Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Δικηγόρος,ανάκληση εντολής, συνέπειες, προσβολή προσωπικότητας, ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 932/ 2017.

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη -εισηγητή, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Ανάκληση εντολής δικηγόρου. Με την περιέλευση της δήλωσης η λύση της υφιστάμενης έμμισθης εντολής επέρχεται για το μέλλον, εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ελέγχεται στο πλαίσιο του αρ. 281 ΑΚ, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της δικηγορικής εντολής, ακόμη και αν αποδειχθεί η κατάχρηση, δεν ανατρέπεται το ήδη επελθόν αποτέλεσμα της ανακλήσεως, αλλά ανακύπτουν οικονομικές συνέπειες της αδικαιολόγητης ανάκλησης.
Ο πελάτης, για να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανακλήσεως εργασίες του δικηγόρου, ως εναγόμενος θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση υπήρξε δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του δικηγόρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως καταρρίπτει την ένσταση περί δικαιολογημένης ανακλήσεως και λειτουργεί αρνητικά. Για το λόγο αυτό δεν έχει αυτοτέλεια, δεν θεωρείται ουσιώδης και δεν συνιστά πράγμα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου. Ακόμα και η αδικαιολόγητη ανάκληση δεν στοιχειοθετεί αδικοπραξία ή προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου. Πότε μπορεί κατ΄ εξαίρεση να συμβεί τούτο. (Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1117/2015 ΜονΕφΘεσσαλονίκης).

1. Σύμφωνα με το άρθρο 170 του κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, που έχει εφαρμογή λόγω του κρίσιμου χρόνου στην παρούσα περίπτωση), "Εάν υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής ανακληθεί η προς τον δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δικαιολογημένη, αλλά εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρον 56 της Πολιτικής Δικονομίας (ήδη: άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, που προβλέπει την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου) ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου δια τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τα άρθρα 167 και 724 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εντολέας (πελάτης), ενόψει της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολοδόχου δικηγόρου, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Το δικαίωμα ανακλήσεως ασκείται με μονομερή δήλωση βουλήσεως που απευθύνεται στο δικηγόρο. Με την περιέλευση της δήλωσης σ’ εκείνον, επέρχεται η λύση της υφιστάμενης έμμισθης εντολής για το μέλλον (ex nunc), εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Η άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, όπως και κάθε δικαιώματος, είναι δυνατό να ελεγχθεί στο πλαίσιο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύσεως της κατάχρησης (ΑΠ 555/1974). Με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της δικηγορικής εντολής, ακόμη και αν αποδειχθεί η κατάχρηση, δεν ανατρέπεται το ήδη επελθόν αποτέλεσμα της ανακλήσεως (λόγω της απολύτως προσωπικής σχέσεως εμπιστοσύνης), αλλά ανακύπτουν οι ως άνω, ειδικώς προβλεπόμενες οικονομικές συνέπειες της αδικαιολόγητης ανάκλησης. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως, δηλαδή, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής. Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος, ο οποίος φρονεί ότι η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ως ενάγων δικαιούται να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 170 του κώδικα περί δικηγόρων, πέρα από τα έξοδά του και το σύνολο της αμοιβής, την οποία θα εδικαιούτο εάν δεν είχε ανακληθεί η εντολή (ΑΠ 48/2006). Ο πελάτης, για να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανακλήσεως εργασίες του δικηγόρου, ως εναγόμενος θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση υπήρξε δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του δικηγόρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως καταρρίπτει την ένσταση περί δικαιολογημένης ανακλήσεως και λειτουργεί αρνητικά. Για το λόγο αυτό δεν έχει αυτοτέλεια, δεν θεωρείται ουσιώδης και δεν συνιστά πράγμα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της έφεσής της κατά της τότε εκκαλουμένης 3726/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε δεχθεί σε πολύ μικρή έκταση την ένδικη αγωγή της, έκρινε ότι αυτή, ως ενάγουσα, δεν επικαλέσθηκε ιδιαίτερα περιστατικά με βάση τα οποία η ανάκληση της προς αυτήν δικηγορικής εντολής της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική. Ενώ (ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) είχε αναφέρει, τόσο με την αγωγή όσο και με λόγο έφεσης, ότι η ανάκληση της εντολής έγινε α) από προκατάληψη, διότι η επιλογή της ως δικηγόρου είχε γίνει από τη διοίκηση της προϋφιστάμενης εταιρίας "... ΑΕ", γεγονός που την καθιστούσε ασυμπαθή στη διοίκηση της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε απορροφήσει την προηγούμενη εταιρία, β) από αντίδραση, διότι η αναιρεσείουσα είχε διαμαρτυρηθεί προς τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης για προσκόμματα, τα οποία κάποια στελέχη αυτής έβαζαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και γ) από αντίδραση, διότι η αναιρεσείουσα είχε αποστείλει προς τους ορκωτούς ελεγκτές της αναιρεσίβλητης έγγραφο, με το οποίο ζητούσε την προς αυτήν άμεση καταβολή μέρους των οφειλομένων αμοιβών. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα ήδη αναφέρθηκαν, τα εν λόγω περιστατικά δεν ήσαν ουσιώδη για την ευδοκίμηση της αγωγής, αφού η αναιρεσίβλητη, ως εντολέας, ήταν εκείνη που όφειλε για την απόκρουσή της να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση της εντολής υπήρξε δικαιολογημένη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β’ ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

2. Σε συνέχεια προς τα ως άνω, σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλεί την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, ακόμη και αδικαιολόγητα, δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, αδικοπραξία σε βάρος εκείνου (ΑΚ 914, 932) ή προσβολή της προσωπικότητάς του (ΑΚ 57). Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής, συνιστούν κατ’ αντικειμενική κρίση όχι απλά κατάχρηση του δικαιώματος του εντολέα, αλλά παράνομη προσβολή στην αξία του προσώπου του δικηγόρου ή της επαγγελματικής υπόστασης αυτού (ΑΠ 328/2003). Η επίκληση και απόδειξη των περιστάσεων αυτών, ως στοιχείων που θεμελιώνουν την προσβολή, την παρανομία, την υπαιτιότητα και τις εντεύθεν συνέπειες, συνιστά δικονομικό βάρος του ενάγοντος δικηγόρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της έφεσής της κατά της τότε εκκαλουμένης 3726/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει ως αόριστο το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ με εσφαλμένη υπαγωγή των ουσιαστικών του παραδοχών σ’ αυτές ή, άλλως και κατ’ ορθότερη ανάγνωση του ίδιου λόγου αναιρέσεως, δεν έλαβε υπόψη τους υπ’ αυτής προταθέντες ισχυρισμούς περί του ότι α) η ανάκληση της δικηγορικής εντολής έγινε και γνωστοποιήθηκε σε τρίτους πριν από την περαίωση των δικών στις οποίες αφορούσε και β) η ενάγουσα υποχρεώθηκε μετά την ανάκληση να αποδώσει τους σχετικούς φακέλους των υποθέσεων προς άλλη, συγκεκριμένη δικηγόρο, η οποία είχε επιλεγεί από την εναγομένη και όχι από την απορροφηθείσα εταιρία "... ΑΕ". Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι στην αγωγή δεν υπήρχε σαφής και ορισμένη επίκληση περιστατικών που ήσαν ικανά να επιφέρουν ηθική μείωση στην ενάγουσα δικηγόρο ή να την εκθέσουν στο επαγγελματικό της περιβάλλον. Και πράγματι, τα περιστατικά που επισημαίνονται αμέσως παραπάνω, υποτιθέμενα αληθινά, δεν ενέχουν ιδιαίτερη απαξία για το πρόσωπο δικηγόρου προς τον οποίο ανακαλείται η εντολή, διότι συνδέονται αναπόφευκτα με οποιαδήποτε παρόμοια περίπτωση. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή άλλως αρ.8 περ. β’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος ή άλλως απαράδεκτος.

3. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εκ της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, είτε παραλείπει να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες προς εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, είτε εφαρμόζει εσφαλμένως τις αρχές αυτές, είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 93/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Ότι κατά το έτος 1995, η τότε υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία "... ΑΕ", που κατόπιν απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, αντιμετωπίζοντας επείγουσα περίπτωση νομικής εκπροσώπησης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, επέλεξε την ενάγουσα και έδωσε προς αυτήν, με την από 28-11-1995 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, την εντολή να την αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως για την επίλυση των διαφόρων, νομικών πρωτίστως, προβλημάτων που είχαν σχέση με την απρόσκοπτη λειτουργία του κέντρου διανομής ..., το οποίο η εντολέας είχε εγκαταστήσει στο .... Ότι κατά το έτος 2000, η νομική υπηρεσία της "... ΑΕ" ζήτησε από την ενάγουσα να εξακριβώσει εάν οι οφειλέτες της "... ΑΒΕΕ" και ..... είχαν περιουσιακά στοιχεία στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ότι μετά από θετική εξακρίβωση, δόθηκε από την εντολέα εταιρία στην ενάγουσα η παραγγελία να κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως διαταγών πληρωμής, που είχαν εκδοθεί σε βάρος των ως άνω οφειλετών. Ότι για το σκοπό αυτό συντάχθηκαν τα .../18-4-2000 (που αφορούσε στις δύο πρώτες οφειλέτριες εταιρίες) και .../8-5-2000 (που αφορούσε στον οφειλέτη ....) ειδικά πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... Ότι στο τέλος του ίδιου έτους, με την από 22-12-2000 υπεύθυνη δήλωση του αντιπροέδρου της εντολέα εταιρίας, δόθηκε στην ενάγουσα η παραγγελία να προβεί σε κάθε ενέργεια για τη διεκδίκηση απαιτήσεως της εταιρίας κατά της κοινοπραξίας "... ΑΕ" από την πώληση ... για την κατασκευή του έργου της εθνικής οδού ..., τμήμα .... Ότι σε σχέση προς τις αμοιβές που ζητεί με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα άσκησε για λογαριασμό της εναγομένης την .../28- 12-2000 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά α) της κοινοπραξίας "... ..", β) του ...., γ) της εταιρίας "...", δ) της εταιρίας "... ΑΕΒΕ", ε) της εταιρίας ".... ΕΕ" και στ) της τράπεζας "... ΑΕ", με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 33.792.738 δραχμών για διαδοχικές πωλήσεις ... εντός του χρονικού διαστήματος από 6-4-1995 μέχρι 30-12-1995, προς κατασκευή του έργου "τμήματα αυτοκινητόδρομου Αθηνών - ..., ... τμήμα 4, ...". Ότι επακολούθησε, την 17-2-2001, η απορρόφηση της εντολέα εταιρίας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη. Ότι αργότερα και σε σχέση πάντα προς τις αμοιβές που ζητεί με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα άσκησε για λογαριασμό της εναγομένης την .../21-12-2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά α) της κοινοπραξίας "... ΑΕ", β) του ...., γ) του συνδίκου της πτωχής εταιρίας "...", δ) της εταιρίας "... ΑΕΒΕ", ε) της εταιρίας ".... ΕΕ" και στ) της τράπεζας ".....", με την οποία ζητούσε 106.124.123 δραχμές για διαδοχικές πωλήσεις ... εντός του χρονικού διαστήματος από 4-1-1996 μέχρι 18-11-1996, προς κατασκευή του έργου "τμήματα αυτοκινητόδρομου Αθηνών - ..., ... τμήμα 4, ...". Ότι, τέλος και σε σχέση πάντα προς τις αμοιβές που ζητεί με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα άσκησε για λογαριασμό της εναγομένης α) την .../17-1-2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εταιρίας "..." και του νομίμου εκπροσώπου αυτής από επιταγές, για τις οποίες είχαν ήδη εκδοθεί διαταγές πληρωμής και β) την ...17-4-2002 πτωχευτική ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του συνδίκου της πτωχής εταιρίας "...".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι από τις ως άνω δικαστικές ενέργειες της ενάγουσας δικηγόρου αυτές που ενέπιπταν α) στην εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία του κέντρου διανομής ... στο ..., β) στην αναγκαστική εκτέλεση διαταγών πληρωμής σε βάρος των οφειλετών "... ΑΒΕΕ" και .... και γ) στη διεκδίκηση απαιτήσεων από τους πελάτες "... ΑΕ" και ..... για πωλήσεις ... που αφορούσαν στο έργο κατασκευή εθνικής οδού ..., τμήμα ..., βρίσκονταν μέσα στα όρια της εντολής που είχε χορηγηθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης προς την ενάγουσα, όπως η εντολή αυτή είχε διαμορφωθεί ως προς το αντικείμενό της κατά τη διάρκεια της ισχύος της. Και ότι αντίθετα, όλες οι υπόλοιπες ενέργειες κατά υποκείμενο ή αντικείμενο βρίσκονταν έξω από τα όρια της εντολής, με συνέπεια να μην δικαιούται η ενάγουσα αμοιβή γι’ αυτές. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως προέβη σε ερμηνεία μιας ή πλειόνων από τις δικαιοπραξίες, με τις οποίας χορηγήθηκε αρχικά και διαμορφώθηκε στη συνέχεια η δικηγορική εντολή προς την ενάγουσα, διότι ουδόλως το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση της εντολέα εταιρίας. Απλώς, ερεύνησε τα όρια εκάστης εντολής ως προς τους οφειλέτες, στους οποίους εκείνη αφορούσε και ως προς τη διεκδικούμενη απαίτηση και συνήγαγε το προσήκον συμπέρασμα. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε λόγος προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας προκύπτει ανενδοίαστα ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα εκεί ρητώς μνημονευόμενα δικόγραφα και ιδίως τις με αριθμό καταθέσεως .../28-12-2000 και .../21-12-2001 αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης. Επομένως, και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

                                                      ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 1117/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Δημοσίευση σχολίου