Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Αποζημίωση σε περίπτωση ακύρωσης εκτέλεσης (940.3), κρίσιμος χρόνος υπολογισμού ζημιάς, τράπεζες

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α, 1401/ 2005, Δνη 2006.132.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Χρύσανθο Παπούλια και Ευάγγελο Σταυρουλάκη- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Εκτέλεση -. Αποζημίωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθ. 914 ή 919 του ΑΚ μπορεί να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε ακίνητο σε πλειστηριασμό ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενεργείας του.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι «αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού Κώδικα» δεν αποκλείεται αποζημίωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ να αξιώσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενεργείας του όπως είναι η μη νομότυπη επίδοση από τον επισπεύδοντα του προγράμματος πλειστηριασμού στον οφειλέτη (ΚΠολΔ 992). Ειδικότερα τούτο ισχύει στην περίπτωση που επιδόθηκε μεν στον οφειλέτη, ο οποίος όμως κατά τον χρόνο της επιδόσεως είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως αντί να επιδοθεί, όπως κατά νόμο έπρεπε, στον σύνδικο της πτωχεύσεως. Η υπαιτιότητα (αμέλεια) που καταλογίζεται στον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό δυνατό να συνίσταται στο ότι αυτός καίτοι ως τράπεζα διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία εν τούτοις παραλείπει να διαπιστώσει την κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτωχεύσεως και την για τον λόγο αυτό ανάγκη επιδόσεως, λόγω των συνεπειών που επάγεται η πτώχευση κατά το άρθρο 534 ΕμπΝ, στον σύνδικο της πτωχεύσεως. Η ζημία του υπερθεματιστή στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως του πλειστηριασμού δυνατό να συνίσταται όχι μόνο στην αξία του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αλλά και στην τυχόν αυξημένη αξία που θα είχε το αποκτηθέν από τον υπερθεματιστή ακίνητο, αν δεν ακυρούτο ο πλειστηριασμός. Τη διαφορά αυτή αξίας αποτελούσα ζημία δικαιούται ν’ αξιώσει ο υπερθεματιστής με αγωγή αποζημιώσεως κατά του επισπεύσαντος άκυρο πλειστηριασμό. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημίας του ενάγοντος υπερθεματιστή είναι ο χρόνος εκδόσεως της αποφάσεως επί της αποζημιωτικής αγωγής, νοουμένου ως τοιούτου κρισίμου χρόνου, κατά τους δικονομικούς κανόνες, εκείνου της πρώτης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η οριστική απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Από την ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...ΑΕ» επισπεύθηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός του περιγραφόμενου στην απόφαση κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου με τα υπάρχοντα σ’ αυτό μηχανήματα προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της εκ δραχμών 6.564.000 πλέον τόκων και εξόδων που είχε κατά του οφειλέτη της ... και για την ασφάλιση της οποίας είχε εγγραφεί υποθήκη επί του ακινήτου αυτού που ανήκε στην εταιρεία με την επωνυμία «*** ΑΕ» και ότι ο γενόμενος πράγματι πλειστηριασμός στις 25.11.1987 βάσει του 2427/7.10.1987 επαναληπτικού προγράμματος του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ. ακυρώθηκε με την 2202/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της 670/1989 αποφάσεως του Αρείου Πάγου για το λόγο ότι το για τη διενέργειά του ως άνω πρόγραμμα επιδόθηκε, παρά το νόμο, στον πρωτοφειλέτη ..., καίτοι αυτός κατά το χρόνο της επιδόσεως είχε κηρυχθεί με την 387/5.8.1987 απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών σε κατάσταση πτωχεύσεως. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι η επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού έγινε στον .. εν γνώσει των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της επισπεύδουσας τράπεζας, ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Και ότι οι αναιρεσείουσες από την παράνομη και υπαίτια οφειλόμενη σε αμέλεια ενέργεια των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας υπέστησαν ζημία από την απώλεια της ευχέρειας για την κτήση του ακινήτου και του κέρδους (επιπλέον αξίας) που θα είχαν από την ανατίμηση της αξίας του, αν ο πλειστηριασμός είχε επισπευθεί εγκύρως. Η αξία του ακινήτου με τον μηχανολογικό εξοπλισμό που αναλυτικώς αναφέρεται στην απόφαση δεν ήταν κατά τον χρόνο ακυρώσεως του πλειστηριασμού με την 2202/22.3.1988 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της 670/8.6.1989 αποφάσεως του Αρείου Πάγου μεγαλύτερη των 30.000.000 δραχμών και ότι επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, η αποθετική ζημία των αναιρεσειουσών ως υπερθεματιστριών ανήρχετο στο ποσό των 7.5000.000 δρχ. συνολικά, ήτοι στο ποσό των 2.500.000 δρχ. για κάθε μία από αυτές, ήτοι 30.000.000 – 22.500.000 (πλειστηρίασμα) = 7.500.000. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσδιορίσει τη ζημία των αναιρεσειουσών στο συνολικό ποσό των 40.000.000 δρχ., δηλαδή όση ήταν η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (22.10.1990) και δέχθηκε την αγωγή για το διαληφθέν μειωμένο σε σχέση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσό. Όμως με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας των αναιρεσειουσών ήταν όχι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά ο προγενέστερος αυτού χρόνος της αμετάκλητης ακυρώσεως του πλειστηριασμού παραβίασε, ενόψει της διαφοράς αξίας του ακινήτου κατά τα παραπάνω κρίσιμα χρονικά σημεία, ευθέως τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ και επομένως είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1439/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου