Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Περιορισμένη ελεύθερη απόδειξη. διακοπή παραγραφής , επανέγερση αυτής, συνέπειες.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β2, 1002/ 2001, Δνη 44 (2003). 423.
 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστάσιο Καραγεώργη, Αντιπρόεδρο, Ευάγγελο Περλίγκα - εισηγητή, Αρχοντή Ντόβα, Λέανδρο Ρακιντζή και Θεόδωρο Παπαγιαννάκη, Αρεοπαγίτες. 

Περίληψη. Επίδοση αγωγής με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως. Εχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως. Η εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους και ως όχληση καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει έκτοτε το νόμιμο τόκο,
ακόμη και άν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς και ο ενάγων την επανεγείρει κατ` άρθρο 263 ΑΚ. Αξίωση για καταβολή της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 λόγω απολύσεως. Υπόκειται στην ειδική βραχύχρονη 6μηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955. Εάν η ανωτέρω προθεσμία διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτήθηκε αυτής ή η αγωγή του απορρίφθηκε τελεσιδίκως για μη ουσιαστικούς λόγους και ο δικαιούχος άσκησε εκ νέου την αγωγή του εντός 6 μηνών. Πότε η αγωγή θεωρείται ότι απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς. Εννοια επανέγερσης της αγωγής κατά την ΑΚ 263.

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 435/1976, «εις πάσαν περίπτωση μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του πρόσθετον αποζημίωσιν». Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υποκείμενο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου διαδικαστικό έγγραφο της από 5-6-1996 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία, επικαλουμένη την παρασχεθείσα στην αντίδικό της παράνομη υπερωριακή εργασία και καθορίζοντας κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή κρίσιμες χρονικές περιόδους το ωρομίσθιο, τη σχετική «αποζημίωση» και την προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και τα επί μέρους συνολικά ποσά, ζήτησε να της καταβληθεί το γενικό σύνολό τους των δραχμών 5.527.362 από την άνω αιτία, σημειώνοντας ότι «το ποσό αυτό το δικαιούται άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας της και κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ». Είναι πρόδηλο από την αγωγή, στην οποία επισημαίνεται η έλλειψη «αδείας της Αρχής» για την άνω υπερωριακή απασχόληση, ότι, αν αφαιρέσει κανείς από το άνω συνολικό ποσό το ήμισυ που αναφέρεται στη θεμελιούμενη ευθέως στην άνω διάταξη προσαύξηση 100%, το ισάξιο υπόλοιπο αντιστοιχεί, ενόψει της μη θεμελιούμενης σε έγκυρη συμφωνία «παράνομης» υπερωριακής απασχολήσεως στην ωφέλεια της αναιρεσείουσας, την οποία η ενάγουσα αποκαλεί «αποζημίωση» και την οποία, ως κτηθείσα για παράνομη αιτία, οφείλει εκείνη ν' αποδώσει στην ενάγουσα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κάτι που ζητήθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, όπως ορθά εκτιμάται το δικόγραφο της αγωγής. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο, το οποίο, αφού αναλυτικά προσδιόρισε το ύψος της στο συνολικό ποσό των 1.101.327 δραχμών και προσέθεσε και ισάριθμο ποσό λόγω προσαυξήσεως 100%, επιδίκασε, μετ' αφαίρεση καταβληθέντος μέρους εκ δραχμών 654.150 για τις άνω αιτίες, το υπόλοιπο εκ δραχμών 1.548.504 στην αναιρεσίβλητη, δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος για την άνω παράνομη υπερωριακή εργασία της αναιρεσίβλητης. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ., με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.

2.- Επειδή, κατ' άρθρ. 261 εδ. α' ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Κατ' άρθρ. 263 του ίδιου κώδικα, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215, 221 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα στον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ώστε η εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία, του ληξιπροθέσμου χρέους και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει έκτοτε το νόμιμο τόκο (Ολ. ΑΠ 13/1994 ΕλΔ 35/1259) ακόμη και αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς και ο ενάγων εγείρει και πάλι την αγωγή, κατ' άρθρ. 263 ΑΚ, ως κατωτέρω. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν. 2112, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου, αφότου κατέστη απαιτητή. Από την τελευταία διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 263 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην άνω αποσβεστική προθεσμία κατά το άρθρο 279 ΑΚ, προκύπτει ότι η ως άνω προθεσμία που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η ως άνω αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (πρβλ. Ολ, ΑΠ 110/ 1967). Ως απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς νοείται, κατά την άνω διάταξη, η απόρριψη για λόγους που δεν αναφέρονται στο υποστατό της αξιώσεως, τουτέστι δικονομικούς, όπως είναι και η αοριστία της αγωγής, ενώ ως επανέγερση νοείται η έγερση νέας αγωγής που στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι στις ανατρεπτικές προθεσμίες του άρθρου 6 του ν. 2198/1955 δεν έχει εφαρμογή το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου» (βλ. Ολ. ΑΠ 1338/1985). 
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το αίτημα της αναιρεσίβλητης για συμπλήρωση της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της συνδέουσας τους διαδίκους εργασιακής συμβάσεως, με την καταβολή της διαφοράς εκ δραχμών 2.877.708 της καταβληθείσας από την οφειλόμενη αποζημίωση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με την παραδοχή, ότι ενόψει των αποδειχθέντων και του ορισμένου μέρους της αγωγής, η οφειλόμενη αποζημίωση για την άνω αιτία ανερχόταν στο ποσό των 1.552.859 δρχ. και η αναιρεσίβλητη έλαβε ποσό 2.368.701 δραχμών, όπως βασίμως επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την ένσταση ολοσχερούς εξοφλήσεως της άνω οφειλής. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι το σύνολο των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, που σύμφωνα με τις αναλυτικές σκέψεις της απόφασης ανέρχεται στο ποσό των 3.770.560 δραχμών, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην αντίδικό της με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 16-5-1995 προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας κατά της ίδιας εναγομένης, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και μέσα σε προθεσμία μικρότερη των έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψή της για τους άνω μη ουσιαστικούς λόγους ασκήθηκε η κριθείσα (β') αγωγή από την ίδια ενάγουσα κατά της αυτής εναγομένης με το αυτό αίτημα και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 με το να κρίνει παραδεκτή την αξίωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως απολύσεως, καίτοι η καταγγελία έλαβε χώραν στις 28-2-1995 και η επίδοση της ένδικης αγωγής έγινε στις 12-6-1996, δηλαδή μετά την πάροδο εξαμήνου, αφού δεν τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής (μετά την αναιρεσείουσα) η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ στην άνω προθεσμία, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 250, 251 ΑΚ και 2 του ν.δ. 515/1970 με το ν' απορρίψει την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας για τις ένδικες αξιώσεις που γεννήθηκαν και ήσαν δικαστικά επιδιώξιμες το έτος 1990, για τις οποίες είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής η 5ετής παραγραφή και γ) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ με το να δεχθεί τοκοφορία των επιδικασθέντων ποσών από την επίδοση (22-6-1995) της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και υπό τις τρεις ως άνω αιτιάσεις του, σύμφωνα με τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα.

3.- Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο «επιδίκασε αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωρίες δεχθέν ανελέγκτως και χωρίς αιτιολογία ότι η αντίδικος (αναιρεσίβλητη) εργάστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της εργασιακής της σχέσης σταθερά και μονίμως επί 32 ώρες μηνιαίως καθ' υπερεργασίαν (κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην απόφαση) καθώς και 19,5 ώρες μηνιαίως κατά παράνομη υπερωρία διαλαβούσα ταυτόχρονα και αντιφατικές αιτιολογίες. Ομοίως χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία έκρινε ότι οφείλει (η αναιρεσείουσα) να καταβάλει τόκους επί του επιδικασθέντος ποσού στην αντίδικο από την άσκηση της πρώτης αγωγής της, ήτοι από 22-6-1995». Προσάπτεται ειδικότερα στο Εφετείο το σφάλμα ότι δεν αιτιολόγησε εκ ποίων στοιχείων προέκυψε η πραγματοποίηση της υπερωρίας και της υπερεργασίας της αντιδίκου (αναιρεσίβλητης) κατά μήνα και ημέρα καθώς και ότι η απόφασή του έχει αντιφατικές αιτιολογίες, στα στοιχεία της προγενέστερης και της κρινομένης αγωγής της αναιρεσίβλητης στο ελαστικό ωράριο της τελευταίας και στην τοκοδοσία από 22-6-1995. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προβάλλεται ορισμένως σε τι έγκειται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών για την επιδίκαση τόκων και την παρασχεθείσα υπερεργασία και υπερωριακή εργασία της αναιρεσίβλητης, την οποίαν (ανεπάρκεια) δεν στοιχειοθετεί η μη αναφορά των αναφερόμενων στο κεφάλαιο αυτό (αποδεικτικών) στοιχείων (όταν μάλιστα, εδώ, το Εφετείο διαλαμβάνει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το όλο αποδεικτικό του πόρισμα), υπό την επίκληση δε των άνω παραπόνων πλήσσεται στην πραγματικότητα η χωρίς αντιφάσεις ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

4. Επειδή με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, για να καθορίσει το ύψος του ωρομισθίου της και την έκταση της αιτουμένης διαφοράς αποζημιώσεως απολύσεως ισχυρίστηκε, εκτός των άλλων, και ότι με την επίδικη από 8-10-1984 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη και απασχολήθηκε από αυτή αρχικά ως βοηθός λογιστού, αργότερα δε και δή από τις αρχές Ιανουαρίου 1985 μέχρι της καταγγελίας της άνω συμβάσεως ως λογιστής, έναντι αποδοχών, αποτελούμενων α) από σταθερό κατά μήνα ποσό, εμφανιζόμενο στις επίσημες μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης, που αντιστοιχούσε στο νόμιμο μισθό του λογιστή, β) από ένα συμφωνημένο, κυμαινόμενο κατά μήνα, ποσό μη εμφανιζόμενο στις άνω καταστάσεις, αλλά καταχωρούμενο στα βιβλία αυτής σε άλλους λογαριασμούς, γ) από ένα κυμαινόμενο μηνιαίως ποσό που προκύπτει από το σύνολο των μηνιαίων δρομολογίων μεταφοράς της εναγομένης επί 800 δρχ. ανά δρομολόγιο και δ) για το διάστημα από 1-11-1992 και εφεξής από σταθερό μηνιαίο ποσό 100.000 δραχμών. Η εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη ως αορίστων των υπό β' και γ' και ως αβασίμου κατ' ουσίαν του υπό στοιχείο δ' κονδυλίων που συναπαρτίζουν, κατά την ενάγουσα, τις μηνιαίες αποδοχές της δεν καθιστούν αόριστη την αγωγή και κατά το υπό στοιχείο α' μέρος των αποδοχών και των εξ αυτών εξαρτώμενων αιτημάτων της αγωγής, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα. Συνεπώς το Εφετείο που την έκρινε ορισμένη εν μέρει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ. με το να μη απορρίψει εξολοκλήρου ως αόριστη την αγωγή η οποία επίσης δεν καθίσταται αόριστη ούτε εκ των αναφερόμενων στον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου άλλων ελλείψεων και πρέπει γι' αυτό ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ενόψει του ορισμένου της αγωγής κατά το μέρος της με το οποίο αναφέρεται στις «νόμιμες» αποδοχές της η ενάγουσα, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως 1164/1967 του Εφετείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ως αόριστη την πρώτη (από 16-5-1995) αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και συνεπώς όσα αντίθετα προβάλλονται από την αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ μέρος του (όπως τούτο εκτιμάται) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

5.- Επειδή η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ενέχει μεν μια αποδέσμευση του δικαστή από τις περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ που περιορίζεται μόνο στο είδος των αποδεικτικών μέσων, που μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεν αποδεσμεύει όμως το δικαστήριο από την υποχρέωση να προσδώσει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα (δικ. ομολογία, όρκο κλπ) συγκεκριμένη (επηυξημένη) αποδεικτική δύναμη, την οποία προβλέπει γι' αυτά ο ΚΠολΔ. Περαιτέρω το άρθρο 445 του άνω Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι έγγραφα ιδιωτικά, συντεταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, δεν προσδίδει ορισμένη (επαυξημένη) αποδεικτική δύναμη στις περιεχόμενες στα έγγραφα αυτά δηλώσεις του εκδότη τους και συνεπώς και στις παρά του εργαζομένου μισθοδοτικές καταστάσεις ή εκκαθαριστικά σημειώματα ως προς τις εγγραφές, τις σχετικές με τον καταβληθέντα μισθό, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία κλπ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. προβάλλει η αναιρεσείουσα κατ' εκτίμηση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των εξοφλητικών αποδείξεων με την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων τα οποία είναι επικρατέστερα και ισχυρότερα των μαρτυρικών καταθέσεων. Ο λόγος αυτός, ενόψει όσων προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εκτιμώμενος δε και ως αιτίαση εκ του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2000 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ν. Τ. ΕΠΕ», που εδρεύει στον Πειραιά, για αναίρεση της υπ' αρ.1150/1999 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποίαν ορίζει στο ποσό των διακοσίων ογδόντα χιλιάδων (280.000) δραχμών.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2000. Και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 7 Ιουνίου 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!