Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Αλληλόχρεος λογαριασμός, καταναλωτής, ΓΟΣ, ιστορικό επιτοκίων, τοκαριθμηκός υπολογισμός, διαφορά αοριστίας και νόμω βάσιμου.

Μονομελές Εφετείο Πατρών, 364/ 2017.
 
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Σαλώμη Μούζουρα, Εφέτη.

Περίληψη. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Καταχρηστικοί ΓΟΣ. Επιτόκιο υπερημερίας, επιτόκιο τόκων, τραπεζικά και εξωτραπεζικά επιτόκια. Απελευθέρωση επιτοκίων με στόχο τν ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών. Ο υπολογισμός τόκου με βάση έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας. Αναπροσαρμογή και ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στα πλαίσια του ν. 3259/2004. Απορριπτέοι ως αόριστοι όλοι οι λόγοι ανακοπής. Εσφαλμένη αιτιολογία απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Διαφορετικά αποτελέσματα παράγει η απόρριψη του λόγου ανακοπής ως μη νόμιμου και ως αόριστου. Όταν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της αιτιολογίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

II. Σύμβαση ανοίγματος πίστωσης υφίσταται, όταν ο ένας από τους συμβαλλό­μενους υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του άλλου ορισμένη πίστωση για ορισμένο χρόνο και ο άλλος, δηλαδή ο πιστούχος, μπορεί να κάνει χρήση εν άλω ή εν μέρει, είτε με τη λήψη του χρηματικού ποσού, είτε με προεξόφληση και από αυτή γεννιέται απαί­τηση κατ’ αυτού υπέρ του οποίου έχει καταρτισθεί, όταν και στο μέτρο που θα εκτελεσθεί. Η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης συνιστά κατά την ορθότερη άποψη δάνειο που καταρτίζεται με μόνη την κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων. Αυτή είναι δυνατό να συνδυάζεται με αλληλόχρεο (ανοικτό) λογαριασμό, οπότε έχουν εφαρμογή και οι σχε­τικοί με τον αλληλόχρεο λογαριασμό κανόνες (βλ. I. Ρόκα σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, υπό άρθρα 806-809, αρ. 27, 28). Συνεπώς επί ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό λογα­ριασμό υπάρχουν δύο συμβάσεις που διακρίνονται μεταξύ τους, δηλαδή από το ένα μέρος το άνοιγμα της πιστώσεις (δάνειο) και από το άλλο μέρος, παραλλήλως προς ε­ξυπηρέτηση της πίστωσης, ο αλληλόχρεος λογαριασμός. Για τις συμβάσεις αυτές ε­φαρμόζονται οι κανόνες δικαίου που αφορούν την καθεμία. Ειδικότερα, το άνοιγμα πίστωσης (δάνειο) λήγει, είτε από λόγους γενικούς, όπως κάθε σύμβαση, δηλαδή π.χ. με την πάροδο προθεσμίας, με αντίθετη συμφωνία, είτε ως διαρκής σύμβαση με καταγγελία, εάν συμφωνήθηκε για αόριστο χρόνο. Μόλις λήξει η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης (κυρία σχέση), κλείνει και η παρεπόμενη σύμβαση του αλληλόχρεου λογα­ριασμού (ΑΠ 54/1990 ΕλλΔνη 1991.62-ΕφΘεσ 1109/2015 Αρμ 2015.2085- ΜονΕφΠειρ 638/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 3104/2014 ΔΕΕ 2014.813- ΕφΑθ 7318/2013 ΔΕΕ 2014.248- Κονδύλη «Έννοια, λειτουργία και αποτελέσματα του αλλη­λόχρεου λογαριασμού», ΕλλΔνη 1996.498- I. Βελέντζα, «Δίκαιο αλληλόχρεου λογαρια­σμού», σελ. 36- βλ. I. Ρόκα, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, υπό άρθρο 806, αρ. 20). Πε­ραιτέρω, από τα άρθρα 669 ΕμπΝ, 361 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο αλληλό­χρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων από τα οποία το ένα του­λάχιστον είναι έμπορος (όπως η ανώνυμη εταιρία, κατά το άρθρο 1 του ν. 2190/1920), με την οποία συμφωνείται να καταχωρούνται σε ένα λογαριασμό, με τύπο πιστοχρεωστικών κονδυλίων, οι μεταξύ τους συναλλαγές και να οφείλεται, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, το κατάλοιπο. Στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνε­ται, κατά τη νομολογία και ο ανοικτός λογαριασμός πίστωσης σε τράπεζα που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου (πίστωσης) από τον πιστούχο της τράπεζας και τμηματικές αποδόσεις τούτου από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες (ΑΠ 667/2001 ΔΙΚΗ 2003.236- ΑΠ 1343/2000 ΕλλΔνη 2002.419-ΕφΘεσ 1109/2015 Αρμ 2015.2085- ΜονΕφΠειρ 638/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 3104/2014 ΔΕΕ 2014.813- ΕφΑθ 7318/2013 ΔΕΕ 2014.248- ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012.676-ΕφΠατρ 906/2005 ΔΕΕ 2006.641- ΕφΘεσ 1853/2003 Αρμ 2005.550, Κονδύλη, όπ.π. ιδίως σελ. 499). 
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του ν. 2251/1994 «προ­στασία καταναλωτών», όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, που αποτελεί ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλί­ου της 5-4-1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές», οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έ­χουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του κα­ταναλωτή (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 763/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω στην μεν § 6 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, όπως το πρώτο εδάφιο της § 6 είχε αντικατασταθεί με την § 24 του άρθρου 10 ν. 2741/1999 [ΦΕΚ Α` 199/28-9-1999] και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την § 2 του άρθρου 2 ν. 3587/2007 [ΦΕΚ Α` 152/ 10-7-2007] διατυπώνεται η γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών ΓΟΣ και ειδικότερα ορίζεται ότι «Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενι­κού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των α­γαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συν­θηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμ­βασης από την οποία αυτή εξαρτάται», στην δε § 7 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την § 24 του άρθρου 10 του ν. 2741/1999 [ΦΕΚ Α` 199/28-9-1999] παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την § 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι αναφερόμενοι εκεί τριάντα δύο [32] ΓΟΣ. Οι αναφερόμενες ενδεικτικές περιπτώσεις των γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου (per se), από τον νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της § 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 763/2017, ΑΠ 1226/2015, ΑΠ 1996/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι ρυθμί­σεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θε­σμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει τούτου, οι άνω διατάξεις ενσωματώνουν κατ’ ανάγκην και το πνεύμα του άρθρου 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Με βάση τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει, ότι η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, επί ατομικών διαφορών, κρίνεται σύμ­φωνα με το ισχύον δίκαιο, όχι κατά το χρόνο της αρχικής διατύπωσης του ή της κα­τάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά κατά το χρόνο που, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ανακύπτει το πρόβλημα, το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 763/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά λογική αναγκαι­ότητα, και προς το σκοπό ομοιόμορφης νομικής μεταχείρισης ομοίων πραγμάτων, η ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που η χρήση του προσβαλλόμενου ως κατα­χρηστικού ΓΟΣ έγινε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανακοπής, αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης, από την πιστώτρια τράπεζα την 13-5-2008, αφού με την επίκληση αυτού κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και έκλεισε τους τη­ρούμενους γι’ αυτήν λογαριασμούς, η καταχρηστικότητα τούτου θα κριθεί με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, που έγινε η χρήση του κατά τα άνω, δηλαδή με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν μετά από την αντικατάστασή τους με το ν. 3587/2007. Συνακόλουθα τούτων και η ιδιότητα του συμβληθέντος σε αυτήν ως κα­ταναλωτή θα κριθεί με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, όπως προαναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 4 περ. α` του ν. 2251/1994 «προστασία καταναλωτών», όπως η § 4 αντικαταστάθηκε με την § 5 του άρθρου 1 του ν. 3587/2007 [ΦΕΚ Α’ 152/10-7-2007] «α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρό­σωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυ­σικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαί­σιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δράστηριότητάς του». Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέ­χεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β’ της Οδηγίας «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2§2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991 «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλ­λαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Ειδικότερα, καταναλω­τής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΑ 2011.819- ΑΠ 1738/2009 ΕλλΔνη 2011.750- ΑΠ16/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 989/2004 ΕΕμπΔ 56.517). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεσή του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του κα­ταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγ­γελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυ­τής, που ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθή­κη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνι­κό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σε αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώ­πων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του κατανα­λωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να δια­τυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Πε­ραιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθε­τικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 § 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συ­νάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της πε­ραιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλ­λαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προ­στασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλ­λά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 733/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκρι­μένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής έν­στασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλ­λειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Ενόψει των εκτεθέντων ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέ­κτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 § 4 περ. α` του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015.675). Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθ­μίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπί­ζονται από διατάξεις του ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της § 6 του άρθρου 2 του ν.2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει τούτου, ο έλεγχος του κύρους του περιε­χομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαί­ου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανό­νες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται, για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμε­λιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994 στην αρχική διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων», πράγμα που, όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ή­ταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 § 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών». Η ανάγκη, σύμφωνης με την οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλ­λει όπως ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» ερμηνευθεί συσταλτικά ως ουσιώδης ή σημα­ντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατύπωσης του ν.2251/1994. Για τους ίδιους ως άνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του ε­θνικού δικαίου, σύμφωνης με τη διαληφθείσα Οδηγία, η πιο πάνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη» με το άρθρο 10 § 24 του ν. 2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση, η διάταξη της § 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, με τη νέα διατύπωση της, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματος της προς την κατεύθυνση της «ουσιώδους διατά­ραξης» της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 15/2007, 6/2006). Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνου χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαί­ου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως α­πρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλι­ση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύ­ρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγο­ρευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 § 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ πε­ριέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1987/2006). Εξάλλου, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υπο­χρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943). Περαιτέρω, η ακυρότητα ενός ΓΟΣ δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβα­σης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με τον νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ), δηλαδή ότι τα μέρη δε θα επιχειρού­σαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σε αυτή, ως ενιαίο αδιά­σπαστο σύνολο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την § 8 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, δεν αναγνωρίζεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξ αντιδιαστολής, έτσι, συνάγεται ότι ο κα­ταναλωτής δεν εμποδίζεται να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 181. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάτα­ξης του άρθρου 181 ΑΚ, ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας (και όχι η αιτία - λόγος ακυρότητας), πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία, εξωτερικά, δικαιοπραξία, αποτελούμενη από περισσότερες αυτο­τελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, τελούν σε συνεξάρτηση και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μιας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές, να καθιστά μη ηθελημένη την ενιαία δικαιοπραξία. Για να επεκταθεί η ακυρότητα, του μέρους, σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ι­σχυριστεί και να αποδείξει, ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών, κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη), δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτε­λούς συμφωνίας κλπ. Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση, της σχετικής υποθετικής βού­λησης γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλόμενων, κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ.), βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 772/2014 ΧρΙΔ 2014.680- Εφ- Θρακ 21/2017, ΕφΛαρ 17/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, είναι γνωστό, ότι το επιτόκιο, δηλαδή το ποσοστό με βάση το οποίο προσδιορίζεται συνήθως το ύψος του οφειλόμενου τόκου, προσδιορίζεται είτε με δικαιοπραξία [«δικαιοπρακτικό επιτόκιο»], είτε από το νόμο [«νόμιμο επιτόκιο»]. Ως νόμιμο επιτόκιο νοείται τόσο το εν στενή έννοια νόμιμο επιτόκιο [ΑΚ 301, 529, 547, 665 κ.τ.λ.] όσο και το επιτόκιο υπερημερίας [ΑΚ 345], καθώς και το επιτόκιο των τόκων επιδικίας [ΑΚ 346]. Εκτός όμως από την παραπάνω διάκριση στις συναλλαγές έχει επι­κρατήσει και η διάκριση σε «τραπεζικά» και «εξωτραπεζικά» επιτόκια. Ως «τραπεζικά» επιτόκια χαρακτηρίζονται τα πόσης μορφής επιτόκια που συνομολογούνται ή προέρ­χονται από τραπεζικές συμβάσεις ή τραπεζικές συναλλαγές. Σύμφωνα και με τα άρθρα 293-295 ΑΚ για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ισχύει παγίως ο διοικητικός προσδιορισμός ενός ανώτατου ορίου επιτοκίων «όπως ο νόμος ορίζει». Ο προσδιορισμός αυτός αρχικά με νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε με το άρθρο 109 § 1 ΕισΝΑΚ γινόταν κάθε φορά με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δι­καιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διά­ταξη του άρθρου 15 § 5 του ν. 876/1979 τα «εξωτραπεζικά» επιτόκια (δικαιοπρακτικό και υπερημερίας) καθορίζονται κάθε φορά με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), ύστερα από πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής. Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979, οπότε από εκεί και πέρα, τα εξωτραπεζικά επιτόκια αναπροσαρμόζονται κάθε φορά με τις εκδιδόμενες ΠΥΣ ανάλογα με τις οικο­νομικές συνθήκες. Στις ΠΥΣ αυτές γίνεται και ρητή μνεία, ότι «... η εφαρμογή τους ε­κτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια». Αρχικά και με βάση την εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε με το ν.δ/μα 588/1948 «περί ελέγχου πίστεως» τα «τραπεζικά επι­τόκια» καθορίζονταν κάθε φορά με αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής (ΝΕ). Μετά την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής οι αρμοδιότητές της περιήλθαν αυτο­δικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ) και έκτοτε τα «τραπεζικά» επιτόκια καθορίζονται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ -ΑΠ 2037/2014 ΕΕμπΔ 2015.120). Ειδικότερα με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτρο­πές της και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από το διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29-2-1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος [ΦΕΚ Α`28/14-4-1984], με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πι­στωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26-6-1998 πράξη του [ΦΕΚ Α΄142/29-6-1998] μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδο­ση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτι­κών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω επιτροπή αποφάσεις, κατ’ εξουσιοδό­τηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010.943).
Αναλυτικά ως προς τα «τραπεζικά» επιτόκια το ιστορικό του καθορισμού τους μέχρι σήμερα έχει ως εξής: α. Βασικό νομοθέτημα καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων αποτελεί το ν.δ. 588/ 1948 «περί ελέγχου πίστεως», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Με την § 3 του αρθρ. 2 του διατάγματος αυτού (588/48) εξουσιοδοτήθηκε η Νομισματική Επιτροπή να καθορίζει με αποφάσεις της το επιτόκιο (συμβατικό και υπερημερίας) και την προμήθεια των τραπεζικών πιστώσεων (αλλά και των καταθέσεων κ.τ.λ.) ακόμα και «κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις». Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 3760/57, άρθρο 4 § 2 ν. 128/1975 και τέλος με το άρθρο 2 ν. 1046/ 1980 και έκτοτε έχει ως εξής: «Δια των αποφάσεων τούτων δύναται να καθορίζεται και να μεταβάλλεται εκάστοτε το ύψος του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων εκ των προς οιονδήποτε σκοπόν υπό τραπεζών ή ετέρων πιστωτικών οργανισμών παρεχομένων ή παρασχεθεισών πιστώσεων ή δανείων ή εκδοθέντων ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων, το επιτόκιο των καταθέσεων πάσης φύσεως, ως και το ύψος και το είδος πάσης φύσεως επιβαρύνσεως εισπραττομένης υπό των τραπεζών και ετέρων πιστωτικών οργανισμών δια τας παρεχομένας υπ’ αυτών πάσης φύσεως υπηρεσίας. Αι αποφάσεις αύται δύνανται να λαμβάνονται κατά παρέκκλισιν από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων, δύνανται δε να ορίζουν ότι τα δι’ αυτών καθοριζόμενα εκάστοτε επιτόκια ή όρια επιτοκίων και λοιπών επιβαρύνσεων ι­σχύουν και επί υφισταμένων τοιούτων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων, καταθέσεων, ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων ανεξαρτήτως του κατά περίπτωσιν επιλεγέντος υπό των δικαιοπρακτούντων τρόπου καθορισμού του επιτοκίου και των λοιπών επιβαρύνσεων υποκείμενοι εις την περίπτωσιν ταύτην εις την έγκρισιν του Υπουργικού Συμβουλίου». Με βάση τα ανωτέρω από την ισχύ του παραπάνω ν.δ/τος (588/1948), η Νομισματική Επιτροπή και από του έτους 1982 συνεχώς ο Διοικητής της Τράπεζας ... καθόριζε, τόσο το ελάχιστο όσο και το ανώτατο ύψος των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήσαν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χο­ρηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού. Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήσαν (και πολλές φορές συνέβαινε αυτό) ανώ­τερα των εξωτραπεζικών («δικαιοπρακτικών») επιτοκίων, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας ... μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση και «... κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου ...». Συνεπώς τα «τραπεζικά» επιτόκια αποτελούσαν πάντοτε ξεχωριστή κατηγορία επιτοκίων μη επικαλυπτόμενη από άποψη πεδίου εφαρμογής από εκείνη των εξωτραπεζικών επιτοκίων, αφού κάθε μία κατηγορία ρυθμιζόταν από διαφορετικά όργανα με βάση δύο σαφώς διαφορετικές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτατο ύ­ψος τους υπάγονταν σε αυοτηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπε­ζας και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτό­κια, αλλά σύμφωνα και με ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ/τος 548/48 τα οριζόμε­να αυτά επιτόκια ήσαν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους, β. Με την υπ’ αριθ. 1087/29-6-1987 ΠΔ/ΤΕ άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρό­που καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την εν λόγω Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών (τραπεζικών). Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο (τραπεζικό) επιτόκιο σε διάφορες μορ­φές χορηγήσεων, καθώς και το επιτόκιο υπερημερίας [1088/29-6-1987, 1108/21-7- 1987, 1143/1987, 1183/1987, 1574/1989, 1715/1990, 1969/1991, 2007/1991, 1976/1991, 2091/1992]. γ. Στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. 2326/1994 ΠΔ/ΤΕ καταργήθηκαν και τα ελάχιστα όρια όλων σχεδόν των «τραπεζικών» επιτοκίων χορηγήσεων, ενώ με την υπ’ αριθ. 2393/1996 ΠΔ/ΤΕ καθορίσθηκε «πλαφόν» προς τα άνω μόνο για το επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο δεν μπορούσε να ήταν μεγαλύτερο του 2,5% του συμφωνηθέντος (συμβατικού) επιτοκίου. Με προηγούμενη πράξη του (1574/89) ο Διοικητής της Τράπεζας είχε ορίσει, ότι το επιτόκιο υπερημερίας για τις χορηγήσεις σε δραχμές του πιστωτικού ιδρύματος δεν έπρεπε να υπολείπεται κατά κατώτατο όριο του προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου του επιτοκίου των δανείων που χορηγούνται για κε­φάλαια κίνησης προσαυξημένο κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες, δ. Τέλος στην υπ’ αριθ. 2286/28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δα­νείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις α­γορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίωνορίζονται τα εξής: «... Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ’ ά­τομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελάχιστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν». Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επι­φύλαξη «επιτοκίων χορηγήσεων», πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χο­ρηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέ­μα «χορηγήσεων» αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη «χορηγήσεις» υποδηλώνει σαφώς τις κατ’ εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές. Μετά τις ανωτέρω πράξεις επήλθε πλήρης απε­λευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων [πλην του ανώτατου ορίου του επιτοκίου υπερη­μερίας και ελάχιστων άλλων κατηγοριών χορηγήσεων], τα οποία πλέον θα μπορούσαν να καθορίζουν ελεύθερα οι τράπεζες. Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο α­νταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης [κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κ.τ.λ.], τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια [χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κ.λπ.], διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια. Επομένως, μετά την επελθούσα απελευθέρω­ση των τραπεζικών επιτοκίων, δεν ήταν αναγκαίο ο Διοικητής της Τράπεζας να ασκεί τη ρυθμιστική του αρμοδιότητα, εάν δεν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι και να καθορίζει κάθε φορά το ύψος των επιτοκίων αυτών (τραπεζικών), όπως συνέβαινε και συμβαίνει με τα εξωτραπεζικά επιτόκια. Ο Διοικητής της Τράπεζας όπως είχε δικαίωμα, κατ’ εξουσιοδό­τηση νόμου, ρητά και ηθελημένα απελευθέρωνε τα τραπεζικά επιτόκια και επέτρεπε στις τράπεζες την ελεύθερη διαμόρφωσή τους. Ρητή αναφορά στην απελευθέρωση των «τραπεζικών» επιτοκίων γίνεται στην ΠΔ/ΤΕ υπ’ αριθμό 2007/17-, 12.1991-13.1.1992 (εγκριθείσα με την ΠΥΣ με αριθμό 4/8.1.92), με την οποία αναπροσαρμό­στηκε το επιτόκιο των υφισταμένων κατά την 1.2.92 υπολοίπων των δανείων εκείνων στα οποία «... δεν ισχύει ρήτρα αναπροσαρμογής επιτοκίου, γιατί εξαρτά την αναπρο­σαρμογή του επιτοκίου από τη μεταβολή διοικητικά καθοριζόμενου σταθερού επιτοκί­ου, που ήδη έχει απελευθερωθεί ...». Περαιτέρω, η απελευθέρωση ειδικώς των τραπεζι­κών επιτοκίων έγινε και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης. Επίσης η απελευθέρωση αυτή δικαιολογείται και από το γεγονός ότι ο τραπεζικός τόκος δεν είναι μόνο μέσο πιστωτικής πολιτικής, αλλά και νομισματι­κής πολιτικής, η οποία ασκείται από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και έχει ως στόχο την προστασία της αξίας του ενιαίου νομίσματος των χωρών της Ευρωζώ­νης και ως εκ τούτου ένα εθνικά καθοριζόμενο ποσοστό ανώτατου ορίου τραπεζικού επιτοκίου θα ήταν ασυμβίβαστο προς τις αρχές αυτές. Κατόπιν των ανωτέρω γίνεται σαφές, ότι παγίως και σταθερώς και με βάση ρητό νομικό καθεστώς ισχύουν ανέκαθεν δύο παράλληλες ανεξάρτητες και διακριτές μεταξύ τους ρυθμίσεις, που αναφέρονται η μεν μία στα επιτόκια των τραπεζικών συναλλαγών (τραπεζικά επιτόκια) με αρμόδιο για τη ρύθμιση τον Διοικητή της Τράπεζας (και παλαιότερα τη Νομισματική Επιτροπή), η δε άλλη αναφέρεται στα επιτόκια όλων των άλλων, πλην των τραπεζικών, συναλλαγών (εξωτραπεζικά επιτόκια), με αρμόδιο για τη ρύθμιση το Υπουργικό Συμβούλιο. Για το λόγο αυτό άλλωστε στις περισσότερες ΠΥΣ ορίζεται, ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μό­νο στα «εξωτραπεζικά» επιτόκια. Ούτε σύγχυση αρμοδιοτήτων υπήρξε ποτέ, ούτε πολύ περισσότερο επικάλυψη ή συμπλήρωση ρύθμισης της πρώτης κατηγορίας από τη δεύ­τερη. Αρχικώς και μέχρι τις αρχές του έτους 1987 ο Διοικητής ρύθμιζε και καθόριζε τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το κατώτερο όσο και ως προς το ανώτατο όριο τους. Μετά το 1987 η Τράπεζα, με τις ανωτέρω Πράξεις του Διοικητή της, προώθησε ηθελη­μένα τη σταδιακή απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων, η οποία ολο­κληρώθηκε το έτος 1993, οπότε καθιερώθηκε και έκτοτε ισχύει η πλήρης απελευθέρω­ση καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων με εξαίρεση τα επιτόκια υπερημέριας και ελάχιστων άλλων κατηγοριών χορηγήσεων. Μετά την απελευθέρωση αυτή οι τράπεζες καθορίζουν πλέον οι ίδιες τα συμβατικά επιτόκια χορηγήσεων, χωρίς να δε­σμεύονται από το ύψος των εξωτραπεζικών επιτοκίων και δεν βρίσκει έρεισμα στις ισχύουσες διατάξεις η άποψη ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο Διοικητής της Τράπε­ζας παραλείψει να ορίσει το ύψος των τραπεζικών επιτοκίων, προκαλείται «κενό» και πρέπει να ισχύουν αναλογικώς και επί των τραπεζικών συναλλαγών τα υπό του Υπουρ­γικού Συμβουλίου οριζόμενα εξωτραπεζικά επιτόκια. Η παράλειψη αυτή της Τράπεζας δεν δημιουργεί (νομοθετικό) κενό, ανυπαρξία δηλαδή ύψους και ποσοστού επιτοκίων για να ισχύει η αναλογική εφαρμογή, αλλά ηθελημένη άσκηση νόμιμης εξουσίας και αρμοδιότητας, η οποία συνίσταται στη ρητή απόφαση του να καθορίζουν οι τράπεζες ελεύθερα τα επιτόκια χορηγήσεων (ΑΠ 2037/2014 ΕΕμπΔ 2015. 120). Περαιτέρω, η υπ’ αριθ. 178/19-7-2004 [ΦΕΚ 1872/Α/26-27.12.2006] απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας [ΕΤΠΘ/ΤΕ], διευκρινίζοντας τις Πράξεις Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος [ΠΔ/ΤΕ] 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994, 2326/1994 και 2501/2002, που αφορούν την διαμόρφωση των επιτοκίων και την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτικών ι­δρυμάτων, αφού έλαβε υπ’ όψη: α] τις διατάξεις του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικότερα των άρθρων 2 και 55Α, όπως ισχύουν, β] τις διατάξεις του ν.δ. 588/1948 περί ελέγχου της πίστεως, όπως ισχύουν, γ] τα άρθρα 13 § 5 και 18 § 5 εδ. πρώτο του ν. 2076/1992 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις», όπως ισχύουν, δ] τις διατάξεις της Συνθήκης για την ί­δρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική που ασκείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ε] την ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, σε συνδυασμό με την ΠΔ/ΤΕ 1216/1987, καθώς και τις ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994 που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην ελεύθερη διαμόρφωση των επιτοκίων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, στ] την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 σχετικά με την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτι­κών ιδρυμάτων για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, ζ] το γεγονός ότι τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες επιτοκίων εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και διαμορφώνεται με βάση διαφορε­τικά κριτήρια, υποκείμενες, για το λόγο αυτό, σε απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτό­μενες ρυθμίσεις (άρθρο 2 § 3 ν.δ. 588/48 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ν. 1266/82, όπως ισχύει και το άρθρο 15 § 5 ν. 876/1979, αντιστοίχως), η] το γεγονός ότι κατά τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός του πλαισίου της οικονομίας της ανοι­κτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει των άρθρων 2, 4 και 105.1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπε­ζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, θ] την ανάγκη διευκρίνισης ορισμένων διατά­ξεων των προαναφερόμενων ΠΔ/ΤΕ ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή τους, χάριν της ευχερέστερης επίτευξης των σκοπών τους, ι] το έγγραφο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών 865/23-6-2004 με αίτημα την ερμηνεία των σχετικών με τη δια­μόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων διατάξεων, ια] το από 23-5-2002 έγγραφο του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, επί ανάλο­γου αιτήματος της, με το οποίο επεξηγήθηκε αναλυτικά, με αντίστοιχη νομική θεμελίωση, το ως άνω ζήτημα, αποφάσισε να διευκρινίσει τις σχετικές διατάξεις των ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994, καθώς και τις δια­τάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 Κεφ. Α, τελευταίο εδάφιο, Κεφ. Β, § 1 εδ. στ, § 2 εδ. α (ίν), (νί), § 3, Κεφ. Γ § 1 εδ. ε`, § 2 και Κεφ. ΣΤ, ως εξής: 1. Δεν είναι συμβατός προς τις αναφερόμενες ανωτέρω, υπό στοιχεία (ζ) και (η), αρχές, ο διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια, ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο και ότι το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και το σκοπό του, στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επι­τοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, κα­θώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων [ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κλπ] συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό (βλ. σχετ. ΑΠ 2037/2014 ΕΕμπΔ 2015.120- ΑΠ 652/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010.486).
Περαιτέρω, ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994, διότι οι ΓΟΣ των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σα­φή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζε­ται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 § 3 ΑΚ. Όταν η Τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή /δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται, με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1,3889%, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρε­χόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κά­ποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας. Τούτο ιδίως σε μία εποχή, όπου τα η­λεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολο­γισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και ε­φαρμόζεται σήμερα κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21178/13.2.2001 [ΦΕΚ Β` 255/8-3-2001] στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέ­μει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ’ αυτόν τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005.802-ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ 2014.623- ΕφΠειρ 711/2011, ΔΕΕ 2012.356).

Με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, α] ορίστηκε ότι, κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κά­θε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγ­γελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β] καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ] προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό [ρύθμισης], σύμφωνα με τα οριζόμενα στην § 1, δ] ανεστάλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκα­στικής εκτέλεσης διαδοχικώς μέχρι 31-12-2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1-1-2002, ε] ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής και αναστολής δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμί­στηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9-5-2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ] ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαίτησης είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφει­λέτη και του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31-12-2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου, διαγράφεται, ποσά δε που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύψους, δεν αναζητούνται, ζ] ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της ο­φειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η] τέ­λος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδίκαιης αναστολής έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης [31-12-2001] και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύ­ματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς ικανο­ποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωσή τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης σύμφω­να με τις εν λόγω διατάξεις. Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4-8-2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ι­δρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέ­χρι 4-8-2004. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή διάταξη ορίστηκε: α] ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις §§ 4 και 5 αυτού, η συνολική οφειλή από συμ­βάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης, προκειμένου δε περί αλληλόχρεων λογαρια­σμών δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως αυτή δια­μορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β] ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τα άνω και να μη προχωρήσουν σε έναρξη και συνέχιση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι 31-10-2004 ή και πέραν της προθεσμίας αυτής, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει γίνει ρύθμιση του τρόπου εξόφλησης της οφειλής με σχετική συμφωνία με τον πρωτοφετλέτη ή τον εγγυητή ή τους καθολικούς διαδόχους τους και αυτοί είναι ενήμεροι, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 30 ν.2789/2000. Από αυτά συνάγεται όχι από της 4-8-2004, που άρχισε να ισχύει η άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανεστάλη και πάλι, μέχρι 31-12-2004, αυτοδι­καίως η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδό­ταν από πιστωτικά ιδρύματα με τίτλο εκτελεστό, προς ικανοποίηση απαιτήσεων τους από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4-8-2004, εκτός εκείνων που είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως μέχρι 11-2-2000 (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) και υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους αυτών, κατά τα άνω οριζόμενα, ως βάση δε για τον υπολογισμό του τριπλασίου λαμβάνεται υπόψη το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού) και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ οφειλέτη και του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος, μετά υπο­βολή σχετικής αίτησης από τους οφειλέτες, μέχρι 31-10-2004, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να προβεί σε έναρξη ή συνέχιση της διαδι­κασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως αυτή διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις, θεωρουμένης ως αποσβεσθείσας της απαίτησης κατά το επί πλέον του εν λόγω πολλαπλασίου ποσό, υπό την προϋπόθε­ση ότι το επισπεύδον πιστωτικό ίδρυμα, με μονομερή δήλωσή του σε οποιοδήποτε στά­διο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που γνωστοποιείται στον οφειλέτη, προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης. Η μονομερής αυτή δήλωση του επισπεύδοντος αναγκαστική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος συνιστά ex lege μεταγενέστε­ρη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθ’ ου η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βέβαιη και εκ­καθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ’ αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατά­ξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφει­λής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφει­λής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαρια­σμού), παρέχεται δε στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώ­σεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τράπεζας, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλε­ται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επι­σπεύδοντας. Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον εκτελεστό τίτλο α­παίτησης του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη, για τις εν λόγω περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατά­ξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρ­θρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις (ΑΠ 653/2013 ΧρηΔικ 2013.546- ΑΠ 1099/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμι­ση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα. Η προβλεπόμενη από την § 2 του άρθρου 39 υποχρέωση των οφει­λετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση «για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση» συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτέλεσης) και όχι προϋ­πόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει. Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι’ αυτό η § 3 του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αίτησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα «να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλε­σης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω», στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε. Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ’ αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω δια­τάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λο­γαριασμού). Ο οφειλέτης διατηρεί βέβαια τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του δια­ταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών α­παιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ, ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορί­σθηκε από την Τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι ενόψει των κα­ταβολών που τυχόν επικαλείται δεν οφείλεται κανένα πλέον ποσό ή οφείλεται μικρότε­ρο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα. Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακο­πής, που συνιστά ένσταση, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 1670/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 § 2, 632 § 1, 216 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2008.424- ΑΠ 1210/1995 ΕλλΔνη 1997.1782- ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012.676). Συνεπώς, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία επιδικάζει κατάλοιπο ανοι­κτού λογαριασμού για να είναι ορισμένη και παραδεκτή, θα πρέπει να περιέχει ισχυ­ρισμούς που ανάγονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού που προσβάλλουν, μη αρκούσης της γενικής αμφισβήτησης της ορθότητάς του (ΑΠ 916/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ- ΑΠ 489/1997 ΕλλΔνη 1998.103- ΑΠ 709/1994 ΕλλΔνη 1995.829 και 839- ΕφΠειρ 405/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΘεσ 1109/2015 Αρμ 2015.2085- ΕφΑθ 3632/2013 ΔΕΕ 2013.1045-ΕφΘεσ 317/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 43/1999 ΕλλΔνη 2006.628- ΕφΠατρ 784/1999 ΔΕΕ 2000.633- ΕφΑθ 7823/1998 ΑρχΝ 1999.30- ΕφΑΘ 2442/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ -βλ. Στ. Αντωνόπουλο, «Η σύμβαση αλληλόχρεου λογαρια­σμού» Β` έκδοση σελ. 249).

III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ ΤΜ/508/25-11-2008) ανακοπή τους οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ζη­τούσαν για τους αναφερόμενους σε αυτήν [ανακοπή] λόγους να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 149/5-11-2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του καθ’ ου η ανακοπή πιστωτικού ιδρύμα­τος με την επωνυμία «...», με βάση την υπ’ αριθ. 57/21-3-2005 Πρόσθετη Πράξη ρύθμισης οφειλών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, και με την οποία [διαταγή πληρωμής] διατάχθηκαν οι ανακό­πτοντες να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στο καθ’ ου η ανακοπή πιστω­τικό ίδρυμα το ποσό των 346.195,01 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 13/10-2-2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την ανακοπή, απέρριψε όλους τους λόγους της ανακοπής (ως μη νόμιμο τον πρώτο, ως αόριστους τον δεύτερο και τρίτο) και εν τέλέι απέρριψε στο σύνολό της την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη υπ’ αριθ. ..../2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξε­ων, ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25-11-2008) ανακοπή τους και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 149/2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

IV. Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. 57/21-3-2005 Πρόσθετη Πράξης ρύθμισης οφειλών, κατ’ εφαρ­μογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 που συνήφθη μεταξύ, αφενός της μεταξύ του καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητου πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «...», του οποίου η άδεια λειτουργίας ανακλή­θηκε και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007, δυνάμει της υπ’ αριθ. 46/27-7-2012 απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος [ΦΕΚ Β` 2208/27-7-2012] που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτού (βλ. άρθρο 145 του ν. 4261/2014 [ΦΕΚ Α’ 107/5-5-2014] «Πρό­σβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστω­τικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ), κατάρ­γηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις») και αφετέρου των ανακοπτόντων και ήδη εφεσίβλητων, ως οφειλετών [πιστούχων], ρυθμίστηκαν, λόγω υπαγωγής τους στις διατά­ξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, οι μέχρι 4-8-2004 ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, προερχόμενες: α] από την υπ’ αριθ. ... σύμβαση ανοιχτού [αλληλόχρεου] λογαριασμού ποσού 12.848,21 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 53.023 ευ­ρώ, β] από τις υπ’ αριθ. ... συμβάσεις ανοιχτού [αλ­ληλόχρεου] λογαριασμού ποσού 72.001,64 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004 ποσού 176.178,64 ευρώ, γ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 711,67 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 333,24 ευρώ, δ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ... σύμβασης ποσού 252,67 ευρώ με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 459,52 ευρώ, ε] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ...σύμβασης, ποσού 525,31 ευρώ με υπό­λοιπο στις 4-8-2004, ποσού 228,89 ευρώ, στ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 230,77 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 399,09 ευρώ, ζ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 5.337,30 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 1.871,92 ευρώ, η] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 2.729,28 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, 2.250,86 ευρώ, θ] από μεσοπρόθε­σμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 5.487,90 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 119,71 ευρώ, ι] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης ποσού 5.869,41 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8- 2004, ποσού 5.372,74 ευρώ, ια] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 674,99 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 1.119,09 ευρώ, ιβ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης ποσού 5.106,39 ευρώ, με υπόλοιπο στις4-8-2004, ποσού 4.784,37 ευρώ, ιγ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης ποσού 5.282,47 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004 ποσού 7.398,81 ευρώ, ιδ] από μεσοπρόθε­σμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 5.282,47 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, ποσού 7.222,26 ευρώ, ιε] από μεσοπρόθεσμο δάνειο, δυνά­μει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης, ποσού 1.467,35 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004 ποσού 1.521,46 ευρώ, ιστ] από μεσοπρόθεσμο δάνειο δυνάμει της υπ’ αριθ. ... σύμβασης ποσού 1.320,62 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8-2004, πο­σού 1.401,24 ευρώ και ιζ] από ασφάλιστρα ποσό 624,01 ευρώ, με υπόλοιπο στις 4-8- 2004, ποσού 1.233,82 ευρώ. Το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών από τα δάνεια αυτά που υπήχθη και επηρεάστηκε από τον ανωτέρω νόμο, όπως διαμορφώθη­κε από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ανήλθε με λο­γιστικό την 4-3-2004 στο ποσό των 264.918,66 ευρώ.Η ως άνω πρόσθεση πράξη υπεγράφη έπειτα από την από 27-9-2004 εμπρόθεσμη αίτηση των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων, ως οφειλετών, σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Τη ρυθμισθείσα αυτή συνολική οφειλή των 264.918,66 ευρώ, οι ανακόπτοντες αναγνώρι­σαν, συμφώνησαν και αποδέχθηκαν ρητά και ανεπιφύλακτα ως συνοφειλέτες, να απο­πληρώσουν εντός χρονικού διαστήματος δέκα [10] ετών, -στο οποίο περιλαμβανόταν περίοδος χάριτος ενός [1] έτους, κατά την οποία θα καταβάλλονταν μόνο απλοί τόκοι- σε εννέα [9] ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Συμφωνήθηκε επίσης «Η πρώτη ετήσια δόση να καταβληθεί στις 31-12-2006 και οι λοιπές θα καταβληθούν τις αντίστοιχες ημερομηνίες των επομένων ετών, με καταβολή της τελευταίας δόσης στις 31-12-2014. Σε κάθε μία από τις παραπάνω δόσεις περιλαμβάνεται ο τόκος που προκύπτει από το κάθε φορά οφειλόμενο υπόλοιπο της οφειλής με το επιτόκιο της παρούσας σύμβασης, καθώς και το χρεολύσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται με το επιτόκιο στη λήξη της δόσης. Χρονική βάση υπολογισμού των τόκων είναι ο λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των 360 ημερών προσαρμοζόμενων ανάλογα με τη συχνότητα των δόσεων. Το ποσό των τόκων που θα προκύπτουν από τον εκτοκισμό της οφειλής κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου χάριτος και οι άνω τοκοχρεολυτικές δόσεις εμφαίνονται στο συνημ­μένο Παράρτημα I που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, [γ] Η οφειλή επι­βαρύνεται από 5-8-2004 με κυμαινόμενο επιτόκιο 6% πλέον ισχύουσας εισφοράς ν. 128/1975. Στο επιτόκιο αυτό περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε τυχόν επιδότηση επι­τοκίου από το Δημόσιο ή σε βάρος του ν. 128/75. Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλ­λει το ανωτέρω επιτόκιο, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προ­σφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση αντίστοιχα) και έως του διπλά­σιου της μεταβολής αυτής, Η μεταβολή θα λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το νέο επιτόκιο συμφωνείται ότι θα ισχύει από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της Τράπεζας, ο δε οφειλέτης θα λάβει γνώση για τη μεταβολή αυτή από την Τράπεζα είτε με ανακοίνωση της που θα δημοσιευθεί δύο φορές σε δύο πολιτικές και σε δύο οικονομικές εφημερίδες είτε με ειδοποίηση της προς τον οφειλέτη. Εάν ο οφει­λέτης διαφωνήσει εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της ι­σχύος του νέου επιτοκίου και δεν επιτευχθεί συμφωνία με την Τράπεζα, μπορεί να κα­ταγγείλει την συμφωνία αυτή και να εξοφλήσει άμεσα το υπόλοιπο της οφειλής του, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται για την πρόωρη εξόφληση.». Για την εξυπηρέτηση της εν λόγω ρύθμισης ανοίχθηκε ο υπ’ αριθ. ..., ηλεκτρονικός λογα­ριασμός. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, λόγω της μη εξυπηρέτησης της ανωτέρω ρύθ­μισης, το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο πιστωτικό ίδρυμα με την από 24-9- 2008 εξώδικη γνωστοποίηση- καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες στις 25-9-2008 (όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη υπ’ αριθ. .../25-9-2008 και .../25-9-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ...), προέβη ως είχε δικαίωμα σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης και σε οριστικό κλείσιμο του ανω­τέρω λογαριασμού, ο οποίος τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία [24-9-2008] εμφάνιζε συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 346.195,11 ευρώ και κάλεσε τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος το ανωτέρω ποσό εντός τριών [3] ημερών από τη λήψη του ως άνω εξωδίκου. Ενόψει του γεγονότος ότι ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 § 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015.675), αποδεικνύεται όχι οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες τυγχάνουν καταναλωτές κατά την έννοια του ν. 2251/1994. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι επί της από 10-10-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1792/ΠΤ/ 147/2008) αίτησης του καθ’ ου η ανα­κοπή και ήδη εφεσίβλητου πιστωτικού ιδρύματος στρεφόμενης κατά των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ...διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία [διαταγή πληρωμής] διέ­ταξε τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ο­λόκληρον στο καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο πιστωτικό ίδρυμα το συνολικό ποσό των 346.195,11 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέομως -ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε [15] εργάσιμων -με την τροποποίηση του άρθρου 9 § 5 του ν. 2145/1993- ημερών που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 632 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ (μη συνυπολογιζομένων και των ημερών του Σαββάτου, της Κυριακής και των αργιών που εμφιλοχωρούν, αφού δεν είναι εργάσιμες ημέρες: ΑΠ 323/2007- ΑΠ 695/2003- ΑΠ 888/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) από την ως άνω επίδοση της διαταγής πληρωμής σε αυτούς, επίδοση η οποία έλαβε χώρα την 6-11-2008 (όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ... επί του σώματος της υπ’ αριθ. ... διαταγής πληρωμής και τις υπ` αριθ. ...εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) την από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25-11-2008) ανακοπή τους ενώ­πιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, την οποία επέδωσαν στις 26-11-2008 στο καθ’ ου η ανακοπή πιστωτικό ίδρυμα (όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ... επί του σώματος της ανα­κοπής). Παράλληλα άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας την από 18-12-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 2082/ΑΜ/974/2008) αίτηση αναστολής, με την οποία ζητούσαν να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω υπ’ αριθ. ... διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακο­πής τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 193/2009 απόφασή του δέχθηκε την ανωτέρω εκ του άρθρου 632 § 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής πιθανολογώντας ότι θα ευδοκιμήσει ο δεύτερος λόγος της ανακοπής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία την από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25-11- 2008) ανακοπή, με την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 13/10-2-2012 οριστική απόφασή του αφού δέχθηκε τυπικά την ανακοπή, έκρινε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακο­πής και ως αόριστους το δεύτερο και τρίτο λόγους και απέρριψε εν τέλει στο σύνολό της την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη υπ’ αριθ. ... διαταγή πλη­ρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

V. Με τον πρώτο λόγο έφεσής τους οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο διατείνονταν ότι η ανακοπτό­μενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι η σύμβαση, βάσει της οποίας αυτή [διαταγή πληρωμής] εκδόθηκε περιλαμβάνει τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους, οι οποίοι είναι καταχρηστικοί και συνακόλουθα άκυροι και ειδικότερα ότι: α] είναι άκυροι οι υπ’ αριθ. (γ) και (δ) όροι της υπ’ αριθ... σύμβασης ρύθμισης, δυνάμει των οποίων αφενός δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο επιτόκιο, αφετέρου διατηρείται το δικαίωμα από το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο πιστωτικό Ίδρυμα να μεταβάλλει και αναπροσαρμόζει ανέλεγκτα το επιτόκιο μονομερώς, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι ανωτέρω ΓΟΣ προσκρούουν στις διατάζεις του άρθρου 2 § 7 περ. ε` και ια` του ν. 2251/1994, καθιστούν την οφειλή αόριστη, εφόσον επιτρέπουν στο καθ’ ου η ανακοπή πιστωτικό Ίδρυμα να μεταβάλει οποτεδήποτε το ποσοστό του τόκου, β] είναι άκυρος ο υπ’ αριθ. (β) όρος της υπ’ αριθ. 57/2005 σύμβασης ρύθμισης, δυνάμει του οποίου ητο καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο πιστωτικό Ίδρυμα υπολόγιζε τους τόκους σε ημερολογιακό έτος 360 και όχι 365 ημερών.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής, εκ του ουσιαστικού, ο οποίος περιλαμβάνει δύο επιμέρους αιτιάσεις, καθεμία εκ των οποίων συνιστά αυτοτελή λόγο της εκ του άρθρου 632 § 1 ΚΠολΔ ανακοπής (βλ. Ποδηματά, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ II εκδ. 2000, υπό άρθρο 662ΣΤ, αρ. 7), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η διαταγή πληρωμής δεν καθίσταται άκυρη στο σύνολό της, ως ενσωματώνουσα μη εκ­καθαρισμένη απαίτηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, αλλά μόνο κατά το υπερβάλλον ποσό της επιδικαζόμενης απαίτησης και α] Κατά μεν το σκέλος του που αφορά το επιτόκιο, περιέχει μόνο γενική και ασαφή αμφι­σβήτηση της ορθότητας του τηρηθέντος λογαριασμού που λειτούργησε προς εξυπηρέ­τηση της μεταξύ του καθ’ ου και των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων, χωρίς να εκτίθενται όμως, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ποιο είναι το υπερβάλλον ποσό κατά το οποίο είναι άκυρη η επίδικη σύμβαση ρύθμισης και κατά το οποίο ζητούν οι ανακό­πτοντες την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι επί ανα­κοπής το Δικαστήριο επιλαμβάνεται μόνο αν υπάρχει σχετικός λόγος και κατά την έ­κταση αυτού του λόγου. Ακόμη, δεν καθορίζεται το αμφισβητούμενο ποσό των κάθε είδους τόκων στους οποίους αναφέρεται οι ανακόπτοντες (ΟλΑΠ 8/1998 ΕλλΔνη 1998.71- ΟλΑΠ 9/1998 ΔΕΕ 1998.180- ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012.676- ΕφΘεσ 2788/2009 ΕπισκΕΔ 2010. 196), ούτε προσδιορίζουν το [νόμιμο] ύψος της οφειλής τους, όπως θα ήταν αν δεν είχαν περιληφθεί τα παράνομα κατά τους ισχυρισμούς τους κονδύλια, για να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του αξιωμένου από το καθ’ ου η ανακοπή ποσού (ΑΠ 915/2004 -ΕφΛαρ 317/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010.1127). β] Κατά δε το σκέλος που αφορά τη συμφωνία υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών, η οποία πράγματι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες δεν προσβάλ­λουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού, ούτε επικαλούνται ποιά είναι τα παρανόμως επιδικασθέντα ποσά από την επιβάρυνση του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών, ώστε μόνον κατ’ αυτό το ποσό να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής. Επομένως, ενόψει του ότι η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες, ακυρότητα των ανωτέρω όρων δεν συνδέεται με την ακυρότητα συγκεκριμένων κατ’ ιδί­αν κονδυλίων και συνακόλουθα ποσών που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη δια­ταγή πληρωμής, επιπλέον δε η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ακυρότητα δεν συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης ρύθμι­σης, αφού ούτε οι τελευταίοι [ανακόπτοντες] ισχυρίζονται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της (άρθρο 181 ΑΚ), και η μόνη συνέπεια της ακυρότητας του είναι ότι οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν τα ειδικότερα κονδύλια του λογαριασμού (ΕφΑθ 3670/2012 ΔΕΕ 2012/1039 -ΕφΑθ 776/2006 ΕλλΔνη 2006.1499), πλην όμως οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες δεν αναφέρουν για το ορισμένο των ανωτέρω λόγων τα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού που προσβάλλουν, ούτε επακριβώς τα ποσά με τα οποία αυτοί [ανακόπτοντες- εκκα­λούντες] επιβαρύνθηκαν παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια που οφείλουν, ώστε να κριθεί η βασιμότητα των εν λόγω ισχυρισμών τους και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, πρέπει ο πρώτος λόγος της ανακοπής -ως προς αμφότερα τα σκέλη του- να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δεν απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, όπως όφειλε, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμι­μο, ορθά μεν κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, η αιτιολογία όμως της απόρριψης είναι εσφαλ­μένη. Το σφάλμα αυτό επιδρά στην έκταση του δεδικασμένου, που απορρέει από την απόφαση και επομένως δεν αρκεί η αντικατάσταση της αιτιολογίας με την ορθή (άρθρο 534 ΚΠολΔ), γιατί η ορθή αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικό, κατά αποτέλεσμα, διατακτικό, αφού η απόρριψη λόγου ανακοπής ως μη νόμιμου είναι κατ’ ουσίαν απόρριψη, ενώ η απόρριψη του ως αόριστου είναι για τυπικούς λόγους. Η διαφορά γίνεται πιο φα­νερή, από το ότι, η αοριστία είναι ελάττωμα του δικογράφου και δημιουργεί απαράδε­κτο, ενώ το βάσιμο κατά νόμο αφορά την ύπαρξη ή μη του ουσιαστικού δικαιώματος, με βάση τα περιστατικά του λόγου ανακοπής. Σε μία τέτοια περίπτωση η θέση του εκκαλούντος καθίσταται ευνοϊκότερη και γι’ αυτό το εφετείο έχει την εξουσία να απορρίψει την αγωγή του ως αόριστη (ΑΠ 1190/1974 ΝοΒ 1974.729- βλ. Σ. Σαμουήλ, «Η έ­φεση κατά του ΚΠολΔ», Ε’ εκδ. [2003], § 855 σελ. 333-334 και § 902 σελ. 344). Ε­πομένως, αφού το δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το ορισμένο του λόγου ανακοπής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), μπορεί να τον απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, έστω και αν ο ανακόπτων εκκαλεί και παραπονείται, για την ουσιαστική απόρριψή του (πρβλ. ΜονΕφΘεσ 1218/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, αφού δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, αφού η προκειμένη απόφαση είναι ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες (ΑΠ 1190/74 ΝοΒ 1975.729), πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκα­λούντες υποβάλλουν σχετικό παράπονο για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανα­κοπής τους ως μη νόμιμης, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Ακολούθως δε κατ’ άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 § 7 ν. 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 κατ’ άρθρο 15 ν. 2943/2001, πρέπει το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να κρατήσει την από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25-11-2008) ανακοπή και να απορρίψει τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (πρβλ. ΕφΛαρ 123/2013 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2013. 505) και περαιτέρω να ερευνήσει το παραδεκτό και (νόμω και ουσία) βάσιμο των λοιπών λόγων της.

VI. Με τον δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής οι ανακόπτοντες και ήδη εκκα­λούντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι με την άνω ρύθμιση οφειλών ενσωματώθηκαν και λογαριασμοί προερχόμενοι από τις υπ` αριθμ. συμβάσεις ανοιχτού λογαριασμού α) ../23-01-1986 Σ. Α. Λ., β) ../13-09-1989 Σ. Α. Λ. , γ) .../31-10-1989 Σ. Α. Λ. με κατάλοιπο 53.023 € για την πρώτη, 176.023 € για την δεύτερη και τρίτη και συνολικά 229.201,64 €. Κατά την κατάρτιση τους ελάβαμε 12.271,81 € για την πρώτη σύμβαση και 72.028,49 € για την δεύτερη και τρίτη σύμβαση ήτοι συνολικά 84.300,3 € και μέχρι την 04-04-2004 είχαμε καταβάλλει το ποσό των 53.011,10 € για την πρώτη σύμβαση και 3.703,48 € για τις επόμενες δύο συνολικά 56.714,58 € . Έτσι το υπόλοιπο των 229.201,64 € που αποτελεί το κατάλοι­πο των άνω τριών συμβάσεων παρά τις γενόμενες καταβολές των 56.714,58 € είναι πα­ράνομο και τοκογλυφικό, αφού ο τόκος των άνω συμβάσεων υπολογίζεται με επιτόκιο 40% και με τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων και πρέπει η προσβαλλόμενη διαταγή πλη­ρωμής να ακυρωθεί.
Ο λόγος αυτός, εκ του ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι περιέχει μόνο γενική και ασαφή αμφισβήτηση της ορθό­τητας του ύψους της απαίτησης και δη του ποσού που προέκυψε από τη ρύθμιση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, χωρίς να εκτίθενται όμως, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τα κατ’ ιδίαν κονδύλια που ενσωματώνουν παρανόμους και δη τοκογλυφικούς κατά τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων τόκους, ούτε προσδιορίζεται το νόμιμο ύψος της οφειλής τους, όπως θα ήταν αν δεν είχαν περιληφθεί τα παράνομα κατά τους ισχυρισμούς τους κονδύλια, για να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του αξιωμένου από το καθ’ ου πιστωτικό ίδρυμα η ανακοπή ποσού.

VII. Με τον τρίτο λόγο της ως άνω ανακοπής οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι το δικαίω­μα της καθ’ ης η ανακοπή προς έκδοση διαταγής πληρωμής και προς ικανοποίηση της απαίτησής της, ασκήθηκε καταχρηστικά κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, διατεινόμενοι ειδικότερα ότι κατά την υπογραφή της υπ’ αριθ. .../2005 σύμβασης ρύθμισης οφειλών αναγκα­σθήκαν να συμφωνήσουν διότι το καθ’ ου πιστωτικό ίδρυμα απειλούσε με πλειστηριασμούς παρ’ ότι γνώριζε ότι οι συμβάσεις δανείου και οι συμβάσεις ανοικτού λογαρια­σμού είχαν συμφωνηθεί με παράνομους και καταχρηστικού όρους, υπέρογκα επιτόκια ανερχόμενα σε 40% και τρίμηνους ανατοκισμούς των τόκων.
Ο λόγος αυτός, εκ του ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι τα ως άνω επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες πραγματι­κά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν θεμελιώνουν κα­τάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν κα­θιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, καθόσον κατά την αληθή έννοια της τελευταίας αυτής διά­ταξης, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κα­τά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πρά­ξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επα­χθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διάταξης δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκη­θεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 5/2011- ΟλΑΠ 7/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ -ΟλΑΠ 8/2001 ΧρΙΔ 2001.217 -ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36.1531- ΑΠ 16/2017, ΑΠ 15/2017 ΤΝΠ ΝΟ­ΜΟΣ), περιστατικά που δεν επικαλούνται εν προκειμένω οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες.

VIII. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει η κρινόμενη 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25- 11-2008) ανακοπή να απορριφθεί στο σύνολό της και να επικυρωθεί η υπ’ αριθ. ... διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Περαιτέρω, αφού η ένδικη έφεση των εκκαλούντων -ανακοπτόντων έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε (ολικά) η εκκαλούμενη απόφαση, υπήρξε «νίκη» των καταθεσάντων το παράβολο εκκαλούντων με την έννοια του άρθρου 495 § 3 εδ. ε` ΚΠολΔ, όπως το ανωτ­έρω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του: ί] με το άρθρο 50 § 1 ν. 3772/2009 [ΦΕΚ Α` 112/10-7-2009], ii] με το άρθρο 22 του ν. 3811/2009, ίίί] με το άρθρο 12 § 2 ν. 4055/2012 -που ισχύει για τις κατατιθέμενες από τις 2-4-2012 και εφεξής εφέ­σεις κατά τα άρθρα 113 ν. 4055/2012 και 25 § 2 ΕισΝΚΠολΔ- και πριν την αντικατά­στασή του ί] με το άρθρο 93 § 1 ν. 4139/2013 [ΦΕΚ Α` 74/20-3-2013], ίί] με το άρ­θρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015] -που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ίίί] με το άρθρο 1 άρθρο ένατο § 2 του ίδιου νόμου, με τα άρθρα 35 § 2 και 45 του ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α` 240/22-12-2016] -που εφαρμόζεται από 23-1-2017), χωρίς να ενδιαφέρει η επί της ουσίας κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί της ανακοπής (βλ. ΑΠ 532/2016 ΤΝΠ: εάν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό και εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει η απόφαση, ο διάδικος που άσκησε το εν λόγω μέσο θεωρείται, για την τύχη του κατατεθέντος παραβόλου, νικήσας, δικαιούμενος εντεύθεν της επιστροφής του, ανεξαρτήτως αν η τελική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης είναι ή όχι ευνοϊκότε­ρη γι’ αυτόν).

Πρέπει, επομένως, να εφαρμοστεί το άρθρο 495 § 3 εδ. ε` ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες του παράβολου που κατέθεσαν για την ένδι­κη αυτή έφεση (πρβλ. ΜονΕφΠατρ 23/2016 αδημ.). Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 § 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 20-4-2012 (αριθ. εκθ. καταθ. 46/26- 4-2012) έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 13/2012 οριστική απόφαση του Μο­νομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (τακτική διαδικασία).
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 25-11-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 1971/ΤΜ/508/25- 11-2008) ανακοπή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.
ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθ. 149/2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μο­νομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους εκκαλούντες του παράβολου (κατατεθέντων των υπ’ αριθ. 1222724 και 1222725 παραβολών του Δημοσίου στη Γραμματέα του Μονο­μελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας), συνολικού ποσού 200 ευρώ.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, με­ταξύ των διαδίκων.
Δημοσίευση σχολίου