Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Καταναλωτής, εγγυητής, ομολογιακό δάνειο, αοριστία, σώρευση ανακοπών 632 και 933 ΚΠολΔ, αοριστία, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, πλάνη, παραγραφή, αποσβεστική προθεσμία, ΤΧΣ.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου 115/ 2018.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Ρόκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών - Εισηγητή, Γεωργία Χαλκιαδάκη, Πρωτοδίκη, Πολυξένη Μπαντουβάκη, Πρωτοδίκη.

Περίληψη. Ομολογιακό δάνειο. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Προστασία καταναλωτή. Καταχρηστικές ρήτρες. Ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ΤΧΣ). Σώρευση ανακοπών κατά διαταγή πληρωμής και κατά εκτελεστικής διαδικασίας. Αοριστία δικογράφου. Η έννοια του καταναλωτή στην ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία. Κριτήριο για τον έλληνα νομοθέτη, διευρύνοντας το πεδίο προστασίας, είναι το εάν το πρόσωπο είναι ο τελικός αποδέκτης προϊόντων ή υπηρεσιών, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία. Η ιδιότητα του καταναλωτή δεν εξαρτάται από το οικονομικό μέγεθος των συμβαλλομένων μερών. Καταναλωτής είναι και ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου ως τελικός αποδέκτης πιστωτικών υπηρεσιών.
Όταν ο πρωτοφειλέτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή της ίδιας προστασίας τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού. Η διαταγή πληρωμής, η οποία δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν έχει ανάγκη πλήρους αιτιολογικού. Έννοια εκκαθαρισμένης απόφασης. Απαράδεκτο το αίτημα διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης από τους ανακόπτοντες, εφόσον οι ίδιοι έπρεπε να προσδιορίσουν το σχετικό κονδύλι που αμφισβητούν. Έννοια ουσιώδους πλάνης προς ακύρωση δικαιοπραξίας. Απόσβεση δικαιώματος. Αποκλείεται η ακύρωση δικαιοπραξίας μετά την πάροδο διετίας από αυτή. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του ΤΧΣ έλαβε χώρα για την κεφαλαιακή επάρκεια αυτών και όχι για την απαλλαγή οφειλετών. Απαράδεκτοι ως αόριστοι οι λόγοι της ανακοπής. Απορρίπτει αμφότερες τις ανακοπές. Αντίθετη μειοψηφία.

  Οι ανακόπτοντες ζητούν με την κρινόμενη ανακοπή τους να ακυρωθεί για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους η υπ’ αριθμ. .../2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό του 1.085.650,79 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, με βάση απαίτηση που προέρχεται από σύμβαση έκδοσης κοινού ομολογιακού δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της καθ’ ης η ανακοπή και την τήρηση της οποίας εγγυήθηκαν οι δεύτερος έως πέμπτη των ανακοπτόντων. Περαιτέρω, ζητούν την ακύρωση της από 1-12-2016 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί παρά πόδας του πρώτου αντιγράφου εξ απογράφου της ιδίας ως άνω διαταγής πληρωμής. Οι παραδεκτώς σωρευόμενες στο αυτό δικόγραφο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της εκτελεστικής διαδικασίας εισάγονται αρμοδίως και παραδεκτώς προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 14 § 2, 584, 625, 632 § 1 (όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και 933§1 ΚΠολΔ (όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015)] κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ [άρθρα 632§2 εδ. β’  και 937§3 ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015)]. Επίσης, η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (άρθρο 633§2 εδ. α’ ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι η τελευταία επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 5-12-2016 (βλ. την επισημείωση επί των επιδοθεισών διαταγών πληρωμής του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ......) και η ανακοπή ασκήθηκε στις 27-12-2016 (βλ. την υπ’ αριθμ. ..27-12-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ....), χωρίς στο ως άνω χρονικό διάστημα να συνυπολογίζεται το Σάββατο, διότι δεν θεωρείται εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 323/2007, ΑΠ 419/2005 και ήδη το άρθρο 144 § 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αντιρρήσεις κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν ασκηθεί παραδεκτώς, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αφορούν στην απαίτηση, πλην όμως δεν προκύπτει η επίδοση κατασχετήριου εγγράφου στους ανακόπτοντες (άρθρο 934§1 στ. α’ ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Επομένως, οι ανακοπές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω οι λόγοι αυτών.

 Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της Σύμβασης των Βρυξελλών και Σύμβασης Λουγκάνο (Ν.2460/1997), σε συνδυασμό με το σκοπό θεσπίσεως αυτών προκύπτει ότι δικαιοδοτικά προνόμια και αυξημένη προστασία επιφυλάσσεται μόνο στους αγοραστές, οι οποίοι έχουν ανάγκη προστασίας, διότι η οικονομική τους θέση χαρακτηρίζεται από την αδυναμία τους έναντι των πωλητών, καθώς πρόκειται για τελικούς καταναλωτές με ιδιωτικό χαρακτήρα, οι οποίοι, μέσω της αγοράς του προϊόντος, το οποίο αποκτούν, δεν εμπλέκονται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες (ΑΠ 1738/2009, ΕΠολΔ 2011.316, ΕφΑΘ 5861/2006, ΔΕΕ 2007.62). Συναφώς το άρθρο 15 του Κανονισμού ορίζει ότι «σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού που τις καταρτίζει και που αποκαλείται στη συνέχεια «καταναλωτής», ενώ αντιστοίχως το άρθρο 13 παρ Ι της Σύμβασης των Βρυξελλών ορίζει «σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού που τις καταρτίζει, και που αποκαλείται στη συνέχεια καταναλωτής ,...»,στο δε Προοίμιο του ανωτέρω Κανονισμού αναφέρεται ότι «για συμβάσεις καταναλωτών σκόπιμο είναι να προστατεύεται ο αδύναμος κρίκος». Κατά μεν την ως άνω γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων, ως συμβάσεις καταναλωτών χαρακτηρίζονται εκείνες που συνάπτονται από ένα πρόσωπο (τον "καταναλωτή"), με σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, κατά δε το σκοπό των διατάξεων αυτών επιδιώκεται η προστασία του «μη επαγγελματία» τελικού χρήστη της υπηρεσίας ή του αγοραστή του προϊόντος και όχι των επαγγελματιών, οι οποίοι κερδοσκοπούν επί ή διά του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθόσον αυτοί στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας δε κρίνονται άξιοι προστασίας. Ήτοι το ειδικό καθεστώς που θεσπίζουν για τους καταναλωτές οι ανωτέρω διατάξεις (Σύμβασης, Κανονισμού) αποσκοπούν στην προστασία του συμβαλλόμενου καταναλωτή, ως εξ ορισμού οικονομικώς ασθενέστερου και διαθέτοντος μικρότερη νομική πείρα οπό τον αντισυμβαλλόμενο του. Επομένως, τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό των ανωτέρω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου προκύπτει ότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν μόνον τον ιδιώτη τελικό καταναλωτή, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Σύστοιχη με τα ανωτέρω τυγχάνει η πάγια νομολογία του ΔΕΚ, σύμφωνα με την οποία μόνο εκείνος που προβαίνει σε συναλλαγές για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών έξω από το πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των διατάξεων των όρθρων της Σύμβασης των Βρυξελλών και του Κανονισμού, ήτοι μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος, ενώ απεναντίας η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό επαγγελματική δραστηριότητα (βλ, ΔΕΚ, της 21,6.1978, υπόθεση C-150/77, Bertrand/OTT, ιδίως σκέψεις 19-22, ΔΕΚ της 19.1.1993 υπόθεση C- 89/91, Schearson/TV Β Treuhandgeselischaft, ΔΕΚ της 3.7.1997, υπόθεση C-269/95, FrancescoBenincasa κατά DentalkitSri, σύμφωνα με τις οποίες «τα σχετικά δικαιοδοτικά προνόμια αφορούν μόνο τον ιδιώτη τελικό καταναλωτή, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες». Στις αποφάσεις του ΔΕΚ κοινό χαρακτηριστικό και εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού "του καταναλωτή" αποτελεί η μη ικανοποίηση με τη σύναψη της σύμβασης επαγγελματικών αναγκών διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών ο συμβαλλόμενος δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία του από το νόμο και όχι η ιδιότητα του συμβαλλόμενου λήπτη των υπηρεσιών ως εμπόρου ή ελεύθερου επαγγελματία και συνεπώς ο όρος "καταναλωτής" περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον αυτοί συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές ανάγκες τους. Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου ως «καταναλωτή», πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Ωσαύτως, σύμβαση καταναλωτή θεωρείται μόνο εκείνη που αποβλέπει στην κάλυψη των ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου και μόνον αυτή εμπίπτει στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικά ασθενέστερο μέρος, ενώ όταν οι επιχειρούμενες από τους τελευταίους συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν τίθεται θέμα προστασίας τους με τις ανωτέρω διατάξεις. Σημειωτέον ότι με το πρωτόκολλο από 3.6.1971 «για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ορίστηκε ότι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Σύμβασης είναι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), η νομολογία δε αυτού είναι δεσμευτική για τα Κράτη μέλη, υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας (ΑΠ 189/2013, ΑΠ 904/2011, ΑΠ 1733/2009). Η δε ερμηνεία που έχει δώσει το ΔΕΚ για τις διατάξεις της Συμβάσης των Βρυξελλών, ισχύει και για τις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001, δεδομένου ότι ο Κανονισμός αντικαθιστά τη Σύμβαση και οι διατάξεις αυτών μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ισοδύναμες (ΔΕΚ της 7-4-2016, υπόθεση C- 222/2015, σκέψη 28, ΔΕΚ της 14-5-2009, υπόθεση C-180/2006, Αρμ.2010.150).
Περαιτέρω, σε επίπεδο εθνικού δικαίου, με τον Ν.2251 /1994, που έχει τον τίτλο «προστασία Καταναλωτών» και αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13 του Συμβουλίου της ΕΟΚ «σχετικώς με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων συναπτομένων μετά των καταναλωτών» (ΑΠ 7/2011 ΝοΒ 2011.562, ΑΠ 1001/2010 ΕΕμπΔ 2010. 943, ΑΠ 2123/2009 ΔΕΕ 2010,714, ΕφΑΘ 2057/2010 ΔΕΕ 2011. 339, ΕφΠειρ 11/2011 ΔΕΕ 2011. 814,ΕφΘεσ 459/2011 ΕΕμπΔ 2011.535) θεσπίστηκαν διατάξεις σχετικά με την προστασία του καταναλωτή από καταχρηστικές ρήτρες, τις οποίες ο προμηθευτής έχει (θεωρητικά) τη δύναμη να επιβάλλει μονομερώς και χωρίς προηγηθείσα διαπραγμάτευση στον διαπραγματευτικά αδύναμο καταναλωτή. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 του ν.2251/1994 με τον όρο καταναλωτής νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα), το οποίο προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες και των οποίων κάνει «τελική χρήση» αποτελώντας τον «τελικό αποδέκτης τους». Ο ορισμός του καταναλωτή διαφέρει στα δύο νομοθετικά κείμενα. Σε αντίθεση με τον ελληνικό νόμο, η Οδηγία έχει στενότερο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς στην Οδηγία (άρθρ.2 περ.β) ο καταναλωτής δε νοείται ευρέως, όπως στον ελληνικό νόμο, αλλά αντιθέτως «καταναλωτής είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα Οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες». Ως κριτήριο, δηλαδή, για την απόδοση σε ένα πρόσωπο της ιδιότητας του καταναλωτή χρησιμοποιείται ο σκοπός για τον οποίο ενεργεί το πρόσωπο και το εάν ενεργεί για να εξυπηρετήσει προσωπικές ή επιχειρηματικές/εμπορικές του ανάγκες. Το ίδιο προβλεπόταν και με την διάταξη του όρθρου 2 παρ.2 του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991 κατά την οποία «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Αντιθέτως, με την μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 του Ν.2251/1994, άξιος της σχετικής προστασίας του νομού αυτού, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Ο ελληνικός νόμος για να αποσαφηνίσει την έννοια του καταναλωτή δεν χρησιμοποιεί το ίδιο με την Οδηγία κριτήριο, αλλά αντιθέτως κριτήριο γιο να χαρακτηρισθεί ένα πρόσωπο ως καταναλωτής, όπως προκύπτει από το γράμμα του νόμου αυτού, είναι μόνο το εάν αυτός είναι ο τελικός αποδέκτης των προϊόντων ή υπηρεσιών και εάν κάνει τελική χρήση αυτών. Απαιτείται δηλαδή, να μην διαθέτει τα προϊόντα και να μην χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ως μεταπωλητής/ενδιάμεσος σε δευτερογενή αγορά καταναλωτών. Ο έλληνας νομοθέτης υιοθετεί ευρύτερο ορισμό του καταναλωτή, προστατεύοντας συνειδητά ακόμη και τους εμπόρους και επαγγελματίες που ενεργούν ως τελικοί αποδέκτες προϊόντων και υπηρεσιών και κάνουν χρήση αυτών για ίδιες ανάγκες (έστω και επαγγελματικές). Με την επιλογή του αυτή ο έλληνας νομοθέτης θέλησε να διασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή προστασία, περιλαμβάνοντας στο πεδίο αυτής όχι μόνον τους μη εμπόρους καταναλωτές, αλλά και τους εμπόρους και επιχειρηματίες οι οποίοι αποτελούν τελικούς αποδέκτες και χρήστες των προϊόντων και υπηρεσιών που προμηθεύονται/λαμβάνουν και ως προς τα οποία δεν αποτελούν μεσολαβητές προς τρίτους ή ενδιάμεσους προμηθευτές σε επόμενο στάδιο της αγοράς. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται κυρίως από την αντίληψη πως στην ελληνική πραγματικότητα όλοι οι καταναλωτές, είτε πρόκειται για μη εμπόρους είτε για εμπόρους, λειτουργούν ερασιτεχνικά όταν πρόκειται περί προϊόντων των οποίων αποτελούν τους τελικούς αποδέκτες. Η θεσπισθείσα με το Ν.2251/1994 έννοια του καταναλωτή διεύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο των προσώπων στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε ο Ν. 2251/1994, ορίζοντας ως καταναλωτή τον τελικό αποδέκτη, Η θέσπιση, πάντως, αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω Οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 της Οδηγίας, που ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή (ΟΛΑΠ 13/2015). Ο αδιαμφισβήτητος χαρακτήρας της Οδηγίας 93/13, ως Οδηγίας ελάχιστης εναρμόνισης, δηλαδή ως Οδηγίας που θέτει τους ελάχιστους βασικούς κανόνες (basic rules) οι οποίοι έχουν μεν σκοπό να προστατεύσουν τον λήπτη προϊόντων ή υπηρεσιών από τη χρήση καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών, δεν αποκλείει στον εθνικό νομοθέτη την καθιέρωση αυστηρότερης και συγκεκριμένο ευρύτερου βεληνεκούς προστασίας. Ακολούθως, θεσπίσθηκε η ανωτέρω διάταξη (1 παρ.4 ν.2251/1994) προκειμένου να περιληφθούν στην προστασία του νόμου όχι μόνο οι ιδιώτες αλλά και οι έμποροι οι οποίοι μέχρι τότε, υπό το προηγούμενο καθεστώς του ν.1961/1991, εξαιρούντο. Είτε όμως πρόκειται για εμπόρους είτε όχι, στην περίπτωση που αυτοί συναλλάσσονται για την κάλυψη όχι των ιδίων αναγκών τους αλλά δρουν «επιχειρηματικά», δεν εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή. Εκ των αναφερομένων στο προπαρατεθέν κοινοτικό δίκαιο και στην Οδηγία 93/13/ΕΚ παρέπεται ότι επιβάλλεται συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1 παρ 4α του Ν.2251/1994, ώστε να θεωρείται ως σύμβαση καταναλωτή μόνον εκείνη που αποβλέπει στην κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών του προσώπου (καταναλωτή), είτε αυτές σχετίζονται με την ιδιωτική είτε με την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού. Προϋπόθεση δηλαδή για την παροχή της ανωτέρω προστασίας είναι η «ερασιτεχνική ιδιότητα» του τελικού αποδέκτη του αγαθού ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι λείπει μόνον εκεί όπου ο αποδέκτης του προϊόντος ή της υπηρεσίας αποτελεί ενδιάμεσο κρίκο της εμπορικής αλυσίδας δηλαδή όταν αποκτά συναφές με το επάγγελμά του αγαθό με σκοπό να το διαθέσει περαιτέρω στην αγορά ή να παραχωρήσει τη χρήση του σε άλλους. Η κρίση αυτή συνάδει προς τον σκοπό θεσπίσεως των ανωτέρω διατάξεων με τις οποίες αποσκοπήθηκε η προστασία του "μη επαγγελματία" τελικού χρήστη της υπηρεσίας ή αγοραστή του προϊόντος και όχι των επαγγελματιών, οι οποίοι μεσολαβούντες κερδοσκοπούν επί ή δια του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθόσον αυτοί στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας δεν κρίνονται άξιοι προστασίας, Ο «επαγγελματικώς δρων» μεσολαβητής, ως μέρος του δικτύου εκμεταλλεύσεως δεν είναι τελικός χρήστης. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη (4 παρ.1 Ν.2251/1994) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν.3587/2007, ως εξής: «α) Ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους β) Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του». Με την ως άνω τροποποίηση προστέθηκαν στην έννοια του καταναλωτή οι προαναφερόμενες υποπεριπτώσεις (αα) και (ββ), ενώ κατά τα λοιπά η εν λόγω διάταξη (1 παρ.4 α Ν.2551/1994) παρέμεινε η ίδια. Με βάση το ανωτέρω, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, που επιζητεί την προστασία του νόμου, πρέπει να πληροί τις παραπάνω δύο αναγκαίες προϋποθέσεις: α) να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά β) ο προμηθευόμενος αυτός να είναι ο τελικός αποδέκτης τους, ενώ δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές, δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες του, όπως απαιτούσε ο προηγούμενος νόμος (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 1969/1991). Δεν είναι όμως δυνατόν να θεωρηθεί καταναλωτής το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει τη χρήση ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό ή για την οικονομική εξυπηρέτηση τρίτου. Ενόψει τούτων, η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις (4 παρ. 1α ν.2251/1994 και 5 παρ.1α N.3587/2007), είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 891/ 2013, ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 1332/2012, ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΔ 2011.19, ΑΠ 16/2009 ΤΝΠ Νόμος). Ήδη με την πρόσφατη υπ`αριθμ. 13/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, χωρίο της οποίας παρατίθεται, αποσαφηνίζονται τα εξής: «Καταναλωτής, σύμφωνα με την διάταξη 1 παρ.4 του ν.2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος; είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά τον Ν.2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν.1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή και αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι «Το κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σε αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας, Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, Οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να διατυπώσει με την συγκεκριμένη Οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας, Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεδομένης της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ.4 περ.α του Ν.2251/1994 δεν συνάγεται οποιοδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, επί ατομικών διαφορών, κρίνεται σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, όχι κατά το χρόνο της αρχικής διατύπωσης του ή της κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά κατά τα χρόνο που, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ανακύπτει το πρόβλημα, το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή. Κατά λογική αναγκαιότητα και προς το σκοπό ομοιόμορφης νομικής μεταχείρισης ομοίων πραγμάτων, η ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή». Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι τόσο κατά το κοινοτικό όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος, αλλά μόνον εκείνος που δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ` αντικειμενική κρίση, ως «επαγγελματίας» (υπό την ανωτέρω έννοια) στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. H ιδιότητα του καταναλωτή δεν εξαρτάται από το οικονομικό μέγεθος των συμβαλλομένων μερών, ούτε από την in abstracto ιδιότητα του τελικού καταναλωτή, ως εμπόρου ή επαγγελματία, αλλά από το σκοπό προς τον οποίο αποκτήθηκε η συγκεκριμένη υπηρεσία ή το συγκεκριμένο προϊόν. Εάν αυτά αποκτήθηκαν από κάποιον, καίτοι έμπορο ή επαγγελματία προς το σκοπό ατομικής απολαύσεως, για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών, είτε ατομικών είτε επαγγελματικών, αυτός είναι «καταναλωτής», ενώ αν δεν χρησιμοποιήθηκαν από τον ίδιο, αλλά διοχετεύθηκαν σε τρίτους δεν δικαιολογείται η παρεχόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ιδιαίτερη προστασία. Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή, πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού ή της υπηρεσίας, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Όσον αφορά ειδικότερα τις τραπεζικές αλλά και επενδυτικές συναλλαγές, οι οποίες απευθύνονται στο ευρύ κοινό δύναται να προβαίνει σε αυτές και πρόσωπο το οποίο είναι καταναλωτής, δηλαδή πρόσωπο ως μη δρων επαγγελματικώς, μη αναγκαίως εξειδικευμένο στο συγκεκριμένο συναλλακτικό τομέα, έστω και εάν από τη συναλλαγή προσδοκά όφελος. Το δε κριτήριο της προσδοκίας οφέλους δε δύναται να του αφαιρέσει την ιδιότητα του καταναλωτή, διότι τούτο ενυπάρχει ως προσδοκία, σε κάθε οικονομική συναλλαγή, άνευ της οποίας (προσδοκίας οφέλους) το πρόσωπο δεν θα προέβαινε σε αυτή. Επομένως ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ,α του Ν.2251/1994 (ΕφΑθ 911/ 2018 αδημ.). Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει των εκτεθέντων: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης (ΑΠ Ολομ. 13/2015 ΧΡΙΔ 2015.675). Τέλος, ο ισχυρισμός περί της μη νομιμότητας της παραίτησης της εγγυήτριας από την ένσταση διζήσεως είναι νόμω αβάσιμος, εφόσον η παραίτηση του εγγυητή τραπεζικής σύμβασης από αυτήν δεν αντίκειται καταρχήν στο νόμο, καθόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 851 και 857 αρ.1 ΑΚ (ΜονΠρΠειρ 534/2005. ΝοΒ 2005.706, ΜονΠρΑθ 374/1998 ΔΕΕ 1998.399).

 Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή, κατά τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και ότι οι όροι της επίδικης σύμβασης έκδοσης κοινού ομολογιακού δανείου, είναι καταχρηστικοί και άκυροι και άρα άκυρη είναι και η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε δυνάμει αυτής, ως αντικείμενοι στη γενική ρήτρα της παρ.6 του άρθρου 2 Ν.2251/1994, αλλά και στις κατά την παρ.7 του ίδιου άρθρου εξής καθοδηγητικές αρχές: α) της απαγόρευσης της μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, β) της απαγόρευσης της χωρίς σπουδαίο λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή και της απαγόρευσης του υπέρμετρου περιορισμού της προθεσμίας, μέσα στην οποία καταναλωτής οφείλει να υποβάλλει στον προμηθευτή τα παράπονα του ή τις διαφωνίες του ως προς το κατάλοιπο του λογαριασμού. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι όροι της επίδικης σύμβασης οι οποίοι φέρεται ότι αντίκεινται  στις επικαλούμενες καθοδηγητικές αρχές, ενώ επιπλέον είναι αόριστος και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στην υπό κρίση ανακοπή δεν μνημονεύονται οι συνέπειες της ύπαρξης των εν λόγω ΓΟΣ στην εξέλιξη της ένδικης σύμβασης και, ειδικότερα, δεν αναφέρεται και δεν διευκρινίζεται πως ο ανωτέρω όρος επέδρασε στη γένεση, στο ύψος ή στο ληξιπρόθεσμο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Από τα άρθρα 623, 626 § 2 και 3, στοιχ. γ, 630 στοιχ. γ και 631 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διαταγή πληρωµής, η οποία αποτελεί µόνον εκτελεστό τίτλο και δεν τυγχάνει δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη πλήρους αιτιολογικού, αρκεί πλην άλλων στοιχείων, να εµπεριέχει απλώς την αιτία της πληρωµής, ήτοι να προσδιορίζεται έστω και συνοπτικά το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η απαίτηση, δίχως να δηµιουργείται αµφιβολία ως προς την αιτία της πληρωµής και δεν απαιτείται να περιγράφονται τα πραγµατικά περιστατικά τα οποία συνιστούν την αιτία. Εποµένως, επί διαταγής πληρωµής, που εκδόθηκε βάσει οριστικού καταλοίπου από σύµβαση αλληλόχρεου ή ανοικτού λογαριασµού ή σύµβασης έκδοσης πιστωτικού δελτίου ή δανειακής σύµβασης μετά τραπέζης, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικά ότι το διατασσόµενο χρηµατικό ποσό αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του οφειλέτη, δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασµού κίνησης της σύµβασης. Αντιστοίχως, με την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωµής αρκεί να αναφέρεται η σύµβαση µεταξύ των διαδίκων, η συµφωνία περί αναγωγής των βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο απόδειξης της απαίτησης και του ύψους αυτής, το οριστικό κλείσιµο ή η καταγγελία της σύµβασης και το ύψος του οριστικού καταλοίπου, καθώς και το απόσπασµα κίνησης του λογαριασµού από την έναρξη του ή από την τελευταία αναγνώριση έως το οριστικό κλείσιµο, δίχως να είναι ανάγκη να εµπεριέχονται στο περιεχόµενο της αίτησης τα επιµέρους κονδύλια χρεωπιστώσεων του λογαριασµού κίνησης, εφόσον αυτά εκτίθενται στο συνηµµένο επί της αίτησης αντίγραφο ή απόσπασµα του λογαριασµού, ανεξαρτήτως του ότι ο αιτούµενος την έκδοση της διαταγής πληρωµής δύναται να επιδιώξει µέρος µόνον της χρηµατικής απαίτησης ή µέρος µόνον των τόκων, δίχως να απαιτείται αιτιολογία για αυτή την επιλογή (βλ. ΑΠ 1512/2006 και 192/2005, ΕλλΔνη 47.1650 και 458, ΑΠ 1432/1998, ΕλλΔνη 40.91, ΑΠ 1215/1995 και 1106/1994, ΕλλΔνη 38.1973 και 1075 και ΕφΑθ 1646/2006, ΕλλΔνη 48.627). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν, ο μεν καθ` ου η ανακοπή, να αμυνθεί κατ` αυτής, το δε δικαστήριο, να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας (ΑΠ 1684/1998 ΕλλΔνη 40.92, ΕφΑθ 5900/2006, Σινανιώτης, Ειδικές διαδικασίες έκδ. Β`σελ. 193, Βαθρακοκοίλης, «ΚΠολΔ» άρθρο 632 αρ. 27), μπορούν δε να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια, ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ` ου η ανακοπή, ενστάσεις. Γι` αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα, αν πρόκειται για απαίτηση από κατάλοιπα αλληλόχρεου λογαριασμού, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι της ανακοπής, που αναφέρονται στην απαίτηση, πρέπει να περιέχουν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού (ΑΠ 491/1994 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 317/2010 ΕπισκΕμπΔ 2818. 1127, ΕφΘεσ 317/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 794/2007 Αρμ 2008. 1198). 
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως, κατά το άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ., είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως. Δεν είναι βεβαία η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αιρέσεως ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτου και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστού, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση. Η πλήρωση της αιρέσεως ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακώς, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτου, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθ` ού η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτελέσεως. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1543/2014). Η απαίτηση του δανειστή πρέπει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, παρέχεται δε στον οφειλέτη, όταν εκδόθηκε σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ, να ισχυριστεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται από την Τράπεζα, δεν είναι εκείνο, που προκύπτει, ως οφειλόμενο και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.
 Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, όπως αυτός επιτρεπτώς εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η αίτηση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή  πληρωμής είναι παντελώς αόριστη διότι η καθ’ής στην αίτηση αρκείται «σε μια ενσωμάτωση της κίνησης του λογαριασμού, όπου παρατίθενται οι επιμέρους χρεωπιστώσεις, από τις οποίες προέκυψε κατά το οριστικό κλείσιμο το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, ωστόσο, πολυάριθμες από τις χρεώσεις στο λογαριασμό που εξυπηρετούσε το δάνειο, αφενός δεν δικαιολογούνται, αφετέρου δεν επεξηγούνται επαρκώς, πολλάκις δε και καθόλου, ώστε βάσιμα να δημιουργείται αμφιβολία για το ύψος του τελικώς διαμορφωθέντος και οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου» (α’ σκέλος), «δεν ενσωματώνεται στην αίτηση, δεν προσκομίζεται αλλά ούτε καν αναφέρεται, έστω με συνοπτική μνεία, η διακύμανση του ετήσιου συμβατικού επιτοκίου, που η καθ’ής εφήρμοζε καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της δανειακής σύμβασης» (β’ σκέλος) και «στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ’ ης, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης τους στο λογαριασμό με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της όλης απαίτησης της εφεσίβλητης» (γ’ σκέλος).
 Ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού, όσον αφορά το α’ σκέλος του, οι ανακόπτοντες δεν μνημονεύουν ποιες είναι οι χρεώσεις στο λογαριασμό που δεν δικαιολογούνται και δεν επεξηγούνται επαρκώς ή και καθόλου. Επιπλέον, όσον αφορά το β’ σκέλος του δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αίτηση, με βάση τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το επιτόκιο, είτε συμβατικό είτε νόμιμο, αλλά επαφίεται στον ανακόπτοντα να αμφισβητήσει συγκεκριμένο κονδύλιο που τυχόν έχει εισαχθεί παρατύπως στον αλληλόχρεο λογαριασμό (που εν προκειμένω, σημειωτέον, οι ανακόπτοντες ουδόλως πράττουν). Τέλος δε, όσον αφορά το γ’ σκέλος, οι ανακόπτοντες δεν μνημονεύουν τα επιμέρους ποσά τα οποία φέρεται ότι δημιουργούν αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής. Κοντολογίς, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, δεν προσβάλλεται κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, παρά μόνον προτείνεται μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του τηρηθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού.
 Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο ανακοπής, όπως αυτός επιτρεπτώς εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η πιστώτρια τράπεζα, χρέωσε τον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό με τόκους παράνομα αυξημένους κατά 1,3889%, διότι χρησιμοποίησε ημερολογιακό έτος 360 ημερών, αντί 365 ημερών, με συνέπεια, αφενός, ο ως άνω υπολογισμός του τόκου προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1995, διότι ο εν λόγω ΓΟΣ δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, έτσι ώστε ο καταναλωτής που διαθέτει τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής, με συνέπεια να μην πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ., με αποτέλεσμα η εκτελούμενη χρηματική απαίτηση να μην είναι εκκαθαρισμένη, καθώς δεν προκύπτει από αυτόν και μόνον τον εκτελεστό τίτλο, το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Εξάλλου, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολο της. Παράλληλα, οι ανακόπτοντες με το πέμπτο λόγο ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά της διαταγής πληρωμής, εκθέτουν ότι στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν γίνεται σαφής διαχωρισμός μεταξύ των κονδυλίων και ειδικότερα επιδικάζεται κεφάλαιο, ανατοκισθέντες τόκοι ως κεφάλαιο, καθώς και η παρανόμως ενσωματωμένη στο επιτόκιο εισφορά του Ν. 128/1975, με αποτέλεσμα η σε βάρος τους απαίτηση να μην είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Επίσης, ότι δεν αναφέρεται το υπόλοιπο που προκύπτει μετά από κάθε καταβολή ή χρέωση, ώστε να μπορεί να γίνει έλεγχος της ορθής επιμέτρησης αυτού και ο ορθός καταλογισμός των καταβολών, ενώ, επιπλέον, δεν αναφέρεται το ποσό εκάστης δόσης, τα χρονικά διαστήματα υπολογισμού του τόκου με το συγκεκριμένο επιτόκιο, καθώς και τα συγκεκριμένα ποσά των τόκων και ο τρόπος υπολογισμού αυτών. Με αυτό το περιεχόμενο, ο πέμπτος λόγος ανακοπής είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος εφόσον δεν προσδιορίζεται κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του συνυπολογισμού των ανωτέρω χρεώσεων, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επικουρικά δε τυγχάνει και απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται τα μνημονευόμενα από τους ανακόπτοντες στοιχεία, λαμβανομένου, επιπροσθέτως, υπόψη και του γεγονότος ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για πράξη εκτέλεσης επί της οποίας δύναται να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ, η οποία αφορά την επιταγή προς πληρωμή και όχι την διαταγή πληρωμής.
Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ως προς τα προαναφερθέντα απορριφθέντα σκέλη του δεύτερου και του πέμπτου  λόγου της ανακοπής ότι οι ανακόπτοντες απαραδέκτως ζητούν τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για την εξεύρεση του ακριβούς ύψους της οφειλής τους (ΕφΑθ 1159/2012), εφόσον τούτο ζητείται για την απόκτηση αποδεικτικού μέσου για το ύψος του κονδυλίου αυτού, το οποίο οι ίδιοι οι ανακόπτοντες έπρεπε να προσδιορίσουν (ΕφΛαρ 452/2014, ΜΠρΛαρ 461/2017).

 Κατά τη διάταξη του άρθρ. 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, οφειλόμενη σε εσφαλμένη γνώση από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης, παρέχει σ` αυτόν που πλανήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μόνον όταν είναι ουσιώδης (ΑΠ 9/2013), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η πλάνη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδης, αφορά σε έννοια νομική και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 5/1990). Τέτοια είναι και η πλάνη που αφορά στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 80/2007, 463/2008, 1270/2011, 335/2012). Αντίθετα, κατά το άρθρ. 143 ΑΚ, η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης, νοούνται δε ως παραγωγικά αίτια της βούλησης όσα συμβάλλουν στο σχηματισμό της (ΑΠ 943/2006). Ομως, αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν (ΟλΑΠ 5/ 1990, 35/ 1998, ΑΠ 993/ 2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 του ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας, λόγω πλάνης και απάτης, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επόμενη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 εδ. α του ΑΚ), στην περίπτωση, όμως, που η πλάνη ή η απάτη εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η αποσβεστική προθεσμία των δύο (2) ετών αρχίζει από την επόμενη ημέρα, αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλόμενου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή της απάτης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μετά, την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 του ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας. Το αντίθετο δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 273 του ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, διότι η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 του ΑΚ, ανάλογή εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας. Ανεξάρτητα δε από αυτό, η ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 273 του ΑΚ αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση, γιατί η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και οι ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το διαπλαστικό δικαίωμα προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξίωσης και πολύ περισσότερο ένστασης, που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (ΑΠ 1408/ 1980). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 280 του ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Κατά συνέπεια, εφόσον από το περιεχόμενο της αγωγής, στοιχείο της βάσης της οποίας αποτελεί η τήρηση της. αποσβεστικής προθεσμίας (ΕφΑθ 9153/2005 ΕλλΔνη 2007.878, ΠΠρΒολ 8/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προκύπτει η πάροδος της τασσόμενης από τον νόμο προθεσμίας, και χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγόμενου, απορρίπτεται η αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 654/2011, ΑΠ 194/2012 Αρμ 2012.1735, ΑΠ 1447/2010 ΧρΙΔ 2011.499, ΕφΛαρ 164/2012 Δικογραφία 2012.168).

 Στην προκειμένη περίπτωση, οι δεύτερος έως και πέμπτη των ανακοπτόντων με τον τέταρτο λόγο ανακοπής εκθέτουν ότι συνυπέγραψαν το έτος 2010 τη σύμβαση εγγύησης υπέρ της πρώτης εξ αυτών θεωρώντας από ουσιώδη πλάνη τους ότι με τη σύμβαση που υπέγραψαν, ανέλαβαν την υποχρέωση να παράσχουν εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της τράπεζας, και όχι ότι εγγυώνται προσωπικά για την εξόφληση του συνόλου του χρέους της εκδότριας εταιρίας. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμω βάσιμος   στηριζόμενος στα άρθρα 140, 142 ΑΚ, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού το δικαίωμα των δευτέρου έως και πέμπτης ανακοπτόντων έχει αποσβεστεί, εφόσον προέβαλαν τον εν λόγω ισχυρισμό για πρώτη φορά με την υπό κρίση ανακοπή τους που επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή την 27η-12-2016 (βλ. την υπ’ αριθμ. ..../27-12-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ...), ήτοι πέραν της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας κατ’ άρθρο 157 ΑΚ.
 Με τον έκτο λόγο της ανακοπής, που βάλλει μόνο κατά της διαταγής πληρωμής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι το σύνολο των «κόκκινων δανείων», μεταξύ των οποίων και το επίδικο, έχουν εξοφληθεί από τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (κατωτέρω: Τ.Χ.Σ.), αφού με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, μεταξύ των οποίων και της καθ’ ης (η οποία εισέπραξε το ποσό των 7.335.000.000 ευρώ), που έλαβε χώρα από το ελληνικό Δημόσιο ως μέσου εξόφλησης για τις επισφάλειες των ελληνικών τραπεζών, ήτοι τα «κόκκινα δάνεια», καλύφθηκαν πλήρως οι επισφαλείς απαιτήσεις της μεταξύ των οποίων και αυτή της πρώτης ανακόπτουσας. Για το λόγο αυτό, υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή, καθώς το Τ.Χ.Σ. όφειλε να ζητήσει τα χρήματα του δανείου και όχι η καθ’ ης, ενώ, επιπροσθέτως εκδόθηκε καταχρηστικά η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος λόγος θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, καθώς, δυνάμει των Ν. 3864/2010 και Ν. 4079/2012, η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών έλαβε χώρα μέσω του Τ.Χ.Σ. το οποίο τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν υποχρεωτικής τους συμμόρφωσης σε πληθώρα Τραπεζικών Ανακοινώσεων και Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με στόχο ούτε την αποκρατικοποίηση των τραπεζών ούτε την απαλλαγή των οφειλετών από τα αναληφθέντα δάνεια, αλλά την κεφαλαιακή επάρκειά των τραπεζών προς αποτροπή άτακτης χρεωκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, ακολούθως, της Χώρας, τούτο δε προκύπτει σαφώς και από το άρθρο 2 του Ν. 3864/2010, όπου αναφέρεται ότι «σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο και μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης μεταβατικών πιστωτικών ιδρυμάτων που συστήνονται σύμφωνα με το άρθρο 63ε του ν. 3601/2007». Εξάλλου, η ως άνω ανακεφαλαιοποίηση της καθ’ ης (καθώς και των λοιπών «συστημικών» τραπεζών), επηρεάζει μεν το μετοχικό της κεφάλαιο (δια της αγοράς μετοχών από το Τ.Χ.Σ.), πλην όμως δεν αλλοιώνει τις υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις της καθ’ ης, μεταξύ των οποίων και η επίδικη σύμβαση, και της εντεύθεν ενεργητικής της νομιμοποίησης ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις συμβατικές αυτές σχέσεις. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ότι υπήρξε καθολική διαδοχή του Τ.Χ.Σ. στα δικαιώματα της καθ’ ης ή ότι εκχωρήθηκε η απαίτηση της καθ’ ης υπέρ αυτού. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Έλληνας νομοθέτης, προέβλεψε την ένταξη των υπερχρεωμένων οφειλετών υπό προϋποθέσεις στο Ν. 3869/2010, όπου μπορούν να υπαχθούν και οι ανακόπτοντες κατόπιν αιτήσεώς τους, αν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις.

 Κατά τη γνώμη ενός μέλους του δικαστηρίου όμως και ειδικότερα της Πολυξένης  Μπαντουβάκη, Πρωτοδίκη, έπρεπε η ανακοπή να γίνει δεκτή κατά τον τρίτο λόγο αυτής κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω: Οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994, διότι οι γενικοί όροι συναλλαγών των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βουλήσεως καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 § 3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά, με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος, δοθέντος του ότι το επιτόκιο της μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με τόκους μεγαλύτερους κατά 1,3889%, αφού το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η μεγαλύτερη επιβάρυνση του να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως μάλιστα στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια τη δυνατότητα για τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια κατ`επιταγή α) της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την Κ.Υ.Α. Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001), β) της με αριθμό Ζ1-798/25.6.2008 (Β΄ 1353/11.7.2008) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 21 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3587/2007, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2005/29 «για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά» (Βλ. ΣΤΕ 1210/2010 ΤΝΠ Νόμος) και γ) της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την Κ.Υ.Α. Ζ1-699/23.6.2010 (ΦΕΚ Β΄ 917/23.6.2010), ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που αποδίδει τόσο  ο κοινοτικός όσο και ο εθνικός νομοθέτης για τον κατ` αυτό τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005, ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 52/2011). Τα προαναφερόμενα που αφορούν τις σχέσεις τραπεζών με δανειολήπτες οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 2251/1994 ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ’ αριθμό 30/14-2000 (ΦΕΚΑ΄ 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σύμφωνα με την οποία οι υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας θα είναι έντοκες με βάση υπολογισμού των τόκων έτος 360 ημερών. Και τούτο διότι είναι εμφανές ότι οι ως άνω διατάξεις είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στα πλαίσια των συναλλαγών τους με τράπεζες, καθώς η πρώτη εκ των ως άνω διατάξεων αναφερόμενη στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων 57 επιλεγμένων τραπεζών, ορίζει ότι βάση υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου αναφοράς θα είναι το έτος 360 ημερών, ενώ η δεύτερη αναφερόμενη στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τιμήματος των εν λόγω καταθέσεων ορίζει ότι εφεξής αυτές θα είναι όλες έντοκες με επιτόκιο που θα καθορίζεται με πράξη του συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής   και   ότι οι τόκοι θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης υπολογιζόμενοι βάσει έτους 360 ημερών. Συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση ο ως άνω υπολογισμός αφορά το επιτόκιο των υποχρεωτικών καταθέσεων των τραπεζών και συνεπάγεται την είσπραξη από τις τελευταίες περισσότερων τόκων από την Τράπεζα της Ελλάδας από ότι αν το επιτόκιο υπολογιζόταν βάσει έτους 365 ημερών. Πλην όμως, η Τράπεζα της Ελλάδας ως θεματοφύλακας των υποχρεωτικών καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών και ως εποπτεύουσα αρχή των τελευταίων δεν μπορεί να εξομοιωθεί ούτε ως προς το θεσμικό της ρόλο ούτε ως προς τη διαπραγματευτική της ισχύ και θέση με τους καταναλωτές-πελάτες των τραπεζών, ώστε είτε να χρήζει της ειδικής προστασίας που έχουν ανάγκη οι τελευταίοι ως συναλλασσόμενοι και τελικοί αποδέκτες των χρηματοπιστωτικών προϊόντων τους είτε αντιστρόφως οι καταναλωτές να υπόκεινται σε όμοιου περιεχομένου επιβαρύνσεις με αυτήν. Περαιτέρω, όταν με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαιτήσεως, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ’ ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ποσού της απαιτήσεως του (ΑΠ 1861/2011). Είναι δε επιτρεπτή η συμφωνία με την οποία η οφειλή του πιστούχου στην πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας. Με την εν λόγω συμφωνία προσδίδεται άνευ ετέρου σε ιδιωτικά έγγραφα πλήρης αποδεικτική ισχύς την οποία διαφορετικά θα είχαν μόνο υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 448 ΚΠολΔ ελλείψει των οποίων θα περιέπιπταν σε απλά δικαστικά τεκμήρια (339 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, καθώς ο δανειολήπτης διατηρεί το δικαίωμα ανταπόδειξης, ακόμα και αν συμφωνηθεί το αντίθετο (ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ Νόμος). Η δε ανταπόδειξη αντιδιαστέλλεται εννοιολογικά από την κύρια απόδειξη, δηλαδή από την αποδεικτική διαδικασία που διεξάγει ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/σελ 1568) και συνίσταται κατά περιεχόμενο στη δικονομική δυνατότητα του αντιδίκου να καταρρίψει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιούνται από τον φέροντα το βάρος της κύριας απόδειξης διάδικο, καταδεικνύοντας την αναξιοπιστία τούτων, είτε καθ’ αυτά είτε με την επίκληση και προσκόμιση ίδιων αποδεικτικών μέσων (βλ. Νικολόπουλο/Δίκαιο Αποδείξεως/ Β΄έκδοση/σελ.151), χωρίς να χρειάζεται να πείσει το Δικαστή για την ανακρίβεια των αποδεικτέων ισχυρισμών παρά μόνο να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την αλήθεια τους, οπότε και θα απορριφθεί η εκκρεμής αίτηση ως αβάσιμη, αφού τον κίνδυνο αμφιβολίας ως προς τη συνδρομή των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια φέρει ο έχων το κύριο βάρος απόδειξης και όχι ο αντίδικος του που διεξάγει την ανταπόδειξη. Επομένως, το εν λόγω δικονομικό δικαίωμα  αντιδιαστέλλεται και ως προς την απόδειξη του αντιθέτου που καθιερώνει το άρθρο 338 παρ.2 ΚΠολΔ ως προς τα νόμιμα τεκμήρια, οπότε και ο αντίδικος του αιτούντος φέρει το βάρος της κύριας απόδειξης του αντιθέτου εκείνου που τεκμαίρει ο νόμος, της δημιουργίας δηλαδή πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι απλώς αμφιβολίας. Εκ των ως άνω προκύπτει ότι δεν υφίσταται βάρος παρά μόνο δικαίωμα ανταπόδειξης (βλ. Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/σελ 1568,1569). Τα ως άνω σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη δυνατότητα ανταποδείξεως ισχύουν και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των δικονομικών κανόνων δικαίου, κάθε δε διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων τα οποία στηρίζουν τα δικονομικά αιτήματά του (βλ. Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/σελ 1508,1509.1510). Προκειμένου δε να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ και των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 624 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος ανακοπής στηρίζεται στην αμφισβήτηση των ως άνω προϋποθέσεων τότε ο δανειστής έχει υποχρέωση να αποδείξει τη συνδρομή τους, διότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επέλευση της επιδιωκόμενης δια της σχετικής αιτήσεως του έννομης συνέπειας ήτοι της έκδοσης έγκυρης διαταγής πληρωμής (Βλ. Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/Ειδικές Διαδικασίες/σελ.244). Στην περίπτωση κατά την οποία κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων η διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί διότι θα έχει αποδειχθεί ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε ήταν δικονομικά ουσία αβάσιμη (βλ. για την έννοια της δικονομικά αβάσιμης διαδικαστικής πράξης σε Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη και γενικές διατάξεις 1-207/σελ. 94). Αν κατά ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ο οφειλέτης αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/ 2011, ΕφΠειρ 5/ 2011), καθώς όπως προεκτέθηκε το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ’ ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνό της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της. Όσο δε αφορά απαίτηση τράπεζας από σύμβαση δανείου η οποία κατά δικονομική συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται πλήρως από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί βάσει των αποσπασμάτων διαταγή πληρωμής επικαλεστεί με την ανακοπή του και αποδείξει ότι είναι άκυρος όρος του δανείου δυνάμει του οποίου έχει επιβαρυνθεί η εκ του δανείου οφειλή με επιπλέον χρηματικά ποσά πέραν του κεφαλαίου, όπως τόκους και έξοδα τα οποία έχουν ανατοκισθεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκισθεί με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και ως εκ τούτου να μην αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποσπάσματα, αμφισβητεί όχι μόνο τη συνδρομή της αρνητικής προϋπόθεσης που σχετίζεται με το ορισμένο ποσό της απαίτησης, το να μην είναι δηλαδή αυτή ανεκκαθάριστη αλλά και της θετικής προϋπόθεσης της σχετικής με την έγγραφη απόδειξη του ακριβούς ύψους της. Η αντίθετη άποψη κατά την οποία ο ανακόπτων πρέπει όχι μόνο να επικαλεστεί το ανεκκαθάριστο της απαίτησης αλλά επιπλέον και να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση προκειμένου να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος ανακοπής συνεπάγεται την ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους απόδειξης αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατίθεται στον ανακόπτοντα η υποχρέωση του καθ’ ου η ανακοπή και αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής να επικαλεστεί το ακριβές ύψος της απαίτησής του και να αποδείξει εγγράφως το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής. Όμως ο φέρων το βάρος απόδειξης φέρει και το βάρος επίκλησης των αποδεικτέων και ως εκ τούτου σε περίπτωση που ο ανακόπτων αμφισβητήσει και κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που αποδείξει το ανεκκαθάριστο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ο καθ’ ου είναι αυτός που θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει μέχρι ποιου ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή του εφόσον βέβαια αυτό είναι εφικτό από τα προσκομιζόμενα με την αίτησή του έγγραφα άλλως η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα στο σύνολο της λόγω μη συνδρομής της εν λόγω αρνητικής δικονομικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της. Επίσης η άποψη κατά την οποία είναι μεν ορισμένος ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο αμφισβητείται το εκκαθαρισμένο της απαίτησης πλην όμως αν δεν επικαλείται ο ανακόπτων το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη θα πρέπει να διατάσσεται λογιστική πραγματογνωμοσύνη προς ανεύρεσή του προκειμένου να ακυρωθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η διαταγή πληρωμής και όχι εν όλω, οδηγεί σε καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, καθώς η ανάγκη διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προϋποθέτει ότι δεν είναι ορισμένο το ποσό της απαίτησης για το οποίο έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και δεν αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Η διαπίστωση όμως των ανωτέρω οδηγεί για τους προαναφερόμενους λόγους στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στην έκδοση απόφασης περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία ενδεχομένως να ήταν η προσήκουσα αν επιδιωκόταν η επιδίκαση της απαίτησης εκ δανείου με αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, στη δίκη όμως της ανακοπής όπου κρίνεται μεταξύ άλλων αν συνέτρεχαν οι δικονομικές προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων αναδρομική αναπλήρωση της διαπιστούμενης έλλειψης των ως άνω προϋποθέσεων και δη με αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν είναι πρόσφορο για την έκδοση διαταγής πληρωμής καθώς δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ. Τέλος η ανακοπή του άρθρου 632 ως ειδική μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ δεν είναι παρά μία μορφή διαπλαστικής αγωγής με ακυρωτικό αίτημα, (Βλ. Κ. Μπέη/Πολιτική Δικονομία/Ερμηνεία των άρθρων/Ένδικα μέσα και ανακοπές/σελ. 2409) συνεπώς το αντικείμενό της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και τα δικαστικά έξοδα προσδιορίζονται υπό το δεδομένο αυτό.
 Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, ο ανωτέρω αναφερόμενος τρίτος λόγος της ανακοπής είναι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ορισμένος και νόμιμος και εφόσον αποδεικνύεται και βάσιμος πρέπει να γίνει δεκτός και κατ’ουσίαν και να ακυρωθούν οι ανακοπτόμενες (διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση), εφόσον από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι επιπλέον τόκοι με τους οποίους επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση λόγω του ως άνω παράνομου υπολογισμού τους.

 Κατόπιν των ανωτέρω, και σύμφωνα με τη γνώμη της πλειοψηφίας, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν περαιτέρω λόγοι προς εξέταση, πρέπει αφενός μεν να απορριφθεί η ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ..../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 § 1 ΚΠολΔ) και αφετέρου να απορριφθεί η ανακοπή κατά της από 1-12-2016 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί παρά πόδας του πρώτου αντιγράφου εξ απογράφου της ιδίας ως άνω διαταγής πληρωμής. Τέλος, οι ηττηθέντες ανακόπτοντες θα πρέπει να καταδικασθούν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της καθ’ ης, ενόψει της υποβολής οικείου αιτήματος από αυτήν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 180 και 191§2 ΚΠολΔ και άρθρα 63 σε συνδυασμό με άρθρο 65 του ν. 4194/ 2013).

                                                           ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
 Απορρίπτει την ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
 Επικυρώνει την υπ’ αριθμ. .../2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
 Απορρίπτει την ανακοπή κατά της από 1-12-2016 επιταγής προς εκτέλεση, η οποία έχει τεθεί κάτωθι αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
 Επιβάλλει στους ανακόπτοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή, ύψους δεκατριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα ευρώ (13.250 €).
Δημοσίευση σχολίου