Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Απόδειξη, κατηγορούμενος, έγγραφα, πρακτικά δίκης, απολογία.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 1/ 2017 Αρμεν 2017.1016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αποδεικτικό μέσο - Απόλυτη ακυρότητα - Δικαιώματα κατηγορούμενου -. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και της δημοσιότητας της δίκης και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και την προανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης, χωρίς τα έγγραφα αυτά να αναγνωσθούν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου αλλά και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιπλέον δεν προκύπτει έμμεσα η ανάγνωση της προανακριτικής απολογίας της κατηγορουμένης από άλλο αναγνωσθέν αποδεικτικό μέσο, με αποτέλεσμα να στερηθεί η τελευταία του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά μ’ αυτά.

ΙΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ’ αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, πλην η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Όμως, αν αυτά δεν αναγνωσθούν, η λήψη υπόψη των περιεχόμενων σε αυτά μαρτυρικών καταθέσεων για το σχηματισμό της κρίσης επί της ενοχής επάγεται απόλυτη ακυρότητα και καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 1455/2015 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της απόπειρας εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης και του επαγγέλματος άλλου και της παθητικής δωροδοκίας και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης αυτής δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν με τα λοιπά έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 526/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Αυτά δεν αναφέρονται ως αναγνωσθέντα ούτε στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν ούτε στο προοίμιο ή σε άλλο σημείο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, η κατάθεση του μάρτυρα Χ. Μ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιλαμβανόταν στα μη αναγνωσθέντα πρακτικά, αξιολογήθηκε αποδεικτικώς για την επί της ενοχής κρίση της αναιρεσείουσας. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 15 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται για την αναιρεσείουσα, ότι ".... Μάλιστα ορισμένες φορές μετέβη προς επιτόπιο έλεγχο και μόνη, χωρίς τη παρουσία των λοιπών μελών της Επιτροπής (βλ. ενδεικτικά τις καταθέσεις, όχι μόνο του εγκαλούντος, αλλά και του Τ. Α. και, πρωτόδικα, του Χ. Μ.) αν και τέτοιος έλεγχος (από μόνο ένα μέλος της επιτροπής) δεν συνηθιζόταν και δεν πραγματοποιούσαν άλλα μέλη". Από την εν λόγω αναφορά γίνεται αντιληπτό ότι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αυτά να αναγνωσθούν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης με συνέπεια να προκληθεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, στη σελίδα 18 του ίδιου σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφεται, ότι "... η κατηγορουμένη αρχικά και αμέσως μετά τη σύλληψή της αρνήθηκε να απολογηθεί για οτιδήποτε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της υποδιεύθυνσης εσωτερικών υποθέσεων βορείου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ στο πλαίσιο της διενεργούμενης ανάκρισης...". Από την εν λόγω παραδοχή προκύπτει, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, την εξέταση της κατηγορουμένης ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της υποδιεύθυνσης εσωτερικών υποθέσεων βορείου Ελλάδος της Ελληνικής Αστυνομίας. Όμως από τα πρακτικά της συνεδρίασης του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου προκύπτει ότι η άνω προανακριτική απολογία της αναιρεσείουσας δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, ενώ ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.
Επομένως, αφού προκύπτει ότι η προανακριτική απολογία της αναιρεσείουσας συνεκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο στο προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ότι αυτή δεν είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου αλλά και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιπλέον δεν προκύπτει έμμεσα η ανάγνωση αυτής από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο ή από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, έπεται ότι παραβιάστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αρχή της προφορικότητας της δίκης και η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε σε βάρος της και ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν, οι παραπάνω συναφείς για απόλυτη ακυρότητα λόγοι αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά από αυτά παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 1455/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!