Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Προσωπικά δεδομένα σε εκκρεμούσα δίκη

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1520/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Προστασία Προσωπικών Δεδομένων. Η επεξεργασία τους άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου επιτρέπεται μόνο όταν κάτι τέτοιο απαιτείται για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας όπως όταν αυτά είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος στα πλαίσια εκκρεμούσας δίκης. Δυνατότητα προσκόμισης και ανάγνωσης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου εγγράφων που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων εφόσον απαιτείται για την αναζήτηση και εύρεση της ουσιαστικής αλήθειας της υπόθεσης.
Η μη τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων επιφέρει αστικές κυρώσεις όπως η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του δικαιούχου τους που επιβάλλονται σε κάθε περίπτωση  παράβασης των σχετικών διατάξεων. Ορθώς το εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αφού η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε σε ποινική δίκη έγγραφο που αφορούσε προσωπικά του δεδομένα χωρίς την συναίνεση του και χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την διάγνωση της αλήθειας της υπόθεσης αλλά αντιθέτως τον δυσφήμισε.

 Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του στο άρθρο 6 και την προσθήκη άρθρου 7Α με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και στα άρθρα 7, 7Α, 11, 19 με το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001) αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α΄, γ΄ , δ΄, ε΄και ι΄του ίδιου νόμου, για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο και ι) "αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. Στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2ε του ως άνω άρθρου "Κατ΄εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: .... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών". Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ΄του Ν 2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο "Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας, ΑΠ 1923/2006, ΣΤΕ 2252/2005). Στα πλαίσια αυτά γίνεται δεκτό ότι σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 177, 217, 251, 358, 575 ΚΠΔ, είναι δυνατόν να προσαχθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης (ΑΠ 49/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για "όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο". Τέλος, κατά το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου με τίτλο "αστική ευθύνη", προβλέπονται και αστικές κυρώσεις ειδικότερα δε η παράγραφος 1 αυτού ορίζει, ότι "φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου 2472/1997, σαφώς προκύπτει, ότι, οι ποινικές κυρώσεις, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεων του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Στα πλαίσια αυτά, γίνεται δεκτό ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το προβλεπόμενο από το άρθρο 23 του νόμου αυτού έγκλημα, όταν ο φερόμενος ως δράστης δεν ερεύνησε ο ίδιος κάποιο αρχείο ή δεν του μετέδωσε τις αποτελούσες προσωπικό δεδομένο πληροφορίες, τρίτος που επενέβη σε αρχείο, αλλά τις γνωρίζει από μόνος του (ΑΠ 474/2016, 1372/2015) και β) αντίθετα, οι προβλεπόμενες με αυτές αστικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων και η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, είναι ευρύτατες, με την έννοια ότι επιβάλλονται για κάθε μορφής παράβαση των επιταγών και απαγορεύσεων που θεσπίζονται με αυτόν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ 7/2006). Κατά τη διάταξη εξάλλου, του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
 Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του (Ολ. ΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα:
"Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) τυγχάνει πράκτορας ΟΠΑΠ και διατηρεί πρακτορείο αυτού στην περιοχή της ..., ενώ τυγχάνει και Πρόεδρος του Δ.Σ. του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "...". Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών και η σύζυγος του ... είναι πράκτορας του ..διατηρούσα πρακτορείο και τυγχάνει μέλος του Δ.Σ. του ως άνω σωματείου. Τον Ιούλιο του 2004 ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των μελών του Δ.Σ. του ως άνω σωματείου και στις 28-10-2005 η εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών τη με ... μήνυση της κατά πέντε μελών του ως άνω Δ.Σ. του ανωτέρω σωματείου, μεταξύ των οποίων και της συζύγου του ενάγοντος ..., για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Κατά των ως άνω προσώπων ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για τις προαναφερόμενες πράξεις και η υπόθεση εκδικάσθηκε ενώπιον του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 4 και 5 Μαΐου του 2006. Το εν λόγω Δικαστήριο με τις υπ΄ αριθμ. 28905/2006 και 29315/2006 αποφάσεις του κατά το πρώτο σκέλος της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου κατ΄ εξακολούθηση έκρινε ότι η πράξη φέρει τα στοιχεία της απλής συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι της τελεσθείσας δια του τύπου και κήρυξε για την πράξη αυτή απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη ελλείψει εμπροθέσμου ασκήσεως της εγκλήσεως, ενώ κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους ως προς το β΄σκέλος της πράξης, ήτοι της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού. Στην ως άνω ποινική υπόθεση και στα πλαίσια διεξαγωγής της ποινικής εκείνης δίκης, ο ενάγων παρέστη ως συνήγορος υπεράσπισης της συζύγου του, καθώς και του εκ των κατηγορουμένων .., ενώ η εναγομένη παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα με νομικό παραστάτη τον δικηγόρο ... Κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου η εναγομένη επικαλέσθηκε, προσκόμισε και κατέθεσε ως αναγνωστέο έγγραφο στο Δικαστήριο την από 2/5/2006 βεβαίωση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου ... από την οποίαν προέκυπτε ότι δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 71/2006 οριστικής αποφάσεως του ως άνω Συμβουλίου ο ενάγων είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσης των δεκαπέντε (15) ημερών από το δικηγορικό λειτούργημα. Η εν λόγω ποινή επιβλήθηκε στον ενάγοντα κατόπιν ασκηθείσας σε βάρος του πειθαρχικής διώξεως με βάση αναφορά της Μ. Μ., επίσης, πράκτορα Ιπποδρόμου και γενικής γραμματέως του ως άνω σωματείου, η οποία και κατέθεσε ως μάρτυρας στο προαναφερόμενο ποινικό Δικαστήριο. Την ανωτέρω από 2-5-2006 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου ..... προμηθεύτηκε η τελευταία από τα αρχεία του Δικηγορικού Συλλόγου ... , η οποία ήταν και η μόνη η οποία είχε δικαίωμα να εφοδιασθεί με τη βεβαίωση αυτή, αφού η ίδια είχε υποβάλει αναφορά στο Δικηγορικό Σύλλογο ... σε βάρος του ενάγοντος και βάσει αυτής της αναφοράς της ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη εναντίον του ενάγοντος και τιμωρήθηκε αυτός πειθαρχικά με την ανωτέρω ποινή. Τη βεβαίωση αυτή χορήγησε η ... στην εναγομένη και η τελευταία προσκόμισε και κατέθεσε ως αναγνωστέο έγγραφο αυτή στην ως άνω ποινική δίκη, η οποία και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο και η οποία περιελήφθη στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων... Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η επίμαχη βεβαίωση προσκομίσθηκε στο ως άνω Δικαστήριο ως αναγνωστέο έγγραφο από τον δικηγόρο της εν αγνοία αυτής τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.... Δεν αποδείχθηκε από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης εκείνης ότι η .. εξεταζόμενη ως μάρτυρας προσκόμισε την βεβαίωση αυτή ενώπιον του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου...... Η ως άνω βεβαίωση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο δεν αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, καθόσον δεν άπτεται της σφαίρας εκείνης που καθορίζεται στο άρθρο 2 παρ. β΄ του Ν. 2472/1997, αλλά απλό προσωπικό δεδομένο. Τη βεβαίωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, χορήγησε στην εναγομένη η .., ήτοι τρίτο μεν πρόσωπο, πλην, όμως, αυτή επενέβη στα αρχεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγορικού Συλλόγου .... , τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου και η εναγομένη χρησιμοποίησε αυτή με την προσκομιδή και κατάθεση της στο Δικαστήριο, στο οποίο και ανακοινώθηκε το περιεχόμενο αυτής. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997, αφού δεν δόθηκε η συγκατάθεση του ενάγοντος προς τούτο. Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαίρεσης, ο οποίος να επέτρεπε στην εναγομένη την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, αφού αυτός στην ως άνω ποινική υπόθεση παρίστατο απλώς ως συνήγορος υπεράσπισης και η προσκομιδή και κατάθεση της ως άνω βεβαίωσης δεν εξυπηρετούσε σε τίποτα τα συμφέροντα της εναγομένης ως πολιτικώς ενάγουσας στην προαναφερόμενη ποινική δίκη. Τα ως άνω στοιχεία προσκομίσθηκαν από την τελευταία στο ως άνω ποινικό Δικαστήριο με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη καθώς και την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου και ως δικηγόρου, που πράγματι και έγινε. Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά η εναγομένη προέβη σε παράνομη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος γνωρίζοντας ότι η πράξη της αυτή προκαλεί ηθική βλάβη σε αυτόν, καθώς και σε παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής και της υπόληψης αυτού και της προσωπικότητας του ενώπιον των παραγόντων της ως άνω ποινικής δίκης και δη ενώπιον των μελών του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου (Δικαστών και Γραμματέα) των πληρεξουσίων δικηγόρων και του ακροατηρίου. Συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού στη συνέχεια εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) πρωτοδίκως, ακολούθως, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) στον οποίον υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
 Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. δ, ε, 5 και 23 του νόμου 2472/1997, εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα προσκομίζοντας και καταθέτοντας την επίμαχη βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου .., που περιείχε προσωπικό δεδομένο του αναιρεσιβλήτου, στο ποινικό δικαστήριο, όπου ο τελευταίος, παρίστατο ως συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων και η ίδια ως πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς την συγκατάθεση του και χωρίς να εξυπηρετεί σε τίποτα τα συμφέροντα της, με την έννοια ότι δεν αφορούσαν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της στη συγκεκριμένη δίκη, συνιστά παράνομη μη αυτοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου και δικαιολογούν την κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 23 του άνω νόμου επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω πρόκληση ηθικής βλάβης αυτού. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι την βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου ... , που περιείχε προσωπικά δεδομένα του αναιρεσιβλήτου την έλαβε μεν η δικαιούμενη σε τούτο τρίτη, την οποία όμως επεξεργάστηκε στη συνέχεια η αναιρεσείουσα με την ανωτέρω λήψη της και χρησιμοποίηση της χωρίς δικαίωμα και χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, συνιστά παράνομη επέμβαση σε αρχείο που πλέον δημιούργησε η αναιρεσείουσα, η οποία επισύρει την ανωτέρω αστική κύρωση. Αντίθετη παραδοχή, θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, τα οποία αποκτώνται μεν αρχικώς νομίμως στη συνέχεια όμως παραδίδονται σε τρίτους, χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 2472/1997, χρήση τους. Εξάλλου, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 177, 217, 251, 358, 575 ΚΠΔ, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά, ότι η επίμαχη βεβαίωση περί πειθαρχικής καταδίκης του αναιρεσίβλητου που είχε μόνο την ιδιότητα του συνηγόρου υπεράσπισης κάποιων κατηγορουμένων, ουδεμία σχέση είχε με την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης από το ποινικό δικαστήριο, ούτε εξυπηρετούσε σε κάτι τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας ως πολιτικώς ενάγουσας. Από τις ανωτέρω παραδοχές επίσης προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία το αποδεικτικό της πόρισμα, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων άνω διατάξεων, κατά τρόπο που καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Δεν δημιουργείται ειδικότερα αντίφαση από την αναφορά της απόφασης στον τρόπο που η τρίτη, Μ. Μ. απέκτησε την βεβαίωση περί της πειθαρχικής καταδίκης του αναιρεσίβλητου από το αρχείο του Δικηγορικού Συλλόγου ... , εφόσον είναι σαφής η παραδοχή της ότι η τελευταία εδικαιούτο να τη λάβει, χωρίς τούτο να αποκλείει την αθέμιτη χρήση της από την αναιρεσείουσα, με την μη αυτοποιημένη επεξεργασία της. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 και εν μέρει τον δεύτερο για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ,λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα.

 Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 25/2003 και 3/1997). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με ειδικότερη αιτίαση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο η προσκόμιση και κατάθεση στην ποινική δίκη της επίμαχης βεβαίωσης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου ... , ήταν απολύτως απαραίτητη για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ρητά.

 Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

                                                       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση της ....... για αναίρεση της 6333/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

 Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!