Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Απειλή, έγκληση, αυτόφωρη διαδικασία, προσέλευση στην αστυνομία για "υπόθεση του".

Επιτροπή Συνηγόρου του Πολίτη 145191/ 20798/2014, ΠοινΔικ 2015.222.

Πόρισμα 145191/20798/16.4.2014

Συνήγορος του Πολίτη: Κ. Σπανού Βοηθός Συνήγορος: Β. Καρύδης Εισηγητής: Ευτ. Φυτράκης, Ειδ. Επιστήμονας

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Έγκληση υποβληθείσα για το έγκλημα της απειλής (η οποία εφέρετο τελεσθείσα μέσω τηλεφώνου). Αυτόφωρο έγκλημα και οιονεί αυτόφωρο έγκλημα. Σύλληψη. Ένταλμα. Σύλληψη προσώπου από αστυνομικό επί αυτοφώρου για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση. Προϋποθέσεις. Απαιτείται νομότυπη υποβολή εγκλήσεως. Προϋποθέσεις χειροπέδησης/δέσμευσης. Πρόσκληση πολίτη σε Α.Τ. για υπόθεσή του (υποβολή εγκλήσεως για το αδίκημα της απειλής), όπου και μεταφέρθηκε οικειοθελώς, και σύλληψή του. Η εν λόγω σύλληψη ήταν παραπλανητική (απόκρυψη του σκοπού της κλήσης) και, κατ’ αυτό τον τρόπο, το πρόσωπο στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Επιπλέον, η υποβολή της εγκλήσεως ήταν απαράδεκτη (μη νομότυπη), αφού υποβλήθηκε χωρίς την καταβολή παραβόλου, χωρίς τη συνδρομή ελάχιστων υπονοιών ενοχής και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

Ο Συνήγορος του Πολίτη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του κατά το άρθρο 103 παρ. 9 του Συντ. και το Ν 3094/2003, εξέ­τασε την αναφορά του κυρίου ... (κωδ. υποθ. 145191/2011) και συντάσσει το παρόν πόρισμα, το οποίο γνωστοποιείται και κοινοποιείται αρμοδίως.

Ι. Ιστορικό

Στις 2 Αυγούστου 2011 (περί ώρα 11:00) ο κ. ... δέχτηκε τηλεφωνική κλήση από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ. Καμινιών, ο οποίος τον κάλεσε να μεταβεί εκεί. Πράγματι, ο αναφερόμενος προσήλθε, στις 13:10, στο ως άνω AT, όπου συνελήφθη πάραυτα και παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τις 18:00, επειδή είχε υποβληθεί, την προηγούμενη (1.8.2011) έγκληση εις βάρος του, για απειλή, στο Α.Τ. Βούλας. Η έγκληση αυτή υπεβλήθη χωρίς την  καταβολή παραβόλου και περιείχε τον ισχυρισμό για απειλή από τηλεφωνική συ­σκευή με απόκρυψη. Ακολούθως, μεταφέρθηκε, δεσμευμένος, στο Α.Τ. Βούλας, στο οποίο και διανυκτέρευσε. Την επόμενη ημέρα, αφού μεταφέρθηκε στη ΓΑΔΑ, υπεβλήθη σε δακτυλοσκόπηση κ.λπ. και, τελικώς, προσήχθη δεσμευ­μένος, στον αρμόδιο Εισαγγελέα ποινικής δίωξης. Ωστόσο, με την υπ` αριθμ. 127772/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κ.... κηρύχθηκε αθώος.

II. Διαδικαστικές ενέργειες

Με αρχικό έγγραφό του ο Συνήγορος του Πολίτη (αριθμ. πρωτ.: 145191/31876/2011/18.11.2011) έθεσε μια σειρά ερωτημάτων στην Ελληνική Αστυνομία (ΓΑΔΑ), ζητώντας αντίστοιχη διερεύνηση. Ζήτησε, ειδικότερα, «να ερευνη­θούν, κατ` ελάχιστον, τα ακόλουθα: - Αν υπεβλήθη και υπό ποίες συνθήκες παραδεκτώς έγκληση κατά του κ. ... - Ποια ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία και από ποιο όργανο και με ποια διαδικασία αξιολογήθηκαν ως πληρούντα τους όρους της σύλληψης; - Ποιο όργανο και τηρώντας ποια διαδικα­σία προχώρησε στη σύλληψη; - Ποιο όργανο αποφάσισε και εκτέλεσε την τηλεφωνική κλήση του κ. ... υπό το πρόσχημα της "παραλαβής σημαντικού εγγράφου"; - Γιατί, δηλ. στη βάση ποιων αντικειμενικών ενδείξεων, και από ποιο όργανο αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η δέσμευση (με χειροπέδες) του κ....;»
Η Ελληνική Αστυνομία ενημέρωσε την Αρχή για τη διενέργεια αρχικώς Προκαταρκτικής Διοικητικής εξέτασης (ΠΔΕ) και εν συνεχεία Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ). Ακολούθησε υπενθύμιση [αριθμ. πρωτ.: 145191/25410/2013/27.6.2013] όπου σημειώθηκε ότι «παρέλευση δεκαοκτώ (18) και πλέον μηνών από την καταγγελία και το έγγραφο μας, δεν έχει ολο­κληρωθεί η διεξαγόμενη διοικητική έρευνα με την λήψη των σχετικών αποφάσεων της ιεραρχίας. Ο χρόνος αυτός, παρά τις όποιες δυσχέρειες μπορεί να έχουν εμφανιστεί, δεν μπο­ρεί-άνευ άλλου τινός- να χαρακτηριστεί δικαιολογημένος».
Τέλος, στις 10 Οκτωβρίου 2013 ελήφθη από την Αρχή ενη­μέρωση για την ολοκλήρωση της έρευνας της ΕΑ.Α1. μαζί με το σχετικό πόρισμα της διεξαχθείσας ΕΔΕ και την απόφαση του Γεν. Αστυν. Δντή Αττικής (αρ.πρωτ. 6004/15/2781/-λδ`/22013). Σύμφωνα μ` αυτά, κρίθηκε πειθαρχικά ελεγκτέ-ος ο ανθ/μος ... ενώ κατά τα λοιπά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

III. Νομικό πλαίσιο

α) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 Συντ., το άρθρο 275 ΚΠΔ και το άρθρο 107 παρ. 1 ΠΔ 141/1991 είναι δυνατή η σύλ­ληψη ατόμου, χωρίς δικαστικό ένταλμα, για αυτόφωρα εγκλήματα (κακουργήματα και πλημμελήματα)· σ` αυτή την περίπτωση όμως ισχύουν ειδικοί χρονικοί περιορισμοί (άρ­θρο 6 παρ. 2 Συντ.). Επιπλέον, κατά το άρθρο 197 παρ. 2 ΠΔ 141 /1991, στις περιπτώσεις συλλήψεως για εγκλήματα που καταλαμβάνονται επ` αυτοφώρω, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Η σύλληψη υπόπτων ρυθμίζεται από τις ειδικές προστατευτικές διατάξεις των άρθρων 275, 278 και 279 ΚΠΔ, σχετικά με τις προϋ­ποθέσεις καθώς και τον χρόνο σύλληψης αλλά και την άμεση προσαγωγή (του συλλαμβανόμενου) στον αρμόδιο εισαγγε­λέα.
β) Μία από τις εγγυήσεις, που ισχύουν ακόμη και υπέρ των καταδικασθέντων, είναι και η ρητή απαγόρευση σύλληψης μέσα σε ιδιωτική κατοικία, χωρίς την παρουσία εκπροσώ­που της δικαστικής εξουσίας (άρθρο 108 παρ. 1 εδ. β` ΠΔ 141/1991). Για να είναι δυνατή, όμως, η διασφάλιση των παραπάνω εγγυήσεων θα πρέπει η σύλληψη του ατόμου να επιχειρείται με τρόπο ευθύ και όχι κεκαλυμμένο ή παραπλα­νητικό. Έτσι, εφόσον οι αστυνομικοί καλούν στο Αστυνομικό Τμήμα (AT) πολίτη, για να προβούν στη σύλληψη του, απο­κρύπτοντας απ` αυτόν τον αληθινό λόγο της κλήσης, ούτως ώστε αυτός να εξέλθει από την ιδιωτική του κατοικία, εντός της οποίας δεν θα μπορούσαν να τον συλλάβουν χωρίς τη συνδρομή δικαστικού λειτουργού, και να τον πείσουν να προσέλθει αυτοβούλως, η όλη διαδικασία απομακρύνεται από το πνεύμα των παραπάνω προστατευτικών διατάξεων. Η παράλειψη των αστυνομικών να ενημερώσουν, πάραυτα, τον καλούμενο για τον πραγματικό λόγο της «πρόσκλησης», μπορεί να νοηθεί ως παραπλάνηση ώστε, κατ` αποτέλεσμα, να στερείται αυτός της δυνατότητας να προσέλθει προετοι­μασμένος για την υπεράσπιση του, απέναντι σε μια κατηγο­ρία και επικείμενη σύλληψη και να επιζητήσει την κάλυψη που του παρέχουν το Σύνταγμα και ο νόμος. Ειδικότερα, όπως έχει δεχθεί ο Συνήγορος του Πολίτη (Έγγραφο 623.01.2.2/5.3.2001 ΠοινΧρ 2002, 740) «Εφ`όσον οι αστυ­νομικοί γνωρίζουν από την πρώτη στιγμή την ύπαρξη διω­κτικού εγγράφου που νομιμοποιεί τη σύλληψη και αποκρύ­πτουν τις πραγματικές τους προθέσεις από τον καταζητούμε­νο, ..., η όλη διαδικασία απομακρύνεται πλέον από το πνεύμα των παραπάνω προστατευτικών διατάξεων». Κατ` αποτέλε­σμα, η πρακτική της απλής και ευγενικής «πρόσκλησης» στο Α.Τ. για την «παραλαβή κάποιου εγγράφου» ή τη διεκπε­ραίωση κάποιας, πιθανόν απλώς διοικητικής, υπόθεσης γε­νικώς, φαίνεται να οδηγεί σε καταστρατήγηση των οικείων προστατευτικών για την προσωπική ελευθερία και ασφάλεια διατάξεων (Βλ. και Δγή ΕΛ.ΑΣ. υπ` αρ. πρωτ. 3021/13/21-Β`/23.4.2001/ΑΕΑ/ΔΔΑ).
γ) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 Συντ. «Κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δι­καστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Εξαιρούνται τα αυτό­φωρα εγκλήματα», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 275 ΚΠΔ «1. Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελή­ματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33 και 34, κα­θώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλλάβουν το δρά­στη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγ­γελέα. 2. Στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση δεν επι­τρέπεται η σύλληψη εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά, σ` εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει το δράστη (άρθρα 42 και 46). 3...». Η ρύθμιση αυτή συνιστά απόκλιση από τον κανόνα ότι η σύλληψη επιτρέπεται μόνο με δικαστικό ένταλμα, δηλ. μό­νο στην περίπτωση που συνοδεύεται από την κρίση ενός δικαστικού λειτουργού με τις ανάλογες συνταγματικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας. «Σπάζοντας», μάλιστα, το κρα­τικό μονοπώλιο του εξαναγκασμού, δίδει το «δικαίωμα» στον «οποιοδήποτε πολίτη» να προβεί σε σύλληψη άλλου πολίτη! Πρόκειται για μέτρο δικονομικού καταναγκα­σμού του συλλαμβανόμενου και συνεπώς, η χρήση του πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με την αρχή της αναλο­γικότητας, κατ` άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. (βλ. CI. Roxin/B. Schunemann, Strafverfahrensrecht, 27. Aufl. 2012, σελ. 256, Ε. SchlUchter, Γερμανικό Ποιν. Δικον. Δίκαιο, 2000, σελ. 100). Ειδικότερα πρέπει να κρίνεται, στη συγκεκριμέ­νη περίπτωση, ως πρόσφορο, αναγκαίο και αναλογικό. Εδώ ενδιαφέρει ιδιαίτερα η προσφορότητα της σύλληψης (ως μέ­σου) για την επίτευξη ενός ορισμένου δικονομικού σκοπού, δηλ. τη δραστική, ταχεία και αποτελεσματική απονομή ποι­νικής δικαιοσύνης (βλ. σχετ. Στ. Στανέλο, Η σύλληψη στο αυτόφωρο έγκλημα, 2013, σελ. 195 επ.). Σ` αυτή τη βάση, θα πρέπει να εξετάζεται αν η σύλληψη συνιστά, in concreto, δυσανάλογο μέτρο με βάση: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος καθώς και Β) το βαθμό των συντρεχουσών υπονοιών ενοχής. Συνεπώς, σε περιπτώσεις ιδιαίτερα ελαφρών πλημμελημά­των (με πιθανότητα επιβολής ελαφρός ποινής) ή απλών εν­δείξεων ενοχής, απαιτείται μια στάθμιση, ως προς τη δυνα­τότητα σύλληψης.
Η απόκλιση αυτή συνεπάγεται σοβαρό περιορισμό στα δι­καιώματα του ατόμου και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται από την υπέρτερη ανάγκη διαλεύκανσης του εγκλήματος. Η ανά­γκη αυτή εδώ εμφανίζεται ως προφανής προοπτική, αφού προϋπόθεση για την άνευ δικαστικού εντάλματος σύλληψη είναι το αυτόφωρο έγκλημα. Κατ` ακρίβειαν, τη σύλληψη αυ­τή δικαιολογεί όχι το αυτόφωρο έγκλημα, αλλά η αυτόφωρη κατάληψη του εγκλήματος. Βασική, όμως, προϋπόθεση για τη νομιμότητα της άνευ δικαστικού εντάλματος σύλληψης, είναι να υπάρχει αληθινά αυτόφωρο έγκλημα, δηλ. αφενός να υπάρχει έγκλημα και αφετέρου αυτό να είναι αυτόφω­ρο, δηλ. να «συντρέχουν οι προι)ποθέσεις του αυτοφώρου κακουργήματος ή πλημμελήματος» (ΕγκΕισΕφΑΘ 2/1999 ΝΟΜΟΣ). Στην ποινική δικονομία (άρθρο 242 ΚΠΔ) αναγνω­ρίζονται δύο είδη αυτοφώρου εγκλήματος: το γνήσιο και το οιονεί (ή μη γνήσιο) αυτόφωρο έγκλημα. Στην πρώτη κα­τηγορία εντάσσεται το έγκλημα που καταλαμβάνεται «την ώρα που γίνεται» («εν τω πράττεσθαι»), ενώ στη δεύτερη το έγκλημα που «έγινε πρόσφατα». Μάλιστα, ο ίδιος ο νό­μος (άρθρο 242 παρ. 1 ΚΠΔ) οριοθετεί το οιονεί αυτόφωρο έγκλημα ως εκείνο όπου «ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμε­νο ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλη­μα σε πολύ πρόσφατο χρόνο». Συνεπώς, η εγγύτητα του αυ­τοφώρου με τη σύλληψη δεν είναι απλά χρονική (δηλ. μόνο εντός ορισμένου χρόνου), αλλά και ποιοτική, αφού προϋπο­θέτει μια ιδιαίτερα άμεση σχέση της κατάληψης (σύλληψης) με την τέλεση της πράξης. Με βάση αυτά τα δεδομένα, για να υπάγεται μια περίπτωση στο άρθρο 275 παρ. 1 ΚΠΔ, και άρα να είναι δυνατή (αλλά και επιβεβλημένη) η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα, πρέπει ο αστυνομικός να έχει ικανά στοιχεία για τρία πράγ­ματα: α) για τη στοιχειοθέτηση αξιόποινης κατά το νόμο πράξης, τουλάχιστον πλημμεληματικού βαθμού, Β) για το χρόνο τέλεσης της πράξης, που είναι είτε «τώρα» είτε «μό­λις» και γ) για το δράστη. Όλα αυτά θα πρέπει να προκύ­πτουν με σαφήνεια από τα υπάρχοντα στοιχεία. Η εικόνα που έχει ο αστυνομικός μπορεί, κατ` αρχήν, να κυμαίνεται από την απλή υποψία (κατώτατο όριο) μέχρι την πλήρη από­δειξη (ανώτατο όριο). Τόσο όμως από το γράμμα της δια­τάξεως, όσο και από τη συστηματική της και το σκοπό της, συνάγεται ότι πρέπει εδώ να υπάρχει μια εκ πρώτης όψεως «απόδειξη» ή, με διαφορετικά λόγια, να υπάρχει ένας υψηλός βαθμός αποδεικτικής ευχέρειας.
Γίνεται δεκτό (βλ. Κ. Φράγκο, ΚΠΔ, 2011, σελ. 619, Α. Κονταξή, ΚΠΔ, II, 4η έκδ., 2006, σελ. 1763) ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι έχουν υπο­χρέωση και οι πολίτες δικαίωμα να συλλάβουν τον πραγματικό δράστη (και όχι απλώς τον ύποπτο). Τότε μόνο συγ­χωρείται η προσβολή της προσωπικής ελευθερίας του ατό­μου, δηλ. η σύλληψη του χωρίς τις γνωστές συνταγματικές εγγυήσεις και η άμεση εισαγωγή του σε δίκη. Το αυτόφω­ρο έγκλημα από τη φύση του είναι αποδεικτικά καθαρό γε­γονός.
Για τη διάγνωση αυτών των στοιχείων απαιτείται κρίση του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου. Ειδικότερα, όπως έχει γίνει δεκτό από το (τέως) Υπουργείο Δημόσιας Τάξης «[η] αστυνο­μία μπορεί να πραγματοποιήσει σύλληψη μόνο λόγω σοβα­ρής υποψίας παραβίασης του νόμου, με βάση αντικειμενικά δεδομένα που δείχνουν ότι το πρόσωπο που πρόκειται να συλληφθεί έχει παραβιάσει το νόμο. Οι αστυνομικοί πρέπει να είναι βέβαιοι ότι έλαβε χώρα παραβίαση του νόμου και να πραγματοποιούν συλλήψεις μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο. Ειδάλλως, η σύλληψη αποτελεί παράνομη κράτηση"
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ζήτημα έχει απασχολήσει την επι­στήμη του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου όπου γίνεται δεκτό ότι εδώ απαιτείται τα πράγματα να είναι «αποδεικτικά τόσο ξεκαθαρισμένα» [Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 3η έκδ., 2007, σελ. 280 (αριθμ. 433), ο ίδιος, ΠοινΧρ 1973, 6] ώστε να παράγεται «αυξημένη αποδεικτική βεβαιότητα για την ενοχή εκείνου ο οποίος έχει συλληφθεί» (Γρ. Καλφέλης, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικα­σία, 1987, σελ. 85-86). Με διαφορετικά λόγια, «χρειάζεται και εδώ η πιθανολόγηση της φερόμενης ως τελεσθείσας αξι­όποινης πράξης και της ενοχής του φερομένου ως δράστη να προσεγγίζει τη βεβαιότητα» (Α. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2011, σελ. 255, Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 2η έκδ., 2004, σελ. 306-7, Α. Κονταξής, ό.π., σελ. 1531, Στ. Στανέλλος, ό.π., σελ. 181 επ.). Η παραδο­χή αυτή φαίνεται πια να υιοθετείται τόσο από δικαστήρια (ΤρΠλημΚατερ 196/2014 ΝΟΜΟΣ: «αποδεικτική ... ευχέρεια ..., η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας») όσο και από ει­σαγγελικούς λειτουργούς (ΓνωμΕισΣτρατΑΘ 1 /2013 ΝΟΜΟΣ, Εισ. Πρότ. β. Αδάμπα σε ΜΠλημΘεσ 34279/2012, ΠοινΔικ 2013, 1081). Αντίθετα όμως βλ. ΔΠρΡόδ 529/2006 ΝΟΜΟΣ (:«χωρίς να εξετάσουν το βάσιμο ή μη»). Εξάλλου, και στο πλαίσιο της γερμανικής θεωρίας γίνεται λόγος, κατά την ερ­μηνεία της αντίστοιχης διάταξης της § 127 StPO, ότι απαιτεί­ται ισχυρή υποψία ("dringender Tatverdacht" βλ. σχετ. Η. Hilger, in: Lowe-Rosenberg-StPO, 26. Aufl. 2007, § 127 Rn. 9, Κ. Boujong, in: KK-StPO, 2003, S 127 Rn. 9).
δ) Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 ΚΠΔ «Αν ο παθών θέ­λει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξη, υποβάλλει την έγκληση ...». Η έγκληση συνιστά τη δήλωση του παθό­ντος προς την αρμόδια διωκτική αρχή, δηλ. τον Εισαγγελέα, ότι επιθυμεί τη δίωξη της αξιόποινης πράξης που έγινε ενα­ντίον του. Η διάταξη αυτή αφορά τα κατ` έγκληση διωκόμενα αδικήματα (όπως είναι και η απειλή, κατ` άρθρο 333 παρ. 2 ΠΚ). Ωστόσο, δεν είναι όρος του παραδεκτού της έγκλησης, το βάσιμο αυτής. Συνεπώς, μια έγκληση που υποβάλλεται για μια πράξη που δεν συνιστά καν έγκλημα ή χωρίς την επίκληση κανενός αποδεικτικού στοιχείου ή είναι πρόδηλα αβάσιμη, δεν παύει να είναι παραδεκτή. Καθίσταται, όμως, προφανές ότι μόνη η υποβολή έγκλησης από ιδιώτη για την τέλεση εγκλήματος δεν συνιστά, άνευ ετέρου, ένδειξη και μάλιστα επαρκή για την αληθινή τέλεση εγκλήματος και μάλιστα αυτόφωρου. Άλλωστε, η έγκληση δεν συνιστά αντικει­μενικό δεδομένο τέλεσης εγκλήματος αλλά μια όλως υποκει­μενική θεώρηση της πραγματικότητας και αποτύπωση της βούλησης αυτού που την υποβάλλει. Ας σημειωθεί εδώ ότι η περίπτωση της κακοβουλίας του εγκαλούντος δεν πρέπει να αποκλείεται, άνευ άλλου τινός. Συνεπώς, πριν ο αστυνομικός προχωρήσει σε σύλληψη του αναφερόμενου στην έγκληση προσώπου, χωρίς σχετικό ένταλμα, οφείλει, ιδίως αν το «έγκλημα» δεν τελείται ενώ­πιον του, να εξετάσει αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις. Επομένως, η υποβολή έγκλησης από ιδιώτη για φερόμενο αυτόφωρο έγκλημα ουδόλως οδηγεί άνευ ετέρου σε σύλ­ληψη του εγκαλούμενου, παρά μόνο υπό προϋποθέσεις. Το αντίθετο, δηλ. η αυτόματη άνευ άλλου τινός, σύλληψη του καταγγελλομένου, θα καθιστούσε την αστυνομία απλό «υπηρέτη» της ιδιωτικής Βούλησης και «εργαλείο» στα χέ­ρια, πιθανόν κακόβουλων επιδιώξεων, ιδιωτών π.χ. για λόγους (αντ)εκδίκησης. Όμως η ποινική δίωξη στην Ελλάδα είναι δημόσια και όχι ιδιωτική υπόθεση.
ε) Σε κάθε, όμως, περίπτωση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης των αστυνομικών επί αυτοφώρου εγκλήμα­τος «να συλλάβουν το δράστη» απαιτείται, αν το έγκλημα διώκεται κατ` έγκληση, να υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά (άρθρο 275 παρ. 2 ΚΠΔ). Η υποβολή της έγκλη­σης πρέπει να είναι «νομότυπη» (βλ. και ΔΠρΡόδ 529/2006 ΝΟΜΟΣ, Έγγραφο ΕΛ.ΑΣ. 1016/116/56-γ`/17.9.2012/ΑΕΔ/ ΔΟΝ), δηλ. με τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που επιβάλλει το άρθρο 46 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περι­λαμβάνεται και η κατάθεση σχετικού παραβόλου. Σε διαφο­ρετική περίπτωση «η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδε­κτη». Σημειώνεται, μάλιστα, ότι σε αντίθεση με τη ρύθμιση του άρθρου 42 παρ. 4 ΚΠΔ για τη μήνυση, στην περίπτωση της έγκλησης ο νόμος δεν επιτρέπει την εντός τριών ημερών προσκόμιση του παραβόλου, με ακώλυτη, εν τω μεταξύ, συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Τούτο δε ισχύει, πολλώ μάλλον, στην περίπτωση του αυτοφώρου, όπου είναι δυ­νατή η διεξαγωγή της επ` ακροατηρίω διαδικασίας πριν τη λήξη του τριημέρου. Ακόμα μάλιστα και οι ενδοιασμοί για την περίπτωση του αυτοφώρου (βλ. Αθ. Κονταξή, Υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου στα αυτόφωρα; ΠοινΧρ 2013, 72), κάμπτονται στην περίπτωση που δεν ζητείται η επέμβαση της αστυνομίας στον τόπο του εγκλήματος ή «στο δρόμο» αλλά, με άνεση χρόνου και προετοιμασίας, η έγκλη­ση «υποβάλλεται».
στ) Σημειώνεται, εξάλλου, ότι σύμφωνα με το άρθρο 278 ΚΠΔ η χειροπέδηση/δέσμευση επιτρέπεται «μόνον όταν ο συλλαμβανόμενος αντιστέκεται ή είναι ύποπτος φυγής», ενώ κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΠΔ 141 /1991, οι αστυνομικοί «2. Οφείλουν να συμπεριφέρονται στο συλληφθέντα με προσήνεια, να μη μεταχειρίζονται εναντίον του, χωρίς ανάγκη,  βία και να τον δεσμεύουν μόνο όταν αντιδρά βίαια ή είναι ύπο­πτος φυγής».

IV. Η θέση της Διοίκησης

Σύμφωνα με το πόρισμα της διενεργηθείσας ΕΔΕ, ως προς το μέρος που εξετάζει ο Συνήγορος του Πολίτη, δεν διαπι­στώθηκε κάποια πειθαρχικώς ελεγκτέα συμπεριφορά άστυνομικού. Ειδικότερα, κατά το ίδιο πόρισμα, την 1.8.2011 υπεβλήθη στο Α.Τ. Βούλας «μήνυση» από τον κ.... κατά του κ. ..., για απειλή (άρθρο 333 ΠΚ) που εφέρετο τελεσθείσα μέσω τηλεφώνου. Επειδή δεν υπεβλήθη παράβολο, γνω­στοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα η υποχρέωση προσκό­μισης του, κατ` άρθρο 42 παρ. 4 ΚΠΔ, εντός τριών ημερών. Ακολούθως, εφόσον το αδίκημα ήταν εντός των χρονικών ορίων του αυτοφώρου, εστάλη σχετικό σήμα για αναζήτη­ση του «δράστη» και πράγματι στις 2.8.2011, ο κ. ..., αφού κλήθηκε στο Α.Τ. Καμινιών, συνελήφθη. Για το γενικότερο ζήτημα της σύλληψης επί υποβολής εγκλήσεως για αυτόφωρο έγκλημα, η Ελληνική Αστυνομία έχει λάβει θέση με προηγούμενο έγγραφο της προς την Αρχή (υπ`αριθμ. πρωτ. 1016/116/56-γ`/17.9.2012/ΑΕΔ/ΔΟΝ). Σύμφωνα, με τη θέση αυτή «σε περίπτωση υποβολής νομό­τυπης έγκλησης στα πλαίσια του αυτοφώρου, οι αστυνομικοί υποχρεούνται, κατ` εφαρμογή των άρθρων 243 παρ. 2 και 275 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προβούν στη σύλληψη του εγκαλου­μένου, χωρίς να έχουν δικαίωμα να εξεταστούν το βάσιμο ή μη της έγκλησης...».

V. Κρίσιμα σημεία - Διαπιστώσεις

α) Δοθέντος ότι τόσο οι αστυνομικές έρευνες, όσο και οι προσαγωγές ή συλλήψεις αλλά και εν γένει η περιοριστική της ελευθερίας αστυνομική δράση υπόκειται σε συγκεκριμέ­νους όρους που προβλέπονται από τη νομοθεσία (Σύνταγμα, ΚΠΔ, ΠΔ 141/1991), κάθε τέτοια ενέργεια θα πρέπει να δι­καιολογείται επαρκώς. Ειδικότερα, η ύπαρξη εύλογων υπο­ψιών αντικειμενικά στηριγμένων, η τήρηση του αναγκαίου μέτρου, ο σεβασμός της προσωπικότητας του ατόμου απο­τελούν ενδεικτικές απαιτήσεις για τη νομιμότητα της αστυνο­μικής δράσης.
Εν προκειμένω, το κρίσιμο ζήτημα της υπόθεσης που ερευνά ο Συνήγορος του Πολίτη αφορά τη νομιμότητα της σύλληψης του κ.... Στο σημείο αυτό είναι ερευνητέες τόσο οι ενέργειες του Α.Τ. Βούλας, στο οποίο υπεβλήθη η «έγκληση» και εξε­δόθη η αντίστοιχη αναζήτηση, όσο και του Α.Τ. Καμινιών, στο οποίο συνετελέσθη η σύλληψη. Ειδικότερα:
β) Ο καταγγέλλων (...) ζήτησε, προσερχόμενος στο Α.Τ. Βούλας, την ποινική δίωξη, για απειλή σε βάρος του από τρί­το πρόσωπο (...). Συνεπώς ο καταγγέλλων και παθών ήταν το αυτό πρόσωπο. Ως εκ τούτου επρόκειτο για «έγκληση του παθόντος» (κατ` άρθρο 46 ΚΠΔ), και όχι για μήνυση (κατ` άρ­θρο 42 ΚΠΔ) όπως εσφαλμένα γίνεται λόγος στο πόρισμα της ΕΔΕ. Όμως, επί υποβολής εγκλήσεως δεν υφίσταται, κατά τον ΚΠΔ, ευχέρεια μεταγενέστερης προσκόμισης του παρα­βόλου, όπως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς, η άνευ προσκομίσεως παραβόλου έγκληση ήταν απαράδεκτη, άλλως «μη νομότυπη» και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για την έναρξη ποινικής διαδικα­σίας και τη λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (σύλ­ληψη).
γ) Κατά την προφορική υποβολή της έγκλησης δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ενώ ο καταγγέλλων, αργότερα, δεν παρέστη καν στο ακροατήριο για να υποστη­ρίξει αυτή του την έγκληση. Έτσι, η αθωωτική για τον καταγγελθέντα απόφαση αποφαίνεται ότι ο συλληφθείς «δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται, δηλ. αφενός τα καταγγελθέντα από το μηνυτή δεν επιβεβαιώθηκαν από τον ίδιο, ο οποίος δεν παρέστη, αφετέρου η γραμματέας του μηνυτή (μάρτυρας ...) κατηγορηματικά κατέθεσε ότι ο κα­τηγορούμενος ουδέποτε κάλεσε τηλεφωνικά το μηνυτή με απειλητική διάθεση, αντιθέτως ο μηνυτής ήταν αυτός που σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει «θα πάθει μεγάλη ζημιά ο ...» (Βλ. πρακτικά και απόφαση ΜΠλημΑΘ 127772/2011).
δ) Δεν υπήρξε καμία αξιολόγηση του περιεχομένου της υπο­βληθείσας έγκλησης και του εισκομισθέντος «αποδεικτικού υλικού» στο Α.Τ. Βούλας ούτε οποιαδήποτε εξέταση του βαθμού υπονοιών, εις βάρος του καταγγελλόμενου προ­σώπου, προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή των όρων του άρθρου 275 ΚΠΔ (έγκλημα, αυτόφωρο, δράστης), σε συνδυασμό με το άρθρο 242 ΚΠΔ. Συνεπώς, πιθανολόγηση της φερόμενης ως τελεσθείσας αξιόποινης πράξης και της ενοχής του φερομένου ως δράστη όχι μόνο δεν προσέγγιζε τη βεβαιότητα, αλλά ούτε καν την απλή εύλογη υποψία. Η συγκεκριμένη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν καθόλου «ξεκαθα­ρισμένη» αποδεικτικά. Αντιθέτως, η μεταγενέστερη αθώωση του καταγγελθέντος, όπως και η μη προσέλευση του καταγγέλλοντας στο δικαστήριο αποτελούν σοβαρές ενδείξεις ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποινική διαδικασία χειρα­γωγήθηκε. Επετράπη, δηλ. εν προκειμένω η υλοποίηση της επιδίωξης ενός ιδιώτη εναντίον άλλου μέσω της αστυνομικής σύλληψης. Η διαπιστωθείσα μάλιστα από την ΕΔΕ «διαπλο­κή» του συγκεκριμένου καταγγέλλοντας με στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας, προκαλεί σίγουρα ερωτήματα σχετι­κά με την επιρροή αυτής της σχέσης στην υπόθεση της σύλ­ληψης.
ε) Η κλήση του εγκαλούμενου (κ. ...) προκειμένου να προ­σέλθει στο Α.Τ. Καμινιών έγινε τηλεφωνικά, προκειμένου να παραλάβει «ένα σημαντικό έγγραφο», κατά τον ίδιο, ή «για­τί υπήρχε σε εξέλιξη μια πρόσφατη υπόθεση» του, κατά τον καλούντα αστυνομικό (...). Συνεπώς, και υπό τις δύο εκδο­χές δεν δηλώθηκε ο αληθινός και μοναδικός λόγος για την κλήση του κ. ... στο ως άνω AT, που ήταν η υλοποίηση της σύλληψης του και έτσι αυτός παραπλανήθηκε, και κατ` απο­τέλεσμα δεν είχε την ευχέρεια να ετοιμάσει την υπεράσπιση του.
στ) Η ανυπαρξία ισχυρών ενδείξεων ενοχής και αποδεικτι­κής ευχέρειας σε συνδυασμό με την ήσσονα σημασία του υποτιθέμενου εγκλήματος (απειλή, ποινή: μέχρι ένα έτος) καθιστούν τη συντελεσθείσα σύλληψη, και μάλιστα με τον τρόπο που αυτή έγινε, μέτρο δυσανάλογα επαχθές, σύμφω­να με την αρχή της αναλογικότητας.
ζ) Ο Συνήγορος του Πολίτη ζήτησε να ερευνηθεί «Γιατί, δηλ. στη βάση ποιων αντικειμενικών ενδείξεων, και από ποιο όργανο αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η δέσμευση (με χει­ροπέδες) του κ. ...»; Ωστόσο, εκτός της αναφοράς ότι ο ως άνω πολίτης κατά την παραμονή του στο Α.Τ. Καμινιών πα­ρέμεινε αδέσμευτος, δεν ερευνήθηκε κατά τα λοιπά το ζή­τημα. Παραμένει, συνεπώς, χωρίς διερεύνηση ο ισχυρισμός του ενδιαφερομένου ότι δεσμεύτηκε κατά τις μετακινήσεις του, χωρίς να προκύπτει σχετική δικαιολόγηση.

VI. Συμπέρασμα - Προτάσεις

α) Ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση, παρατηρούνται τα εξής:
- Αν και υπεβλήθη απαράδεκτη (μη νομότυπη) έγκληση, χω­ρίς αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς τη συνδρομή ελάχιστων υπονοιών ενοχής, κινήθηκε η διαδικασία αναζήτησης και σύλληψης του «καταγγελλόμενου».
- Η σύλληψη του καταγγελλόμενου έγινε μετά την παρα­πλανητική κλήση του στο AT, δηλ. με απόκρυψη του σκοπού της κλήσης και έτσι το πρόσωπο αυτό στερήθηκε των υπερασπιστικών δυνατοτήτων που του δίνει ο νόμος.
-Η σύλληψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρξε μέτρο που παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
β) Για το γενικότερο ζήτημα, θα ήταν σκόπιμο να διευκρινι­στούν, ίσως με τη μεσολάβηση και της Εισαγγελικής Αρχής, όπου και αν αυτό απαιτείται:
-Η υποχρέωση τήρησης των κανόνων του ΚΠΔ κατά την υποβολή εγκλήσεων.
-Το πλαίσιο δράσης (π.χ. έκδοση αναζητήσεως) των αστυ­νομικών, σε περίπτωση υποβολής εγκλήσεων.
-Η υποχρέωση ελέγχου των προϋποθέσεων σύλληψης χω­ρίς ένταλμα, κατά το άρθρο 275 ΚΠΔ, δηλ. ύπαρξη και βαρύτητα εγκλήματος, διαπίστωση αυτόφωρης κατάληψης, ταυτότητα δράστη.
Οι κανόνες για τη νόμιμη σύλληψη προσώπων, χωρίς την παραπλάνηση τους και με σεβασμό στα δικαιώματα τους.
-Οι προϋποθέσεις για τη χειροπέδηση συλληφθέντων προ­σώπων.
γ) Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο Συνήγορος του Πολίτη απευθύνει, κατά το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν 3094/2003, το πα­ρόν πόρισμα στον αρμόδιο Υπουργό, καλώντας τον να πα­ράσχει αιτιολογημένη απάντηση στα διαλαμβανόμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!