στοιχ. δ΄ σε συνδυασµό µε άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, βλ. αποφάσεις της Αρχής 73/2013, σκ. 3 και 6, 16/2015, σκ. 4,  17/2015, σκ. 3, 52/2015, σκ 4).
5. Στο άρθρο 4 του ν. 2472/1997 ορίζονται οι βασικές αρχές της επεξεργασίας. Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόµιµης επεξεργασίας πρέπει «να συλλέγονται κατά τρόπο θεµιτό και νόµιµο…». Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ αφορά προφανώς και την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων κατά την άσκηση του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος, αφού ο ν. 2472/1997 δεν εξαιρεί από το πεδίο εφαρµογής του τη δηµοσιογραφική δραστηριότητα, µε την επιφύλαξη των άρθρων 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ και 11 παρ. 5 που περιέχουν ειδικότερες ρυθµίσεις για τα µέσα ενηµέρωσης. Το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 δεν διακρίνει, ως προς τη νοµιµότητα της επεξεργασίας δεδοµένων που έχουν συλλεγεί µη νοµίµως, αν η κτήση τους έγινε από τον ίδιο τον δηµοσιογράφο ή τρίτον που αποτελεί την πηγή του δηµοσιογράφου. Εποµένως, είναι παράνοµη η επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδοµένων που αποκτήθηκαν παράνοµα είτε από τον ίδιο τον δηµοσιογράφο είτε µε τη συµµετοχή του [Βλ. την απόφαση της Αρχής 122/2012, σκ. 5 (β). Βλ. και Ε∆∆Α, απόφαση της 19.12.2006, Radio Twist κατά Σλοβακίας, σκ. 60. Πρβλ. εξ αντιδιαστολής και την απόφαση Bartnicki v. Vopper του Ανώτατου ∆ικαστηρίου των ΗΠΑ, την οποία παρουσιάζει η Α. Φωτιάδου, Σταθµίζοντας την ελευθερία του λόγου, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 95 επ. Βλ. επίσης και Ι. Καράκωστα, Όροι και προϋποθέσεις δηµοσίευσης προσωπικών δεδοµένων που αφορούν πρόσωπο της επικαιρότητας (γνωµ.), ∆ιΜΕΕ, 1/2005, σελ. 24 επ]. Η επεξεργασία, όµως, και χρήση προσωπικών δεδοµένων που αποκτήθηκαν παράνοµα από τρίτον χωρίς τη συµµετοχή του δηµοσιογράφου, θα κριθεί ως προς τη νοµιµότητά της µε βάση τις σταθµίσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ στην περίπτωση των απλών δεδοµένων και του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ στην περίπτωση των ευαίσθητων δεδοµένων [Πρβλ. Αθ. Τσεβά, Προσωπικά δεδοµένα και µέσα ενηµέρωσης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2010, σελ. 163 επ]. Στο πλαίσιο των σταθµίσεων αυτών πρέπει να λαµβάνεται υπόψη, µεταξύ και άλλων παραγόντων, το κατά πόσον ο δηµοσιογράφος θα µπορούσε εύκολα να διαγνώσει την παράνοµη πρωτογενή κτήση των δεδοµένων [Βλ. Ε∆∆Α, απόφαση της 10.12.2007, Stoll κατά Ελβετίας, σκ. 141 και 144]. Η γνώση ή η δυνατότητα διάγνωσης της παράνοµης κτήσης καθεαυτή δεν κωλύει την περαιτέρω δηµοσιογραφική επεξεργασία των δεδοµένων αυτών, αποτελεί πάντως θεµιτό κριτήριο στάθµισης ως προς την ευθύνη του δηµοσιογράφου και τις συνέπειες που απορρέουν από την παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 (πρβλ. Σπ. Βλαχόπουλου, ∆ιαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία προσωπικών δεδοµένων, 2007 σελ. 242). Στην περίπτωση µάλιστα της απόκτησης των δεδοµένων κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγµατος, το επιτρεπτό της επεξεργασίας τους πρέπει να κρίνεται όχι µόνο µε βάση τα άρθρα 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997, αλλά και εν όψει του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγµατος, το οποίο κατοχυρώνει το «απολύτως απαραβίαστο» του απορρήτου των επιστολών και κάθε άλλης µορφής ιδιωτικής εµπιστευτικής επικοινωνίας, περιλαµβανοµένης και της επικοινωνίας µέσω ηλεκτρονικών µηνυµάτων (e-mails) [Βλ. άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3471/2006], προβλέποντας εξαιρέσεις µόνο «για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκληµάτων» κατόπιν δικαστικής διαταγής.
Ενόψει της κατά τα ανωτέρω αυξηµένης συνταγµατικής προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι θέµατα «δηµοσίου ενδιαφέροντος» κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 ή αναλόγως και του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, τα οποία θα µπορούσαν να δικαιολογήσουν τη δηµοσιογραφική αξιοποίηση πληροφοριών που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 Συντάγµατος, είναι γεγονότα που συναρτώνται ουσιωδώς µε το δηµόσιο συµφέρον, όπως εκείνα λ.χ. που συνδέονται µε εγκληµατική ή παράνοµη συµπεριφορά του υποκειµένου των δεδοµένων (βλ. ΕφΑθ 9099/2005, ∆ιΜΕΕ, 4/2005, σελ. 563) [Βλ. και Ι. Καράκωστα, Όροι και προϋποθέσεις δηµοσίευσης προσωπικών δεδοµένων που αφορούν πρόσωπο της επικαιρότητας (γνωµ.), ο.π., σελ. 26]. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτήν, δεν αρκεί η απλή πιθανολόγηση γεγονότων, αλλά η ύπαρξη τέτοιων συµπεριφορών του υποκειµένου των δεδοµένων πρέπει να προκύπτει, πέραν πάσης αµφιβολίας, από το περιεχόµενο των επίµαχων πληροφοριών (βλ. ΣτΕ 3425/2014, σκ. 6, και ΣτΕ 4150/2015, σκ. 7.) [Βλ. σχετικά και Γ. Αναγνωσταρά, Η χρήση κρυφών µέσων καταγραφής από τα ραδιοτηλεοπτικά µέσα: Οι όροι κάµψης της απαγόρευσης, ∆ιΜΕΕ, 3/2016, σελ. 78].
6. Ο ν. 2472/1997 προβλέπει αυξηµένη προστασία στα δεδοµένα που ο ίδιος ο νόµος ορίζει ως ευαίσθητα. Συγκεκριµένα, στο άρθρο 2 στοιχ. β' του ν. 2472/1997 ορίζονται ως ευαίσθητα δεδοµένα, µεταξύ άλλων, και τα δεδοµένα που είναι σχετικά µε την ερωτική ζωή. Η επεξεργασία των ευαίσθητων δεδοµένων ρυθµίζεται στο άρθρο 7, κατά το οποίο απαγορεύεται κατ’ αρχήν η επεξεργασία τέτοιων δεδοµένων, ενώ επιτρέπεται µόνο κατ’ εξαίρεση, σε συγκεκριµένες περιπτώσεις. Το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ θέτει τον γενικό κανόνα ότι η επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων είναι επιτρεπτή όταν αφορά δεδοµένα που δηµοσιοποιεί το ίδιο το υποκείµενο στο πλαίσιο του δικαιώµατος του πληροφοριακού αυτοκαθορισµού του. Κατά τα άλλα, το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 εφαρµόζεται και στα ήδη γνωστά ή δηµοσιευµένα ευαίσθητα δεδοµένα [Πρβλ. ∆ΕΕ, απόφαση της 16.12.2008, Tietosuojavaltuutettu κατά Satakunnan Markkinapörssi Oy, Satamedia Oy, σκ. 48. Βλ. σχετικά H. Kranenberg, Article 8, σε: S. Peers-T. Hervey-J. Kenner- A.Ward (επιµ.), The EU Charter of Fundamental Rights, A Commentary, 2014, σελ. 243], εφόσον δεν
έχουν δηµοσιοποιηθεί από το ίδιο το υποκείµενο, αφού κάθε περαιτέρω επεξεργασία τους συνιστά µια αυτοτελή και πρόσθετη παραβίαση της γενικής απαγόρευσης του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997, αν δεν συντρέχουν µία ή περισσότερες προϋποθέσεις της επιτρεπτής, κατ’ εξαίρεση, επεξεργασίας τους, σύµφωνα µε το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997. Όπως έχει δεχθεί και το ∆ΕΕ σχετικά µε την Οδηγία 95/46 στην απόφαση Tietosuojavaltuutettu (16.12.2008), «µια γενική παρέκκλιση από την εφαρµογή της οδηγίας όσον αφορά τις ήδη δηµοσιευθείσες πληροφορίες θα καθιστούσε σε µεγάλο βαθµό την οδηγία αυτή άνευ ουσίας».
Περαιτέρω, το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 εφαρµόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η δηµοσιογραφική επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων δηµοσίων προσώπων έχει ως πηγή δηλώσεις βουλευτή κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, εντός ή εκτός Βουλής. Και τούτο διότι το ανεύθυνο του βουλευτή, κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγµατος, απαλλάσσει τον βουλευτή από οποιαδήποτε ευθύνη, µε εξαίρεση την περίπτωση συκοφαντικής δυσφήµισης (άρθρο 61 παρ. 2 Σ.), δεν αίρει όµως τον τυχόν παράνοµο χαρακτήρα του περιεχοµένου των δηλώσεών του, και συνεπώς δεν απαλλάσσει τον δηµοσιογράφο από την ευθύνη του κατά τις διατάξεις του ν. 2472/1997, στην περίπτωση της δηµοσίευσης δηλώσεων βουλευτή, που παραβιάζουν το δικαίωµα προστασίας του ιδιωτικού βίου και των προσωπικών δεδοµένων τρίτων προσώπων. Σηµειώνεται ότι και για το Ε∆∆Α «η ιδιότητα του συγγραφέα ενός άρθρου ως µέλους του Κοινοβουλίου δεν µπορεί αυτοµάτως να απαλλάξει τον διευθυντή µιας εφηµερίδας από την υποχρέωση άρνησης της δηµοσίευσης συκοφαντικών ισχυρισµών». ∆ιότι, εάν γινόταν δεκτό το αντίθετο, αυτό θα εσήµαινε «την αναγνώριση στους βουλευτές και στους γερουσιαστές του απεριόριστου δικαιώµατος να δηµοσιεύουν και να διαδίδουν µέσω του τύπου οποιεσδήποτε γνώµες συνδεόµενες µε την άσκηση των κοινοβουλευτικών τους καθηκόντων, όσο εξυβριστικές κι αν είναι» (βλ. Ε∆∆Α, Belpietro κατά Ιταλίας, 24.9.2013, σκ. 58).
7. Μία από τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων είναι εκείνη που αφορά δεδοµένα δηµοσίων προσώπων και πραγµατοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος (άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997). Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υποχρέωση ενηµέρωσης του υποκειµένου των δεδοµένων από τον υπεύθυνο επεξεργασίας (άρθρο 11 παρ. 5 του ν. 2472/1997). Ως «δηµόσια πρόσωπα» κατά την έννοια του ν. 2472/1997 είναι τα πρόσωπα που ασκούν δηµόσια εξουσία καθώς και εκείνα που διαδραµατίζουν ρόλο σε οποιονδήποτε τοµέα της δηµόσιας ζωής, όπως στην πολιτική, ή στην πολιτιστική, επιστηµονική, θρησκευτική, οικονοµική, καλλιτεχνική, κοινωνική, αθλητική ζωή [Πρβλ. άρθρο 7 του Ψηφίσµατος 1165 (1998) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συµβουλίου της Ευρώπης για το δικαίωµα στην ιδιωτική ζωή, απόφαση του Ε∆∆Α «Καρολίνα του Αννόβερου κατά Γερµανίας», 24.06.2004, σκ. 42 και 72 -όπου εξετάστηκε, µεταξύ άλλων, αν κατά την κρυφή φωτογράφησή της από δηµοσιογράφους η προσφεύγουσα ασκούσε δηµόσια καθήκοντα ή όχι- και αποφάσεις της Αρχής 26/2007, 165/2012, 73/2013 και 52/2015]. Στα δηµόσια πρόσωπα περιλαµβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί. Μάλιστα κατά τη νοµολογία του Ε∆∆Α, οι δικαστές, ως ασκούντες δηµόσιο λειτούργηµα, δεν δύνανται να εκφύγουν του δηµοσιογραφικού ελέγχου και της άσκησης ακόµη και οξείας κριτικής, προκειµένου η κοινή γνώµη να βεβαιωθεί ότι, µεταξύ των άλλων, ανταποκρίνονται στα δηµόσια καθήκοντά τους και το σκοπό της αποστολής τους. Και ναι µεν ο τύπος αποτελεί ένα από τα µέσα που διαθέτει η δηµόσια γνώµη για να διαπιστώνει ότι οι δικαστές ασκούν ευόρκως τα υψηλά τους καθήκοντα, αλλά το άρθρο 10 ΕΣ∆Α δεν εγγυάται απεριόριστη ελευθερία του τύπου, ακόµη κι όταν πρόκειται για τη δηµοσίευση σοβαρών ζητηµάτων δηµοσίου ενδιαφέροντος. Η παραγρ. 2 προβλέπει ότι η άσκηση αυτής της ελευθερίας συνεφέλκεται υποχρεώσεις και ευθύνες που ισχύουν και για τον τύπο. ∆έχεται µάλιστα το Ε∆∆Α την ιδιαίτερη αποστολή της δικαστικής εξουσίας στην κοινωνία, η δράση της οποίας, ως εγγυήτριας της δικαιοσύνης που είναι θεµελιώδης αξία του κράτους δικαίου, έχει ανάγκη την εµπιστοσύνη των πολιτών. Για τον λόγο αυτόν η δικαστική εξουσία πρέπει καταρχήν να προστατεύεται εναντίον αποδοµητικών επιθέσεων που γίνονται χωρίς σοβαρή θεµελίωση (βλ. απόφαση Ε∆∆Α, υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδας, 27.5.2004, σκ. 43, Prager & Oberschlink κατά Αυστρίας, 26.4.1995, σκ. 34). Επισηµαίνεται ότι το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 δεν διακρίνει µεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δηµοσίων προσώπων. Πρέπει όµως να γίνει δεκτό ότι, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερµηνευόµενης στο πλαίσιο της ανωτέρω διάταξης της ΕΣ∆Α και της ιδιαίτερης σηµασίας της δικαστικής εξουσίας για τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, παρέχεται σχετικώς αυξηµένη προστασία στους δικαστικούς λειτουργούς, η οποία δικαιολογείται από την ανάγκη διαφύλαξης του κύρους της δικαστικής εξουσίας και προστασίας της ανεξαρτησίας της από ατεκµηρίωτες καταγγελίες, καθώς και από το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν υποχρέωση αυτοσυγκράτησης στον δηµόσιο λόγο τους, ακόµη και όταν δέχονται δριµείες κριτικές και επιθέσεις, κάτι το οποίο δεν ισχύει για τα άλλα δηµόσια πρόσωπα, και ιδίως για τα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία µπορούν ευχερώς να απαντήσουν στις κριτικές και επιθέσεις αυτές [Βλ. Ε∆∆Α, απόφαση της 26.04.1995, Prager και Oberschlick κατά Αυστρίας, σκ. 34, Ε∆∆Α, απόφαση της 06.05.2003, Perna κατά Ιταλίας, σκ. 47, Ε∆∆Α, απόφαση της 24.09.2013, Belpietro κατά Ιταλίας, σκ. 48. Βλ. σχετικά και Χ. Βρεττού, Η αιχµηρή κριτική ως συνταγµατικό δικαίωµα Νοµική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 107-109].
8. Κατά το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997, απαραίτητος όρος για το επιτρεπτό της δηµοσιογραφικής επεξεργασίας και διάδοσης ευαίσθητων δεδοµένων δηµοσίων προσώπων είναι να συνδέονται τα συγκεκριµένα δεδοµένα µε την άσκηση του δηµοσίου λειτουργήµατος των προσώπων αυτών. Αυτό πρακτικά σηµαίνει πως τα αποκαλυπτόµενα γεγονότα του ιδιωτικού βίου των προσώπων αυτών πρέπει να έχουν λάβει χώρα κατά την άσκηση των δηµοσίων καθηκόντων τους ή να παρέχουν κρίσιµα αντικειµενικά στοιχεία όσον αφορά την καταλληλότητα και την ικανότητα του υποκειµένου των δεδοµένων να εκπληρώσει τα καθήκοντά του αυτά. Άλλωστε, µόνο σε µια τέτοια περίπτωση, η αποκάλυψη γεγονότων της προσωπικής ζωής του υποκειµένου των δεδοµένων, θα µπορούσε να συµβάλλει σε µια δηµόσια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος, όπως απαιτεί το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997. Όπως δέχεται µάλιστα και το Ε∆∆Α [Βλ. Ε∆∆Α, απόφαση της 25.02.2015, Haldimann κατά Ελβετίας, σκ. 57], θα πρέπει να κρίνεται in concreto, µε βάση το συγκεκριµένο δηµοσιογραφικό ρεπορτάζ, αν η δηµοσιοποίηση των γεγονότων αυτών, µε τον τρόπο που έγινε, ήταν πράγµατι ικανή να συµβάλλει σε µια δηµόσια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος. 
9. Η Αρχή δεν εφαρµόζει τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων κατά την άσκηση του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος κατά το µέρος που η διάταξη αυτή απαιτεί προηγούµενη άδεια της Αρχής [Βλ. ενδεικτικά την απόφαση της Αρχής 26/2007, σκ. 11]. Και τούτο, διότι η απαιτούµενη από τη διάταξη αυτή προηγούµενη άδεια της Αρχής θα ισοδυναµούσε µε απαγορευµένο προληπτικό µέτρο κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγµατος. Κατά τα λοιπά, όµως, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 είναι εφαρµοστέα ως προς τα προβλεπόµενα ουσιαστικά κριτήρια για το επιτρεπτό της επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδοµένων των δηµοσίων προσώπων κατά την άσκηση του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος. Η ρήτρα, εξάλλου, του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ ότι η εν λόγω επεξεργασία δεν πρέπει να παραβιάζει «καθ’ οιονδήποτε τρόπο» το δικαίωµα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, δεν είναι στενώς ερµηνευτέα µε βάση τη γραµµατική διατύπωσή της, αλλά κατά τρόπο ώστε να εντάσσεται στη ρύθµιση που εισάγεται µε τη διάταξη αυτή, διότι η αντίθετη ερµηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσµα την απόλυτη απαγόρευση της δηµοσίευσης ευαίσθητων δεδοµένων των δηµοσίων προσώπων, την οποία όµως το ίδιο το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ επιτρέπει υπό προϋποθέσεις. Κατά την ορθή ερµηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ η δηµοσίευση τέτοιων δεδοµένων, ακόµη και όταν αυτά συνδέονται µε την άσκηση δηµόσιου λειτουργήµατος, πρέπει να γίνεται µε τέτοιο τρόπο ώστε η διείσδυση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του υποκειµένου των δεδοµένων να είναι η µικρότερη δυνατή στο πλαίσιο εναρµονισµένης εφαρµογής της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής αφενός και της ελευθερίας γνώµης και του δικαιώµατος στην πληροφόρηση αφετέρου, ιδίως µάλιστα όταν πρόκειται για δηµοσίευση ευαίσθητων δεδοµένων που αφορούν την ερωτική ζωή του υποκειµένου των δεδοµένων, η οποία περιλαµβάνεται στον πυρήνα της προστατευόµενης και απαραβίαστης από οποιονδήποτε τρίτο, σφαίρας της ιδιωτικής ζωής κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγµατος [Βλ. ΣτΕ 3922/2005, Τµ. ∆΄, ∆ιΜΕΕ, 4/2005, σελ. 567]. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή της ελαχιστοποίησης ή της φειδούς κατά την επεξεργασία των προσωπικών δεδοµένων [Βλ. σχετικά, Κ. Χριστοδούλου, ∆ίκαιο Προσωπικών ∆εδοµένων, Νοµική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 86-88], η οποία επιβάλλει τη λιγότερο επαχθή για το υποκείµενο επεξεργασία, αποτελεί το µόνο ορθό µέσο για την ικανοποίηση του δικαιολογηµένου ενδιαφέροντος ενηµέρωσης των πολιτών, ακόµη κι αν δεν είναι το ίδιο αποτελεσµατική εν συγκρίσει προς µια υπερπεριεκτική επεξεργασία. Τούτο ισχύει, κατά µείζονα λόγο, στην περίπτωση κατά την οποία η πηγή των σχετικών πληροφοριών είναι ιδιωτικές-εµπιστευτικές επιστολές, e-mails, sms, τηλεφωνήµατα κ.λπ., που αφορούν την ερωτική σφαίρα των επικοινωνούντων, και για τον λόγο αυτόν προορίζονται εξ ορισµού να παραµείνουν µυστικές, προφυλαγµένες και απρόσιτες.
Στην περίπτωση αυτή, η αυτούσια αναπαραγωγή, εν όλω ή εν µέρει, του περιεχοµένου των ιδιωτικών-εµπιστευτικών επικοινωνιών σχετιζόµενων µε την ερωτική ζωή των επικοινωνούντων, αποτελεί την εντονότερη µορφή επέµβασης στα δικαιώµατα που συγκροτούν την συνταγµατικώς προστατευόµενη ιδιωτική σφαίρα του προσώπου στο σύνολό της (άρθρα 9 παρ. 1 εδ. β΄, 9A και 19 παρ. 1 του Συντάγµατος) [Για τη συστηµατική ενότητα των τριών αυτών άρθρων βλ. Χ. Ακριβοπούλου, Το δικαίωµα στην ιδιωτική ζωή, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 291 επ] αυτόν, δηλαδή λόγω της δραστικότητας της επέµβασης αυτής, αποτελεί ταυτοχρόνως και προσβολή του δικαιώµατος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγµατος. Το γεγονός µάλιστα ότι στην εποχή του ∆ιαδικτύου, υπάρχει η δυνατότητα το υλικό αυτό να αναρτηθεί, να διανεµηθεί και να αναδιανεµηθεί από οποιονδήποτε και οπουδήποτε και να αποκτηθεί πρόσβαση σε αυτό από οποιονδήποτε, επιτείνει περαιτέρω και σε ανυπολόγιστο βαθµό τις δυσάρεστες επιπτώσεις της προσβολής αυτής. Σηµειώνεται, επίσης, ότι η Αρχή έχει δεχθεί ότι η παράνοµη διάθεση προσωπικών δεδοµένων στο ∆ιαδίκτυο -και µάλιστα µέσω µιας µηχανής αναζήτησης εφηµερίδας- θίγει δυσανάλογα τα δικαιώµατα του υποκειµένου των δεδοµένων, διότι, λαµβάνοντας υπόψη τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται µε τη φύση του ∆ιαδικτύου (ελεύθερη, καθολική και µη ελεγχόµενη πρόσβαση χωρίς χρονικό περιορισµό σε κάθε είδους πληροφορίες σχετικά µε ένα πρόσωπο), µέσω µιας τέτοιας επεξεργασίας το υποκείµενο των δεδοµένων συνδέεται επ’ αόριστον µε µια παρελθούσα συµπεριφορά του, ενώ παράλληλα οι σχετικές πληροφορίες καθίστανται εύκολα προσιτές σε οποιονδήποτε τις αναζητήσει [Βλ. αποφάσεις της Αρχής 165/2012, σκ. 9, και 37/2015, σκ. 3]. Ως εκ τούτου, τα δεδοµένα αυτά µπορεί να χρησιµοποιηθούν και για άλλους σκοπούς πέραν της άσκησης του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος ή της ιστορικής έρευνας, π.χ. εµπορία πληροφοριών, έρευνα εργοδότη κατά τη διαδικασία πρόσληψης, δηµιουργία προφίλ.
Με βάση τα προαναφερόµενα, και λαµβάνοντας υπόψη τη σώρευση και τη σπουδαιότητα των προσβαλλόµενων στην παρούσα υπόθεση συνταγµατικών αγαθών (άρθρα 9 παρ. 1 εδ. β΄, 9A, 19 παρ. 1, 2 παρ. 1 του Συντάγµατος), το γεγονός ότι οι σχετικές πληροφορίες περιέχονται σε ερωτική επιστολή, η οποία αποτελεί την πιο χαρακτηριστική µορφή ιδιωτικής-εµπιστευτικής επικοινωνίας κατά την έννοια του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγµατος, ενισχύει το περιεχόµενο προστασίας που παρέχει το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 στο δικαίωµα ιδιωτικού βίου, καθιστώντας καταρχήν απαγορευµένη, την αυτούσια, εν όλω ή εν µέρει, αναπαραγωγή των επικοινωνιών αυτών από τα µέσα ενηµέρωσης [Πρβλ. και Β. Χρήστου, Το δικαίωµα στην προστασία από την επεξεργασία δεδοµένων, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 56 επ και 61 επ].
Όπως έχει δεχθεί και το ΣτΕ στην υπ’ αριθµόν 1337/2013 απόφασή του, σε µια τέτοια περίπτωση, ακόµη και αν υφίσταται δικαιολογηµένο δηµόσιο συµφέρον το οποίο επιβάλλει τη δηµοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν την ερωτική ζωή προσώπου κατέχοντος δηµόσιο αξίωµα, αυτή πρέπει να γίνεται «… µε τρόπο λιτό… µε την απλή µετάδοση της σχετικής ειδήσεως ή πληροφορίας, να αποβλέπει δε στην ενηµέρωση του κοινού και όχι στον σκανδαλισµό της κοινής γνώµης και στον εξευτελισµό και διασυρµό της προσωπικότητας, καθώς και στην προσβολή της αξιοπρέπειας του ανωτέρω προσώπου». Πρβλ. και τη ΣτΕ 2848/2013, σύµφωνα µε την οποία η δηµοσίευση πληροφοριών για την ερωτική ζωή των δηµοσίων προσώπων δεν θα πρέπει να γίνεται µε αυτούσια αναπαραγωγή και λεπτοµερή περιγραφή των στοιχείων αυτών, αλλά µε «απλή και λιτή µετάδοση των σχετικών πληροφοριών, η οποία θα µπορούσε να συνοδεύεται και από απλή γνωστοποίηση στο κοινό των διαθέσιµων αποδεικτικών στοιχείων, που τεκµηριώ[νουν] τη βασιµότητα των σχετικών πληροφοριών».
Υπό τα ίδια δεδοµένα, οµοίως απεφάνθη και ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθµόν 499/2013 απόφασή του, µε την οποία κρίθηκε ότι η αποκάλυψη από δηµοσιογράφο αυτούσιου εν όλω ή εν µέρει του περιεχοµένου ιδιωτικών-εµπιστευτικών επικοινωνιών που αφορούν την ερωτική ζωή δηµοσίου προσώπου, παραβιάζει τα όρια που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας στην άσκηση του δικαιώµατος ενηµέρωσης του κοινού. 
Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι: 
(α) Απαγορεύεται, καταρχήν, η δηµοσίευση, εν όλω ή εν µέρει, απόρρητων ιδιωτικών επιστολών ενός δηµοσίου προσώπου, ατοµικώς προσδιοριζόµενου, άµεσα ή έµµεσα, οι οποίες αποκαλύπτουν στοιχεία της ερωτικής του ζωής.
 (β) Επιτρέπεται η απλή αναφορά στην είδηση ή πληροφορία που αφορά ερωτική ζωή συγκεκριµένου δηµοσίου προσώπου και έχει ως πηγή της την ύπαρξη απόρρητων ιδιωτικών του επιστολών, οι οποίες χορηγήθηκαν στον δηµοσιογράφο από τρίτον, υπό την προϋπόθεση ότι από το περιεχόµενο των επιστολών αυτών προκύπτει, κατά τρόπο αναµφισβήτητο, παράνοµη συµπεριφορά του δηµοσίου προσώπου που θίγει έντονα το δηµόσιο συµφέρον και σχετίζεται, άµεσα ή έµµεσα, µε την ερωτική του δραστηριότητα. Στην περίπτωση αυτήν επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση και στο προσήκον κάθε φορά µέτρο η δηµοσίευση αυτούσιων των επιστολών αυτών ή αποσπασµάτων τους, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την τεκµηρίωση της βασιµότητας της δηµοσιευόµενης είδησης ή πληροφορίας για την παράνοµη συµπεριφορά του δηµοσίου προσώπου.
10. Ο Αντιπρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας πρέπει να θεωρηθεί δηµόσιο πρόσωπο υπό την προεκτεθείσα έννοια (βλ. ανωτέρω σκέψη 7 της παρούσας, και αποφάσεις της Αρχής 43/2007, 16/2015 και 17/2015 σχετικά µε νοµιµότητα δηµοσίευσης δεδοµένων δηµοσίων προσώπων). Περαιτέρω, τα ζητήµατα που αφορούν τη «χρηστή διοίκηση» στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών, µέλος του διδακτικού προσωπικού της οποίας ήταν ο προαναφερθείς Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, αποτελούν θέµατα δηµοσίου ενδιαφέροντος, για τα οποία δικαιολογείται η δηµοσιογραφική έρευνα κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997. Επισηµαίνεται όµως ότι τα επίµαχα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, τα οποία περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά του δεδοµένα, διότι αποκαλύπτουν στοιχεία ερωτικής και αυστηρά ιδιωτικής ζωής, αποτελούν υποκλαπείσα αλληλογραφία (αδιάφορο εάν η υποκλοπή έγινε παράνοµα από κρατικές υπηρεσίες ή ιδιώτη τρίτο).
11. Περαιτέρω, η αυτούσια αναπαραγωγή αποσπασµάτων των εν λόγω µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου συνιστά ιδιαίτερη και διακριτή µορφή επεξεργασίας ως καταχώριση και διάδοση δεδοµένων, τα εν λόγω δε µηνύµατα υπέστησαν κατά τη διαδικασία δηµοσίευσης, η οποία αποτέλεσε το µέσο διάδοσής τους σε έναν ευρύτατο κύκλο προσώπων, περισσότερες διαδοχικές διακριτές ηλεκτρονικές επεξεργασίες, όπως την ψηφιοποίησή τους µέσω ειδικών σαρωτών (εφόσον δεν ήταν ήδη στην εν λόγω ψηφιακή µορφή), την καταχώρισή τους σε ηλεκτρονικό αρχείο και την περαιτέρω επεξεργασία τους ως εικόνας, προκειµένου να αφαιρεθούν µε σκίαση κάποια αποσπάσµατα, να ενσωµατωθεί το λογότυπο zougla.gr, να βελτιωθεί η ευκρίνεια και οι χρωµατισµοί τους και να πραγµατοποιηθεί η σµίκρυνσή τους (πρβλ. και απόφαση της Αρχής 73/2013, σκ. 3 και 6). Η διάθεσή τους στο ∆ιαδίκτυο και η δηµοσίευσή τους σε µέσα ενηµέρωσης (ιστοσελίδες και εφηµερίδες) αποτελεί αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία κατά την έννοια του ν. 2472/1997, στο πεδίο εφαρµογής του οποίου εµπίπτουν η διάθεση σε ιστοσελίδες στο ∆ιαδίκτυο και οι δηµοσιεύσεις/αναρτήσεις σε ηλεκτρονικές εφηµερίδες, καθώς και οι έντυπες εφηµερίδες, πολλώ δε µάλλον όταν οι τελευταίες διαθέτουν τα δηµοσιεύµατά τους και σε ηλεκτρονική µορφή στο ∆ιαδίκτυο.
12. Από την εφηµερίδα «Η Αυγή» προβάλλεται ο ισχυρισµός ότι τηρήθηκε πληµµελώς ο τύπος της προηγούµενης ακρόασης του διοικουµένου, δεδοµένου ότι στο έγγραφο της κλήσης της σε ακρόαση δεν υπήρχε αναφορά σε συγκεκριµένες διατάξεις της νοµοθεσίαςγια την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, ενώ και κατά τη διαδικασία της ακρόασης δεν αναγνώσθηκε έκθεση του εισηγητή. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιµος διότι στην κλήση προς την ελεγχόµενη εφηµερίδα αναφέρονταν τα επίµαχα δηµοσιεύµατα για τα οποία είχε κληθεί σε ακρόαση και το περιεχόµενο των οποίων της ήταν εξ ορισµού πλήρως γνωστό. Άλλωστε, η ελεγχόµενη εφηµερίδα παρέστη µε εκπροσώπους της ενώπιον της Αρχής, οι οποίοι ανέπτυξαν τόσο προφορικά όσο και µε το υπόµνηµα που κατέθεσαν στη συνέχεια τις απόψεις τους για τα επίµαχα δηµοσιεύµατα. Εξάλλου,σύµφωνα µε το άρθρο 8 του Κανονισµού Λειτουργίας της Αρχής Προστασίας ∆εδοµένωνΠροσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ Β΄ 336/2000), όπως τροποποιήθηκε µε τις αριθ. πρωτ.Γ/ΕΞ/2015/22-04-2008 (ΦΕΚ Β΄ 859) και Γ/ΕΞ/3082/03-05-2011 (ΦΕΚ Β΄ 989) αποφάσεις της Αρχής, δεν απαιτείται κατά τη διαδικασία της προηγούµενης ακρόασης η ανάγνωση έκθεσης του εισηγητή, ο οποίος κατά την έναρξη της διαδικασίας αυτής παρουσίασε σύντοµα τα πραγµατικά περιστατικά και τα νοµικά ζητήµατα της διερευνώµενης υπόθεσης.
13. Τα δηµοσιευθέντα αποσπάσµατα απόρρητης ιδιωτικής ηλεκτρονικής επιστολής αναφέρονται σε αισθηµατική και ερωτική σχέση µεταξύ ανώτατου δικαστικού λειτουργού διδάσκοντα στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών και εκπαιδευοµένης στη Σχολή αυτήν. Η αποκάλυψη της σχέσης αυτής µέσω της δηµοσίευσης αποσπασµάτων της ηλεκτρονικής επιστολής ή µε αναφορά σε αυτά, αποτελεί διάδοση ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. β΄ του ν. 2472/1997, τα οποία αναφέρονται σε πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί. Πράγµατι, από το δηµοσίευµα το πρώτον στην ιστοσελίδα www.zougla.gr, αν και δεν αναφέρεται το όνοµα του ανώτατου δικαστικού ή της εκπαιδευόµενης στη Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών υποψήφιας τότε δικαστού, µπορεί ευκόλως να προκύψει η ταυτότητα των προσώπων αυτών από (α) το σύνολο των λοιπών αναφορών του άρθρου αφενός και (β) από τον ουσιαστικό κύκλο των προσώπων στα οποία επιδιώκει να απευθυνθεί το άρθρο. Ειδικότερα, όπως ρητά ανέφερε ο εκπρόσωπος της ιστοσελίδας Ε ενώπιον της Αρχής (βλ.πρακτικά συνεδρίασης 07-12-2016), η επίµαχη ηλεκτρονική αλληλογραφία και το περιεχόµενό της ήταν ευρέως γνωστά στον κλειστό κύκλο των δικαστών του Συµβουλίουτης Επικρατείας από το έτος 2015. Πέραν αυτού από τα κοινώς γνωστά τοις πάσι στοιχεία,ο αριθµός των δικαστών του ΣτΕ που έχουν δηµοσίως εκφράσει την άποψή τους για την υπόθεση που επρόκειτο να συζητηθεί στην Ολοµέλεια του ∆ικαστηρίου και η οποία αναφέρεται στο δηµοσίευµα και ταυτοχρόνως τυγχάνουν διδάσκοντες στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών χωρίς να τυγχάνουν ταυτόχρονα και εξεταστές, είναι ιδιαιτέρως περιορισµένος, µε αποτέλεσµα να οδηγεί σε ταυτοποίηση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ουσιαστικό κύκλο των προσώπων στα οποία επιδιώκει να απευθυνθεί το άρθρο, αυτός είναι, όπως επίσης προκύπτει από όσα ρητά ανέφερε ο εκπρόσωπος της ιστοσελίδας Ε ενώπιον της Αρχής (βλ. πρακτικά συνεδρίασης 07-12-2016), τα µέλη της Ολοµελείας του ανωτάτου δικαστηρίου τα οποία, όπως ανεφέρθη, εγνώριζαν ήδη την ταυτότητα των προσώπων. Αξιολογείται συναφώς το γεγονός που ανέφερε ο Ε, ότι, ενώ είχε την σχετική πληροφορία και την επίµαχη ηλεκτρονική αλληλογραφία ήδη πριν από τις αρχές του καλοκαιριού, επέλεξε να τα δηµοσιεύσει τρεις ηµέρες πριν τη δικάσιµο. Αντιθέτως η δηµοσίευση στην εφηµερίδα «Το Βήµα της Κυριακής» κάνει γενικόλογη αναφορά στο θέµα, χωρίς αναφορά στο συγκεκριµένο δηµοσίευµα της ιστοσελίδας www.zougla.gr, χωρίς αναφορά στις υποκλαπείσες επιστολές και στο περιεχόµενό τους και χωρίς αναφορά σε λοιπά στοιχεία που θα µπορούσαν να επιτρέψουν την άµεση ή έµµεση ταυτοποίηση του υποκειµένου.
Εξάλλου, από τη συγκεκριµένη ηλεκτρονική αλληλογραφία που ήρθε στο φως της δηµοσιότητας δεν προκύπτει η τέλεση παραβάσεως κανόνων δικαίου από τον συγκεκριµένο δικαστικό λειτουργό προς όφελος της εκπαιδευοµένης όσον αφορά την αξιολόγηση και βαθµολόγησή της ούτε κοµίζονται από τα σχετικά δηµοσιεύµατα περαιτέρω στοιχεία από τα οποία να προκύπτει επέµβαση αποβλέπουσα στην ευνοϊκότερη µεταχείριση της εκπαιδευοµένης. Περαιτέρω, από τα σχετικά δηµοσιεύµατα δεν προκύπτει ότι η συγκεκριµένη σχέση προκάλεσε δηµόσιο σκάνδαλο ούτε ότι οι ενδιαφερόµενοι παρέλειψαν να τηρήσουν στάση διακριτική ως προς τη σχέση αυτή. Υπό τα δεδοµένα αυτά, και παρά τους αντίθετους ισχυρισµούς των ελεγχόµενων εφηµερίδων και ιστοσελίδων (βλ. ιδίως τις καταθέσεις των εκπροσώπων των εφηµερίδων «Η Αυγή» και «kontranews» και της ιστοσελίδας «www.zougla.gr», καθώς και τα σχετικά υποµνήµατάτους), η εν λόγω σχέση, εφόσον δεν σχετίζεται µε παράνοµη συµπεριφορά του δικαστικού λειτουργού-διδάσκοντα στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών, και έµεινε προφυλαγµένη από το δηµόσιο βλέµµα, δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει ουσιωδώς το δηµόσιο συµφέρον και µάλιστα σε βαθµό που να δικαιολογεί την χρήση υποκλαπείσας ηλεκτρονικής επιστολής για την αποκάλυψή της.
Συνεπώς, από την άποψη του ν. 2472/1997, δεν παρουσιάζεται ζήτηµα δηµοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο θα δικαιολογούσε, µε βάση το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του νόµου αυτού, την επώνυµη αναφορά στο υποκείµενο των δεδοµένων και στην ερωτική του ζωή ή θα επέτρεπε µε άλλον τρόπο τον ατοµικό προσδιορισµό του. Ο ισχυρισµός ορισµένων εκ των ελεγχοµένων εφηµερίδων και ιστοσελίδων (βλ. ιδίως τις καταθέσεις των εκπροσώπων των εφηµερίδων «Η Αυγή» και «kontranews», και των ιστοσελίδων «www.parapolitika.gr» και «www.koutipandoras.gr», καθώς και τα σχετικά υποµνήµατά τους), ότι επρόκειτο απλώς για δηµοσίευση ήδη γνωστών δεδοµένων, τα οποία δηµοσιοποιήθηκαν το πρώτον από βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του και στη συνέχεια αποτέλεσαν περιεχόµενο συνέντευξής του στον ραδιοφωνικό σταθµό «Παραπολιτικά FM 90,1» και, ότι ως εκ τούτου, δεν τίθεται πλέον ζήτηµα εφαρµογής του ν. 2472/1997 στην περαιτέρω διάδοση των δεδοµένων αυτών στο πλαίσιο του δικαιώµατος ενηµέρωσης του κοινού για τους ισχυρισµούς του βουλευτή, δεν είναι βάσιµος, διότι, εφόσον η δηµοσιοποίηση του ονόµατος από τον βουλευτή παραβίαζε το δικαίωµα στην προστασία του ιδιωτικού βίου και των προσωπικών δεδοµένων, έστω κι αν δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί, λόγω του ανεύθυνου του βουλευτή κατά το άρθρο 61 παρ. 1 Συντ., είναι παράνοµη και η περαιτέρω αναδηµοσίευση, αφού το συγκεκριµένο συνταγµατικό άρθρο εισάγει προσωπικό λόγο απαλλαγής του βουλευτή από την σχετική ευθύνη, που δεν ισχύει για κανέναν άλλον εκτός από αυτόν (πρβλ. και τη µνηµονευόµενη ανωτέρω, στη σκ. 6 της παρούσας in fine,απόφαση Belpietro του Ε∆∆Α).
Εξάλλου, οι αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων τις οποίες επικαλούνται ορισµένα εκ των ελεγχόµενων µέσων ενηµέρωσης (βλ. ΕφΑθ 175/2014, ΣυµβΠληµΑθ 1281/2014), προκειµένου να ενισχύσουν τον ισχυρισµό τους για τη µη εφαρµογή του ν. 2472/1997 στην περίπτωση αναδηµοσίευσης ήδη γνωστών προσωπικών δεδοµένων, αφορούν αποκλειστικά τις ποινικές κυρώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 22 παρ. 4 του νόµου αυτού και όχι τις διοικητικές κυρώσεις κατά το άρθρο 21. Μάλιστα, σε ένα από τα επίµαχα δηµοσιεύµατα («kontranews» της 18-10-2016), τόσο στον τίτλο του όσο και στοπεριεχόµενό του, υιοθετείται ανεπιφύλακτα ο ισχυρισµός του βουλευτή ότι «όπως φαίνεται από τα e-mail αυτά ο συγκεκριµένος αντιπρόεδρος έδωσε τα θέµατα προκειµένου η ευνοούµενή του να πετύχει τον διορισµό της στο ΣτΕ», χωρίς να επαληθεύεται ή να τεκµηριώνεται µε άλλα στοιχεία η αλήθεια του συγκεκριµένου αυτού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση του βουλευτή. Ως προς τον συγκεκριµένο ισχυρισµό του βουλευτή τα σχετικά δηµοσιεύµατα στις ιστοσελίδες «www.parapolitika.gr» και«www.koutipandoras.gr» εµφανίζονται πιο επιφυλακτικά, πλην όµως υπάρχει και σε αυτά ονοµαστική αναφορά στον δικαστικό λειτουργό, η οποία δεν ήταν επιβεβληµένη, αφού δεν παρέχεται περαιτέρω τεκµηρίωση που να επιβεβαιώνει τον προαναφερθέντα ισχυρισµό του βουλευτή.
Όσον αφορά δε τον ισχυρισµό ορισµένων εκ των ελεγχοµένων µέσων ενηµέρωσης (βλ.ιδίως τις καταθέσεις των εκπροσώπων της εφηµερίδας «Η Αυγή» και της εφηµερίδας contact@dpa.gr / www.dpa.gr 30 «kontranews», καθώς και τα σχετικά υποµνήµατά τους), ότι η δηµοσιοποίηση του ονόµατος του δικαστικού λειτουργού έγινε µετά την πειθαρχική έρευνα που διέταξε οΥπουργός ∆ικαιοσύνης, επισηµαίνεται ότι δεν υπήρξε δηµοσιοποίηση του ονόµατος απότον Υπουργό ∆ικαιοσύνης, ο οποίος, αντιθέτως, κάλεσε «όλους όσοι µε δηλώσεις,αποκαλύψεις και λοιπές παρεµβάσεις επιχειρούν να επηρεάσουν το έργο της απονοµής της δικαιοσύνης να αναλογιστούν τις ευθύνες τους» (δήλωση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου, 17-10-2016). Στην περίπτωση αυτή, υπήρξε παραβίαση της αρχής της µυστικότητας που διέπει αυστηρά την πειθαρχική δίωξη κατά των δικαστικών λειτουργών µέχρι την περαίωση της πειθαρχικής διαδικασίας και προσβολή του τεκµηρίου αθωότητας του συγκεκριµένου δικαστικού λειτουργού. Η δηµοσιοποίηση του ονόµατος δεν δικαιολογείται βεβαίως ούτε από την αόριστη και ανεπέρειστη εικασία ορισµένων εκ των ελεγχόµενων εφηµερίδων και ιστοσελίδων (βλ. ιδίως τις καταθέσεις των εκπροσώπων  της ιστοσελίδας «www.zougla.gr»), ότι εξαιτίας της σχέσεώς του αυτής ο συγκεκριµένος δικαστικός λειτουργός είναι ευάλωτος σε πιέσεις κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων, ιδίως εν όψει της συµµετοχής του στη σύνθεση της Ολοµέλειας του ΣτΕ που θα εκδίκαζε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών. Εξάλλου, ο ισχυρισµός αυτός είναι ενπολλοίς προσχηµατικός, διότι η ίδια η δηµοσιοποίηση αυστηρώς προσωπικών στοιχείων και απόρρητων δεδοµένων της ιδιωτικής ζωής του συγκεκριµένου δικαστικού λειτουργού, αρχικά µε τη δηµοσίευση αποσπασµάτων της ιδιωτικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του (βλ. ιστοσελίδα www.zougla.gr 13-10-2016, καθώς και µερική αναδηµοσίευση των αποσπασµάτων αυτών στην εφηµερίδα «Η Αυγή» 17-10-2016) και στη συνέχεια µε ονοµαστική αναφορά στο πρόσωπό του (βλ. ιστοσελίδα «www.koutipandoras.gr» 17-10-2016, ιστοσελίδα «www.parapolitika.gr» 17-10-2016, εφηµερίδα «kontranews» 18-10-2016 και εφηµερίδα «Η Αυγή» 19-10-2016), είχε εξ αντικειµένου, λόγω του χρονικού σηµείου στο οποίο συντελέστηκε, δηλαδή ενόσω εκκρεµούσε η κρίσιµη δίκη στο ΣτΕ, τον χαρακτήρα µιας τέτοιας παρέµβασης. Τέλος, στη συγκεκριµένη περίπτωση, λόγω του ότι δεν προκύπτει, και µάλιστα µε τρόπο αναµφισβήτητο, από το περιεχόµενο της επίµαχης επιστολής παράνοµη συµπεριφορά του προαναφερθέντος δικαστικού λειτουργού-διδάσκοντα στην Εθνική Σχολή ∆ικαστικών Λειτουργών που θίγει ουσιωδώς το δηµόσιο συµφέρον, η αυτούσια αναπαραγωγή αποσπασµάτων της εν λόγω ιδιωτικής-εµπιστευτικής ηλεκτρονικής επιστολής, δεν είναι αναγκαία για την παρουσίαση της σχετικής είδησης, και εποµένως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας της επεξεργασίας των δεδοµένων κατά τα άρθρα 4 και 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997
14. Τέλος, σύµφωνα µε το άρθρο 19 του ν. 2472/1997:
«1. Η Αρχή έχει τις εξής ιδίως αρµοδιότητες :
…..γ) Απευθύνει συστάσεις και υποδείξεις στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή τους τυχόν
εκπροσώπους τους και δίδει κατά την κρίση της δηµοσιότητα σε αυτές.
….στ) Επιβάλλει τις κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόµου διοικητικές κυρώσεις. …»
Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 21 του ν. 2472/1997, όπως ισχύει:
«1. Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις
ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από
τον παρόντα νόµο και από κάθε άλλη ρύθµιση που αφορά την προστασία του ατόµου από την
επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα:
α) Προειδοποίηση, µε αποκλειστική προθεσµία για άρση της παράβασης.
β) Πρόστιµο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως πενήντα εκατοµµύρια
(50.000.000) δραχµές.
γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας.
δ) Οριστική ανάκληση άδειας.
ε) Καταστροφή αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή, επιστροφή ή κλείδωµα
(δέσµευση) των σχετικών δεδοµένων.»
Η Αρχή, λαµβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της παράβασης των άρθρων 4 παρ. 1 και 7 παρ.2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στο υποκείµενο, κρίνει ότι τα παράνοµα δηµοσιεύµατα που αναρτήθηκαν σε ιστοσελίδες στο ∆ιαδίκτυο ή/και ηλεκτρονικές εφηµερίδες πρέπει αµελλητί να αποαναρτηθούν/διαγραφούν τόσο από τις αναφερόµενες αρχικές πηγές τους όσο και από τις ιστοσελίδες ενηµερωτικού χαρακτήρα που τα αναπαρήγαγαν, και ότι σύµφωνα και µε τη διάταξη τουάρθρου 4 παρ. 2 του ν. 2472/1997 πρέπει να επιβληθεί στους υπεύθυνους τηςεπεξεργασίας η προβλεπόµενη στο άρθρο 21 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό. Επίσης, οι αρχικές ιστοσελίδες πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα µέτρα, για να ενηµερώσουν τους υπεύθυνους επεξεργασίας που αναπαρήγαγαν µε υπερσύνδεσµο τα εν λόγω δηµοσιεύµατα ότι πρέπει και αυτοί να τα διαγράψουν απότην ιστοσελίδα τους [πρβλ. και άρθρο 17 παρ. 2 του Κανονισµού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για τηνπροστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδοµένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισµός για την Προστασία ∆εδοµένων), (EE L 119), που ήδη ισχύει και τίθεται σε εφαρµογή από 25.05.2018]. Περαιτέρω, αναφορικά µε τις έντυπες εφηµερίδες, λαµβανοµένου υπόψη ότι το ιστορικό αρχείο των εφηµερίδων δεν πρέπει να καταστρέφεται πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (βλ. τις µε αριθ. 53/2004,8/2010, 63/2010 αποφάσεις της Αρχής), πρέπει να απαγορευθεί η αναδηµοσίευση των παράνοµων δηµοσιευµάτων µε το αυτό περιεχόµενο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Αρχή, εξετάζοντας αυτεπάγγελτα τη δηµοσιοποίηση των επίµαχων υποκλαπέντων µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου ανώτατου δικαστικού λειτουργού,
1. ∆ιαπιστώνει ότι η δηµοσίευση αυτούσιων αποσπασµάτων ιδιωτικής-εµπιστευτικήςεπιστολής του σχετιζόµενη µε την αισθηµατική του και ερωτική του ζωή σε ιστοσελίδα ενηµερωτικού χαρακτήρα και η αναπαραγωγή τους σε ιστοσελίδες αλλά και σε έντυπη και ηλεκτρονική εφηµερίδα ευρείας κυκλοφορίας, ακόµα και χωρίς την άµεση ταυτοποίηση του υποκειµένου, αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
2. ∆ιαπιστώνει ότι η δηµοσιοποίηση του ονόµατός του και η αναδηµοσίευση αυτούσιων αποσπασµάτων ιδιωτικής-εµπιστευτικής επιστολής του σχετιζόµενη µε την αισθηµατική του και ερωτική του ζωή σε έντυπη και ηλεκτρονική εφηµερίδα ευρείας κυκλοφορίας αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
3. ∆ιαπιστώνει ότι η δηµοσιοποίηση του ονόµατός του και των πληροφοριών που αναφέρονται στα εν λόγω υποκλαπέντα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, ακόµα και χωρίς την αυτούσια παράθεσή τους, αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
4. Απευθύνει στην ιστοσελίδα «www.zougla.gr» σχετικά µε τις αναφερόµενες στο σκεπτικό της παρούσας αναρτήσεις της 13 και 14-10-2016 (η πρώτη εκ των οποίων αναδηµοσιεύτηκε στην ίδια ιστοσελίδα µε υπερσύνδεσµο και σε επόµενες σχετικέςαναρτήσεις της), στην εφηµερίδα «Η Αυγή» σχετικά µε τα αναφερόµενα στο σκεπτικό της παρούσας δηµοσιεύµατα της 17 και 19-10-2016, και στις ιστοσελίδες ενηµερωτικού χαρακτήρα που αναπαρήγαγαν αυτούσια τα επίµαχα υποκλαπέντα µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου προειδοποίηση για άρση της παράβασης, άµεση αποανάρτηση/αφαίρεση αυτών από το ∆ιαδίκτυο.
5. Απευθύνει στην εφηµερίδα «Η Αυγή» σχετικά µε το αναφερόµενο στο σκεπτικό της παρούσας δηµοσίευµα της 18-10-2016, στην εφηµερίδα «kontranews» σχετικά µε το αναφερόµενο στο σκεπτικό της παρούσας δηµοσίευµα της 18-10-2016, στην ιστοσελίδα «www.parapolitika.gr» σχετικά µε την αναφερόµενη στο σκεπτικό της παρούσας ανάρτηση της 17-10-2016, και στην ιστοσελίδα «www.koutipandoras.gr» σχετικά µε την αναφερόµενη στο σκεπτικό της παρούσας ανάρτηση της 17-10-2016 και στις ιστοσελίδες ενηµερωτικού χαρακτήρα που αναπαρήγαγαν αυτούσια τα παραπάνω δηµοσιεύµατα προειδοποίηση για άρση της παράβασης, άµεση αποανάρτηση/αφαίρεση αυτών από το ∆ιαδίκτυο.
6. Απαγορεύει στις έντυπες εφηµερίδες «Η Αυγή» και «kontranews» την αναδηµοσίευση των ως άνω παράνοµων δηµοσιευµάτων µε το αυτό περιεχόµενο.
Δημοσίευση σχολίου