Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Προσωπικότητα νομικού προσώπου, αστική ευθύνη μελών κυβέρνησης.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 10.098/ 1991 Δνη 33 (1992).1505.

Πρόεδρος, Αλίκη Αντωνακούδη, Εισηγήτρια Αγγελική Αλειφεροπούλου.
Περίληψη. Προσβολή προσωπικότητας. Δικαίωμα στην προσωπικότητα έχουν και τα νομικά πρόσωπα, επομένως σε περίπτωση προσβολής της έχουν τα δικαιώματα που τους παρέχουν τα αρθ. 57 και 59 ΑΚ. Αστική ευθύνη Υπουργών. Προϋπόθεση της αστικής ευθύνης μέλους της κυβέρνησης, εξ αιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά την άσκηση των καθηκόντων του, είναι η ύπαρξη ποινικής ευθύνης. Απαράδεκτη η αγωγή για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση κατά μέλους της Κυβέρνησης, εφ' όσον δεν έχει προηγηθεί καταδικαστική απόφαση σε βάρος του από το Ειδικό Δικαστήριο, με την οποία να αναγνωρίζεται η ποινική του ευθύνη για την παράνομη και αξιόποινη πράξη που του καταλογίζεται. Η σχετική διάταξη του αρθ. 46 του ν.δ. 802/1971 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.

Η προσωπικότητα αποτελεί το πλέγμα των αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ενός προσώπου,με το οποίο αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα (Γεωργιάδη - Σταθοπούλου Αστ. Κώδιξ Ι Γεν. Αρχαί άρθ. 57 αριθ. 1 σελ.99). Δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστεως, της υπολήψεως, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών άϋλων αγαθών που του αναγνωρίζονται έχει και το νομικό τρόσωπο (Σημαντήρας: Γεν. Αρχ.ημίτ. Α' αρ. 538, ΑΠ 182/1967 ΝοΒ 16.46, ΕΑ 6338/1981 ΝοΒ 29.1412) και, συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του σε οποιαδήποτε από αυτές τις εκφάνσεις με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται, σύμφωνα με τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ, να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον (Ολ ΑΠ 812/1980 ΝοΒ 29.79) χωρίς να απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας του προσβάλλοντος (ΕΑ 3962/1982 ΕλλΔνη 23.489), καθώς και, με συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας του τελευταίου, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παράνομη προσβολή (ΑΠ 849/1985 ΝοΒ 34.836, ΕΑ 401/1986 ΕλλΔνη 27.508, ΕΑ 6338/1981 βλ. ανωτ.). Εξάλλου, η χρηματική ικανοποίηση, που προβλέπεται από το νόμο σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και επί της κατά τα άνω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας (άρθ. 59 ΑΚ), ως μορφή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της επερχομένης στην ηθική, πνευματική και σωματική συγκρότηση του βλαβέντος ηθικής ζημίας, μολονότι είναι και αυτή "αποζημίωση", χαρακτηρίζεται ως "χρηματική ικανοποίηση" προς διάκρισή της ατό την αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας, η οποία επέρχεται στην περιουσία του βλαβέντος (Παν.Ζέπου: ΕνοχΔ, Γεν. Μέρος, έκδ. 1969 παρ. 143 επ.,Καυκά: ΕνοχΔ, Ειδ. Μέρ. 1975 άρθ. 932, 933 παρ.4 σελ. 917 - 918). 
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 του Ν.Δ. 802/ 1971 "περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και των Υφυπουργών", σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 έως 5 , 9 επ. αυτού και 86 του ισχύοντος Συντάγματος 1975, προκύπτει, ότι προϋπόθεση της αστικής ευθύνης μέλους Κυβερνήσεως εξαιτίας παράνομης πράξεως ή παραλείψεως κατά την εκτέλτση των καθηκόντων του είναι η ύπαρξη ποινικής ευθύνης και, ότι, συνεπώς, πριν από την κατά νόμο, δηλαδή με καταδικαστική απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου εκδιδόμενη κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως από τη Βουλή,αναγνώριση της ποινικής ευθύνης δεν είναι παραδεκτή η κατ' αυτού περί αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως αγωγή του ζημιωθέντος ιδιώτη (ΑΠ 841/1976 ΠοινΧρ ΚΖ 258, βλ. και σημείωμα Γ.Ν.Κατρά κάτω από την ΜΠΑ 14822/1984 ΕλλΔνη 26.99) Με βάση τα ανωτέρω, η αστική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως, δηλονότι η υποχρέωση αυτών ν' αποκασταστήσουν τη ζημία, την οποία προξένησαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο με παράνομη πράξη ή παράλειψή τους (Α. Ραίκου : Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου κατά το Σύνταγμα του 1975 σελ.335, Ευρ. Μπεσίλα - Βήκα: Ο θεσμός της αστικής ευθύνης των Υπουργών και του Δημοσίου για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτών στην Ελλάδα ΝοΒ 35 σελ.986), διεπομένη σήμερα από το προαναφερθέν άρθρο 46 του Ν.Δ. 802/1971, το οποίο διατήρησε ρητά σε ισχύ η μεταβατική διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975 (Ευ. Μπεσίλα - Βήκα: βλ. ανωτέρω μελέτη στο ΝοΒ 35 σελ. 988), τελεί υπό την προϋπόθεση της ποινικής, που αποτελεί ζήτημα προδικαστικό της αστικής ευθύνης και δεν είναι δυνατή η άσκηση αστικής αγωγής κατά μέλους Κυβερνήσεως πριν από την άσκηση της ποινικής αγωγής και την καταδίκη από το αρμόδιο κατά το άρθ. 86 του Συντάγματος 1975 Ειδικό Δικαστήριο για την παράνομη - αξιόποινη πράξη, που του καταλογίζεται (βλ. σχετ. άρθ. 61 προϊσχύσαντος Ν. ΦΠΣΤ/1877, ρύθμιση την οποία επανέλαβε κατά βάση το Ν.Δ: 802/1971, Μ. Στασινοπούλου: Η αστική ευθύνη του Κράτους σελ. 399 - 400 επ., Γ. Αγγελοπούλου: Διοικητικό Δίκαιο παρ. 114, Α. Ραίκου: βλ. ανωτ. σελ. 335 - 336). Ως ζημία κατά την ανωτέρω έννοια χαρακτηρίζεται κάθε μείωση ή μη επαύξηση της περιουσίας κάποιου χωρίς τη θέλησή του ή η προσβολή ορισμένων άϋλων αγαθών του, μεταξύ των οποίων και της προσωπικότητας (Κ. και Δ.Καυκά: ΕνοχΔ Ειδ. Μέρος έκδ. 1975 αρθ. 914 παρ. 6 σελ. 703), μπορεί δε να είναι αυτή περιουσιακή ή όχι, θετική ή αποθετική (Ευρ. Μπεσίλα - Βήκα: βλ.ανωτέρω μελέτη στο ΝοΒ 35 σελ 995). Ακόμη, για να καταλαμβάνεται η αστική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως από τη ρύθμιση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 46 του Ν.Δ. 802/1971,πρέπει η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη αυτών να έγινε κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προϋπόθεση που θεωρείται αυτονόητη μολονότι δεν προβλέπεται ρητά από την εν λόγω διαταξη (Ευρ.Μπεσίλα - Βήκα: βλ. ανωτέρω μελέτη στο ΝοΒ 35 σελ. 992, πρβλ. άρθ. 6 Ν.Δ. 802/1971, του αναφέρεται στα εγκλήματα των ίδιων προσώπων). Τέλος, το άρθρο 46 του Ν.Δ. 802/1971, που ρυθμίζει κατά τον προεκτεθέντα τρόπο την αστική ευθύνή των μελών της Κυβερνήσεως, αποβλέπον στη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της κρατικής διοικητικής μηχανής, παρά τα αντιθέτως αβασίμως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, δεν αντίκειται στις διατάτεις του ισχύοντος Συντάγματος 1975 ούτε ειδικότερα σ' αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 τούτου. διότι δεν συνιστά παραβίαση της υποχρεώσεως σεβασμού και προστασίας, της αξίας του ανθρώπου ούτε θίγει την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου και το δικαίωμα παροχής προς αυτούς έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια (πρβλ. ΑΠ 1064/1975 ΠοινΧρ ΚΣΤ 392, η οποία έκρινε, ότι είναι συνταγματική υπό την ισχύ του Συντάγματος 1975 η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 Ν. 1811/1951 περί ανευθύνου των δημόσιων υπαλλήλων έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτούς δημόσιας υπηρεσίας), πολύ περισσότερο, διότι από το ίδιο αυτό άρθρο (46 παρ. 2 Ν.Δ. 802/1971) προβλέπεται και παρέχεται στο ζημιωθέντα από παράνομη πράξη ή παράλειψη μέλους Κυβερνήσεως αγωγή αποζημίωσεως κατά του Δημοσίου χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε άλλης προϋποθέσεως (Α. Ραίκου: Συνταγματ. Δίκ. έκδ. 1990 τόμ. Α' τεύχ. Β' σελ. 445 - 446,Ευρ. Μπεσίλα - Βήκα: βλ. ανωτέρω μελέτη στο ΝοΒ 35 σελ. 992), προστατευομένων έτσι επαρκώς, παρά την ύπαρξη της ανωτέρω ειδικής ρυθμίσεως, των συμφερόντων του ιδιώτη. Συγκεκριμένα, λόγω της ιδιάζουσας θέσεως, την οποία κατέχουν τα μέλη της Κυβερνήσεως, ως αποτελούντα τα κυριότερα όργανα ασκήσεως της διοικητικής λειτουργίας, που κατευθύνουν την κίνηση του όλου κρατικού μηχανισμού, ο νόμος επιφύλαξε σ' αυτά την κατά τα άνω ειδική μεταχείρηση για λόγους εύρυθμης λειτουργίας του Κράτους και απρόσκοπτης εκτελέσεως των καθηκόντων τους για την ομαλή άσκηση του κυβερνητικού έργου. Η ειδική αυτή μεταχείριση, με την οποία παρέχεται προστασία στα ανώτατα όργανα του Κράτους, που συγκροτούν την Κυβέρνηση, από τις άκαιρες και αλόγιστες αγωγές των τρίτων, προκειμένου να παραμείνουν απερίσπαστα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, αποβλέπουσα στην εξυπηρέτηση γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, για τη διασφάλιση του οποίου έχει θεσπισθεί, συμπορεύεται προς το σκοπό του Συντάγματος, αφού η δυνατότητα προπετούς ασκήσεως αστικών αξιώσεων της φύσεως που προαναφέρθηκε κατά των ανωτέρω οργάνων ασφαλώς αντιστρατεύεται προς τα εξαιρετικής σημασίας καθήκοντα, με τα οποία αυτά είναι επιφορτισμένα έναντι του συνόλου του λαού (πρβλ. και τον συνταγματικά καθιερωμένο με τα άρθρα 61 και 62 του Συντάγματος 1975 θεσμό της βουλευτικής ασυλίας), ενώ, εξάλλου, η ικανοποίηση αστικής αξιώσεως οποιουδήποτε προσώπου κατόπιν ασκήσεως αγωγής στρεφομένης ατομικώς κατά τέτοιων οργάνων (μελών Κυβερνήσεως) και εκδικαζομένης με τη συνήθη διαδικασία, αναφερομένης δε σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων τούτων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σε καμμία περίπτωση δεν θα δημιουργούσε υπέρτερο κοινωνικό όφελος από τη διασφάλιση της απρόσκοπτης, όπως προεκτέθηκε, εκτελέσεως εκ μέρους τους του κυβερνητικού έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία εκθέτει, ότι ο εναγόμενος, εμφανιζόμενος με την ιδιότητά του ως Πρωθυπουργού της Ελλάδος σε πολυδιαφημισθείσα συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ, η οποία παρακολουθήθηκε από μεγάλο αριθμό πολιτών, αναφερθείς μεταξύ άλλων και στο ραδιόφωνικό σταθμό SΚΥ 100,4 FΜ SΤΕRΕΟ, που αποτελεί το μόνο περιουσιακό στοιχείο αυτής (ενάγουσας), η δραστηριότητα της οποίας εξαντλείται σύμφωνα με το σκοπό της στη λειτουργία και εκμετάλλευσή του, προέβη από δόλο στους αναφερόμενους στην αγωγή δυσφημιστικούς γι' αυτόν (ραδιοφωνικό σταθμό) χαρακτηρισμού, οι οποίοι,αποτελούντες και αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη από τα άρθρα 362 επ. Π.Κ., συνιστούν παράνομη και υπαίτια εκ μέρους του προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητάς της, αφού θίγουν βάναυσα την τιμή, τη φήμη και τη δημόσια πίστης της. Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουοα επιδιώκει, κατά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις (άρθ.223 ΚΠολΔ, ΕΑ 1704/1975 ΝοΒ 23.940), α) προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης από την ανωτέρω ποοσβολή, να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 50.000.000 δρχ., β) προς άρση της ανωτέρω προσβολής αλλά και προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης από αυτήν, να καταδικασθεί ο ίδιος σε επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις αποκαταστατική δήλωση, η οποία με δαπάνες του θα δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο και θα ανακοινωθεί ατό τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα των Αθηνών με απειλή εις βάρος του χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την υποχρέωσή του αυτή και γ) να καταδικασθεί επίσης αυτός σε παράλειψη όμοιας ή παρόμοιας προσβολής στο μέλλον με απειλή προσωπικής κρατήσεως για κάθε παράβαση της εν λόγω υτοχρεώσεώς του. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, όλα τα αιτήματα της οποίας τελούν σε συνάρτηση με την αστική ευθύνη του εναγομένου μέλους (Προέδρου) της Κυβερνήσεως εξαιτίας της αποδιδόμενης σ' αυτόν παράνομης και υπαίτιας πράξεως εις βάρος της ενάγουσας κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως Πρωθυπουργού, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως απαράδεκτη, εφόσον, όπως δέχεται η ίδια η ενάγουσα, δεν συντρέχει επί του προκειμένου η κατά τα άνω απαραίτητη προϋπόθεση της προηγούμενης καταδίκης του εναγομένου από τοι Ειδικό Δικαοτήριο για την αξιόποινη πράξη, που του καταλογίζεται από αυτήν. Αλλά και υπό την εκδοχή, ότι η περί απαραδέκτου ειδική διάταξη του άρθρου 46 του Ν.Δ. 802/ 1971 καταλαμβάνει μόνο την έναντι μελών της Κυβερνήσεως αξίωση αποζημιώσεως, το χαρακτήρα της οποίας φέρουν οπωσδήτοτε, κατά τα προεκτεθέντα (και συνεπώς εμπίπτουν σ' αυτήν), οι ένδικες απαιτήσεις προς αποκατάσταση της επικαλούμενης ηθικής βλάβης της ενάγουσας (για χρηματική ικανοποίηση και επανορθωτικά δημοσιεύματα) και ότι τα λοιπά αιτήματα της υπό κρίση αγωγής περί άρσεως της προσβολής και μη επαναλήψεώς της στο μέλλον δεν καλύπτονται από αυτήν, σε κάθε περίπτωση τα τελευταία είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμα, το μεν πρώτο, διότι απαραίτητη προϋπόθεση της αξιώσεως για άρση της προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας είναι, ότι η πράξη της παράνομης προσβολής βρίσκεται εν ενεργεία και συνεχίζεται (π.χ. κυκλοφορία δυσφημιστικού εντύπου, τοιχοκόλληση ή έκθεση προσβλητικής εικόνας κλπ) χωρίς να έχει ήδη λήξει,όπως επί του προκειμένου (με την ολοκλήρωση της προβολής της φερόμενης ως δυσφημιστικής τηλεοπτικής συνεντεύξεως), οπότε η άρση των αποτελεσμάτων της επιτυγχάνεται μόνο με ικανοποίηση της ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 59 ΑΚ (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου. Αστ. Κώδιξ Ι Γεν. Αρχαί άρθ. 57 IV αριθ. 16 σελ. 103 - 104, Π. Φίλιου : ΕνοχΔ Ειδ. Μέρος τεύχ. ΣΤ' έκδ. 1977 παρ. 53 Β αριθ. 2 σελ. 696), το δε δεύτερο, διότι απαραίτητη προϋπόθεση της αξιώσεως για παράλειψη της προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον είναι η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής (Γεωργιάδη -Σταθοπούλου: βλ. ανωτ. αριθ. 17 σελ.104, Π. Φίλιου: βλ. ανωτ. αριθ. 1 σελ. 695 - 696), περιστατικά, που δεν επικαλείται η ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι ο διατυπούμενος για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενάγουσας ισχυρισμός, ότι ο εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητά της όχι κατά την άσκηση των πρωθυπουργικών καθηκόντων του αλλά κατά τη διάρκεια ιδιωτικής του συνεντεύξεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, ενόψει του ότι στο δικόγραφο της αγωγής ρητά εκτίθεται από την ίδια, ότι ο εναγόμενος εκφράσθηκε κατά τον περιγραφόμενο προσβλητικό για την προσωπικότητά της τρόπο υπό την ιδιότητά του ως Πρωθυπουργού του Κράτους σε δημόσια τηλεοπτική συνέντευξη, την οποία μάλιστα παρακολούθησε μεγάλος αριθμός πολιτών, η εν λόγω τροποποίηση θεμελιώδους αγωγικού ισχυρισμού αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής (άρθ. 224 ΚΠολΔ).

Μετά από όλα αυτά, απορριπτομένης της υπό κρίση αγωγής, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα,στο σύνολό της, πρέπει να καταδικασθεί η ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου (άρθ. 176 ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Δημοσίευση σχολίου