Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

Χρήση δικαστικής απόφασης σε άλλο δικαστήριο, όχι προσωπικό δεδομένο.

Εφετείο Αθηνών, 5453/ 2011, Δνη 2015.797.
  
 Εισ.: Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη (Πρ.: Ευγ. Προγάκη).

Περίληψη. Προστασία από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πληροφορίες που δεν θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τη χρησιμοποίηση δικαστικής απόφασης ενώπιον άλλου δικαστή δεν παραβιάζονται διατάξεις του ν. 2472/1997, αλλά συντρέχει προσβολή προσωπικότητας του ενάγοντα, που από τη δικαστική απόφαση που επισύναψε ο εναγόμενος στο υπόμνημά του, εμφανίστηκε ως καταδικασθείς για ποινικό αδίκημα. Ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Δεν ασκήθηκε καταχρηστικά η ένδικη αξίωση. Μετά την αποδοχή της έφεσης και την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, το εφετείο εξετάζει αυτεπαγγέλτως και τις μη εξετασθείσες πρωτόδικα βάσεις. Η σώρευση περισσοτέρων βάσεων που δεν υπάγονται στην ίδια διαδικασία, δεν καθιστά απαράδεκτο ή άκυρο το δικόγραφο της αγωγής. (Σημειώματα Βαγγέλη Παπακωνσταντίνου, στη Δ/νη 2015/797 και Ευάγγελου Στασινόπουλου στη Δ/νη 2015/798).

Κατά του άρθρο 1 του ν. 2472/1997 «προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 95/46 ΕΚ Του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιω­δών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως: α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργά­νωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδί­κες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανω­τέρω ενώσεις προσώπων, γ)... δ) «επεξεργασία» κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτι­κού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η δια­τήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση, η κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «αρχείο» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επε­ξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ)..., ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιασδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προ­σωπικού χαρακτήρα, η) «εκτελών την επεξεργασία», οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπευθύνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπη­ρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, 8) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος Οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο της επεξερ­γασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογα­ριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) «αποδέκτης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοι­νώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι. Ο ίδιος νόμος προβλέπει στο άρθρο 4 ότι: «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επε­ξεργασίας...». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 §§ 1 και 2 του αυτού νόμου καθορίζονται οι προϋποθέσεις επεξεργα­σίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που επι­τρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκει­μένου, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προ­φανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προ­σώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Εξάλλου, με το άρθρο 7 § 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι απαγορεύ­εται η συλλογή και επεξεργασία «ευαίσθητων δεδομέ­νων» ενώ κατά τη διάταξη της περ. γ` της § 2 επιτρέ­πεται κατ` εξαίρεση η συλλογή των δεδομένων αυτών ύστερα από άδεια της Αρχής αν «η επεξεργασία αφορά δεδομένα τα οποία δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπερά­σπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου». Ακόμη στο άρθρο 7Α ορίζονται οι περιπτώσεις «απαλλαγής υπο­χρέωσης γνωστοποίησης κα λήψης αδείας». Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών, στην παράγραφο 1 περ. ε` αναφέρεται η περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους κ.λπ. αφορά την παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους και τα δεδομένα δεν διαβάζονται ούτε κοινοποιού­νται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη. Επίσης το άρθρο 22 του ίδιου ν. 2472/1997 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ` αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρί­νονται αξιόποινες. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μετα­δίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιού­μενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λαμ­βάνουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλ­λεύεται με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν θεωρούνται, όμως, δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, διότι εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου. Τέλος, στο άρθρο 23 §§ 1 και 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι «1. Φυσικό πρό­σωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προ­καλέσει ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανο­ποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενά­γοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέ­λεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιου­σιακή βλάβη...». Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η ρύθμιση του ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθ. 2 § 1,5 § 1, 9 § 1 εδ. 2 και 19 Συντ., 57 ΑΚ κ.λπ.) συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παρά­νομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται -κατ` αρχήν- απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενής ή δυσμενής), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (ΑΠ 174/2011,10/2011, 2100/2009, 476/2009 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 1923/2006 ΕλλΔνη 48.198).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφε­σίβλητος, με την από 22.2.2007 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία πλην του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Εμ.Θ., στρεφό­ταν και κατά των ... εξιστορούσε ότι ο ως άνω εναγό­μενος μαζί με τους προαναφερθέντες Μ.Α. και Α.Θ. (δύο πρώτους των εναγομένων) κατέθεσαν στην όγδοη πταισματοδίκη Αθηνών το από 21.12.2005 κοινό υπόμνημα τους, προκειμένου να αντικρούσουν την από 8.7.2005 μήνυση που είχε υποβάλει εναντίον τους ο ενάγων, στο οποίο συμπεριέλαβαν και τον ισχυρισμό τους ότι αυτός (ενάγων) είχε ήδη καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του τετάρτου εναγομέ­νου Κ.Π. και ότι προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τις δύο πρώτες σελίδες της υπ` αριθ. .../2005 απόφαση του Θ` Τριμε­λούς Εφετείου Αθηνών, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι κατά της άνω αποφάσεως αυτός (ενάγων) είχε ασκή­σει έφεση που είχε προσδιοριστεί προς εκδίκαση ενώ­πιον του Α` Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την 29.7.2005, πλην όμως δεν εκδικάστηκε, με συνέπεια την παρα­γραφή βάσει των διατάξεων του άρθρου 32 §§ 1 και 2 του ν. 3346/2005. Εξιστορούσε επίσης ότι αντίγραφο της απόφασης αυτής, η οποία αποτελεί ευαίσθητο προ­σωπικό δεδομένο, διέθετε ο ως άνω εναγόμενος Κ.Π., ο οποίος υπήρξε διάδικος σε εκείνη τη δίκη και ότι η διαβί­βαση της προαναφερθείσας απόφασης στον εναγόμενο εκκαλούνται έγινε δια μέσου της πέμπτης των εναγομέ­νων, συζύγου του τέταρτου τούτων, Γ.Γ., από συσκευή τηλεομοιοτυπίας, την ως άνω δε απόφαση] εκείνος (εναγόμενος-εκκαλών) γνωστοποίησε στους δύο πρώτους εναγομένους. Τέλος, εξέθετε ότι η προαναφερθείσα επε­ξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (διαβίβαση, αποθήκευση, χρήση) έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του και ότι με αυτή παραβιάστηκε το απόρρητο της ιδιωτι­κής του ζωής ενώ από την ως άνω παράνομη και υπαί­τια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη προσβολή στην προσωπικότητα του δεδομένου ότι εθίγη η τιμή, η υπόληψη, η αξιοπιστία και η επαγγελματική του φήμη με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη. Με βάση το ιστο­ρικό αυτό, ζήτησε, όπως νόμιμα περιόρισε το αίτημα της αγωγής με τις έγγραφες προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με την επισήμανση ότι οι απαιτήσεις του στηρίζονται και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας του ΑΚ να αναγνωρι­σθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθέ­νας απ` αυτούς, να του καταβάλουν ως χρηματική ικα­νοποίηση για την αιτία αυτή, το ποσό των 90.000 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, επιφυλασσόμε­νος να αξιώσει επιπλέον από καθένα εναγόμενο, για την ίδια αιτία και το ποσό των 44 ευρώ ενώπιον των ποινι­κών δικαστηρίων, παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων εναντίον τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, αφού ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής ως προς τον τέταρτο και πέμπτη των ενα­γομένων, λόγω εκκρεμοδικίας, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν, όσον αφορά τους τρεις πρώτους των εναγομένων και ανεγνώρισε ότι αυτοί οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 6.000 ευρώ εντό­κως από την επίδοση της αγωγής. Ήδη ο εκκαλών, με την κρινόμενη έφεση του, παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητεί όσον αφορά τον ίδιο, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, ως προς τη βάση αυτής που στηρίζεται στη επικαλούμενη από τον ενάγοντα προσβολή της προσωπικότητας του λόγω παράβασης των διατάξεων του ν. 2472/1997 εκ μέρους του εναγομένου-εκκαλούντος, είναι μη νόμιμη και απορ­ριπτέα, διότι κατά τα ιστορούμενα σ` αυτήν, η δικαστική απόφαση] της οποίας αυτός έκανε χρήση στο απολογη­τικό του υπόμνημα, περιήλθε σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός το αρχείο του δικαστηρίου, αλλά του τη διαβίβασε ο εκ των επίσης εναγομένων Κ.Π., δια μέσου της συζύγου του πέμπτης εναγομένης, και από τη συσκευή τηλεμοιοτυπίας αυτής ο οποίος υπήρξε διάδι­κος στη σχετική δίκη και είχε δικαίωμα πρόσβασης, στο σχετικό αρχείο και σ` αυτήν την απόφαση με αποτέλε­σμα, κατά τα αναφερθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, να μην θεωρείται η ως άνω δικαστική απόφαση δεδο­μένο, με την έννοια του προαναφερθέντος ν. 2472/1997. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και τις αξιώσεις του ενάγοντος ως στηριζόμενες στις διατάξεις του ν. 2472/1997 και ακολούθως την δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ` ουσίαν, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης, κατά το σχετικό μέρος του, αλλά και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, εφόσον ο εναγόμενος με την ως άνω έφεση του, ζητεί την απόρριψη της αγωγής (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδοση Ε`, αρ. 852), να γίνει δεκτή αυτή (έφεση), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον εκκαλούντα-εναγόμενο και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικασθεί η αγωγή ως προς αυτόν και να απορριφθεί κατά την παραπάνω βάση της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την παραδοχή λόγου εφέσεων ως βασίμου εξα­φανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσό­τερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιο­ρίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήτ­τονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτόδικα βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Η έρευνα των βάσεων που δεν εξετάστηκαν πρωτόδικα γίνεται από το δευτεροβάθ­μιο δικαστήριο κατ` εξαίρεση της αρχής της μη υπέρ­βασης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 12 ΚΠολΔ) και αυτεπάγγελτα, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου και γι αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (ΑΠ 2037/2006 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 1513/2001 Δ 33. 358, ΑΠ 1408/1999 ΕλλΔνη 41. 737, ΕφΑΘ 6565/2008). Σύμφωνα με τα παρα­πάνω, στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον εξαφανίζε­ται η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή κατά την κυρία βάση της, το δικαστήριο τούτο το οφείλει να εξετάσει την, κατ` εκτίμηση του δικογράφου της, περι­εχόμενη στην αγωγή, επικουρική βάση της ικανοποίη­σης της ηθικής βλάβης του ενάγοντος λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του. Η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη στηριζό­μενη στις διατάξεις των άρθρων 57,59,346,914 και 932 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή κατ` ουσίαν, κατά τη τακτική διαδικασία με την οποία δικάζεται η ένδικη διαφορά. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ναι μεν η κυρία βάση της αγωγής υπαγόταν στην ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ, πλην όμως, η σώρευση περισσοτέρων βάσεων ή αιτήσεων στο δικόγραφο της αγωγής χωρίς αυτές να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας δεν επάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα του ως άνω δικογράφου (βλ. ΑΠ 14/ 2007 ΕΠολΔ 2008.104).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγο­ντος που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και απ` όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομί­ζουν 01 διάδικοι, πλην εκείνων που επικαλείται ο ενάγων-εφεσίβλητος με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τις οποίες έχει ενσωματώσει στις προτάσεις που κατέθεσε ενώ­πιον του παρόντος δικαστηρίου, η οποία δεν συνιστά «νόμιμη επίκληση» αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγ­ματικά περιστατικά: 
Ο ενάγων είναι ομόρρυθμος εταί­ρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εται­ρείας με την επωνυμία «Ζ.Ζ. και Σία ΕΕ», η οποία με βάση το υπ` αριθ. 14.618/2001 προσύμφωνο μεταβίβα­σης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικού συνταχθέ­ντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.Θ., ανέ­λαβε την επ` αντιπαροχή ανέγερση ενιαίου οικοδομικού συγκροτήματος (δύο κτιρίων) επί ενιαίου οικοπέδου, στο Παλαιό Φάληρο. Ο εναγόμενος με άλλους περιοί­κους αντέδρασαν, όσον αφορά την ανοικοδόμηση αυτή, διότι θεώρησαν ότι θα καταστρεφόταν το εκεί υπάρχον ρέμα, με αποτέλεσμα μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, να ανοίγουν μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες. Στα πλαίσια των ως άνω δικαστικών διενέξεων, εκδόθηκε και η υπ` αριθ... ./25.1.12005 απόφαση του Θ` Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, ο ενάγων, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως του Κ.Π., καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου σε βάρος του τελευταίου, η οποία (ποινή) ανε­στάλη επί τριετία. Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε κατά του εναγομένου, καθώς και των ... (επίσης εναγομένων με την ένδικη αγωγή, οι οποίοι δεν άσκησαν έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως), ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/ κων Αθηνών, την από 8.7.2005 μήνυση του για την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο. Βάσει της ως άνω μήνυσης, ο εναγόμενος (μαζί με τους συνεναγομένους του) κατέθεσε στην όγδοη Πταισματο­δίκη Αθηνών, το από 21.12.2005 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων, στο οποίο και στη σελίδα 5 αυτού, συμπεριέλαβε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «... Ο μηνυτής μας Ζ.Ζ. καταδικάσθηκε ήδη με έξι μήνες φυλάκιση για συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου κατά του κ. Κ.Π. φίλου του φυσικού ρέματος (σχετ. 10)...». Στο υπό­μνημα δε αυτό επισύναψε το πρώτο φύλλο της προανα­φερθείσας υπ` αριθ. .../25.1.2005 απόφαση του Θ` Τρι­μελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την οποία του είχε , αποστείλει ο ως άνω Κ.Π. μέσω της συζύγου του από τη συσκευή τηλεομοιοτυπίας της τελευταίας. Την ως άνω απόφαση η οποία δεν ήταν αμετάκλητη, ο εναγόμενος επισύναψε στο υπόμνημα του, μολονότι δεν ήταν ανα­γκαίο για την υπεράσπιση του κατά την παροχή εξη­γήσεων επί της μηνύσεως του τελευταίου ενώπιον της όγδοης πταισματοδίκου Αθηνών, αφού ήταν άσχετη με την υπόθεση. Μάλιστα, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων και συνομολογεί, με τις προτάσεις του ο εναγόμενος, κατά τον χρόνο που αυτός επισύναψε την ως άνω απόφαση στο υπόμνημα του, ήτοι την 21.12.2005, δεν υφίστατο πλέον η επιβληθείσα στον ενάγοντα ποινή, αφού είχε επέλθει παραγραφή της, σύμφωνα με το άρθρο 32 §§ 1 και 2 του ν. 3346/2005, κατόπιν της ασκηθείσας κατ` αυτής εφέσεως εκ μέρους αυτού (ενάγοντος). Με τον τρόπο αυτό προσβλήθηκε η τιμή, η υπόληψη και το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του ενάγοντος, αφού εμφανίστηκε με το ως άνω απολογητικό υπόμνημα του εναγομένου, του οποίου έλαβαν γνώση η πταισματοδί­κης, η γραμματέας και σι συνήγοροι των διαδίκων, και με σκοπό μειώσεως αυτού, ως καταδικασθείς για ένα ατιμωτικό αδίκημα σε βάρος τρίτου προσώπου, άσχε­του με την υπόθεση, παρότι η σχετική απόφαση δεν είχε καταστεί αμετάκλητη και η υπόθεση είχε τεθεί ήδη στο αρχείο. Συνεπεία δε της παράνομης αυτής προσβο­λής της προσωπικότητας του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη συνισταμένη στη στενοχώρια που αυτός δοκί­μασε από τον μειωτικό για την προσωπικότητα του ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίη­σης, το ύψος της οποίας, ενόψει του είδους και της έκτα­σης της προσβολής, των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε αυτή, του βαθμού του πταίσματος του εκκαλούντος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστα­σης των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκεί κατα­χρηστικά την ένδικη αξίωση του κατά του εναγομένου, δεδομένου ότι, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, σκοπός του με την άσκηση της ένδικης αγωγής είναι η οικονο­μική του εξόντωση και αντεκδίκηση του για όσες πρωτο­βουλίες πήρε σχετικά με την προστασία του ρέματος και επομένως η σχετική ένσταση αυτού (εναγομένου) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγο­ντος είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!