Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ελευθεροτυπία, δημοσιογράφοι, δυσφήμιση δικαστή.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4703/ 1998, ΑρχΝ 1998.523.
Πρόεδρος: Μαρία Χυτήρογλου, Εισηγήτρια: Ξανθή Παπαπέτρου, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Τύπος. Σύνταγμα. Ελευθεροτυπία και ελεύθερη δημοσιογραφία. Υπόκειται στους περιορισμούς των νόμων. Υβριστικά και συκοφαντικά δημοσιεύματα. Άρση άδικου χαρακτήρα πράξεως κατά 367 ΠΚ. "Δικαιολογημένο ενδιαφέρον" έχουν κατά κύριο οι δημοσιογράφοι. Μπορούν να δημοσιεύσουν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, συνοδευόμενα και με οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία  αναφέρονται.

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους και κατά το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. α' ο τύπος είναι ελεύθερος. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η ελευθεροτυπία και συνακόλουθα η ελεύθερη δημοσιογραφία η οποία, χωρίς να ανάγεται σε δημόσια λειτουργία πρέπει να λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δημοσιογραφία μέσα στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του τύπου, εμφανίζεται ως ελεύθερη έκφραση στοχασμών, άσκηση κριτικής και ελέγχου των δημοσίων προσώπων και πραγμάτων. Σύμφωνα πάντως με τα άρθρ. 25 παρ. 3 του Συντ. αλλά και του άρθρου 281 του ΑΚ το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας, όπως και της ελεύθερης δημοσιογραφίας, υπόκειται κατ' άρθρ. 14 παρ. 1 του Συντ. στους περιορισμούς των νόμων με τους οποίους δεν επιδιώκεται να παρεμποδιστεί η ελευθεροτυπία και η άρρητα συνδεόμενη με αυτήν ελεύθερη δημοσιογραφία, αλλά να προστατευθούν τα άτομα, τα νομικά πρόσωπα και το κοινωνικό σύνολο από την καταχρηστική άσκηση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος. Όσο και αν τα όρια μεταξύ της ελεύθερης και της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης δημοσιογραφίας, παραμένουν δυσδιάκριτα, σε ικανοποιητικό βαθμό προσδιορίζονται, ως προς την προστασία της τιμής και της υπόληψης, άρα και της προσβολής της προσωπικότητας, από τις διατάξεις των άρθρων 361 - 369 του ΠΚ (βλ. Εφ.Αθ. 10745/1991, ΝοΒ 40.290, 9720/1991, ΕλΔ 34. 1513, 3129/1988 ΕλΔ 28.299). 
Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 εδ. α, β και γ. του άρθρου 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι δυσμενείς κρίσεις για επαγγελματικές εργασίες, καθώς και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας και για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχρυν τα συστστικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ (συκοφαντική δυσφήμηση) ή όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης η απο τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κατά κύριο λόγο οι  δημοσιογράφοι, για τη δημοσίευση ειδήσεων γεγονότων) και σχολίων    σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιεύσουν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, συνοδευόμενα και με οξεία ακόμη κριτική κοι δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται (βλ. ΑΠ 1407/1988 ΕλΔ 31,95, 1653/1983 ΝοΒ 32 543, Εφ.Αθ. 1112/1997 ΕλΔ 38, 1599, 10745/1991' 9720/1991, ό.π. παρ.)
       
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση του μάρτυρος των παρόντων εναγομένων που εξετάστηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα πρακτικά συζητήσεως, της παρούσας (ο ενάγων δεν εξέτασε μάρτυρες, απ' όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσάγουν οι διάδικοι, από τις ομολογίες τους που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρ. 261 του ΚΠολΔ) καθώς και σπό τις 8248, 8249 και 8250/1997 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που επικαλείται και προσάγει ο ενάγων, τις υπ' αριθμ. 3918 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη που επικαλείται και προσάγει ο εναγόμενος Ι. Ν. και τις υπ' αριθμ. 490, 491 και 544/1997 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου τις οποίες επικαλείται και προσάγει ο εναγομένη Μ. Μ., οι οποίες έχουν ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, λόγω της εφαρμογής της ειδικής διαδικασίας των άρθρων 666 επ. του ΚΠολΔ. αποδεικνύονται τα εξής: 
Ο ενάγων υπηρέτησε ως πρόεδρος Εφετών στο Εφετείο Αθηνών μέχρι τις 30-6-1995 που αποχώρησε λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας και συνταξιοδοτήθηκε. Οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων, οι οποίοι είναι δημοσιογράφοι υπό την ιδιότητά τους αυτή συνέταξαν τα εξής κείμενα, τα οποία κατά τους παραπάνω χρόνους καταχωρήθηκαν στην αντίστοιχη εφημερίδα που εργάζονταν ο καθένας: Α) ο πρώτος των εναγομένων Σ.Β. στην εφημερίδα "ΑΥΡΙΑΝΗ" 1) Στις 30-7-1995 δημοσίευμα με τον τίτλο "Κύκλωμα δικαστών" στο οποίο αναφέρει ότι σύμφωνα με στοιχεία που βρίσκονται στα χέρια της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ομάδα επίορκων λειτουργών της Θέμιδος, της οποίας επικεφαλής φέρεται Πρόεδρος Εφετών της Αθήνας, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε τον Ιούνιο και τον οποίο στις φυλακές Κορυδαλλού αποκαλούν με το ψευδώνυμο "παππούς" έχει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον μεγαλοαπατεώνα Γ.Γ. ο οποίος μεσολαβούσε στις αποφυλακίσεις και πρόσφατα συνελήφθη από τη Γενική Ασφάλεια για σωρεία παρανομιών, ότι η "σπείρα", σύμφωνα πάντα με τις καταγγελίες, έχει πάρει πάρα πολλά εκατομμύρια από κρατούμενους του Κορυδαλλού, τάζοντάς τους αποφυλακίσεις με το άρθρο 497 του ΕλΔ, ότι ζητήθηκαν από καταδικασμένο σε ισόβια για εμπόριο ναρκωτικών 30.000.000 δραχμές, με αντάλλαγμα ν' αφεθεί ελεύθερος και ότι για το λόγο αυτό ο αδελφός του καταδίκου ήλθε    από την Αμερική και συναντήθηκε με τον Πρόεδρο Εφετών, 2) στις 23-11-1995 δημοσίευμα με τον τίτλο "Περί άλλων τυρβάζουν" στο οποίο αναφέρει ότι στο Εφετείο της Αθήνας λειτουργεί παραδικαστικό κύκλωμα, το οποίο έχει συναλλαγές εκατομμυρίων με απατεώνες και εμπόρους ναρκωτικών, όπως είχε καταγγελθεί ει με το προηγούμενο δημοσίευμα, ότι τότε είχαν αποκαλύψει και ένα συμβόλαιο αγοράς, ότι στο συμβόλαιο αυτό αγοράστριες από κοινού ακινήτου είναι η σύζυγος ενός προέδρου Εφετών του Δ.Μ. και η σύζυγος ενός επικίνδυνου απατεώνα, που "ακούει" στο    όνομα Γ.Γ. ότι έφθασαν στα χέρια τους απομαγνητοφωνημένα κείμενα τηλεφωνικών συνομιλιών, τα οποία είναι συγκλονιστικά για τη δράση του κυκλώματος που λυμαίνεται τη δικαιοσύνη, ότι σ' αυτές ο δικαστής μέλος του κυκλώματος, ονομάζεται "γιατρός" και η αθώωση "εγχείρηση". 3) Στις 24-11-1995 δημοσίευμα με τον τίτλο "Μιά δίκη με μεγάλο ενδιαφέρον" αναφέρει ότι ο δικαζόμενος τότε για εμπόριο ναρκωτικών Ν.Σ. αξιωματούχος της Αστυνομίας, έπεσε θύμα ενός επικίνδυνου κακοποιού του, τον οποίο είχε κλείσει στη φυλακή και ότι αυτός για να τον εκδικηθεί    έστησε μία ολόκληρη πλεκτάνη σε βάρος του αστυνομικού με φίλους του -επί πληρωμή δικαστικούς λειτουργούς
Β) Ο δεύτερος των εναγομένων Ι.Ν. στην εφημερίδα "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ" 1) Στις 21-11-1995 δημοσίευμα με    τον τίτλο "εταιρεία κακοποιών - δικαστικών" συμβόλαιο με το οποίο ή στο οποίο αναφέρει ότι ο σύζυγο του ενάγοντος αγόρασε το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που προαναφέρθηκε από κοινού με τη σύζυγό του, ότι πρόεδρος Εφετών έδινε τηλεφωνικώς οδηγίες στον προφυλακισμένο Γ. Γ. για εκκρεμείς υποθέσεις του, ότι έδειχνε ενδιαφέρον γι' αυτές, ότι σε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του προέδρου Εφετών και της συζύγου του Γ. η τελευταία τον αποκαλεί με τα ψευδώνυμα "γιατρός" ή "Συμεών" και ότι ο Πρόεδρος αυτός στήνει συνθέσεις που καταδικάζουν ή απαλλάσουν κατηγορουμένους, στη συνέχεια δε παραθέτει κείμενο απομαγνητοφωνημένης κασέτας με συνομιλία που φέρεται ότι έγινε μεταξύ του εν λόγω δικαστή και της συζύγου του ότι οι κασέτες αυτές στάλθηκαν την προηγούμενη ημέρα στον τύπο, διατυπώνεται δε επιφύλαξη εάν οι κασέτες αυτές είναι γνήσιες και εάν το πρόσωπο που συνομιλεί είναι ο Πρόεδρος Εφετών, 2) στις 22-11-95 δημοσίευμα με τον τίτλο "Δικαστικό σοκ" τρομερές αποκαλύψεις για στημένες δίκες από εταιρεία, δικαστή και κρατούμενο στο οποίο αναφέρει επί λέξει "δίκη πραγματικό σοκ για την ελληνική δικαιοσύνη και την ελληνική κοινωνία χθες στο Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών κυρίαρχο πρόσωπο ο πρόεδρος Εφετών και "ο συνέταιρός" του και ήδη κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού Γ.Γ., στη συνέχεια δε ότι στις κασέτες που προαναφέρθηκαν ο πρόεδρος Εφετών εμφανίζεται να έχει όχι μόνο στενότατες σχέσεις με το συγκεκριμένο κρατούμενο, Γ. αλλά οι γυναίκες τους έχουν αγοράσει μαζί οικόπεδο, ότι στις κασέτες ο πρόεδρος Εφετών εξηγεί στη σύζυγο του Γ. ότι κανονίζει συνθέσεις που να αθωώνουν αυτούς που συμφέρει το Γ. και να καταδικάζουν αυτούς που κατά το Γ. πρέπει να καταδικαστούν, ότι μέσα σ' αυτές τις κασέτες ακούγονται και τα ονόματα δικαστών τους οποίους "πιάνει" ο συγκεκριμένος πρόεδρος Εφετών, ότι ο ίδιος αναφέρεται με μανία στην υπόθεση ενός Σ. ότι δίνει βρώμικες οδηγίες και ότι αυτό αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι, για την περίπτωση που τα τηλέφωνα παρακολουθούνται, φροντίζει να τον προσφωνούν "γιατρό", 3) Στις 25-11-1995 δημοσίευμα με τον τίτλο "Ριφιφί στο Εφετείο, Δίκη - σοκ με δικαστές, αστυνομικούς και μαγνητοταινίες" στο οποίο αναφέρει αρχικά ότι σε δίκη που σοκάρει εξελίσσεται η υπόθεση του τέως ανθυπαστυνόμου Σ. στο Εφετεία Κακουργημάτων στη συνέχεια δε ότι στάλθηκαν στις εφημερίδες κασέτες στις οποίες ο Γ. ακούγεται να συνομιλεί με πρόεδρο Εφετών και ο τελευταίος με τη σύζυγό του Γ. - ότι όσα λένε είναι τρομερά και πρωτοφανή για τη δικαιοσύνη και αποδεικνύουν "συνεταιρισμό" μεταξύ του Γ. και του δικαστή, ο οποίος φροντίζει να στήνει συνθέσεις για να εξυπηρετηθούν τα νομικά συμφέροντα του Γ., ότι ο Σ. στην ως άνω δίκη υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης του εφέτη ..., στην οποία αναφέρει ότι από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων "Αδέσμευτος Τύπος" και "Εθνος" προκύπτει ότι ο εν λόγω δικαστής φέρεται ότι συμμετείχε στη σύνθεση (κληρωθείς) της 7ης Ιουλίου, με κατηγορούμενούς τους Γ. και Α., ότι όπως πληροφορήθηκε από το δημοσιογράφο Β Σ ο πρόεδρος Εφετών Μ. είχε επίμεμπτη συνομιλία με τον ... για αναβολή αυτής της υπόθεσης και ότι από τηλεφωνική συνομιλία προκύπτει ότι ο Μ. μιλώντας με τη σύζυγο του Γ. Ε., ομολογεί ότι μεσολάβησε στον ...    για την αναβολή της δίκης Γ. 4) Στις 27-11-1995 δημοσίευμα με τον τίτλο "Οι μισθοί των δικαστικών και οι εικόνες του δικαστή", στον οποίο αρχικά αναφέρει τα του μισθολογίου δικαστικών λειτουργών, στη συνέχεια δε ότι είναι εξαιρετικά επίκαιρη η υπόθεση με τον πρόεδρο Εφετών που συνεταιρίστηκε με ένα από τους μεγαλύτερους απατεώνες του ελληνικού "ρεπερτορίου", ότι στις κασέτες που έφθασαν στη δημοσιότητα ακούγεται ο απατεώνας να συνεννοείται με τη σύζυγο του Προέδρου Εφετών για το τι θα γίνουν οι κλεμμένες εικόνες που έχει στο σπίτι του ο δικαστικός για λογαριασμό του απατεώνα, ότι το υλικό αυτό δόθηκε την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής όπως "ήθελαν" οι ανώνυμοι αποστολείς του και ότι το υλικό παρά το γεγονός ότι σ' αυτό αναφέρονται αυτόφωρα κακουργήματα, άρχισε να κάνει διαδρομές μεταξύ Αστυνομίας και Εισαγγελίας και ότι καμία αρχή δεν έκανε αυτό που θα έκανε για οποιοδήποτε 'Ελληνα, δηλαδή θα έμπαινε αμέσως στο σπίτι για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει την καταγγελία.  
Γ) Η τρίτη των εναγομένων Μ.Μ. δημοσίευμα που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ" στις 24-11-1995 με τον τίτλο "Πρόεδροι Εφετών στα κυκλώματα των φυλακών", χορός εκατομμυρίων "βολικές αποφάσεις" στο οποίο αναφέρει ότι δύο ανώτεροι δικαστικοί - πρόεδροι Εφετών φέρονται αναμεμειγμένοι σε κύκλωμα που έναντι αδρής αμοιβής, αποφυλάκισε παράνομα εμπόρους ναρκωτικών και μεγαλοαπατεώνες, και τους παρείχε    άλλου είδους διευκολύνσεις, ότι ο ένας, που είναι γνωστός στους κρατούμενους του Κορυδαλλού με το ψευδώνυμο "παππούς" συνταξιοδοτήθηκε, ότι εγκέφαλος του κυκλώματος φέρεται ότι είναι ο μεγαλοαπατεώνας Γ., ότι η εφημερίδα έχει στη διάθεοή της συμβόλαιο από το οποίο προκύπτει ότι η σύζυγος του Γ. και η σύζυγος του Εφέτη στις 24-2-1994 αγόρασαν μαζί οικόπεδο που βρίσκεται στα Στύρα της Ευβοίας, καθώς και κασέτα στην οποία ακούγονται να μιλάνε στο τηλέφωνο, η σύζυγος του Γ. με τον Πρόεδρο Εφετών, τον οποίο αποκαλεί συνθηματικά "γιατρό", ότι δικαστικοί κύκλοι του Εφετείου επιβεβαίωσαν τις πληροφορίες της εφημερίδας, ότι σύμφωνα με τα καταγγελόμενα σε μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε στον Εισαγγελέα κρατούμενος και τα οποία ερευνώνται από εισσγγελείς της Αθήνας, της Χαλκίδας και της Λάρισας, ο συνταξιοδοτηθείς πρόεδρος Εφετών φέρεται αναμεμειγμένος σε τουλάχιστον πέντε "βρώμικες" υποθέσεις, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται όσες αφορούν μόνο το Γ., τον οποίο φέρεται ότι ξελάσπωνε συνέχεια, ότι ο ίδιος Πρόεδρος Εφετών φέρεται αναμεμειγμένος σε παράνομες αποφυλακίσεις δύο τσιγγάνων, από τους οποίους ο πρώτος που είχε καταδικασθεί για ληστείες, κλοπές και απόπειρες ανθρωποκτονιών κ.λπ. και του είχε επιβληθεί κάρθειξη 10 ετών, αποφυλακίστηκε μέσα σε δύο μήνες αφού κατέβαλε 12.500.000 δραχμές, τα οποία μοιράστηκαν ο Γ., ο δικαστής και ένας δικηγόρος, ότι επιπλέον, μέρος της συμφωνίας ήταν και μια επίπλωση κομπλέ σε σπίτι του Εφέτη εκτός Αθηνών, την οποία ο τσιγγάνος μετέφερε, με το φορτηγάκι του και ότι ο άλλος τσιγγάνος που αποφυλακίστηκε με τον ίδιο τρόπο κατέβαλε 2.000.000 δραχμές.
Δ) Η τέταρτη των εναγομένων Ν. Κ., σε δημοσίευμα που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" στις 28-11-1995 με τον τίτλο "περίεργες διασυνδέσεις κρατουμένων, δικαστικών, αστυνομικών και υποδίκων" στο οποίο αναφέρει ότι νέα στοιχεία για τον συνταξιούχο Πρόεδρο Εφετών, που φέρεται ότι χρηματίζονταν από κρατούμενους τάζοντάς τους ευνοϊκή μεταχείριση στο δικαστήριο και τη σχέση του για τον υπόδικο για οικονομικά αδικήματα Γ. δόθηκαν χθες στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών από τους συνηγόρους υπεράσπισης του αστυνομικού Σ., ότι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο συμβόλαιο αγοράς οικοπέδου από κοινού της γυναίκας του Γ. και της γυναίκας του συνταξιούχου Εφέτη Α. η οποία έχει, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, καταδικασθεί τουλάχιστον 30 φορές για οικονομικά αδικήματα ότι στο ίδιο δικαστήριο κατατέθηκε ότι σε κασέτες, που είναι προιόν υποκλοπής, έχουν καταγραφεί τηλεφωνικές συνομιλίες του συνταξιούχου προέδρου Εφετών με τη γυναίκα του υποδίκου απατεώνα Γ. στις οποίες αναφέρονταν το όνομα του Εφέτη Σ.Τ.,τον οποίο φαίνεται να επηρέασε ο δικαστικός λειτουργός, προκειμένου να επιτύχει αναβολή δίκης του Γ. στις 7-7-1995, καθώς και τα ονόματα των δύο άλλων δικαστών που μετείχαν στη σύνθεση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά την ως άνω ημερομηνία και ότι σύμφωνα με την κατάθεση του Ν.Μ. στη 10η ειδική ανακρίτρια ο Γ. με τον Πρόεδρο Εφετών συνεργάζονταν και έταζαν σε κρατούμενους ευνοϊκή μεταχείριση από το δικαστήριο έναντι αμοιβής, ο ίδιος δε είδε τον δικαστικό λειτουργό να παίρνει ένα φάκελλο από τον κορμό ενός δένδρου, μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου, στην οδό Αχαρνών, δίπλα δηλαδή από το σπίτι του συνταξιούχου προέδρου Εφετών, τον οποίο άφησε αν λίγα μέτρα μακρυά, μέσα σε αυτοκίνητο μαζί με το Μ. Την 22α Νοεμβρίου 1995, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Κ. Βολονάσης παράγγειλε τη διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης για να διακριβωθεί αν ανακύπτουν πειθαρχικές ευθύνες Δικαστικών ή Εισαγγελικών λειτουργών, η οποία διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. Α. Φάκο. Ο τελευταίος στην από 3-5- 1996 έκθεσή του προς τον ως άνω Αντεισαγγελέα αναφέρει ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρει, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. 4439/1994 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Ι.Α. τα πρακτικά και αποφάσεις διαφόρων ποινικών Δικαστηρίων, τα βουλεύματα Δικαστικών Συμβουλίων, τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα κασετών, τις εξηγήσεις του ενάγοντος κ.λπ. έγγραφα προέκυψε ότι ο βαρυνόμενος με πολυσχιδή παραβατικότητα Γ.Γ. στο διάστημα που ήταν εκτός φυλακής (β' 6μηνο 1993 - Μάρτ. 1995) συνήψε στενές προσωπικές σχέσεις με τον υπηρετούντα τότε στο Εφετείο Αθηνών Δ.Μ. πρόεδρο Εφετών, ο οποίος έκτοτε του παρέσχε κατ' επανάληψη νομικές συμβουλές και τον καθοδηγούσε στο χειρισμό υποθέσεων που τον βάρυναν, αλλά και του υπέσχετο "να παρέμβει" υπέρ αυτού σε διάφορους δικαστές. Ως επιβαρυντικά στοιχεία αναφέρει μεταξύ άλλων και το ως άνω συμβόλαιο με το οποίο η σύζυγος του ενάγοντος αγόρασε ακίνητο από κοινού με τη σύζυγο του Γ. τις καταθέσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σ. Μαντακιοζίδη και του Εφέτη Ι. Δαβίλλα, τις τηλεφωνικές συνομιλίες που φέρονται ότι  έλαβαν χώρα μεταξύ του ενάγοντος και της συζύγου του Γ.Γ. και καταγράφησαν σε μαγνητοταινίες, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος είναι προιόν "φωνομοντάζ". Στη συνέχεια με την από 11-12-1996 πράξη αρχειοθετήσεως πειθαρχικής προκαταρκτικής δικογραφίας και ποινικής προκαταρκτικής δικογραφίας ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, χωρίς να αξιολογήσει τα κείμενα που φέρονται ότι περιέχουν απομαγνητοφωνημένες συζητήσεις του Δ.Μ. και άλλων γιατί δεν παρέχουν ενέγγυα γνησιότητας κατά κύριο λόγο, αφού δέχεται ότι η καταγγελία του Κ.Δ. δεν παρέχει εχέγγυα ειλικρινείας, ότι οι σχετικές με χρηματισμό του ενάγοντος για ευνοική δικαστική μεταχείριση κρατουμένων, καταθέσεις των μαρτύρων είναι εντελώς αόριστες ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων χρηματίστηκε για παρέμβαση κατά του Σ.Τ. και ότι η αγορά από κοινού ακινήτου από τη σύζυγο του ενάγοντος και τη σύζυγο του Γ.Γ. επιβεβαιώνει μεν τις στενές σχέσεις των ανωτέρω συζύγων των αγοραστριών, δεν μπορεί όμως να θεμελιώσει άνομο όφελος του ενάγοντος δια της εκμεταλλεύσεως της θέσεώς του ως δικαστή, τοποθέτησε στο αρχείο την ποινική προκαταρκτική δικογραφία που σχηματίστηκε μετά την από 15-5-1995 καταγγελία μήνυση του Κ.Δ. ως προφανώς αβάσιμη, όσον αφορά τα καταγγελόμενα για χρηματισμό του ενάγοντος. Αντίθετα με βάση τις καταθέσεις των 1) Ι. Δαβίλλα, Εφέτη που προήδρευσε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που καταδίκασε τον Ν.Σ. για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων του τηλεφώνησε στο σπίτι του κατά το διάστημα της διακοπής της δίκης και του εξέφρασε πικρία εις βάρος του κατηγορουμένου διότι εξαιτίας αναφορών του και αν ενθυμείται καλώς και άλλων κακοποιών της παρέας αυτής στερήθηκε της προαγωγής του και 2) του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σ. Μαντακιοζίδη ο οποίος κατέθεσε ότι ενώ ήδη από το Μάϊο του 1995 είχε γνωμοδοτήσει θετικά για την προσωρινή κράτηση του Γ. Γ. και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα προσωρινής κράτησης ο ενάγων τον οποίο δεν γνώριζε, του τηλεφώνησε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και του είπε "κάνατε μεγάλο λάθος και αδικία που προφυλακίσατε τον Γ.Γ. γιατί πρόκειται για άγιο άνθρωπο και έντιμο και ότι θα πρέπει να γίνει κάτι να αποκατασταθεί η αδικία και να βγει από τη φυλακή" ο ως άνω Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι προκύπτουν ενδείξεις οτι ο ενάγων και στις δύο περιπτώσεις τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παρότρυνσης για εκτέλεση του πλημμελήματος της παράβασης καθήκοντος και με έγγραφο του διαβίβασε τη δικογραφία στον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για την άσκηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης για τις ως άνω πράξεις. Κατόπιν αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη και μετά την περάτωση της προανάκρισης λόγω της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως Δικαστής κατά το χρόνο της φερόμενης τέλεσης των πράξεων η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο τελευταίος επέστρεψε τη δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών γιατί είχε την άποψη ότι από το αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του ως άνω τέως Προέδρου Εφετών για το αδίκημα που του αποδίδεται, που να δικαιολογούν τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 18/1998 βούλευμά του παρέπεμψε  τον ενάγοντα ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί για τα ως άνω αδικήματα που του αποδίδονται. Επίσης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του Ν.Σ. ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στις 24-11-1995 ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης του μέλους του Δικαστηρίου τούτου Εφέτη ... διατεινόμενος ότι ο ως άνω δικαστής συμμετείχε στη σύνθεση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 7-7-1995, κατά την οποία είχε εισαχθεί για εκδίκαση υπόθεση με κατηγορουμένους τους Γ. Γ. και Α. και ότι όπως πληροφορήθηκε από δημοσίευμα του "Αδέσμευτου Τύπου" και από το δημοσιογράφο Σ.Β. είχε επίμεμπτη συνομιλία με τον ενάγοντα, η οποία αφορούσε την αναβολή της δίκης των ανωτέρω και έχει αποτυπωθεί σε μαγνητοταινία, ότι ο Γ. είναι ο ενορχηστρωτής της εις βάρος του κατηγορίας περί ναρκωτικών για να τον    εκδικηθεί διότι ως αστυνομικός τον είχε διώξει και ότι συνεπεία αυτών προκαλούνται υπόνοιες μεροληψίας εις βάρος του. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη (βλ. τα 1584 -1585/1995 πρακτικά και απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. 
Περαιτέρω όσον αφορά την κλοπή των εικόνων κατόπιν της από 12-9-1995 μήνυσης του Κ. Δ. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την οποία κατήγγειλε ότι ο Γ.Γ., η σύζυγός του Ε. και ο Μ.Κ. έκλεψαν από παρεκκλήσια και ναούς θρησκευτικές εικόνες αφιερωμένες στη θρησκευτική λατρεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το ως άνω αδίκημα και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση. Κατά τη διάρκεια αυτής στις 19-9-1995 έγινε κατ' οίκον έρευνα στην οικία του Γ.Γ. επί της οδού Μ. 7, στην οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 27 σύγχρονες εικόνες. Επίσης στην εφημερίδα "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ" άγνωστος αποστολέας απέστειλε αντίγραφο της ως άνω μήνυσης και ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο ανέφερε ότι ένα μέρος των κλεμμένων εικόνων βρίσκονται στο επί της οδού Π. 21-23 οικία του ενάγοντος. Τα έγγραφα αυτά παρέδωσε στο ΑΤ 'Ανω Πατησίων στις 16-11-1995 ο δημοσιογράφος της ως άνω εφημερίδας Κ. Ι. και ο Διοικητής του εν λόγω τμήματος στις 21-11-1995 τα διαβίβασε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Μετά από αυτά στις 31-1-1996 διενεργήθηκε έρευνα στην ως άνω οικία του ενάγοντος στην οποία δεν βρέθηκε τίποτε. Τελικώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 592/1997 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων Γ. Γ., Ε.Γ. και Μ.Κ. για τις ως άνω πράξεις. Συνεπώς τα περί κυκλωμάτων ομάδας επίορκων δικαστικών λειτουργών με επικεφαλής τον ενάγοντα που έναντι μεγάλων χρηματικών    ανταλλαγμάτων πραγματοποιούσαν σποφυλακίσεις κρατουμένων, περί χρηματισμού και για παρέμβαση σε του Σ., περί τηλεφωνικών συνομιλιών και ψευδωνύμων καθώς και περί κατοχής κλεμμένων εικόνων και καταδικών της συζύγου του ενάγοντος (από το τελευταίο γεγονός πάντως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμέσως θιγόμενος ο ενάγων) αποδεικνύονται ψευδή. Όμως από κανένα από τα προσαγόμενα σποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι γνώριζαν ότι τα γεγονότα που διέδωσαν με τα δημοσιεύματά τους είναι ψευδή, ούτε ότι αυτά κατασκευάστηκαν και μάλιστα με τη συμμετοχή των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, για τη δημιουργία θορύβου σε βάρος του ενάγοντος χάριν εξυπηρέτησης των ισχυρισμών του δικαζομένου Ν. Σ., ούτε εξάλλου αυτοί (δημοσιογράφοι) είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν τη γνησιότητα των ως άνω μαγνητοταινιών. Επομένως λόγω της έλλειψης του ως άνω στοιχείου (γνώσης της αναλήθειας) τα ως άνω δημοσιεύματα δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης. Εξάλλου από τον τρόπο με τον οποίο αποδόθηκαν τ' ανωτέρω στα δημοσιεύματα δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως δηλαδή πρόθεση των συντακτών τους που να κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος ως αμφισβήτηση της αξίας του, αφού οι ως άνω λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τις οποίες πράγματι ορισμένες είναι οξύτατες, κατά την αντικειμενική τους εκτίμηση ενόψει και του γεγονότος    ότι στα υπ' αρ. 1 και 3 δημοσιεύματα του α' των εναγομένων 1,2,4,5,6 και 7 του β' των εναγομένων καθώς και στα δημοσιεύματα των γ και δ των εναγομένων δεν αναφέρεται καν το όνομα του ενάγοντος, ενώ στα περισσότερα από αυτά χρησιμοποιείται η λέξη φέρεται, δεν έχουν έντονο το στοιχείο της καταφρόνησης του προσώπου του. Αντίθετα κατά το βάσιμο ισχυρισμό των ιδίων εναγομένων (άρθρο 367 του ΠΚ) τα ως άνω δημοσιεύματα έγιναν με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, με δυσμενείς για τον ενάγοντα συνέπειες, αλλά χωρίς παραμόρφωση των ως άνω ειδήσεων που είχαν περιέλθει σ' αυτούς και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο έκφρασης, παρά τη χρησιμοποίηση έστω και οξύτατων εκφράσεων, δηλαδή έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα και από τους νόμους ελευθερία του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων σχετικών με πράξεις και συμπεριφορά φυσικών προσώπων, οι οποίες ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο, όπως στη προκείμενη περίπτωση που αναφέρονται σε πράξεις και συμπεριφορά εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού, οι οποίες αφορούν όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, ορισμένες δε από αυτές, κατά τα προαναφερθέντα, ήλθαν στο φως της δημοσιότητας, στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δίκη του Ν. Σ. Συνεπώς κατά τα ανωτέρω αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας των πράξεων των εναγομένων δημοσιογράφων και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος για την εις βάρος του δυσφήμηση. Αλλά ούτε και αμέλεια μπορεί να καταλογισθεί σε βάρος των εναγομένων δημοσιογράφων γιατί αυτοί καταβάλλοντας την απαιτούμενη από το μέσο δημοσιογράφο επιμέλεια και προσοχή δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν την αναλήθεια του προαναφερθέντος υλικού, στο οποία βασίστηκαν τα δημοσιεύματά τους (γνησιότητα ή μη μαγνητοταινιών αναφορών κ.λπ.) Συνεπώς, αφού οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι δεν βαρύνονται με υπαιτιότητα δεν ανακύπτει ευθύνη τους και από τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 932, 57 και 59 του ΑΚ.
Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος των εναγομένων μεθόδευσε τα ως άνω δημοσιεύματα και την εμφάνιση της συνηγόρου του κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του στο τηλεοπτικό κανάλι της εταιρείας του Γ.Κ. στην εκπομπή ένοχος ή αθώος, με οργανωτή τον πρώτο των εναγομένων στην οποία ανέφερε τα ίδια που αναφέρονται και στα ως άνω δημοσιεύματα, ούτε ότι ο ίδιος (έκτος) εναγόμενος καθώς και ο πέμπτος προκάλεσαν στους προαναφερθέντες δημοσιογράφους την απόφαση να δημοσιεύσουν στον τύπο τα επίμαχα δημοσιεύματα, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο ενάγων.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που ερευνάται ως ουσιαστικά αβάσιμη, να συμψηφιστούν όλα τα έξοδα μεταξύ των παρόντων διαδίκων, γιατί ο ενάγων έχει εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ) να μην οριστεί παράβολο ερημοδικίας για τους εναγομένους που ερημοδικούν (κατά το μέρος που γι' αυτούς η παρούσα απόφαση είναι    οριστική) γιατί δεν έχουν έννομο συμφέρον ν' ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας.

Σημείωση. Η Πρόεδρος της σύνθεσης κ. Μαρία Χυτήρογλου είναι σήμερα Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
Δημοσίευση σχολίου