Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Αιτιολογία βουλευμάτων, παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση.

Πρόταση ΑντΕισΑΠ Δ. Ευθυμιάδη στην ΑΠ 971/1986 ΠοινΧ 1986.829 επ (εδώ σελίδες 831-834).

Είναι πάγια η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία αρκεί για την αιτιολογία του δευτεροβάθμιου βουλεύματος η αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, η οποία με τη σειρά της μπορεί να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στο πρωτόδικο βούλευμα. Είναι μια κατά παραπομπή αιτιολογία. Αυτό σημαίνει  ή ότι αρκεί η απλή αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα χωρίς να ελέγχεται η αιτιολογία του τελευταίου ή ότι πρέπει να ελέγχεται ακυρωτικώς και η αιτιολογία του πρωτόδικου βουλεύματος. Οι θέσεις αυτές δημιουργούν το ερώτημα αν είναι σύμφωνες με τα άρθρα ΚΠΔ 139 και 482 § 3 [παρατηρήσεις Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη υπό την ΑΠ 1194/77, ΠοινΧρον 308-309]. 
Λογική συνέπεια της έφεσης κατά βουλεύματος [ΚΠΔ 477] είναι το μεταβιβαστικόν αποτέλεσμα της που θέλει ο νόμος [ΚΠΔ 481 § 1]. Και αυτό για να επαληθεύεται ο σκοπός της έφεσης. Η εξέταση και η διάγνωση για δεύτερη φορά από το ποιοτικά ανώτερο δικαστικό συμβούλιο του εφετείου της ποινικής υπόθεσης με στόχο την εξεύρεση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ποινικού νόμου στην συγκεκριμένη περίπτωση. Οι διατάξεις ΚΠΔ 481 § 1, 318, 319, 474 § 2, 239, 243, 245, 139 επιβάλλουν να απαντήσει το συμβούλιο εφετών και να εξηγήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, αν βεβαιώνεται η τέλεση του εγκλήματος και αν είναι ορθή και δίκαιη η διάταξη του πρωτόδικου βουλεύματος να εισαχθεί ο κατηγ/νος σε δίκη ή να μη γίνει κατηγορία κ.λ.π. Η ουσιαστική ή μη παραδοχή της έφεσης, και η επικύρωση του πρωτόδικου βουλεύματος πρέπει να είναι η κατάληξη της εργασίας αυτής του δικαστικού συμβουλίου. Οι διατάξεις αυτές και προ παντός οι ΚΠΔ 309-319, 482 § 3 αξιώνουν το σκεπτικό του δευτεροβάθμιου βουλεύματος να έχει αυτονομία και αυτάρκεια. Η εκπεφρασμένη βούληση του συμβουλίου εφετών δεν επιτρέπεται από καμιά δικονομική διάταξη να γίνεται κατ’ οικονομία ούτε με παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση που προβλέπει η ΚΠΔ 481 § 1. Η αξία του δικαιοδοτικού έργου του δικαστικού συμβουλίου δεν επιτρέπεται, ακόμη, από καμιά διάταξη τουλάχιστον να αναζητείται εκτός του σώματος του εγγράφου του βουλεύματος, με παραπομπή στο σκεπτικό του πρωτόδικου βουλεύματος. Το Σύνταγμα [93 § 3] και η ποινική δικονομία [139] με τις καταλυτικές διατάξεις αυτές, θέλουν η σύννομα ορθή και δίκαιη κρίση της δικαιοδοτικής πράξης του δικαστικού συμβουλίου του εφετείου, που έχει ως αρχέτυπο το βούλευμα του [ΚΠΔ 138 § περ• γ, 144, 319] να αποδεικνύεται αυτόνομα και με κάθε αυτάρκεια, μόνο από το περιεχόμενο του κειμένου του και του ιδικού του αποκλειστικά συλλογισμού για την διαπίστωση της πραγματικής κατάστασης, την ρύθμιση της από τους οικείους ουσιαστικούς ποινικούς κανόνες δικαίου και τις έννομες συνέπειες τους, κατά το αληθινό τους νόημα, που αντιστοιχούν στις διατάξεις του κατά την ΚΠΔ 319, και όχι με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, που αποτελούν μέρος της δικογραφίας, όπως το πρωτόδικο βούλευμα.

Επίσης, Πρόταση του ίδιου υπό την ΑΠ 462/ 1986 ΠοινΧ 1986.653 επ.

Παρατήρηση. Δυστυχώς, δυστυχώς αυτή η άκρως τεκμηριωμένη και σοφή εισαγγελική πρόταση ΟΥΔΕΠΟΤΕ έγινε δεκτή από την νμλγ μας, ΟΥΔΕΠΟΤΕ!

Δημοσίευση σχολίου