Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ποινικό μητρώο, παραγραφή ποινών με νόμο, ένδικα μέσα, επανάληψη της διαδικασίας.

Έγγραφο Εισαγγγελίας Αρείου Πάγου 522/ 2007,  ΠοινΝικ 2007.436.
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου, Φώτιος Μακρής.

Περίληψη. Ποινική δικονομία. Μη σύννομη η αναγραφή στο ποινικό μητρώο καταδικαστικής απόφασης προτού να καταστεί αμετάκλητη. Δεν εγγράφονται στα βιβλία ποινικού μητρώου οι αξιόποινες πράξεις και οι επιβληθείσες ποινές που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3346/ 2005, οι οποίες τέθηκαν στο αρχείο από τους αρμόδιους εισαγγελείς, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 και 32 αυτού, εφόσον οι αναφερόμενες σ` αυτές καταδικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καταστεί ακόμα αμετάκλητες.

1. Σ` απάντηση του 665/6.2.2007 εγγράφου σας που αναφέρεται στο τυχόν πρόβλημα που δημιουργείται με επακόλουθα στρεβλώσεων από την εγγραφή στα δελτία ποινικού μητρώου των αξιόποινων πράξεων και των επιβληθεισών ποινών που αρχειοθετήθηκαν από τους αρμόδιους εισαγγελείς λόγω της ειδικής υφ` όρο παραγραφής, που επήλθε από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 και 32 του πρόσφατου Ν 3446/2005, "επιτάχυνση της διαδικασίας πολιτικών-ποινικών δικαστηρίων και άλλες διατάξεις", σας γγωρίζουμε τα ακόλουθα:
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 παρ. 2 ΚΠΔ ορίζεται ότι σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής: α) τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου... β) οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα... 3. Στα δελτία ποινικού μητρώου εγγράφονται επίσης τα ακόλουθα στοιχεία: α) η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης, η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο, η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση των μέτρων ασφάλειας ή των αναμορφωτικών μέτρων που έχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 550 και 551.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στα δελτία ποινικού μητρώου εγγράφονται μόνον αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις. Η αναγραφή σ` αυτά καταδικαστικής απόφασης προτού να καταστεί αμετάκλητη δεν είναι σύννομη και τυχόν γενομένη διαγράφεται ως άκυρη, χωρίς καμία διαδικασία, αφού προηγουμένως γίνουν οι προσήκουσες σημειώσεις στα οικεία βιβλία (ΓνωμΕισΑΠ 16/1957 ΠοινΧρ Ζ`, 409, ΓνωμΕισΕφθεσ 982/1959 ΠοινΧρ Γ, 57).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι αξιόποινες πράξεις και οι επιβληθείσες ποινές που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 3346/2005, οι οποίες τέθηκαν στο αρχείο από τους αρμόδιους εισαγγελείς, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 και 32 αυτού, υπό τον περιοριστικό όρο ότι οι αναφερόμενες σ` αυτές καταδικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καταστεί ακόμα αμετάκλητες, δεν εγγράφονται στα δελτία ποινικού μητρώου (Ν. Δημητράτος, παρατηρήσεις επί της εφαρμογής του Ν 3346/2005 ΠοινΔικ 6,459, Γ. Zυλίκος, Ο νόμος 3346/ 2005ΠραξΛογΠΔ5,314).
3. Κατ` ακολουθία, το αναφερόμενο στο 130/25.1.2007 έγγραφο του προέδρου του ΔΣ Ηρακλείου ότι από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν 3346/2005 "δημιουργείται πρόβλημα και επακόλουθα στρεβλώσεων, αφού στη μεν περίπτωση του άρθρου 31 ο κατηγορηθείς θα δει να εγγράφεται στο ποινικό του μητρώο πράξη για την οποία δεν επακολούθησε δίκη, ακόμα και αν εντός του χρόνου της δοκιμασίας του (του ενός έτους) δεν υπέπεσε σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, στη δε περίπτωση του άρθρου 32 ο στερηθείς του δικαιώματος προς άσκηση ενδίκου μέσου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, που τον αφορά, και μη υποπέσας σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη εντός του τασσόμενου χρόνου της δοκιμασίας του (των 18 μηνών), θα δει, παρά ταύτα, την ποινή που του επεβλήθη πρωτοδίκως να εγγράφεται στο ποινικό του μητρώο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και επομένως κανένα πρόβλημα ή στρέβλωση δε δημιουργείται σχετικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις εγγραφές στο ποινικό μητρώο από την ειδική υφ` όρο παραγραφή που επήλθε από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 και 32 του Ν 3346/2005.
---------

Διάταξη υπ'  αριθμό 82/2006, ΠοινΔικ 2006.1003. 
Εισαγγελέας Πλημ/ κών Αθηνών Κωνσταντίνος Τζαβέλας.

Περίληψη. Ποινικό μητρώο. Τήρηση και περιεχόμενα δελτίου. Εννοια αμετάκλητης απόφασης. Δελτίο ποινικού μητρώου που συνετάγη με βάση μη αμετάκλητη αλλά οριστική απόφαση πρέπει να εξαφανίζεται ως άκυρο χωρίς άλλη διατύπωση. Εν προκειμένω σύνταξη δελτίου βάσει αποφάσεως κατά της οποίας είχε ασκηθεί έφεση που δεν εκδικάσθηκε αλλά αποσύρθηκε και τέθηκε στο Αρχείο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 Ν. 3346/2005.

Αφού λάβαμε υπόψη την, από 11/5/2006, αίτηση της ..., Δικηγόρου Αθηνών (ΑΜ/ΔΣΑ:....), γεννηθείσας το έτος 1949, στην Αίγυπτο, κατόχου του υπ` αριθμ. ... δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, εκδοθέντος, από το ΑΤ Κολωνού, με ΑΦΜ.... της ΔΟΥ...... Αθηνών (οδός .......), εκθέτουμε τα ακόλουθα:

 Η ανωτέρω αιτούσα, με την υπό κρίση αίτησή της, την οποία ενεχείρησε, αυθημερόν, ενώπιόν μας, αφού εκθέτει, α) ότι, με την υπ` αριθμ. 654/19-9-2002 ερήμην αυτής απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου, κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε, για παράβαση του άρθρου 109 παρ. 3 του ΠΔ 55/1999 και για ψευδή ανώμοτη κατάθεση (παρ. άρθρ. 225 ΠΚ), σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και σε αποστέρηση των αξιωμάτων του άρθρου 63 ΠΔ, για την α` πράξη και σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών, για την β` πράξη και συνολικά, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ, ημερησίως, β) ότι κατά της ανωτέρω ερήμην καταδικαστικής απόφασης, η ίδια άσκησε την υπ` αριθμ. 61/23-9-2002 εμπρόθεσμη (ασκηθείσα, προ πάσης επιδόσεως) έφεση, η οποία δεν εκδικάσθηκε, αλλά αποσύρθηκε και τέθηκε στο Αρχείο, κατ` άρθρο 32 Ν. 3346/2005, ισχυρίζεται, ότι για την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, συνετάγη δελτίο ποινικού μητρώου, επ` ονόματί της, καίτοι αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, αφού, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η ίδια είχε ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, κατ` αυτής, η οποία δεν εκδικάσθηκε, αλλά αποσύρθηκε και τέθηκε στο Αρχείο, υφ` όρον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005. Επί τη βάσει των ανωτέρω, η ...αιτείται την καταστροφή του δελτίου ποινικού μητρώου, που συνετάγη, επ` ονόματί της, επί τη βάσει της υπ` αριθμ. 645/19-9-2002, ερήμην και μη αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου.

 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 574 παρ. 2 του ΚΠΔ [όπως αυτό αντικ. με άρθρο 7 Ν. 1805/1988 και όπως οι διατάξεις των άρθρων 573-580 του ΚΠΔ, αντικατασταθείσες, με τις διατάξεις των άρθρων 6-15 του Ν. 1805/1988, μετά από διαδοχικές αναστολές της ισχύος τους, με τις διατάξεις των άρθρων 2 Ν. 1851/1989 (αναστολή, μέχρι 31-12-1989), 22 Ν. 1868/1989 (αναστολή, μέχρι 31-
12-1990), 18 Ν. 1916/1990 (αναστολή, μέχρι 31-12-1991), 32 Ν. 1968/1991 (αναστολή, μέχρι 31/12/1992), 45 Ν. 2109/1992 (αναστολή, μέχρι 31/12/1993), 43 Ν. 2172/1993 (αναστολή, μέχρι 31/12/1994, 16Ν. 2298/1995 (αναστολή, μέχρι 31/12/1995), 4Ν. 2408/1996 (αναστολή, μέχρι 31/12/1997) και 21 Ν. 2721/1999 (αναστολή, μέχρι 31/12/2001), τελικά, τέθηκαν σε ισχύ, από 1/1/2002], με την επιφύλαξη της εφαρμογής του μηχανογραφικού συστήματος, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εδ. ε`, το ποινικό μητρώο αποτελείται από δελτία. Σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής: α) Τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου, που είναι αναγκαία για την εξατομίκευσή του. Αν πρόκειται για έγγαμο, αναγράφεται το πατρικό επώνυμο και το όνομα και επώνυμο του συζύγου, β) Οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα: βα) Κάθε απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα, για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, με τις παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφάλειας που έχουν επιβληθεί......, βε) Αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας, γίνεται σχετική μνεία. Οπως γίνεται δεκτό, δελτίο ποινικού μητρώου, που τυχόν συνετάγη, επί τη βάσει μη αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εξαφανίζεται, ως άκυρο, άνευ άλλης διατυπώσεως, αφού, προηγουμένως, γίνουν οι προσήκουσες σημειώσεις στα οικεία βιβλία (βλ. Γνωμ. ΕισΑΠ 16/20-7-1957 ΠΧρ Ζ- 409, Γνωμ. ΕισΕφ Θεσσαλονίκης 982/2-10-1959 ΠΧρ Ι-57, Γνωμ. ΕισΠλημΚαλαβρύτων 2/14-1-1970 ΠΧρ Κ-213).

 Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 2 του ΒΔ 330/1973 (ΦΕΚ Α` -97/7-5-1973 "Περί οργανώσεως και λειτουργίας  των Υπηρεσιακών Ποινικού Μητρώου"), που εκδόθηκε, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε, διαδοχικά, με τα άρθρα 22 ΝΔ 1160/1972 και 6 Ν. 1805/1988), "Η σύνταξις των δελτίων Ποινικού Μητρώου αποτελεί καθήκον της Γραμματείας εκάστου Ποινικού δικαστηρίου. Εφ` όσον αι υπηρεσιακαί ανάγκαι επιβάλλουν δύναται να συνιστάται εις τα δικαστήρια ίδιον τμήμα συντάξεως δελτίων ποινικού μητρώου. Εν τη περιπτώσει ταύτη έχουσιν εφαρμογήν αι περί διαιρέσεως της Γραμματείας των Δικαστηρίων εις Τμήματα κείμεναι εκάστοτε διατάξεις.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1,2,3,4 και 7 του ΒΔ 330/1973 [όπως το εν λόγω ΒΔ τροπ. με τα άρθρα 1ο,2ο,3ο και 4ο του ΠΔ 182/1986 (ΦΕΚ Α` 70/5-6-1986)], "Τα κατ΄άρθρον 574 ΚΠΔ, ως τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρου 23 του ΝΔ 1160/1972 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ποινικού Κώδικος, του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", δελτία ποινικού μητρώου συντάσσονται επί εντύπου, ως τούτο εμφαίνεται εν παραρτήματι του παρόντος (υπόδειγμα 1) και κατά τας επ αυτού επισημειουμένας οδηγίας, είναι δε ατομικά, δι` έκαστον καταδικασθέντα και δι` εκάστην καταδίκην. Η σύνταξις των δελτίων γίνεται, εφόσον συντρέχη νόμιμος περίπτωσις, επί τη βάσει των αποφάσεων ή βουλευμάτων, ευθύς ως καταστούν αμετάκλητα και εφ`όσον, εκ τούτων ή της σχετικής δικογραφίας προκύπτουν πλήρως τα στοιχεία ταυτότητος του καταδικασθέντος και ιδία ο τόπος γεννήσεως αυτού. Η ευθύνη συντάξεως των δελτίων ποινικού μητρώου βαρύνει τους επί της έδρας Γραμματείς εκάστης συνεδριάσεως. Παρ` οις δικαστηρίοις λειτουργεί, κατ` άρθρον 2 του παρόντος, ίδιον Τμήμα, η ευθύνη συντάξεως δελτίων ποινικού μητρώου ανήκει εις τους παρά τω Τμήματι τούτω υπηρετούντας υπαλλήλους. Η επί των δελτίων συμπλήρωσις των ενδείξεων περί της ταυτότητος και της ποινικής καταστάσεως του καταδικασθέντος γίνεται ευκρινώς, ώστε να προκύπτουν αβιάστως τα στοιχεία της ταυτότητος και της καταδίκης. Επί των δικογραφιών, εφ`ων εξεδόθη καταδικαστική απόφασις ερήμην του κατηγορουμένου, εφόσον δεν προκύπτουσι τα πλήρη στοιχεία ταυτότητος και ιδία ο τόπος γεννήσεως αυτού, επισημειούται ευκρινώς το γεγονός τούτο, ίνα κατά την επίδοσιν της αποφάσεως, ληφθή μέριμνα εξακριβώσεως  των ελλεπόντων στοιχείων. Εάν ούτε κατά την επίδοσιν καταστή δυνατή η εξακρίβωσις του τόπου γεννήσεως του καταδικασθέντος, η σύνταξις του δελτίου αναβάλλεται, μέχρις ου καταστή δυνατή η εξακρίβωσις τούτου, κατά την εκτέλεσιν της αποφάσεως. Τα κατά τας προηγουμένας παραγράφους συντασσόμενα δελτία ποινικού μητρώου, υπογραφόμενα υπό του αρμοδίου υπαλλήλου, υποβάλλονται εντός τριών ημερών, από του αμετακλήτου των καταδικαστικών αποφάσεων, εις τον παρά τω εκδόντι την απόφασιν Δικαστηρίω Εισαγγελέα ή Β. Επίτροπον, όστις προβαίνει εις τον έλεγχον της πληρότητος και ορθότητος αυτών, θεωρεί δια της υπογραφής του κια της υπηρεσιακής σφραγίδος τα ευρέντα εν απολύτω τάξει και παραγγέλλει την αποστολήν τούτων, αμελλητί, εις τα αρμόδια προς τήρησιν αυτών Τμήματα Ποινικου Μητρώου......".
 Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 ΚΠΔ, αμετάκλητη είναι η απόφαση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Υπό την έννοια του ανωτέρω άρθρου, αμετάκλητη είναι η απόφαση, όταν α) κατ` αυτής, εξ υπαρχής, δεν χωρεί, εκ του νόμου, ένδικο μέσο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από τη δημοσίευσή της), ή β) το επιτρεπόμενο, κατ` αυτής, ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου ), ή γ) το επιτρεπόμενο, κατ΄αυτής, ένδικο μέσο, ασκηθέν εμπροθέσμως, απορρίφθηκε, για οποιονδήποτε λόγο, δηλαδή, είτε, ως απαράδεκτο, είτε ως αβάσιμο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την έκδοση της απορριπτικης τους ενδίκου μέσου αποφάσεως).
 Σύμφωνα με  τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. β` του ΚΠΔ (όπως αυτό ίσχυε, πριν την αντικατάσταση και τροποποίησή του, με τα άρθρα 45 Ν. 3160/2003 και 4παρ.5 Ν. 3189/2003), εκείνος που καταδικάσθηκε και ο Εισαγγελέας..... έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση: .....β) κατά της αποφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου..... να με αυτή καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης πάνω από τρεις (3) μήνες ήσε χρηματική ποινή πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές...., ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ (όπως αυτό ίσχυε, πριν την τροποποίησή του, με το άρθρο 50 παρ. 1 Ν. 3160/2003), όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κύρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370 ΠΚ).....
 Οπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως αυτό ίσχυε, πριν την τροποποίησή του, με το άρθρο 37 παρ. 2 Ν. 3160/2003), όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η  προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης......
Σε περίπτωση, όπως η προκείμενη, κατά την οποία η ποινή φυλάκισης, που επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, με ερήμην καταδικαστική απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, είναι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών, η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε έφεση (άρθρο 489 παρ. 1 παρ. γ` ΚΠΔ), εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών, από της επιδόσεως της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, στον καταδικασθέντα (άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β`, περ. α` ΚΠΔ), ενώ δεν υπόκειται σε αναίρεση (άρθρο 504 παρ. 1 περ. α` ΚΠΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α`-140/17-6-2005), επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρον ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσης ποινής, κατά τις γενικές διατάξεις, το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου, κατά περίπτωση. Οπως γίνεται δεκτό, στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παρ. 1 Ν. 3346/2005 (καταδικαστική απόφαση σε ποινή μέχρι έξι μηνών, που δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν έχει εκτιθεί μέχρι την 17-6-2005, ημερομηνία ισχύος του Ν. 3346/2005), οι σχετικές δικογραφίες, σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο και αν βρίσκονται, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα ή δημόσιου κατήγορου, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 32. Είναι προφανής και σαφής ο σκοπός του νομοθέτη, να καταστήσει ανενεργείς τις παραπάνω καταδικαστικές αποφάσεις, που λόγω του ύψους της ποινής που έχουν επιβάλει, κρίθηκαν με τα δικά του κριτήρια ότι δεν είναι σημαντικές. Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί, ότι, με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 και κυρίως με την πρόβλεψη ότι "σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα......", δεν επέρχεται αλλαγή στις ρυθμίσεις του ΚΠΔ, που προβλέπουν τα περί εκτελέσεως των αποφάσεων. Η μη εκτιθείσα ποινή, που έχει επιβληθεί, με απόφαση που θα τεθεί στο αρχείο "υπό όρον", θα εκτελεστεί, αθροιστικά, μετά την παραβίαση του "όρου", μόνον όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον ΚΠΔ (άρθρα 546 επ.). Με άλλα λόγια, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, που έχει τεθεί στο αρχείο, εφόσον υπάρξει νέα καταδίκη, θα συνεχιστεί, χωρίς οποιαδήποτε αποστέρηση δικαιωμάτων του καταδικασμένου κατηγορουμένου, από το δικονομικό σημείο, που η υπόθεση βρισκόταν στις 17-6-2005. Επί του ζητήματος της τύχης των αποφάσεων, για τις οποίες έχει ασκηθεί "απαράδεκτο ένδικο μέσο", η διάταξη του άρθρου 32 δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αν, προηγούμενως, το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, δεν κρίνει περί του παραδεκτού αυτού. Πρέπει, συνεπώς, να αποσύρονται από το ακροατήριο ή να μην εισάγονται σ` αυτό και να αρχειοθετούνται οι σχετικές υποθέσεις, αν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως ένδικο μέσο, γιατί μόνον τότε έχουμε την προϋπόθεση του μη αμετακλήτου, που προβλέπει η παραπάνω διάταξη. Αντίθετα αν τίθεται θέμα απαραδέκτου, η υπόθεση εισάγεται προς κρίση. Αν το δικαστήριο δεχθεί ότι το ένδικο μέσο ήταν απαράδεκτο, τότε δεν υπάρχει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 32 και η απόφαση θα εκτελεστεί κανονικά. Αν αντιθέτως το ένδικο μέσο γίνει τυπικά δεκτό, τότε η υπόθεση θα αρχειοθετηθεί (βλ. ΕγκΕισΑΠ 3/2005  και 7/2005 ΠοινΔικ 2005-1168). Ηδη, ο Αρειος Πάγος, με σειρά αποφάσεων του, έκρινε ότι είναι απαράδεκτη η ενώπιον του εισαγωγή αναιρέσεων αποφάσεων, που αφορούν τις περιπτώσεις που μπορούν να υπαχθούν στα άρθρα 31 και 32 του Ν. 3346/ 2005 και επέστρεψε τις σχετικές δικογραφίες προκειμένου να τεθούν στο αρχείο από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου [βλ. ΑΠ 2201/2005, ΑΠ 2285/2005 Αρμ 2006-102, ΑΠ 1804/2005 ΠοινΔικ 2006-505, ΑΠ 1763/2005 ΠοινΔικ 2006-499].
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 580 ΚΠΔ (όπως αυτό αντικ. με άρθρο  13 Ν. 1805/1988), κάθε αμφισβήτηση, σχετική με τις διατάξεις του νόμου αυτού, επιλύεται με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου της γέννησης του ενδιαφερομένου και όταν πρόκειται για πρόσωπα που γεννήθηκαν στο εξωτερικό, του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί, μέσα σε ένα μήνα, από την επίδοση σε αυτόν της παραπάνω διάταξης, να προσφύγει στο οικείο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που αποφαίνεται αμετάκλητα.... Μετά την έναρξη της λειτουργίας της υπηρεσίας Γενικού Ποινικού Μητρώου, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου γέννησης του προσώπου, που αφορά το δελτίο ποινικού μητρώου, διαβιβάζει στην υπηρεσία Γενικού Ποινικού Μητρώου, κάθε διάταξη ή βούλευμα, που εκδίδεται ύστερα από αμφισβήτηση ή αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης εγγραφής στο δελτιο ποινικού μητρώου. Ως "αμφισβήτηση", υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 580 παρ. 1 ΚΠΔ, νοείται, μεταξύ άλλων, κάθε παράπονο του αιτούντος, που αναφέρεται στην εγγραφή ορισμένης καταδίκης, ως κακώς περιληφθείσας στο ποινικό μητρώο του (βλ. Γνωμ. ΕισΑΠ 3/12-6-1990 ΠΧρ ΜΑ-1061, Γνωμ. ΕισΑΠ 44/1951 ΠΧρ Α-385, Διάτ. ΕισΠλημ Σερρών 4986/27-11-1979 ΠΧρ Λ-179, Διατ. ΕισΠλημ Πειραιώς 45/1967 ΠΧρ ΙΖ-637, Διάτ. ΕισΠλημ Χαλκίδας 2/1967 ΠΧρ ΙΖ-318, Διάτ. ΕισΠλημ Πρέβεζας 119/1978 ΠΧρ ΚΗ-652).

 Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα, με την υπ` αριθμ. 654/19-9-2002- ερήμην αυτής-απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σάμου (βλ. το απόσπασμα αυτής), κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε, για παράβαση του άρθρου 109 παρ.3 του ΠΔ 55/1999 και για ψευδή ανώμοτη κατάθεση (παρ. άρθρ. 225 ΠΚ), σε ποινή φυλάκισης τριών (3)μηνών και σε αποστέρηση των αξιωμάτων του άρθρου 63 ΠΚ, για την α` πράξη και σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών, για τη β` πράξη και συνολικά, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Ακολούθως, η αιτούσα, την 23-9-2002, δηλαδή, προ πάσης επιδόσεως, σ` αυτήν, της ανωτέρω ερήμην καταδικαστικής απόφασης, άσκησε, εμπρόθεσμα, έφεση, κατ` αυτής (βλ. την, από 19-4-2006, βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Σάμου και την καταχωρηθείσα, επί του αντιγράφου αποσπάσματος της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης, με ημερομηνία 23-9-2002, βεβαίωση της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών), η οποία δεν εκδικάσθηκε, αλλά αποσύρθηκε και τέθηκε στο Αρχείο, υφ`όρον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 (βλ. την υπ` αριθμ. πρωτοκόλλου 1595/17-4-2006 υπηρεσιακή βεβαίωση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου).
 Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη, ότι, για την υπ ` αριθμ. 654/19-9-2002 οριστική καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σάμου, συνετάγη πράγματι,δελτίο ποινικού μητρώου και ότι η ίδια ανωτέρω απόφαση καταχωρήθηκε στο υπ` αριθμ. πρωτ. 36665-1/7-4-2006 αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, που εκδόθηκε, από το Αυτοτελές Τμήμα Ποινικού Μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ... (βλ. αυτό), χωρίς αυτή (η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση) να έχει καταστεί, μέχρι και σήμερα, αμετάκλητη (κατ` αυτής, ασκήθηκε η υπ` αριθμ. 61/23-9-2002 εμπρόθεσμη έφεση, η οποία δεν εκδικάσθηκε η υπ` αριθμ. 61/23-9-2002 εμπρόθεσμη έφεση, η οποία δεν εκδικάσθηκε, αλλά αποσύρθηκε και τέθηκε στο Αρχείο, υφ` όρον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005, αφού η ανωτέρω απόφαση, κατά της οποίας  αυτή έβαλλε, έχοντας εκδοθεί, την 19/9/2002, δηλαδή, πριν την 17/6/2005, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 3346/2005 και έχοντας επιβάλλει στην κυρηχθείσα ένοχη ποινή, διάρκειας, μέχρι έξι (6) μηνών, η οποία δεν είχε οπωσδήποτε εκτιθεί, μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 3346/2005, δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, κατά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου) και ότι η εκδίκαση της κατά τα ανωτέρω εμπροθέσμως ασκηθείσας έφεσης, μέχρι και σήμερα, εκκρεμεί, μέλλει, δε, να επανεκκινήσει και να συνεχίσει διαδικαστικά, χωρίς οποιαδήποτε αποστέρηση δικαιωμάτων της καταδικασμένης κατηγορουμένης, από το δικονομικό σημείο, που η υπόθεση βρισκόταν στις 17-6-2005, υποπέσει σε νέα, από δόλο προερχόμενη, αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί, αμετάκλητα, οποτεδήποτε, σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών (βλ. μελ. Ν. Δημητράτου, "Παρατηρήσεις επί της εφαρμογής του νόμου 3346/2005 για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης", ΠοινΔικ 2006-459),

 ΑΠΟΦΑΙΝΟΜΑΣΤΕ

 Οτι το δελτίο ποινικού μητρώου, που συνετάγη, από τον Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου και θεωρήθηκε, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κών Σάμου και στη συνέχεια, αρχειοθετήθηκε στο Τμήμα Αυτοτελούς Ποινικού Μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για την υπ` αριθμ. 654/19-9-2002 οριστική και όχι αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σάμου, επ` ονόματι της αιτούσας, γεννηθείσας το έτος 1949, στην Αίγυπτο, κατόχου του υπ` αριθμ. ... εκδοθέντος, από το ΑΤ Κολωνού, με ΑΦΜ... της ΔΟΥ..., κατοίκου Αθηνών, πρέπει, χωρίς κάποια άλλη διατύπωση, να εξαφανισθεί, ως άκυρο, με την πραγματοποίηση των προσηκουσών σημειώσεων, στα οικεία βιβλία, και
 Παραγγέλλουμε την επίδοση αντιγράφου της παρούσας διατάξεως στην ανωτέρω αιτούσα, η οποία έχει δικαίωμα προσφυγής, κατ` αυτής, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εντός ενός (1) μηνός, από της επιδόσεώς της.

                    ΑΘΗΝΑ, 19 ΜΑΙΟΥ 2006

                    Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΛΗΜ/ΚΩΝ
                    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β.ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ

----

Άρειος Πάγος, Συμβούλιο, 1532/ 2011, ΠοινΔικ 2012.880.

Πρόεδρος Ν. Ζαϊρης, Αντιπρόεδρος, Μέλη Γ. Λαλούση, Α. Γεωργόπουλος (Εισηγητής), Εισαγγελέας Ε. Κουτζαμάνη, Αντεισαγγελέας.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Νόμος 3346/ 2005. Παραγραφή μη εκτελεσθεισών ποινών. Προϋποθέσεις. Θέση στο αρχείο. Ένδικα μέσα. Άσκηση έφεσης καθ΄ον χρόνο η απόφαση βρίσκεται στο αρχείο. Δεν εισάγεται η έφεση προς συζήτηση και αν εισαχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη. Πλήρωση των όρων υπό τους οποίους τελεί η παραγραφή προκαλεί ανάσυρση της απόφασης από το αρχείο και η τυχόν ασκηθείσα έφεση συζητείται. Εν συνεχεία μπορεί να ασκηθεί και αναίρεση και, ως εκ τούτου, καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση και εκτελείται η ποινή. Επανάληψη της διαδικασίας. Προϋποθέσεις παραδεκτού επαναλήψεως της διαδικασίας. Αμετάκλητη απόφαση. Απορρίπτει επανάληψη της διαδικασίας ως απαράδεκτη, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, καθ΄όσον η ποινή έχει ήδη παραγραφεί.

 Σύμφωνα με το άρθρο 525 ΚΠΔ, απαραίτητη προϋπόθεση επανάληψης ποινικής διαδικασίας είναι να έχει περατωθεί η τελευταία με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, για κακούργημα ή πλημμέλημα. Αμετάκλητη δε είναι, σύμφωνα με το άρθρο 546 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο κατ` αυτής ένδικο μέσο ή ασκήθηκε τούτο εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Υπό την έννοια του πιο πάνω άρθρου αμετάκλητη είναι η απόφαση, όταν: 1) κατ` αυτής εξ αρχής δε χωρεί, εκ του νόμου, ένδικο μέσο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από τη δημοσίευση της) ή 2) το επιτρεπόμενο κατ` αυτής ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση του ένδικου μέσου) ή 3) το επιτρεπόμενο κατ` αυτής ένδικο μέσο, ενώ ασκήθηκε εμπρόθεσμα, απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, ήτοι είτε ως απαράδεκτο είτε ως αβάσιμο (στην περίπτωση αυτή η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη από την έκδοση της απορριπτικής του ένδικου μέσου απόφασης).

 Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 Ν 3346/ 2005, που ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 17 Ιουνίου 2005, «επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, κατά τις γενικές διατάξεις το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου Εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση», σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 32. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθ` ον χρόνο η απόφαση, κατ` εφαρμογή του άρθρου 32 Ν 3346/2005 βρίσκεται στο αρχείο, η τυχόν ασκηθείσα κατ` αυτής νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση δεν εισάγεται προς συζήτηση και, αν εισαχθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της, ούτε χωρεί κατ` αυτής αναίρεση. Αν, όμως, συντρέξει περίπτωση πλήρωσης του όρου υπό τον οποίο τελεί η παραπάνω παραγραφή, τότε ανασύρεται από το αρχείο η απόφαση και η τυχόν ασκηθείσα κατ` αυτής έφεση και συζητείται η τελευταία κατά δε της επ` αυτής απόφασης συγχωρείται αναίρεση και έτσι καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και εκτελείται η μη εκτιθείσα ποινή μετά την έκτιση της νέας αμετάκλητης ποινής. Επομένως, αν κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος δεκαοκταμήνου πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η πιο πάνω παραγραφή, που επιτρέπει την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίηση της, μόνο τότε καθίσταται αμετάκλητη η απόφαση, αλλιώς, αν δε συντρέξει η παραπάνω περίπτωση και παρέλθει το δεκαοκτάμηνο η καταδικαστική απόφαση δεν καθίσταται αμετάκλητη, εξαλείφεται η ποινή που επιβλήθηκε με αυτή στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, με την παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 568 στοιχ. α` ΚΠΔ, δεν ανασύρεται πλέον από το αρχείο και καθίσταται ανενεργή, χωρίς συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος.
Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ` ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκηση της, προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αιτών-αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την.../6.6.2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αυτοδικίας (ΠΚ 331) και της υφαίρεσης (ΠΚ 378 σε συνδ. με 375 παρ. 1 εδ. α`), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την, από 6.6.2005, νόμιμη και εμπρόθεσμη έφεση, η οποία όμως δεν εισήχθη προς συζήτηση, επειδή στις 17.6.2005 δημοσιεύθηκε ο Ν 3346/2005, κατ` εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 1 και 2 του οποίου, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με την πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ΓΦ05/1293/25.9.2007. Με την από 7.6.2010, αίτηση του ο αναιρεσείων ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την προδιαληφθείσα απόφαση, λόγω του ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστα στον δικαστή που τον δίκασε γεγονότα και αποδείξεις γίνεται φανερό, όπως αυτός διατείνεται, ότι είναι αθώος των πλημμελημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε.
Σύμφωνα, όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αλλά και του εννόμου συμφέροντος (ΚΠΔ 463), για το παραδεκτό αυτής, αφού, εφόσον παρήλθε το δεκαοκτάμηνο από τη δημοσίευση του Ν 3346/2005, ήτοι από τις 17.6.2005, χρονολογία, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσης του Ν 3346/2005, κατ` εφαρμογή του άρθρου 32 του οποίου η απόφαση τέθηκε στο αρχείο, χωρίς να έχει συντρέξει περίπτωση πλήρωσης του όρου υπό τον οποίο τελούσε η πιο πάνω παραγραφή, που θα επέτρεπε την ανάσυρση από το αρχείο της απόφασης και την εκ νέου ενεργοποίηση της, ώστε να καταστεί αυτή αμετάκλητη, η απόφαση αυτή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 91791/2005 δεν κατέστη αμετάκλητη, εξαλείφθηκε η ποινή, που επιβλήθηκε με αυτή στον αιτούντα - καταδικασθέντα - αναιρεσείοντα, με την παραγραφή, και πλέον ουδόλως δημιουργεί συνέπειες σε βάρος του καταδικασθέντος - αναιρεσείοντος. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμα του 234/2011, δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε, ως απαράδεκτη, την αίτηση του αναιρεσείοντος ορθώς έκρινε και ουδόλως υπερέβη την εξουσία του και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ` ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας του Συμβουλίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν` απορριφθεί, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1,583 παρ. 1).
Δημοσίευση σχολίου