Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Ποινική αναίρεση υπέρ του νόμου, απολογία κατ/ νου, υφ' όρον παύση ποινικής δίωξης.

ΑΠ Ολομέλεια  1/ 2012, ΠοινΔικ 2012.99= ΠοινΧρον 2012.345= ΝοΒ 2012.1799.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Δημήτριος Πατινίδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Ζαΐρης, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδων Μιτσιάλη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Νικόλαο Μπιχάκη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Ειρ. Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Γεώργιο Σακκάς και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Εισαγγελέας  Ιωάννης Τέντες.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση υπέρ του νόμου. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση-υπερασπίσεως δικαιώματα. Κλήση σε απολογία κατηγορουμένου. Υφ΄όρον παύση της ποινικής δίωξης βάσει του ν. 3346/2005 (ά. 31§1) για πλημμελήματα κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος και έχουν τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου. Μεταβολή κατηγορίας. Μεταβολή κατηγορίας μετά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας και υπαγωγή στην ως άνω διάταξη του ν. 3346/2005 (υφ΄όρον παύση της ποινικής δίωξης), χωρίς κλήτευση των κατηγορουμένων προς απολογία. Αναιρεί την αμετάκλητη απόφαση υπέρ του νόμου, λόγω απόλυτης ακυρότητας.

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3). Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνο υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων. Κατά δε το άρθρο 73 του ιδίου Κώδικα, ο κατηγορούμενος διατηρεί την ιδιότητα του ωσότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση και την αποκτά εκ νέου στις περιπτώσεις του άρθρου 57 παρ. 2, δηλαδή στις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 ΚΠΔ. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέρ του νόμου δεν αποτελεί γνήσιο ένδικο μέσο αλλά ιδιότυπη προσφυγή και ως εκ τούτου δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα για τον κατηγορούμενο και  τους  άλλους διαδίκους, οι οποίοι δεν κλητεύονται διότι, λόγω απώλειας της ιδιότητάς τους μετά το αμετάκλητο, δεν νομιμοποιούνται σε παράσταση κατά την επί της ιδιότυπης αυτής προσφυγής διαδικασίας ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία διεξάγεται σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς έννομες συνέπειες  γι` αυτούς, αφού τα δικαιώματά τους διατηρούνται απαραμείωτα χωρίς, εξάλλου, στην περίπτωση αυτή να παραβιάζονται τα άρθρα 20 του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, τα οποία έχουν εφαρμογή μόνον επί ενδίκων μέσων που έχουν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα για τους διαδίκους και συνεπώς έννομες συνέπειες γι` αυτούς (ΑΠ Ολ 4/2009).

Εξάλλου κατά το άρθρο 366 παρ. 1 ΚΠΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. Η παραβίαση της διάταξης αυτής έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν 3346/2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιοποίνων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παρ. 5: α) των πταισμάτων και β) υφ` όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή, αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ` αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη. Η απόφαση του δικαστηρίου για εφαρμογή της διατάξεως αυτής μπορεί να εκδοθεί: α) με βάση την κατηγορία που εισάγεται ενώπιον του και β) αν μετά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας αυτό μεταβάλει την κατηγορία σε έγκλημα που υπάγεται στην άνω ειδική διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν 3346/2005, δηλαδή σε έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Στην τελευταία περίπτωση της μεταβολής της κατηγορίας πρέπει, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, να κληθεί για να απολογηθεί ο παριστάμενος κατηγορούμενος. Αν αυτός δεν κληθεί να απολογηθεί, η ακροαματική διαδικασία δεν είναι ολοκληρωμένη και η σχετική απόφαση με την οποία μεταβλήθηκε η κατηγορία και αυτή υπήχθη στο άρθρο 31 του άνω νόμου είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου να απολογηθεί πριν την έκδοση της. Απαραίτητη εξάλλου είναι η ολοκλήρωση της διαδικασίας προ της μεταβολής της κατηγορίας και για τους απόντες κατηγορουμένους.

Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ` αριθμ. 2/2008 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών εισήχθησαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών για να δικασθούν οι μεν δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Σ.-Α. Χ. και Β.Κ., κάτοικοι ..., για εξακολουθητική πλαστογραφία μετά χρήσεως, οι δε λοιποί, ήτοι οι Α.Δ., κάτοικος ..., Β.Κ., κάτοικος ..., Α.Ρ., κάτοικος..., Α.Σ.-Σ., κάτοικος..., Γ.Κ., κάτοικος..., Χ.Λ., κάτοικος..., Α.Κ., κάτοικος ..., Μ.Κ., κάτοικος ..., Κ.Κ., κάτοικος..., Σ.Ν., κάτοικος..., Σ.Α., κάτοικος..., Ε.Κ., κάτοικος... και Κ.Σ., κάτοικος..., για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003. Μετά την έναρξη της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω 343/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών  οι κατηγορούμενοι πλην της ενάτης, η οποία απουσίαζε, δήλωσαν ότι αρνούνται την κατηγορία και περαιτέρω η πράξη που τους αποδίδεται έχει τον χαρακτήρα του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού και κατ` εφαρμογή του άρθρου 31 του Ν 3346/2005 πρέπει να παύσει υφ` όρον η εναντίον τους δίωξη, αφού η πράξη αυτή τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Από τα πρακτικά της άνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε μόνο τον μάρτυρα κατηγορίας Γ.Λ. από τους δώδεκα παρόντες, ανέγνωσε διάφορα έγγραφα και ο διευθύνων τη συζήτηση δεν κάλεσε τους παρόντες κατηγορουμένους να απολογηθούν. Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το παρατιθέμενο αιτιολογικό του, έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και έπρεπε, κατ` επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθούν ένοχοι πλαστογραφίας πιστοποιητικών κατ` εξακολούθηση οι δύο πρώτοι και ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή οι λοιποί, ήτοι για παράβαση των άρθρων 217 και 46 του Π Κ και στη συνέχεια κατ` εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν 3346/2005 έπαυσε υφ` όρον την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά τούτων. Ενόψει όμως του ότι, ως ελέχθη, ο διευθύνων τη συζήτηση δεν κάλεσε τους παρόντες κατηγορουμένους να απολογηθούν, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι θίγονται τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος ο περί απόλυτης ακυρότητας μόνος λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να αναιρεθεί η άνω αμετάκλητη απόφαση υπέρ του νόμου, τηρουμένων όμως απαραμειώτων των δικαιωμάτων των διαδίκων.
Δημοσίευση σχολίου