Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Πλειστηριασμός, ανατροπή του, παθητική νομιμοποίηση σε αγωγή αδικ. πλουτισμού.

Άρειος Πάγος πλήρης Ολομέλεια, 5/ 2018.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Βασίλειο Πέππα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου – Εισηγήτρια, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Γεώργιο Κοντό, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Γεώργιο Αναστασάκο, Αβροκόμη Θούα, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Γεώργιο Μιχολιά, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Τζανακάκη, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Γεώργιο Αποστολάκη, Αρετή Παπαδιά, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Μαρία Γεωργίου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αντιγόνη Καραΐσκου – Παλόγου, Κυριάκο Οικονόμου, Ευφροσύνη Καλογεράτου – Ευαγγέλου, Βασιλική Μπαζάκη – Δρακούλη, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Πλειστηριασμός. Ακύρωση αυτού διά αμετάκλητης απόφασης μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και την διανομή αυτού στους δανειστές του οφειλέτη. Δυνατότητα έγερσης αγωγής βάσει αδικαιολογήτου πλουτισμού του υπερθεματιστή για την απόδοση του καταβληθέντος και διανεμηθέντος προς τους δανειστές πλειστηριάσματος. Ζήτημα παθητικής νομιμοποίησης στην δεδομένη δίκη. Ο υπερθεματιστής δεν δύναται να στραφεί κατά του οφειλέτη, του οποίου τα χρέη αναβιώνουν μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, αλλά μόνο κατά της τράπεζας που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και των λοιπών πιστωτών που τυχόν εισέπραξαν το πλειστηρίασμα. Η ίδια ρύθμιση ισχύει και επί ακυρωθέντος πλειστηριασμού που είχε επισπευθεί από τράπεζα κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 17-7/13.08.1923. Ορθώς το εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί πως παραδεκτά ο αναιρεσίβλητος υπερθεματιστής είχε στρέψει την αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά της αναιρεσείουσας – επισπεύδουσας τον μετέπειτα ακυρωθέντα πλειστηριασμό τράπεζας και όχι κατά του οφειλέτη.

Με την 26/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 εδ. γ του Ν.1756/1988 και 563 παρ. 2 εδ β’ Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της 1649/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 ΑΚ, 1018, 1005 Κ.Πολ.Δ. και 61 του Ν.Δ/τος της 17-7/13-8-1923, και με τον οποίο τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και η παραπομπή είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας. Ειδικότερα, παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης στην αγωγή του υπερθεματιστή, από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για την απόδοση του πλειστηριάσματος που ήδη καταβλήθηκε από αυτόν και διανεμήθηκε στους δανειστές, όταν μετά τη διανομή ακυρώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ο πλειστηριασμός. Δηλαδή τίθεται το ζήτημα αν αδικαιολογήτως πλουτίσας στην περίπτωση αυτή και συνεπώς υπόχρεος στην απόδοση του πλουτισμού, είναι ο καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτης ή ο δανειστής που έλαβε το πλειστηρίασμα. Ήδη με την από 12-6- 2017 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς αυτός αναιρετικός λόγος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1018 Κ.Πολ.Δ. «σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ. 4. Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί». Κατά τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 3 εδ α Κ.Πολ.Δ. «η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει πάνω στο ακίνητο» κατά δε το εδ. 3 της ίδιας παραγράφου «αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και οι προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν». Παρά τη μη ρητή αναφορά στις αμέσως παραπάνω διατάξεις για την τύχη του ενεχύρου σε αναγκαστική εκποίηση κινητού, ο πλειστηριασμός επιφέρει και την απόσβεση του ενεχύρου κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 1240 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση κατά τους όρους του νόμου ο αγοραστής αποκτά την κυριότητα του πράγματος ελεύθερη από βάρη. Κατά το άρθρο 61 παρ. 1, 2 του Ν.Δ/τος της 17- 7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου, που επισπεύδεται από δανείστρια τράπεζα κατά τις διατάξεις του παραπάνω Ν.Δ/τος, ο τρίτος που αναδείχθηκε υπερθεματιστής υποχρεούται να καταβάλει το πλειστηρίασμα στην τελευταία, η οποία αφού καταλογίσει τούτο σε ίσο ποσόν με την απαίτησή της να καταθέτει το υπόλοιπο που απομένει δικαστικώς. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Εξάλλου η διαπλαστικής φύσεως δικαστική απόφαση, που δέχεται ανακοπή, με την οποία προσβάλλεται ως άκυρη διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης (933 επ Κ.Πολ.Δ.), με σκοπό την απαγγελία της ακυρότητας, ακυρώνει την προσβληθείσα πράξη αναδρομικώς, έτσι ώστε αυτή θεωρείται αρχήθεν άκυρη (159 Κ.Πολ.Δ.), οπότε αίρονται τα ήδη επελθόντα αποτελέσματά της και παύει να παράγει έναντι πάντων τις συνέπειές της από το χρόνο που διενεργήθηκε. Στην περίπτωση ακύρωσης του πλειστηριασμού μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, την παράδοση σ’ αυτόν των πλειστηριασθέντων πραγμάτων και τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, ο πλειστηριασμός, καθώς και οι συναρτώμενες με αυτόν παραπάνω σχετικές πράξεις, ως κατάληξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας των πλειστηριασθέντων στον υπερθεματιστή και η καταβολή (διανομή) του πλειστηριάσματος θεωρείται πλέον ότι δεν έγιναν (ΑΚ 180, 184) και αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειές τους. Ειδικότερα, σε σχέση με την παροχή του υπερθεματιστή κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, δηλαδή την καταβολή του πλειστηριάσματος, που ακολούθως διανεμήθηκε στους δανειστές, επέρχεται, ως συνέπεια του ακυρωθέντος πλειστηριασμού, η απόσβεση (αναδρομικώς) της υποχρέωσής του τελευταίου να καταβάλει τούτο, αλλά και η ανατροπή των αποσβεστικών αποτελεσμάτων της καταβολής και διανομής του πλειστηριάσματος. Δηλαδή με την ακύρωση του πλειστηριασμού επέρχεται η ανατροπή της απόσβεσης του χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναβιώνει έκτοτε και αντίστοιχα η επανάκτηση των απαιτήσεων των δανειστών, που εισέπραξαν το πλειστηρίασμα και διατηρούν ακέραια την απαίτησή τους κατά του οφειλέτη. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται και από δανείστρια τράπεζα σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω Ν.Δ/τος, αν ακολουθήσει ακύρωση του πλειστηριασμού και συνακόλουθα και της προς καταβολή του πλειστηριάσματος απαίτησης, αναβιώνει αναδρομικά το χρέος του οφειλέτη και η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας, η οποία (απαίτηση) παραμένει αλώβητη, σε όλη της την έκταση. Αντίστοιχα ο υπερθεματιστής, ο οποίος σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τον πλειστηριασμό κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δικαιούται, με βάση την απορρέουσα από το άρθρο 904 ΑΚ αρχή ότι τα καταβληθέντα προς εκπλήρωση άκυρης σύμβασης αναζητούνται, να απαιτήσει την απόδοση τούτου με αγωγή απευθυνόμενη όχι κατά του οφειλέτη, ο οποίος μετά την κήρυξη άκυρου του πλειστηριασμού δεν απαλλάσσεται από τα χρέη του, αλλά πρωτίστως κατά της τράπεζας που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και των λοιπών πιστωτών που τυχόν εισέπραξαν το πλειστηρίασμα, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή έλαβαν τα χρήματα που εισέπραξαν χωρίς αιτία και διατηρούν συγχρόνως λόγω της ανατροπής, και τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη. Ο υπερθερμαστής δικαιούται να στραφεί κατά του οφειλέτη μόνον εάν και εφόσον ο τελευταίος εισέπραξε το υπόλοιπο, που απέμεινε μετά την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών. Τα ίδια ισχύουν και όταν ο πλειστηριασμός επισπεύδεται από δανείστρια τράπεζα κατά τις διατάξεις του Ν.Δ/τος της 17-7/13- 8-1923 «περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών». Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με εκείνη του άρθρου 1005 παρ. 3 εδ. β Κ.Πολ.Δ., που προαναφέρθηκε, από την οποία συνάγεται ότι αφού αναβιώνουν αυτοδικαίως μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού τα εμπράγματα δικαιώματα που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις των δανειστών, στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα, αναβιώνουν ταυτόχρονα και οι απαιτήσεις των τελευταίων, και το χρέος του καθού η εκτέλεση-οφειλέτη, αφού δε νοείται η αναβίωση των παρεπομένων των απαιτήσεων παραπάνω εμπραγμάτων δικαιωμάτων, χωρίς την ύπαρξη των ασφαλιζομένων με αυτά απαιτήσεων. Η ίδια ρύθμιση δεν είναι αντίθετη με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1018 ΑΚ, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, που εισήχθη το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 9 του ν. 958/1971 αλλά και από το σκοπό της, που συνίσταται κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση «… στην προστασία του καταβαλόντος το πλειστηρίασμα υπερθεματιστού εν ακυρότητι του πλειστηριασμού … καθόσον υπό το (μέχρι τότε) κρατούν νομικόν καθεστώς, ο υπερθεματιστής εις περίπτωσιν ακυρώσεως του πλειστηριασμού μετά την διανομήν του πλειστηριάσματος, έμενεν απροστάτευτος έναντι των μετασχόντων της διανομής, εις περίπτωσιν αφερεγγυότητας τούτων και εν πάση περιπτώσει ήτο υποχρεωμένος να διεξαγάγη δικαστικόν αγώνα δια να αναλάβει τα καταβληθέντα», αφ’ ενός μεν αναγνωρίσθηκε ύπαρξη απευθείας αξίωσης του υπερθεματιστή για επίσπευση πλειστηριασμού στο ίδιο το πλειστηριασθέν ακύρως πράγμα, με βάση αυτήν την ίδια την ακυρωτική του πλειστηριασμού απόφαση και με πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που τον διενήργησε περί καταβολής και διανομής του πλειστηριάσματος και αφ’ ετέρου προικοδοτήθηκε η απαίτηση του αυτή, τόσο με ειδικό προνόμιο, κατισχύον έναντι κάθε άλλου ειδικού ή γενικού προνομίου επί του πλειστηριασμένου αντικειμένου, όσον και με ιδιώνυμο εκτελεστό τίτλο, δηλαδή την ίδια την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση, έτσι ώστε να δύναται αυτός το συντομότερο δυνατόν να αναλάβει το πλειστηρίασμα που κατέβαλε. Ο κατά την ανωτέρω διάταξη «νέος πλειστηριασμός» απευθύνεται εναντίον του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη και έχει ως αντικείμενο το πλειστηριασθέν πράγμα, αφού μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, αυτό ανήκει και πάλι στον οφειλέτη, χωρίς να αποκλείεται η διακριτική ευχέρεια του υπερθεματιστή να στραφεί κατά των πιστωτών, στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα και οι οποίοι στην περίπτωση αυτή έλαβαν χωρίς αιτία τα χρήματα που εισέπραξαν και να επιδιώξει με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την απόδοση του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, όπως γινόταν δεκτό μέχρι την εισαγωγή του προαναφερόμενου άρθρου στον Κ.Πολ.Δ.. Η διάταξη του άρθρου 1018 Κ.Πολ.Δ. θεσπίσθηκε για τη διευκόλυνση του υπερθεματιστή με πρόσφορο και ταχύτερο ένδικο βοήθημα να αναλάβει τα ποσά του πλειστηριάσματος, που συνήθως διανέμονται σε περισσότερους δανειστές του καθ’ ού η εκτέλεση και για το λόγο αυτό καθίσταται δυσχερής η ικανοποίησή του και για την προστασία του από την αφερεγγυότητα των τελευταίων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης δέχθηκε με τις νομικές σκέψεις του ότι αν ακυρωθεί πλειστηριασμός, που επισπεύδεται και από δανείστρια τράπεζα κατά τις διατάξεις του Ν.Δ/τος της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών», με δικαστική απόφαση, μετά τη διανομή του συνόλου του πλειστηριάσματος στους πιστωτές του καθ’ ού η εκτέλεση-οφειλέτη, δικαιούται ο υπερθεματιστής, που κατέβαλε το πλειστηρίασμα, να ασκήσει αγωγή από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να απαιτήσει την απόδοση του πλειστηριάσματος, απευθυνόμενη κατά των δανειστών που εισέπραξαν τούτο και όχι κατά του οφειλέτη-καθ’ ού η εκτέλεση. Ακολούθως, με βάση την παραδοχή αυτή, δέχθηκε ότι η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τότε τράπεζας με την επωνυμία «…», την οποία μετά από συγχώνευση και απορρόφηση διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα και στην οποία αυτός εξέθετε ότι σε αναγκαστικό πλειστηριασμό κοινών ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο …., που επέσπευσε η τελευταία για την ικανοποίηση απαίτησης που διατηρούσε σε βάρος οφειλέτη της, στην κυριότητα του οποίου αυτές (μετοχές) ανήκαν και είχε ο ίδιος συστήσει επ’ αυτών ενέχυρο υπέρ της, αναδείχθηκε υπερθεματιστής και κατέβαλε το πλειστηρίασμα, το οποίο στο σύνολό του έλαβε η επισπεύδουσα, ότι ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και ζητούσε την απόδοσή του από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της έλλειψης νόμιμης αιτίας διατήρησης του πλουτισμού στην περιουσία της τελευταίας, ορθώς απευθύνθηκε κατά της δανείστριας τράπεζας, που εισέπραξε το συνολικό ποσόν του πλειστηριάσματος, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτής, για το λόγο ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να στραφεί κατά του καθ’ ού η εκτέλεση-οφειλέτη, που είναι κατά την άποψή της, ο πλουτίσας μετά την ακύρωσή του πλειστηριασμού και όχι κατ’ αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, των άρθρων 904 ΑΚ, 1018 και 1005 Κ.Πολ.Δ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφασίσει για τον άλλο αναιρετικό λόγο, που δεν παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και δεν έχει ερευνηθεί. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται με αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 61 του Ν/Δτος της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών», είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της, ούτε ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον πρώτο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο της από 23-10-2013 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «… … ….», περί αναιρέσεως της 1649/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναπέμπει την απόφαση στο ίδιο Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να αποφασίσει για τον άλλο αναιρετικό λόγο.
Δημοσίευση σχολίου