Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Ανακοίνωση στον ύποπτο των πραγματικών περιστατικών της πράξης για την οποία καταθέτει.

Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών 2585/ 2015.

Πρόεδρος Μ. Παπαδογρηγοράκου, μέλη Κ. Μάντακα, Μ. Χαριάτης.
Εισαγγελέας Β. Γνεσούλη.

Περίληψη. Υποχρέωση των προανακριτικών υπαλλήλων να εκθέτουν στον εξεταζόμενο στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης ύποπτο τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την εις βάρος του κατηγορία -. Η απλή γνωστοποίηση προς τον ύποπτο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης (συκοφαντική δυσφήμηση) και η παράθεση των σχετικών διατάξεων δεν συνιστά πλήρη και εν λεπτομερεία περιγραφή της αξιόποινης πράξης, ενώ η έγγραφη βεβαίωση στην έκθεση εξέτασης ότι ο ύποπτος «έλαβε γνώση του κατηγορητηρίου» δεν εκπληρώνει την ανωτέρω υποχρέωση του ανακρίνοντος. Ακυρότητα της προκαταρκτικής εξέτασης λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κατ' άρθρον 171 αριθ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ και άρθρο 6 § 3 εδ. α' και β' ΕΣΔΑ.

Με το άρθρο 2 § 1 του ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε η § 1 του άρθρου 101 ΚΠΔ - που με βάση το άρθρο 104 § 1 ΚΠΔ εφαρμόζεται και στην προανάκριση - ως εξής: 
Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση αυτού του νόμου, με την ανωτέρω διάταξη κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία, να λαμβάνει πλήρη γνώση όχι μόνον των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, αλλά και του κατηγορητηρίου. Μάλιστα, στην Έκθεση της Διευθύνσεως Επιστημονικών Μελετών της Βουλής (συνταχθείσα από τον Καθηγητή Φρ. Μυλωνόπουλο), η οποία συνόδευσε το Σχέδιο του παραπάνω νόμου, κρίθηκε επιδοκιμαστέα η εν λόγω διάταξη, που διευκρινίζει ότι ο ανακριτής ανακοινώνει στον κατηγορούμενο, εκτός των εγγράφων της ανάκρισης, και το κατηγορητήριο. Έτσι, τίθεται τέρμα στη δυστυχώς διαδεδομένη πρακτική, κατά την οποία, ιδίως επί προανακρίσεως, ο κατηγορούμενος καλείται να απολογηθεί χωρίς να έχει υπ' όψη του διατυπωμένο κατηγορητήριο, πράγμα που είναι αντίθετο τόσο στις διατάξεις της ποινικής δικονομίας μας, όσο και στην ΕΣΔΑ. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 273 § 2 εδ. α' ΚΠΔ, «εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται .. .». Η πρώτη δηλαδή εξεταστική ενέργεια του ανακρίνοντος είναι η σαφής, ήρεμη και πλήρης έκθεση της πράξεως (Ζησιάδης Β' Υ' εκδ. 1977, σ. 232, Κ α ρ ρ ά ς , Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, Δεύτερο Τεύχος, 3η εκδ. 1990, σ. 217). Η ανακοίνωση της πράξης αναφέρεται στην υπό ποινική δικονομική έννοια αξιόποινη πράξη, δηλαδή, το εισαγόμενο στο δικαστήριο ιστορικό συμβάν που αποτελεί, κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, μία ενότητα. Είναι δε προφανές ότι ως «πράξη» νοούνται πρωτίστως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία και όχι μόνον ο απλός νομικός χαρακτηρισμός της. Διότι αν δεν τεθούν υπ' όψη του κατηγορουμένου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που κατά τη γνώμη του ανακρίνοντος στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη, ο κατηγορούμενος δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ποια από τα άπειρα γεγονότα που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην υπό κρίση διάταξη είναι εκείνα που εν συνεχεία θα αποτελέσουν τελικά το περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού. Αποτέλεσμα τούτου θα είναι να μην μπορεί να προστατευθεί από αιφνιδιασμούς (και από ενδεχόμενη διαμόρφωση των πραγματικών περιστατικών εκ των υστέρων και κατ' αρέσκειαν από τον ανακριτή), να μη γνωρίζει ποια γεγονότα θα πρέπει να αντικρούσει ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο, δηλαδή να μη μπορεί πρακτικά να απολογηθεί και έτσι φαλκιδεύεται το δικαίωμά του να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του. Όπως ορθά επισημαίνεται (Καρράς, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, τ. Β' 3Π εκδ. σ. 114 επ.) το άρθρο 273 ΚΠΔ υποχρεώνει τον ανακρίνοντα να εκθέτει στον κατηγορούμενο σαφώς και πλήρως την πράξη στην οποία αφορά η κατηγορία και αντίστοιχα παρέχει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ενημερώνεται σαφώς για την πράξη αυτή. Το πιο πάνω δικαίωμα αποτελεί ειδικότερη έκφανση του θεμελιώδους δικαιώματος ακροάσεως και, επομένως, η παραβίασή του θεμελιώνει απόλυτη ακυρότητα. Η υποχρέωση αναλυτικής και εξειδικευμένης διατύπωσης των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά η κατηγορία, βαρύνει τον ανακρίνοντα κατά μείζονα λόγο ενόψει του ότι, κατ' άρθρο 246 § 1 ΚΠΔ, ήδη ο εισαγγελέας στη γραπτή παραγγελία του προς δίωξη οφείλει να «καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη». Ώστε η υποχρέωση αυτή βαρύνει εξίσου τόσο τον Εισαγγελέα, όσο και τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τον ανακριτή, μολονότι στην πράξη τηρείται μόνον από τον τελευταίο, όταν δηλαδή διενεργείται τακτική ανάκριση. Η υποχρέωση του ανακρίνοντος να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο την πράξη για την οποία κατηγορείται, διατυπώνεται ρητά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 3 εδ. α' της Συμβάσεως της Ρώμης «Δια την προάσπισαν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» (ν.δ. 53/1974) «πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία, την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας». Η διατύπωση της διάταξης, που κατ' άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική τυπική ισχύ, είναι χαρακτηριστική, διότι δεν αρκείται μόνο να απαιτήσει τη γνωστοποίηση της κατηγορίας προς τον κατηγορούμενο, αλλά υπογραμμίζει ότι αυτή πρέπει να γίνει «εν λεπτομερεία». Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί την κατηγορία περιλαμβάνει γνωστοποίηση όχι μόνον των πράξεων, ως προς τις οποίες υπάρχει υπόνοια ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος, αλλά και του νομικού χαρακτηρισμού αυτών. Κατά συνέπεια, η γνωστοποίηση της πράξης (των πραγματικών περιστατικών) θεωρείται στοιχειώδες και αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του δικαιώματος, η δε διευκρίνιση δίδεται μόνον ως προς την αναγκαιότητα γνώσης του νομικού χαρακτηρισμού. Περαιτέρω, η ανάγκη διασφάλισης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου επιβάλλει, η γνωστοποίηση της κατηγορίας σ' αυτόν, να γίνει κατά τέτοιον τρόπο, δηλ. να είναι τόσο επαρκής, ώστε αυτός να μπορεί να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αλλιώς παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σχετικά με την υπεράσπισή του και ιδρύεται λόγος απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 § 1 εδ. δ ΚΠΔ). Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση της πιο πάνω δυνατότητας του κατηγορουμένου είναι η γνώση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατηγορία και όχι μόνο του νομικού χαρακτηρισμού τους, αφού τα γεγονότα είναι απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο τόσο της κατηγορίας όσο και της νομικής υπαγωγής και καταδίκης. Το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου κατοχυρώνεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού η γνωστοποίηση της κατηγορίας προς τον κατηγορούμενο αποσκοπεί στο να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η ενάσκηση, επομένως, αυτού του δικαιώματος γνώσης της κατηγορίας, αποτελεί νομική και λογική προϋπόθεση, για να καταστεί δυνατή και η ενάσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος του εδ. β' της § 3 του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει (επαρκή χρόνο και) ευχέρεια για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Από τα ανωτέρω προκύπτει προς την αντίστροφη κατεύθυνση και το συμπέρασμα ότι σε περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος επαρκούς γνώσης της κατηγορίας συμπαραβιάζεται και το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπισή του. Κατά συνέπεια, η παράλειψη του ανακρίνοντος να προβεί σε εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, παραβιάζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνονται με το άρθρο 6 § 3 εδ. α' και β' ΕΣ-ΔΑ, καθώς και το δικαίωμα ακροάσεως, με αποτέλεσμα να ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να λάβει και ο ανακρίνων αντίστοιχη υποχρέωση να εγχειρίσει γραπτώς το κατηγορητήριο. Αρκεί δηλαδή η έστω και προφορική διατύπωση της κατηγορίας με το ελάχιστο περιεχόμενο που προαναφέρθηκε. Από το άρθρο όμως, 241 ΚΠΔ, που καθιερώνει την αρχή του εγγράφου («Η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως ... Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση ...») συνάγεται ότι οτιδήποτε διαμείβεται στα πλαίσια της προανάκρισης και, επομένως, και η προφορικώς διατυπωθείσα κατηγορία πρέπει να καταχωρείται στη σχετική έκθεση (βλ. Νέοι ποινικοί νόμοι, ΠοινΧρ ΜΣΤ. 735, 748 και 760-762). Άλλωστε, η αληθής έννοια του άρθρου 101 ΚΠΔ περί κατηγορητηρίου βρίσκεται, αν γίνει σύγκριση της παλαιάς διατύπωσης με την ισχύουσα αφενός και του σκοπού της νέας διατύπωσης αφετέρου και δη ενόψει των νέων νομοθετικών δεδομένων (6 ΕΣ-ΔΑ, 14 ΔΣΑΠΔ). Η παλαιά διατύπωση είχε «ο ανακριτής μόλις ... του ανακοινώνει το περιεχόμενο των εγγράφων της ανάκρισης ... Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ... τα έγγραφα της ανάκρισης ...». Η νέα διατύπωση αναφέρει «ο ανακριτής μόλις ... του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ... το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης ...». Καθίσταται, επομένως, εμφανής η διαφορά και δη για πρώτη φορά γίνεται λόγος, ή μάλλον προστίθεται, ο όρος κατηγορητήριο πλάι στα «έγγραφα» της ανάκρισης [Η λέξη «άλλων» μετά τις λέξεις «κατηγορητηρίου και των (άλλων) εγγράφων» προστέθηκε για να είναι εμφανές ότι και το κατηγορητήριο είναι έγγραφο (Υπουργός Δικαιοσύνης, Πρακτικά Βουλής, 13- 5-1996, σ. 6257)]. Δεν έχει διακριτική ευχέρεια στο ζήτημα αυτό ο ανακριτής: «του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου» λέγει το άρθρο, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει πάντοτε τέτοιο. Βέβαια, το λεγόμενο ότι μόνη η βεβαίωση του εντύπου ότι απαγγέλθηκε «η δέουσα κατηγορία» στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 273 § 2 ΚΠΔ, δεν αρκεί, για να αποκλείσει την παράβαση του άρθρου 6 § 3 εδ. α της ΕΣΔΑ - αφού δεν διευκρινίζει ποια είναι αυτή η δέουσα κατηγορία. Εξάλλου, η ύπαρξη τέτοιου κατηγορητηρίου προϋποθέτει ότι τούτο είναι γραπτό, έχει δηλ. διατυπωθεί σε έγγραφο. Τούτο προκύπτει σαφέστατα από το ότι μελέτη προφορικού κατηγορητηρίου, όπως επίσης αντίγραφο προφορικού κατηγορητηρίου δεν νοείται. Και όμως αμφότερα τα προβλέπει το άρθρο 101ΚΠΔ (βλ. Αθανάσιου Κονταξή, Υπάρχει υποχρέωση γραπτού κατηγορητηρίου ΠοινΧρ ΝΔ/2004. 476 επ.). Σημειωτέον δε, ότι μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στην Ποινική Δικονομία με το ν. 2408/1996, με την Εγκύκλιο του ΕισΑΠ 2718/1999 (ΠοινΛογ 2001.657), συστήθηκε σε όλους τους προανακριτικούς υπαλλήλους να αναγράφουν στην έκθεση εξέτασης του κατηγορούμενου με σαφήνεια ολόκληρο το περιεχόμενο της κατηγορίας επί της οποίας καλείται ο κατηγορούμενος να απολογηθεί. Συνεπώς, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101§ 1, 104 § 1, 273 § 2 ΚΠΔ, 6 § 3 εδ. α ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και 14 § 3 εδ. α' ΔΣΑΠΔ (ν. 2462/1997) προκύπτει προδήλως ότι η ανακοίνωση της κατηγορίας πρέπει να είναι εν λεπτομερεία, δηλαδή να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη, που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξή του ο εισαγγελέας, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη, με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα (βλ. Α. Καρρά, Η υποχρέωση έγγραφης και λεπτομερούς ανακοίνωσης της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, ΠοινΧρ Ν/2000. 673 επ.). Δεν προκύπτει ότι η ανακοίνωση αυτή πρέπει να γίνεται εγγράφως, εμμέσως όμως, είναι υποχρεωτική, διότι: α) κατά το άρθρο 241 ΚΠΔ η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και β) δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων εφικτός ο έλεγχος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (δηλαδή η γνώση της κατηγορίας και συνακόλουθα η μη παρακώλυσή του στην προετοιμασία της υπεράσπισής του που με αυξημένη νομική ισχύ κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ) [βλ. τη με αριθμό 21/ 2000 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του ΑΠ, Β. Παπαδάκη σε Α. Καρρά, Η υποχρέωση έγγραφης και λεπτομερούς ανακοίνωσης της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, ό.π.] (ΣυμβΠλημ Αθ 2846/ 2014). 
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του ΚΠΔ, όπως η § 2 αντικ. με το άρθρο 2 § 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν. 3346/2005, και όπως η § 3 αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 3904/2010, ορίζονται τα ακόλουθα: [.]. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποποίησή του με το άρθρο 27 § 3 του ν. 4055/2.3.2012,ορίζονται τα ακόλουθα: [.].Κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 28 §§ 2, 3 του ν. 4055/2.3.2012,ορίζονται τα ακόλουθα: [.]. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 108 του ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: [.]. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 §§ 1, 2 του ΚΠΔ, ορίζονται τα ακόλουθα: [.]. Από το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η προκαταρκτική εξέταση, μετά αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των ετών 2003, 2005 και 2010 και όπως διαμορφώθηκε με το νέο ν. 4055/2012, καταστάσα υποχρεωτική μάλιστα επί κακουργημάτων για να κινηθεί ποινική δίωξη, αυτή αναβαθμίστηκε, ενεργείται δε πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, όπως και η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241 του ΚΠΔ και συνιστά βασικό στάδιο της προδικασίας κατά το οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 178 ΚΠΔ, αποσκοπεί δε στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για να ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη και ασκείται ποινική δίωξη μόνον αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης του εγκλήματος. Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας και σκοπού, ταυτίζονται πλέον. Στην προανάκριση υπάρχουν κατηγορούμενοι, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν ύποπτοι οι οποίοι καλούνται να δώσουν κάποιες εξηγήσεις, όμως μπορούν να αρνηθούν ακόμα και την παροχή των αιτουμένων εξηγήσεων, έχουν δε όλα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, όπως, να παρίστανται με συνήγορο ή να εκπροσωπούνται από συνήγορο, να λαμβάνουν αντίγραφα της μήνυσης ή έγκλησης και όλων των εγγράφων της δικογραφίας, το δικαίωμα παροχής 48ωρης προπαρασκευαστικής προθεσμίας με δυνατότητα παράτασης, δικαίωμα πρότασης μαρτύρων κ.λπ. Κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία πλέον έχει δικαιοδοτικό και όχι απλώς διοικητικό χαρακτήρα, ο ενεργών αυτήν, εισαγγελέας ή ανακριτικός υπάλληλος, μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα, δύναται να προσφύγει σε όλα τα κατά τα άρθρα 178 και 253 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα και σε όλες τις από τον ΚΠΔ προβλεπόμενες ανακριτικές πράξεις, όπως είναι π.χ. οι έρευνες και οι κατασχέσεις (και άρση κατάσχεσης, η πραγματογνωμοσύνη, η διαβίβαση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής κλπ., εκτός από εκείνες που δε συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξέτασης, όπως είναι η σύλληψη του υπόπτου και η λήψη απολογίας (ΑΠ σε συμβούλιο 1575/ 2012)

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της προσφυγής του, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν τέθηκαν υπόψη του κατά τη λήψη της χωρίς όρκο εξέτασής του στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαρτίζουν και συγκροτούν την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, γεγονός που ευθέως πλήττει την υπεράσπισή του και, συνακόλουθα, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπισή του και την άσκηση του δικαιώματός του προς γνώση της κατηγορίας, που του παρέχεται από τον νόμο, αφού δεν του χορηγήθηκε έγγραφο κατηγορητήριο. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Εξάλλου, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν της από 16.9.2014 μηνύσεως του ιατρού Γ.Π.**, διενεργείται προκαταρκτική εξέταση από την Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, την οποία παρήγγειλε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με την υπ' αριθ. [...] παραγγελία της. Στα πλαίσια της ανωτέρω διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης κλήθηκε από την προαναφερόμενη υπηρεσία ο προσφεύγων Γ.Γ. να εξετασθεί χωρίς όρκο ως ύποπτος τέλεσης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Συντάχθηκε η σχετική έκθεση εξέτασης και από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος του γνωστοποίησε ότι εξετάζεται χωρίς όρκο στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης και ότι η διερευνώμενη πράξη είναι το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που προβλέπεται από τα άρθρα 363-362 ΠΚ και στη συνέχεια αναγράφεται ότι «έλαβε γνώση του κατηγορητηρίου», χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση ή εξειδίκευση. Ακολούθως, ο προσφεύγων έλαβε προθεσμία για την παροχή εξηγήσεων και την 21.11.2014, ημερομηνία παροχής εξηγήσεων, εγχείρισε στην υπηρεσία την από 20.11.2014 προσφυγή του λόγω απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, προκειμένου αυτή να διαβιβασθεί στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στην εν λόγω προσφυγή ισχυριζόταν ότι η διαδικασία της προκαταρκτικής εξετάσεως θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη αφού κατά την διάρκεια της ανωμοτί εξετάσεώς του δεν του χορηγήθηκε έγγραφο κατηγορητήριο και δεν του εκτέθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία κατηγορείται. Ωστόσο, η φράση αυτή («έλαβε γνώση του κατηγορητηρίου») του εντύπου της έκθεσης εξέτασης χωρίς όρκο του προσφεύγοντα δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του ανακρίνοντος να εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα η πράξη για την οποία κατηγορείται. Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση της κατηγορίας από τον προανακριτικό υπάλληλο περιορίστηκε μόνο στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που αφορούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, δηλαδή σε απλό νομικό χαρακτηρισμό της και δεν συμπεριέλαβε ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη, με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο προσφεύγων να είναι σε θέση να δώσει εξηγήσεις με σαφήνεια και πληρότητα. Κατά τον τρόπο αυτό όμως, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του προσφεύγοντος-υπόπτου κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση του δικαιώματος που του παρέχεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις προς γνώση της κατηγορίας (του κατηγορητηρίου) και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, προκλήθηκε ακυρότητα της εξέτασης χωρίς όρκο του προσφεύγοντα κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως για την χορήγηση εξηγήσεων ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (άρθρ. 171 § 1 εδ. δ' ΚΠΔ). Κατόπιν των προεκτεθέντων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ' ουσίαν του μοναδικού λόγου της προσφυγής, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή και δεδομένου ότι η ακυρότητα αυτή της προδικασίας δεν καλύφθηκε, καθόσον προτάθηκε εγκαίρως σε αυτό το στάδιο με την προσφυγή του «υπόπτου», πριν την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο (άρθρα 173 § 2, 174 § 1 ΚΠΔ), πρέπει, αφού κηρυχθεί άκυρη η γενομένη στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης από 12.11.2014 πράξη εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο του προσφεύγοντος, που έλαβε χώρα στην Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ο οποίος εξετάσθηκε χωρίς όρκο ως ύποπτος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και του χορηγήθηκε 48ωρη προθεσμία για την παροχή εξηγήσεων, και η εξαρτημένη από αυτή μεταγενέστερη από 21.11.2014 πράξη εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο του προσφεύγοντος μετά την χορήγηση 48ωρης προθεσμίας, να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω προκαταρκτικής εξετάσεως, προκειμένου να επαναληφθούν οι πιο πάνω άκυρες πράξεις, με τη λήψη εκ νέου εξηγήσεων του προσφεύγοντα ως «υπόπτου» στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως μετά την ανακοίνωση σε αυτόν του κατηγορητηρίου (άρθρο 176 § 2 εδ. α' ΚΠΔ), προς το σκοπό νομότυπης περάτωσης της προκαταρκτικής εξετάσεως. [.]

Η αντίθετη πρόταση της Εισαγγελέως Βαρβάρας Γνεσούλη, έχει κατά το ενδιαφέρον μέρος της ως εξής:

Κατά τη δικονομικής φύσεως διάταξη του άρθρου 27 § 3 του ν. 4055/2012 και για το λόγο τούτο ισχύουσα αναδρομικά η προκαταρκτική εξέταση είναι υποχρεωτική ως προς τη διενέργειά της μόνο επί κακουργημάτων και επομένως εν πάσει περιπτώσει δεν είναι υποχρεωτική η παροχή εξηγήσεων (ΣυμβΠλημΑθ 2405/2012 με εισαγγ. πρότ. Ν. Δεληδήμου). Προσέτι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101, 103, 273 § 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο προανακριτικός υπάλληλος ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της προδικασίας στον κατηγορούμενο, χωρίς να απαιτείται και έγγραφη διατύπωση της κατηγορίας (ΑΠ 105/1998 ΠοινΧρ 1998.754), αρκούσης της προφορικής ανακοίνωσης τούτης. Επιπροσθέτως, δε, η γνωστοποίηση της κατηγορίας δε διέπεται κατά περιεχόμενο από το ά. 321 ΚΠΔ, πολλώ δε μάλλον ούτε από το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ως φαίνεται υπολαμβάνει ο αιτών. Έχει άλλωστε κριθεί από τα Δικαστήρια ότι τέτοια ακυρότητα δε γεννάται καν επί μη ακροάσεως του κατηγορουμένου κατά την προανάκριση αλλά και την κύρια ανάκριση (όταν δηλαδή έχει ασκηθεί ποινική δίωξη), ώστε παρίσταται ανακόλουθο το έλασσον να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και να μην την συνεπάγεται το μείζον (μη κλήση καν του κατηγορουμένου να απολογηθεί), πόσο μάλλον στην περίπτωση που διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν αποδίδεται κατηγορία στον εγκαλούμενο ή μηνυόμενο, απλώς δε, διερευνάται η βασιμότητα ή μη των καταγγελόμενων, προκειμένου να κριθεί εάν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις περί ασκήσεως ή μη ποινικής δίωξης. Επιπροσθέτως, το άρθρ. 31 του ΚΠΔ, που καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους της προκαταρκτικής εξέτασης, δεν παραπέμπει στο άρθρ. 273 § 2 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται στην προανάκριση και κύρια ανάκριση και στο οποίο αναφέρεται ότι «αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέταση, του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του», καθόσον, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, με τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης διερευνάται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών η βασιμότητα ή μη των καταγγελόμενων και δεν αποδίδεται κατηγορία στον εγκαλούμενο, ώστε να τίθεται θέμα σύνταξης κατηγορητηρίου. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο νομοθέτης προσδίδει στην προκαταρκτική εξέταση συνοπτικό και διερευνητικό χαρακτήρα. Πέραν τούτων προκύπτει από τη δικογραφία ότι ο εγκαλούμενος, αφενός μεν ενημερώθηκε από τον προανακριτικό υπάλληλο για τα δικαιώματά του, ως επιτάσσει το άρθρο 31 § 2 ΚΠΔ και αφετέρου ενημερώθηκε προφορικά για το διερευνώμενο ποινικό αδίκημα (σχετ. η από 21.11.2014 έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο) και για τη δυνατότητά του να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να αναπτύξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς. Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι στην από 18-9-2014 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης καθορίζεται η αξιόποινη πράξη και η ποινική διάταξη που την προβλέπει.
Πρέπει λοιπόν να γίνει αντιληπτό ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση, έστω και αν αυτή στρέφεται κατά ορισμένου προσώπου, διενεργείται έρευνα για τη διαπίστωση τέλεσης αξιόποινης πράξης. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων στον ύποπτο με τη μορφή που περιγράφονται στο άρθρ. 31 § 2 ΚΠΔ είναι σύμφωνη με το άρθρ. 6 § 3 της ΕΣΔΑ, που από τη διατύπωσή του πρέπει να τονισθεί ότι ομιλεί για κατηγορούμενο με διατυπωμένη σε βάρος του κατηγορία. Η ολοκληρωτική εξομοίωση του υπόπτου με την περίπτωση του «ρητά» κατηγορούμενου δεν είναι δυνατή, κυρίως γιατί εδώ η παύση της ιδιότητας δεν προϋποθέτει έκδοση αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης, όπως απαιτεί το άρθρ. 73 ΚΠΔ (πλέον δε έχει καταργηθεί με το ν. 3904/2010 και η προβλεπόμενη στο ά. 245 § 4 ΚΠΔ εξαίρεση). Η θέση του υπόπτου είναι πλησίστια με αυτή του κατηγορουμένου μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, ωστόσο δεν ταυτίζεται με αυτόν (βλ. Π. Παπανδρέου, ΠοινΔικ 2006. 193), αφού στην τελευταία περίπτωση ερευνάται η υπόθεση βάσει επαρκών ενδείξεων ενοχής, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση λαμβάνει χώρα προέρευνα της υπόθεσης προς διαπίστωση αυτών (επαρκών ενδείξεων), χωρίς να αποκλείεται να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, χωρίς καν να ασκηθεί ποινική δίωξη.

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνουμε να απορριφθεί η από 20.11.2014 αίτηση του Γ.Γ.
Δημοσίευση σχολίου