Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Καταπιστευτική μεταβίβαση κινητού, Lex commissoria.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α, 1307/ 1994, Δνη 37 (1996).609.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Σωκράτη Σωκρατείδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Βάρδα, Διονύσιο Κατσιρέα, Χαράλαμπο Παμπούκη, και Δημήτριο Γουργουράκη εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΠερίληψηΗ από τον οφειλέτη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος με αντιφώνηση της νομής του αποτελεί τρόπο εμπράγματης ασφάλειας, που δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο αλλά είναι έγκυρη και ισχυρή. Δεν ασκεί επιρροή σε σχέση με το κύρος της, το γεγονός ότι η εξασφάλιση του χρέους δεν αποτελεί νόμιμη αιτία για τη μεταβίβαση της κυριότητας, αφού η μεταβίβαση κυριότητας κινητού είναι αφηρημένη σύμβαση.
Ακυρη είναι η συμφωνία που γίνεται πριν από τη λήξη του χρέους και προβλέπει ότι η κυριότητα του κινητού που μεταβιβάστηκε περιέρχεται στο δανειστή που δεν ικανοποιήθηκε εμπροθέσμως (lex commissoria) ή με την οποία ο δανειστής απαλλάσσεται, έστω και εν μέρει, των διατυπώσεων που προβλέπονται από την αναλογικά εφαρμοζόμενη διάταξη της ΑΚ 1237 για την εκποίηση του ενεχύρου που γίνεται με πλειστηριασμό. Αντίθετη συμφωνία πριν από τη λήξη του χρέους απαγορεύεται κατά την ΑΚ 1239. Στην περίπτωση μη πληρωμής του χρέους κατά τη λήξη του, η εκποίηση του κινητού που έχει μεταβιβαστεί καταπιστευτικώς δεν μπορεί να γίνει με βάση τις διατάξεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού αλλά με τη διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού. Πρϋποθέσεις. Στον πλειστηριασμό που ακολουθεί δικαίωμα αναγγελίας από δανειστές εκείνου που σύστησε την ασφάλεια δεν παρέχεται. Η άποψη ότι ο δανειστής κύριος του πράγματος πρέπει να κατατάσσεται σε τάξη ενεχυρούχου δεν είναι βάσιμη. Αιτιολογία της θέσης αυτής. Οι παραπάνω λύσεις δεν παραλλάσσουν στην περίπτωση της πτώχευσης του οφειλέτη,οπότε επέρχεται τέλειος αποχωρισμός του πράγματος από την πτωχευτική περιουσία.

2. Επειδή η από τον οφειλέτη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 1034 και 977 του Α.Κ., με την αντιφώνηση της νομής του για την εξασφάλιση απαίτησης του δανειστή του, αποτελεί τρόπο εμπράγματης ασφάλειας που καλύπτει ανάγκη των συναλλαγών. Δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, αλλά δεν απαγορεύεται. Επομένως είναι ισχυρή και έγκυρη. Δεν ασκεί επιρροή σε σχέση με το κύρος της το γεγονός ότι η εξασφάλιση του χρέους δεν αποτελεί νόμιμη αιτία για την μεταβίβαση της κυριότητας, διότι η μεταβιβαστική της κυριότητας του κινητού συμφωνία είναι σύμβαση αφηρημένη και γι'αυτό ανεξάρτητη από την ύπαρξη και το κύρος της αιτίας για την οποία γίνεται η μεταβίβαση. Ακυρη, πάντως, είναι η συμφωνία που τυχόν γίνεται πριν από τη λήξη του χρέους και προβλέπει ότι η κυριότητα του κινητού που μεταβιβάστηκε περιέρχεται στο δανειστή που δεν ικανοποιήθηκε εμπροθέσμως (lex commissoria) ή με την οποία ο δανειστής απαλλάσσεται, έστω και εν μέρει, των διατυπώσεων που προβλέπονται από την αναλογικά εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 1237 Α.Κ., για την εκποίηση του ενεχύρου, που γίνεται με πλειστηριασμό. Αντίθετη συμφωνία, πριν από τη λήξη του χρέους, απαγορεύεται, κατά το άρθρο 1239 του ίδιου κώδικα, διότι ο νομοθέτης την θεωρεί ως προϊόν πίεσης και ανάγκης. Στην περίπτωση μη πληρωμής του χρέους κατά τη λήξη του, η εκποίηση του κινητού πράγματος, που έχει μεταβιβασθεί καταπιστευτικώς, δεν μπορεί να γίνει με βάση τις διατάξεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η εφαρμογή των οποίων είναι ασυμβίβαστη με τη φύση της εμπράγματης αυτής εξασφάλισης διότι α) ο επισπεύδων είναι και κύριος του πράγματος και δεν είναι νοητή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 953, 982 και 992, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 951 Κ.Πολ.Δ. η αναγκαστική εκποίηση πράγματος της ιδιοκτησίας του επισπεύδοντος β) αν επιλεγόταν η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης θα μπορούσε ο επισπεύδων δανειστής να υπερθεματίζει στον πλειστηριασμό παρόλον που είναι και κύριος του πράγματος κατά παράβαση της αρχής "ουδενί δύναται να μεταβιβασθεί ισχυρώς το ίδιον πράγμα" και γ) η όλη ωφέλεια από τη συνομολόγηση της ασφάλειας θα κινδύνευε τότε να εκμηδενιστεί, αφού θα ήταν δυνατή η συμμετοχή των υπόλοιπων δανειστών του κοινού οφειλέτη τους στο προϊόν της πλειστηρίασης. Η διαδικασία, επομένως της εκποίησης που προσαρμόζεται περισσότερο είναι εκείνη του εκούσιου πλειστηριασμού, ύστερα από έκδοση απόφασης του Ειρηνοδικείου, που χορηγεί τη σχετική άδεια με βάση το άρθρο 792 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προνοεί για την αντίστοιχη περίπτωση του ενεχύρου, του οποίου η εφαρμογή είναι κατάλληλη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται και η δυνατότητα στον οφειλέτη που θα κλητευθεί στη συζήτηση της αίτησης, να προβάλει και τις αντιρρήσεις, που τυχόν έχει σε σχέση με την επιδιωκόμενη εκποίηση. Στον πλειστηριασμό που ακολουθεί, δικαίωμα αναγγελίας από δανειστές εκείνου που σύστησε την ασφάλεια δεν παρέχεται, αφού δεν εκποιείται περιουσία του, πολύ δε περισσότερο αφού η διάταξη του άρθρου 1021 Κ.Πολ.Δ το αποκλείει με το να μη παραπέμπει και στις σχετικές με τη συμμετοχή τρίτων στον πλειστηριασμό διατάξεις. Η αντίθετη άποψη ότι ο δανειστής κύριος του πράγματος πρέπει να κατατάσσεται σε τάξη ενεχυρούχου, κατ'αναλογία των διατάξεων που προνοούν για το προνόμιο του τελευταίου, δεν είναι βάσιμη, διότι οι διατάξεις αυτές (άρθρα 975 και 976 Κ.Πολ.Δ.) περιέχουν απαρίθμηση περιοριστική, συνιστούν εξαιρετικό δίκαιο και οι συντάκτες του Α.Κ. συνειδητά παρέλειψαν την ρύθμιση της καταπιστευτικής μεταβίβασης της κυριότητας πράγματος. Οι παραπάνω λύσεις δεν παραλάσσουν στην περίπτωση της πτώχευσης του οφειλέτη, οπότε επέρχεται τέλειος αποχωρισμός του πράγματος που μεταβιβάστηκε από τη πτωχευτική περιουσία.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχτηκε ότι επί εκούσιου πλειστηριασμού που ενεργήθηκε με επίσπευση της αναιρεσίβλητης Ε. Τράπεζας της Ελλάδος επί κινητών πραγμάτων (μηχανημάτων), που της είχαν μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από την αναιρεσείουσα εταιρία προς εξασφάλιση απαίτησής της με αντιφώνηση της νομής και τα οποία της παραδόθηκαν από τον σύνδικο της τελευταίας για το σκοπό αυτό, ύστερα από τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε κατά το άρθρο 792 Κ.Πολ.Δ., η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος Αθηνών 'Α. Τ. συνέταξε τον 40436/1990 πίνακα κατάταξης, από τον οποίο προκύπτει, ότι αφού αφαιρέθηκαν 840.000 δραχμές ως Φ.Π.Α. υπέρ του τρίτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, 34.125 δραχμές για δικαιώματα μεταβίβασης υπέρ του Τ.Ν. και 50.000 δραχμές ως αμοιβή της ίδιας συμβολαιογράφου, κατατάχθηκαν α) η συμβολαιογράφος αυτής για τα έξοδα του πλειστηριασμού συνολικού ποσού 133.745 δραχμών β) η επισπεύδουσα Ε. Τράπεζα για τα έξοδα της εκτέλεσης ποσού 424.146 δραχμών και γ) η ίδια Τράπεζα στο υπόλοιπο ποσό των 3.817.984 δραχμών ως δανείστρια εμπραγμάτως ασφαλισμένη δυνάμει των συμβάσεων καταπιστευτικής μεταβίβασης των μηχανημάτων. Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου, που είχε αποφανθεί αντίθετα, έκρινε μη νόμιμη την ανακοπή κατά του πιο πάνω πίνακα κατάταξης του αναιρεσείοντος συνδίκου, με την οποία είχε διατυπώσει το παράπονον ότιν δεν είχαν καταταχθεί στον πίνακα διάφορες προνομιακές απαιτήσεις πιστωτών της πτώχευσης που είχαν αναγγελεθεί στην πτώχευση και από αυτόν, ως σύνδικο της πτώχευσης στον πλειστηριασμό με την αιτιολογία της πιο πάνω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ότι ο πλειστηριασμός αυτός ήταν εκούσιος. Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με σκέψεις όπως αυτές που αναφέρονται πιο πάνω δεν παραβίασε τα άρθρα 1034, 977, 202, 1237 ΑΚ, και 1021, 975 και 976 Κ.Πολ.Δ. και η αναίρεση με το μοναδικό από το άρθρο 960 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο της οποίας υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων σύνδικος στα δικαστικά έξοδα ξεχωριστά της πρώτης αναιρεσίβλητης και του τρίτου αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα σε σχέση με το τελευταίο, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων (άρθρο 31 παρ.1 του β.δ/τος της 7/20.6.1957 "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων) και της 1344213/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.-

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 3.5.1993 αίτηση του συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Tiger Βιομηχανία Σπόρ Ενδυμάτων Α.Ε." για την αναίρεση της 4928/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και του τρίτου αναιρεσιβλήτων που ορίζει, αντιστοίχως, σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) και σε ογδόντα χιλιάδες (80.000) δραχμές.

Σημείωση: Για την απαγόρευση καταπιστευτικής μεταβίβασης ακινήτου θυμηθείτε την ανάρτηση "Εικονικότητα ακινήτου, καταπιστευτική μεταβίβαση ακινήτου, εικονικότητα με σύμπραξη δημόσιας αρχής, λόγος εισηγητή".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!