Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ανακοπή ερημοδικίας, ερημοδικία ανακόπτοντος.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Ζ', 1509/2006 ΝοΒ 2007.146.
 
 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Στέφανο Γαβρά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Σταύρο Γαβαλά- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Δικονομία πολιτική. Ανακοπή ερημοδικίας. Λόγοι αυτής. Συνέπειες ερημοδικίας του ανακόπτοντος στη δίκη αυτού του ενδίκου μέσου. Απαγορεύεται σ΄ αυτήν την περίπτωση δεύτερη ανακοπή ερημοδικίας, αν η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή αβάσιμη. Αν όμως η πρώτη ανακοπή ήταν ανυπόστατη, τότε η επόμενη ανακοπή είναι παραδεκτή, εφόσον σώζεται η προθεσμία, γιατί η νέα ανακοπή δεν είναι δεύτερη, εφόσον η πρώτη ήταν σαν να μην ασκήθηκε ποτέ. Ασκηση ανακοπής ερημοδικίας. Απαιτείται κατάθεση σχετικού δικογράφου και σύνταξη έκθεσης για την κατάθεσή της. Αν δεν συνταχθεί τέτοια έκθεση η ανακοπή ερημοδικίας θεωρείται ανυπόστατη. Η μη τήρηση αυτής ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε παρά το νόμο την επόμενη ανακοπή ερημοδικίας ως απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί προηγούμενη ανακοπή κατά της ίδιας απόφασης, η οποία όμως ήταν ανυπόστατη.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ,  (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.2145/1993), η οποία ορίζει ότι ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις του άρθρου 507 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες ορίζονται οι συνέπειες της ερημοδικίας του ανακόπτοντος κατά τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας και μάλιστα από το γεγονός ότι με το άρθρο 3 παρ. 11 του ν. 2207/1994 καταργήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού του ΚΠολΔ, που επέτρεπε την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την ανακοπή ερημοδικίας, προκύπτει ότι εάν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης και αυτή απορρίφθηκε είτε ως ουσιαστικά αβάσιμη είτε ως απαράδεκτη, δε συγχωρείται άσκηση κατά της ίδιας ερήμην απόφασης δεύτερης ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν αυτή στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο ακυρότητας της ερημοδικίας από εκείνον που είχε προβληθεί με την πρώτη. Παρότι σχετικά με την ανακοπή ερημοδικίας δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνες των άρθρων 514, 541 και 555 του ΚΠολΔ, που ρητά απαγορεύουν άσκηση δεύτερης έφεσης, αναψηλάφησης ή αναίρεσης, εντούτοις η απαγόρευση της άσκησης και δεύτερης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας απόφασης συνάγεται από την όλη οικονομία και το σκοπό των εν λόγω διατάξεων, με τις οποίες σκοπήθηκε να μη στερηθεί ο διάδικος τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα ακρόασης του, στις περιπτώσεις που από δικαιολογημένη αιτία δεν μπόρεσε να το ασκήσει. Ο σκοπός αυτός πλήρως εξυπηρετείται με την παροχή μόνο μιας φοράς της δυνατότητας να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, στην οποία επιβάλλεται να εκθέτει όλους τους λόγους που τον εμπόδισαν να εμφανισθεί στο δικαστήριο, οι οποίοι επιτρέπεται κατά το νόμο να προβληθούν ως λόγοι ακυρότητας της ερημοδικίας του που στηρίζουν την ανακοπή. Αντίθετη εκδοχή θα υπέθαλπε την παρέλκυση της δίκης, αφού τίποτε δεν θα εμπόδιζε το διάδικο να μεθοδεύει ερημοδικία του και με επανειλημμένη άσκηση ανακοπών να επιτυγχάνει τη διαιώνιση της δίκης, χωρίς να μπορεί να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, διότι ούτε έφεση μπορεί να συζητηθεί όσο εκκρεμεί ανακοπή ερημοδικίας. Ωστόσο, όταν ασκήθηκε ανακοπή, η οποία  είναι όχι απλώς άκυρη, αλλά δικονομικώς ανυπόστατη, δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας, δικονομικώς υποστατής ανακοπής, εάν υπάρχει προθεσμία προς τούτο, αφού η νέα αυτή δε θεωρείται δεύτερη ανακοπή, διότι η πρώτη θεωρείται σαν να μην είχε ουδέποτε ασκηθεί. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496 του ίδιου κώδικα, την οποία υπογράφει και αυτός που υπογράφει το δικόγραφο. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Τα αποτελέσματα, τέλος, του ένδικου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας αρχίζουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 500 του ΚΠολΔ, από τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσής της. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι για να ολοκληρωθεί η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, όπως και κάθε άλλου ένδικου μέσου, απαιτείται τόσο η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση, όσο και η σύνταξη έκθεσης για την κατάθεσή της στο σχετικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 496 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του β.δ. 564/1968. Αν δεν τηρηθεί η τελευταία διατύπωση, αν δε συνταχθεί, δηλαδή, έκθεση για την κατάθεση της ανακοπής, που καταχωρίζεται στο σχετικό βιβλίο ανακοπών ερημοδικίας, η ανακοπή ερημοδικίας είναι όχι απλώς άκυρη, αλλά  δικονομικώς ανυπόστατη ως ένδικο μέσο και δε συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, έστω και αν συντάχθηκε έκθεση για την κατάθεσή της κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε, αφού η διατύπωση αυτή, με αναφορά του δικογράφου που κατατέθηκε στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, αποτελεί διατύπωση που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αγωγής και δεν αναπληρώνει την τήρηση των διαφορετικών διατυπώσεων που, κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 495 και 496 ΚΠολΔ και του β.δ. 564/1968, απαιτούνται για την άσκηση των ένδικων μέσων. Το ανυπόστατο της ανακοπής, λόγω μη τήρησης της προαναφερόμενης διατύπωσης, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται η επίκληση της έλλειψης αυτής και της συνδρομής βλάβης του διαδίκου (ΑΠ 284/1995, ΑΠ 535/1975). 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, με τη σκέψη ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας απόφασης, απέρριψε ως απαράδεκτη την με αριθ. εκθ. καταθ. 1465/28-11-2000 ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της 6051/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, διότι ο ανακόπτων είχε προηγουμένως ασκήσει κατά της ίδιας 1325/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ανακοπή ερημοδικίας, με τους ίδιους ακριβώς λόγους, για την οποία εκδόθηκε η 7294/2000 οριστική απόφαση (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), που την απέρριψε ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της 7294/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προγενέστερη, από 26-7-2000, ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της 1325/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δέχτηκε ότι ήταν δικονομικώς ανυπόστατη, αφού κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου την 26-7-2000 και συντάχθηκε, αντί για έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου, έκθεση κατάθεσης δικογράφου με αριθμό 8187/2000, χωρίς να καταχωρηθεί στο βιβλίο ένδικων μέσων, γεγονός που βεβαιώνεται και με το 1216/28-8-2000 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο από 1-1-2000 μέχρι και 25-8-2000 δεν έχει κατατεθεί τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατά της 1325/2000 απόφασης. Τέλος, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προγενέστερης ανακοπής ερημοδικίας, που επίσης επιτρεπτώς επισκοπεί, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, κάτω από το δικόγραφο αυτής συντάχθηκε η από 26-7-2000, με αριθμό 8187/ 2000 έκθεση κατάθεσης δικογράφου, η οποία υπογράφεται από τη γραμματέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος που το κατέθεσε, δηλαδή δε σημειώθηκε απλώς στο δικόγραφο της ανακοπής αυτής ερημοδικίας ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της με τη βεβαίωση και υπογραφή του γραμματέα, αλλά συντάχθηκε κάτω από το δικόγραφο αυτής η έκθεση κατάθεσής της, όπως γίνεται για τα δικόγραφα των αγωγών. Με τα δεδομένα αυτά, η προγενέστερη αυτή ανακοπή ερημοδικίας ήταν πράγματι δικονομικώς ανυπόστατη και η απόρριψή της για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτης, με την 7294/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά δεν εμπόδιζε την άσκηση νέας παραδεκτής ανακοπής κατά της ερήμην 1325/2000 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Παρά το νόμο, συνεπώς, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμ. καταθέσεως ένδικου μέσου 1465/2000 νεότερη ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβάλλοντας έτσι αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.-

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 516/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των  χιλίων πεντακοσίων  (1.500) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!