Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Πολιτική αγωγή, περιεχόμενο δήλωσης, ακυρότητα,

Άρειος Πάγος, Ποινικό Τμήμα ΣΤ', 365/ 2017, ΠοινΔικ 2017.1143.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,  Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Απόλυτη ακυρότητα - Πολιτική αγωγή - Ψυχική οδύνη -. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη. Η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αναιρείται λόγω απόλυτης ακυρότητας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση. Στην απόφαση εμφανίζονται ελλείψεις κρίσιμες για την αξιολόγηση και τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των πολιτικώς εναγόντων ως δικαιούχων αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο των παθόντων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο δικαιούχος, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων με σχετική δήλωση τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο λόγω ηθικής βλάβης αρκεί προφορική δήλωση μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή της μετ’ αναβολή συζήτησης. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αυτή αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασης, δηλαδή πρέπει να διατυπώνεται στη δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της δήλωσης με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον. Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για (υλική) αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία. Η δε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Οι παραπάνω διατυπώσεις συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψή τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ουσιαστικής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η τηρητέα, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ, διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 63 ΚΠΔ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες σε εκκρεμή ποινική διαδικασία έχουν μόνον όσοι έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, και όχι όσοι βλάπτονται έμμεσα από αυτή. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς επειδή ο νομοθέτης επέλεξε να μη διαγράψει δεσμευτικά τα όρια του θεσμού της οικογένειας, ο οποίος, από τη φύση του, υπόκειται σε κοινωνικές επιδράσεις κατ διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθινή, όμως, έννοια της σχετικής διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του, οι οποίοι δοκιμάστηκαν ψυχικά από τον θάνατο του και στην ψυχική ανακούφιση των οποίων αποσκοπεί η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή αν αυτοί συμβίωναν ή όχι με τον θανόντα. Η επιδίκαση της προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης προϋποθέτει, πάντως, ότι υπήρχαν ανάμεσα στα προαναφερόμενα πρόσωπα και στον θανόντα αισθήματα αγάπης και στοργής, γεγονός που συνιστά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 21/2000). Έτσι, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, στα μέλη της οικογένειας του θανόντος περιλαμβάνονται οι ανιόντες, οι κατιόντες, τα αδέλφια κατ ο σύζυγος του. Ενώ, όπως προκύπτει από τις οικείες διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (άρθρα 13, 14, 17, 22 κατ 23 ΑΚ), όταν ο θανών είναι αλλοδαπός, η ύπαρξη ή μη συγγενικής σχέσης (κατιόντος, ανιόντος και αδελφού) ή συζυγικής σχέσης μ’ αυτόν, ζήτημα που συναρτάται και με τη νομιμότητα του γάμου, από τον οποίο προέρχεται η εκάστοτε επικαλούμενη συγγενική ή συζυγική σχέση, κρίνεται με βάση το αλλοδαπό δίκαιο που συνδέει τον θανόντα και εκείνον που ζητεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία Α-Β-Γ) προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης των πολιτικώς εναγόντων κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο των C. N. S. K. σε βάρος των αναιρεσειόντων και τότε κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σελ. 1, 21 κατ 22), αμέσως μετά την εκφώνηση της υπόθεσης και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία δηλώθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων Ν. Β. Τ. Ι. η ακόλουθη παράσταση πολιτικής αγωγής: «Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Τ. Β. (AM ...), ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί τους R. P. του G. και G. M. του G. δυνάμει του από 29-11-09 πληρεξουσίου και δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά των παραπάνω κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εν λόγω κατηγορούμενοι να τους καταβάλουν 40 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν λόγω του ατυχήματος στον καθέναν κατηγορούμενο και για καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες. Παράλληλα έχει καταθέσει το υπ’ αριθμό ... παράβολο Δημοσίου». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 50720/2014 απόφασή του, αφού κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, επιδίκασε τη χρηματική ικανοποίηση που ζητήθηκε με την εξής διατύπωση: «Δέχεται εξ ολοκλήρου την περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αίτηση των πολιτικώς εναγόντων. Υποχρεώνει τους κατηγορουμένους να πληρώσουν στους πολιτικώς ενάγοντες (40) σαράντα ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που έχουν υποστεί από το αδίκημα». Περαιτέρω, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Α’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής (σελ. 2, 41 κατ 42) μετά την εκφώνηση της υπόθεσης, δηλώθηκε η εξής παράσταση πολιτικής αγωγής: «Στο σημείο αυτό της δίκης εμφανίστηκε ο δικηγόρος Β. Τ. του Ν. AM ... και δήλωσε ότι παρίσταται αντί των R. P. του G. και G. M. του G. δυνάμει του από 29-11-2009 πληρεξουσίου... Κατόπιν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των πολιτικώς εναγόντων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό τους για χρηματική ικανοποίηση σαράντα (40) ευρώ για καθένα από τον καθένα, με επιφύλαξη, που τους επιδικάστηκαν και πρωτόδικα, για την ψυχική οδύνη που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη». Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την 6684/2015 απόφασή του, αφού κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες τη χρηματική ικανοποίηση που ζήτησαν με την εξής διατύπωση: «Επειδή ανάλογη χρηματική ικανοποίηση για τους παθόντες, οι οποίοι παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, το Δικαστήριο κρίνει το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, το οποίο οι κατηγορούμενοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν... Υποχρεώνει τους κατηγορουμένους να πληρώσουν στους αδικηθέντες μηνυτές R. P. του G. και G. M. του G. το ποσό των σαράντα (40) ευρώ σε καθένα πολιτικώς ενάγοντα από καθένα κατηγορούμενο, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που τους προκάλεσε η παραπάνω πράξη».
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι τόσο η δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής στον πρώτο βαθμό όσο και η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στον δεύτερο βαθμό εμφανίζουν ελλείψεις κρίσιμες για την αξιολόγηση και θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των πολιτικώς εναγόντων ως δικαιούχων αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο των παραπάνω αλλοδαπών σε βάρος των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων. Ειδικότερα σε καμία από τις σχετικές δηλώσεις: α) δεν περιέχεται συνοπτική έκθεση της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδόθηκε στους κατηγορουμένους και για την οποία έγινε η παράσταση πολιτικής αγωγής, β) δεν προσδιορίζεται το είδος και ο βαθμός της συγγενικής σχέσης, η οποία συνέδεε τους πολιτικώς ενάγοντες με (τον έναν ή και τους δύο από) τους παθόντες αλλοδαπούς και με την οποία συνάπτεται άμεσα η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που ασκήθηκε με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και γ) δεν γίνεται επίκληση ότι υπήρχε στενή συναισθηματική σχέση μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων και των θανόντων αλλοδαπών. Με αυτό το περιεχόμενο, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής των πολιτικώς εναγόντων ήταν ανομιμοποίητη ενεργητικά κατ παθητικά και, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, επέφερε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 6684/2015 του Α’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές που δεν μετείχαν στην έκδοση της αναιρούμενης απόφασης (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 6684/2015 του Α’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Δημοσίευση σχολίου