Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Ανακοπή και αναστολή εκτέλεσης κατά τα άρθρα 933 και 936, δυο αυτοτελείς εκτελεστικές διαδικασίες, πρώτη κατοικία, κατάχρηση δικαιώματος, αναγκαστική ομοδικία.

Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς 32/ 2013, Δνη 2013.530.
  
Πρόεδρος: Σαλώμη Μούζουρα.

Περίληψη. Εκτέλεση. Ανακοπή των άρθρων 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής εκτέλεσης. Απαράδεκτη η αίτηση αν δεν ασκηθεί προηγουμένως ή ταυτόχρονα η ανακοπή. Προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση της αναστολής. Παραδεκτά σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο δύο αιτήσεις αναστολής δύο διαδικασιών εκτέλεσης αυτοτελών. Παραδεκτά σωρεύονται οι ανακοπές κατά του πλειστηριασμού και κατά της κατακυρωτικής έκθεσης. Η ανακοπή, που ασκείται μετά την κατακύρωση, απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή. Απαράδεκτη η ανακοπή αν δεν εγγραφεί εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων. Απαγόρευση του πλειστηριασμού ακινήτου που χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία. Προθεσμία άσκησης της ανακοπής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 934 ΚΠολΔ. Λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και αντίθεση της εκτέλεσης στο άρθρο 281 ΑΚ. Προθεσμία προβολής του λόγου αυτού. Δεν πιθανολογείται ότι το κατασχεθέν χρησιμοποιείται ως κατοικία των αιτούντων. Δεν απαιτείται η υπάρχουσα στο πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου υπογραφή του συμβολαιογράφου να επικυρώνεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών.
Από τη διάταξη της § 1 του άρθρου 938 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης απαιτείται η προηγούμενη ή τουλάχιστον ταυτόχρονη άσκηση ανακοπής των άρθρων 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως Ι - Γενικό Μέρος, έκδ. 1998, § 43, IV, σ. 797 αρ. περιθ. 16). Με αφετηρία την υποχρέωση κτήσης του δικαιώματος που εισάγεται στο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, υποστηρίχθηκε και η δυνατότητα άσκησης της ανακοπής μετά την κατάθεση της αίτησης αναστολής, εφόσον βέβαια η ανακοπή θα έχει επιδοθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, τόμος πρώτος, Β` έκδ. υπό άρθρο 938 § 191, σ. 542, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, 4η έκδ. [1985], σ. 500). Ομως η άποψη αυτή δεν θεμελιώνεται στις ισχύουσες διατάξεις και συνεπώς δεν ευρίσκει δικαιολογητικό λόγο σε αυτές. Στηρίζεται απλώς στην επίκληση του γενικού κανόνα που επιλέγει τη συζήτηση (και όχι την άσκηση) ως κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για το παραδεκτό της αίτησης. Μετά την ισχύ νέου άρθρου 938 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ (άρθρο 10 § 7 ν. 2145/1993), που συνδέει πλέον και ρητά τη χορήγηση της αναστολής με την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση της ανακοπής, η παραπάνω λύση, δεν φαίνεται να είναι ορθή. Διότι ανέχεται ουσιαστικά την επίδοση της ανακοπής ακόμη και κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναστολής. Ετσι, όμως, στερεί από τον καθ` ου η ανακοπή και η αίτηση αναστολής τον επαρκή χρόνο να προετοιμάσει την άμυνα του σε ό,τι αφορά ιδίως την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής. Τελολογικά ορθή είναι για το λόγο αυτόν η ερμηνεία που απαιτεί να επιδίδεται η ανακοπή τουλάχιστον συγχρόνως με την κλήση για τη συζήτηση της αίτησης αναστολής ή με την επίδοση του αντιγράφου αυτής της αίτησης (αρθρ. 938 § 3 εδ. α`, 686 §§ 2,4 - βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., σ. 800). Αν δεν υφίσταται η ανωτέρω προϋπόθεση ήτοι νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής η αίτηση αναστολής απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (βλ. ΜΠρΚαβ 67/2005 ΤΝΠ-Νόμος, βλ. Τζίφρα, ό.π., σ. 50, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, υπό άρθρο 938 αρ. 71). Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η πιθανολόγηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της αναστολής προϋποθέτει πιθανολόγηση ότι η εκκρεμής ακόμη αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 43, VI, αριθ. περιθ. 16, σ. 797, Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Β` έκδ., τομ. Α`, υπό άρθρο 938, § 189α III, σ. 536, § 191, σ. 542-544, Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000] υπό άρθρο 938 αρ. 1-2). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν ερευνάται αν πιθανολογηθεί η μη ευδοκίμηση της ασκηθείσας ανακοπής.

   Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 7.11.2012 (αριθ. εκθ. καταθ. 171/8.11.2012) ανακοπή τους, με την οποία για τους λόγους που αναφέρουν σε αυτήν, οι οποίοι [λόγοι] αποτελούν περιεχόμενο και της ένδικης αίτησης, ζητούν την ακύρωση: α] της υπ` αριθ. 16.694/19.10.2012 περίληψης, της υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, η συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ. και β] της από 6.11.2012 επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση και απόδοση των περιγραφομένων σε αυτήν ακινήτων που τους κοινοποιήθηκε στις 7.11.2012 κάτωθι του αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω περίληψης της προαναφερόμενης κατακυρωτικής έκθεσης. Επικαλούμενοι δε οι αιτούντες αφενός μεν ότι η ως άνω ανακοπή τους θα ευδοκιμήσει, αφετέρου δε ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από την επίσπευση σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, ζητούν να ανασταλεί, χωρίς την καταβολή εγγύησης, η ως άνω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί του ανωτέρω από 7.11.2012 ανακοπή τους.

   Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα προκύπτει ότι στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης, παραδεκτώς σωρεύονται αντικειμενικά, κατ` άρθρο 218 § 1 ΚΠολΔ, δύο [2] αιτήσεις αναστολής δύο αυτοτελών διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης [άρθρο 938 ΚΠολΔ], οι οποίες παραδεκτώς εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, στο οποίο είναι εκκρεμείς οι δύο σωρευόμενες στο από 7.11.2012 δικόγραφο εκ του άρθρου 933 § 1 ΚΠολΔ ανακοπές, για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, ως εκ τούτου είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο κατ` άρθρο 938 § 2 ΚΠολΔ, προς εκδίκαση τους (βλ. Τζίφρα, ό.π. σ. 501), κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 938 § 3 εδ. α`, 686 επ. ΚΠολΔ), και είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάζεις των άρθρων 938 §§ 1 και 4 και 933, 934 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, οι δύο σωρευόμενες αιτήσεις αναστολής να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης τους έχει ολοκληρωθεί η σύνθετη διαδικαστική πράξη της άσκησης των εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ παραδεκτώς σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο ανακοπών, ήτοι τόσο η κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου, όσο και η επίδοση αντιγράφου του προς την επισπεύδουσα δανείστρια πριν την επίδοση αντιγράφου του κρινόμενου δικογράφου των δύο σωρευόμενων σε αυτό αιτήσεων αναστολής και την κλήση προς τη συζήτηση τους (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 43 IV αρ. περιθ. 18, σ. 799-800), για δε τη δεύτερη σωρευόμενη ένδικη αίτηση αναστολής που αφορά τη δεύτερη σωρευόμενη ανακοπή κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, δεν έχει λάβει χώρα εγκατάσταση της καθ` ης υπερθεματίστριας στα ακίνητα (βλ. Μπρίνια, ό.π., Τόμος Τέταρτος, υπό άρθρο 1005, § 590, σ. 1846-1847, πρβλ. ΜΠρΡοδ 125/2012)... 
Με την ανωτέρω, ανακοπή οι ανακόπτοντες και ήδη αιτούντες ζητούν, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σε αυτήν, την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης και δη την ακύρωση α) της ανωτέρω υπ` αριθ. 16.694/2012 περίληψης της ως άνω υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ., ως επί πλειστηριασμού υπάλληλος και β) της από 6.11.2012 επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση και απόδοση των περιγραφομένων σε αυτήν ακινήτων που κοινοποιήθηκε σε αυτούς [αιτούντες] την 7.11.2012 κάτωθι του κοινοποιηθέντος αντιγράφου εξ απογράφου της ανωτέρω υπ` αριθ. 16.694/2012 περίληψης της ως άνω υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα καθίσταται φανερό ότι στο ανωτέρω δικόγραφο παραδεκτώς σωρεύονται δύο εκ του άρθρου 933 § 1 ΚΠολΔ ανακοπές και ειδικότερα: α) μία ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης και β) μία ανακοπή κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 69 § 1 περ. δ` ΚΠολΔ) διότι εν προκειμένω συμπλέουν οι προς άσκηση και των δύο αυτών ανακοπών προθεσμίες του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ (βλ. Μπρίνια, ό.π., Τόμος Τέταρτος, υπό άρθρο 1005, § 590, σ. 1846-1847), καθόσον με τις εν λόγω σωρευόμενες στο ανωτέρω δικόγραφο ανακοπές προσβάλλονται δύο (2) αυτοτελείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα: α) μία αυτοτελής διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο την υπ` αριθ. 17653/9.5.2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τελευταία πράξη εκτέλεσης τη σύνταξη της υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η επί πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ., αλλά και της ανωτέρω υπ` αριθ. 16.694/19.10.2012 περίληψης της ως άνω υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος, αφού και η προσβολή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης κατά το άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ ως άκυρης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να επιχειρηθεί παραδεκτά μόνο στην προθεσμία του τρίτου σταδίου, ήτοι του άρθρου 934 § 1 γ` ΚΠολΔ (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 40 III ly, σ 607-608 και σ. 611) και β) μία νέα, αυτοτελή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο την ως άνω υπ` αριθ. 16.694/19.10.2012 περίληψη της υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ, ως επί πλειστηριασμού υπάλληλος, αφού, κατ` άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ, η υπέρ του υπερθεματιστή εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτική έκθεσης αποτελεί ιδίαν (νέα) άμεση αναγκαστική εκτέλεση υποκείμενη σε ιδίαν [αυτοτελή] προσβολή και υπαγόμενη αυτοτελώς στις προθεσμίες του άρθρο 934 ΚΠολΔ (βλ. Μπρίνια, ό.π., Τόμος Πρώτος, υπό άρθρο 934, § 171, σ. 475, Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 40, III, αρ. 1, αρ. περιθ. 23, σ. 612, ίδια, ό.π. § 61 II, αρ. 6β, αρ. περιθ. 44, σ 506-507). Η εκτέλεση αυτή είναι άμεση, περατώνεται δε με μια μόνο πράξη, που πιστοποιείται με την έκθεση του δικαστικού επιμελητή περί αποβολής του καθ` ου η εκτέλεση και εγκατάσταση του υπερθεματιστή. Επομένως, με την εγκατάσταση αυτή λήγει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της περίληψης και η τυχόν αναστολή της κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, ασκηθείσης ανακοπής, πρέπει να προηγηθεί της ως άνω εγκατάστασης (βλ. Μπρίνια, ό.π., Τόμος Τέταρτος, υπό άρθρο 1005, § 590, σ. 1846-1847). Ας σημειωθεί δε ότι η ανωτέρω πρώτη σωρευόμενη ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, παραδεκτώς στρέφεται κατά της καθ` ης έχουσας διττή ιδιότητα ήτοι αυτή της υπερθεματίστριας και της επισπεύδουσας δανείστριας καθόσον περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας του άρθρου 76 § 1 του ΚΠολΔ καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλο (ΟλΑΠ 6/2005 ΕλλΔνη 46. 691, ΟλΑΠ 11/1992 ΕλλΔνη 33. 759), οπότε αν δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη (ΑΠ 37/2009). Περαιτέρω δε το δικόγραφο των δύο ως άνω ανακοπών παραδεκτώς κατ` άρθρο 220 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1010 ΚΠολΔ, ενεγράφη στις 22.11.2012, ήτοι μέσα σε προθεσμία τριάντα [30] ημερών από την κατάθεση της 8.11.2012] στον τόμο ... και με αριθμό ..., στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, δεδομένου ότι η παράλειψη της έγγραφης αυτής η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι η εγγραφή της ανακοπής καθιερώνεται από τον νόμο ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής από λόγους δημόσιας τάξης, δηλαδή προς προστασία της καλής πίστης τρίτων και δεν ενδιαφέρει μόνο τους διαδίκους (ΑΠ 1860/2005 ΕλλΔνη 2006. 455, ΑΠ 130/2003 ΕλλΔνη 2003.1289).

Ο ν. 3869/ 2010 («ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», προέβλεψε τη δυνατότητα των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, για τη ρύθμιση τούτων και την απαλλαγή, ακολουθώντας τη διαδικασία που σχετικώς ορίζεται. Δυνάμει μάλιστα του άρθρου 9 § 2 του ιδίου νόμου, προς το σκοπό προστασίας της κύριας κατοικίας μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη που υπέβαλε αίτηση ρύθμισης των χρεών του το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, ενώ κατά το άρθρο 19 § 1 όπως η § 1 είχε αντικατασταθεί από τη φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011», με το άρθρο 46 § 2 ν. 3986/2011 [ΦΕΚ Α 152/1.7.2011] και αντικαταστάθηκε πάλι ως άνω, με το άρθρο 1 § 2 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [ΦΕΚ Α 262/16.12.2011] και αντικαταστάθηκε πάλι ως άνω, με το άρθρο 5 της από 18.12.2012 ΠΝΠ [ΦΕΚ Α 246/18.12.2012] «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9. Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι πλέον και έως την 31.12.2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 9 § 2 του ν. 3869/2010, ακόμη και όταν τούτος πλειστηριασμός) επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που δεν στερείται πτωχευτικής ικανότητας, ήτοι δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις του προαναφερόμενου ν. 3869/2010 (ΜΠρΘεσ 4964/ 2012, ΜΠρΘεσ 21248/ 2011). Εξάλλου,  κατά το άρθρο 934 § 1 περ. γ` του ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό [ή αναπλειστηριασμό] ακινήτων, εφόσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα [90] ημέρες από τη μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, τελευταία στην περίπτωση αυτή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού [ή αναπλειστηριασμού] και κατακύρωσης. Αν ο πλειστηριασμός [ή ο αναπλειστηριασμός] δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 του ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, ως άσκηση δε νοείται, όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση της ανακοπής (άρθρα 585 § 1 και 215 § 1 ΚΠολΔ), τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος (ΑΠ 37/2009).

   Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της πρώτης σωρευόμενης ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης οι ανακόπτοντες [και ήδη αιτούντες], ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες οι επισπευδόμενες σε βάρος του πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και δη η υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων και κατακυρωτική έκθεση που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ. και η υπ` αριθ. 16.694/19.10.2012 περίληψη της και πρέπει να ακυρωθούν διότι ενεργούνται κατά παράβαση της § 1 του άρθρου 19 ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 του ν. 3910/2011 ως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152) και ως ισχύει μετά το άρθρο 1 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 262/16.12.2011), διότι η ειδικότερα αναφερόμενη σε αυτή [ανακοπή] οριζόντια ιδιοκτησία αποτελεί την κύρια κατοικία αυτών, η οποία και προστατεύεται βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων, η δε αξία της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης της πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%.
   Ο πρώτος αυτός λόγος της πρώτης σωρευόμενης ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, ο οποίος αφορά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π. § 39, III, αρ. 1, αρ. περιθ. 16, σ. 571) αφού πλήττει τον πλειστηριασμό και την ως άνω κατακυρωτική έκθεση, καθώς και την προαναφερόμενη περίληψη της (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 40 III 1γ, σ. 607-608 και σ. 611), είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εμπρόθεσμος κατ` άρθρο 934 § 1 στ. γ` και § 2 ΚΠολΔ, επειδή ο λόγος αυτός ανακοπής -η οποία [ανακοπή] αφορά ακυρότητες των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων- (κατατέθηκε και) επιδόθηκε στην καθ` ης στις 12.11.2012, ήτοι μέσα σε ενενήντα [90] ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης [23.10.2012], αφού πρόκειται για ακίνητα, δεδομένου ότι οι κατά το άρθρο 934 § 1 ΚΠολΔ οριζόμενες προθεσμίες για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 933 του ιδίου κώδικα ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων, είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδος τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 905/2011), περαιτέρω δε και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με το άρθρο 934 του ΚΠολΔ καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, των επί μέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνο εφόσον και η επόμενη πράξη προσβληθεί με την ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως αυτοτελώς με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69 § 1 περ. δ` ΚΠολΔ και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη. Τούτο συμβαίνει και με την τελευταία πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία, στην εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (ΑΠ 1002/2007 ΕλλΔνη 49. 1026, ΕφΑΘ 770/2009 ΤΝΠ-Νόμος). Συνεπώς, αν η ανακοπή στρέφεται κατά μεταγενέστερης πράξης της εκτέλεσης για το λόγο ότι είναι άκυρη η προηγούμενη, η ανακοπή εμπροθέσμως ασκείται μέσα στην προθεσμία για τη μεταγενέστερη πράξη εκτέλεσης. Έτσι, αν προσβάλλεται με ανακοπή η έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης, η οποία είναι η τελευταία πράξη εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 934 § 2 ΚΠολΔ), αυτή εγκύρως ασκείται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ` ΚΠολΔ, ακόμα και αν λόγος της ανακοπής είναι η ακυρότητα της προηγούμενης πράξης εκτέλεσης (ΕφΑΘ 955/2011 ΕφΑΔ 2011. 675). Περαιτέρω ο ανωτέρω λόγος της πρώτης σωρευόμενης ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 19 § 1 του ν. 3869/2010 όπως η § 1 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 46 § 2 ν. 3986/2011 [ΦΕΚ Α 152/1.7.2011] αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω, με το άρθρο 1 § 2 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [ΦΕΚ Α 262/16.12.2011] και αντικαταστάθηκε πάλι ως άνω, με το άρθρο 5 της από 18.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [ΦΕΚ Α 246/18.12.2012], σε συνδυασμό με το άρθρο 9 § 2 του ίδιου ως άνω νόμου [3869/2010] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν...
   Κατά τη διάταξη του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία εισήχθη για πρώτη φορά στο δικονομικό μας δίκαιο το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτελέσεως που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτελέσεως και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, αν πρόκειται για ακίνητα. Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 § 2 ΚΠολΔ -ΑΠ 69/2001, ΑΠ 732/1994 ΕλλΔνη 37.103). Οι ανωτέρω προθεσμίες (ενεργείας) είναι δικονομικές (βλ. Μπρίνια, ό.π., Τόμος Πρώτος, υπό άρθρο 934 § 163, σ. 454 επ.), εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η άπρακτη παρέλευση τους καθιστά απρόσβλητες τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, τυχόν ακυρότητα των οποίων έτσι καλύπτεται (ΑΠ 1002/2007 ΧρΙΔ 8. 45, ΑΠ 1107/2003 ΕλλΔνη 46.108, ΑΠ 93/2001 ΕλλΔνη 42. 696, Μπρίνιας, ό.π, άρθ. 933, § 149, σ. 394 επ. και άρθ. 934, § 165, σ. 460-462, Π. Γέσιου-Φάλτση, ό.π, § 40, σ. 598 και § 34, σ. 476 επ.) και δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, εκτός αν ο νόμος ρητώς ορίζει κάτι τέτοιο, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των άρθρων 960 § 4 και 999 § 4 του ΚΠολΔ. Εξάλλου για την εφαρμογή των ανωτέρω προθεσμιών του άρθρου 934 αρ. 1 ΚΠολΔ θα γίνει σύνδεση όχι μόνο με το αίτημα της ανακοπής, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει την ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτελέσεως, αλλά κυρίως με τα ιστορούμενα σε αυτή ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως και να θίγουν το κύρος προσβαλλομένης με το αίτημα της ανακοπής πράξεως (ΕφΑΘ 74/1990 ΕλλΔνη 1990.1305, βλ. Ι. Μπρίνια, ό.π, υπό άρθρο 934, § 166, σ. 462-463). Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι η ανακοπή που περιέχει λόγους ακυρότητας που θίγουν αμέσως τις προγενέστερες του πλειστηριασμού πράξεις της εκτέλεσης και εμμέσως μόνο την πράξη του πλειστηριασμού, ως τελευταία πράξη της εκτέλεσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες του άρθρου 934 § 1 περ. α` και β` ΚΠολΔ κατά περίπτωση, μόνο δε μετά την τελεσίδικη παραδοχή της και την ακύρωση των προγενεστέρων αυτών πράξεων της εκτέλεσης, η οποία ακύρωση επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς για το λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ` και 2 του ΚΠολΔ. 
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτέλεσης διά τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 α` ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτέλεσης, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 §1 β` ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου περί ικανοποίησης χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 § 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006. 80), ενώ αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, εφόσον πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, προκειμένου περί ακινήτων, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 γ` ΚΠολΔ (ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006. 475, ΕφΘεσ 587/2009, ΜΠρΘεσ 3602/2011 ΤΝΠ-Νόμος).

   Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της πρώτης σωρευόμενης ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, οι ανακόπτοντες και ήδη αιτούντες ισχυρίζονται ότι οι ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και η δι` αυτών άσκηση του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης της καθ` ης είναι καταχρηστικές, διότι επισπεύδονται κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, καθόσον η καθ` ης γνώριζε την κατά τα ανωτέρω απαγόρευση πλειστηριασμών των ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, καθώς και ότι το ειδικότερα αναφερόμενο σε αυτήν [ανακοπή] κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία αυτών [αιτούντων], εντούτοις επέσπευσε αναγκαστική σε βάρος τους εκτέλεση και διενήργησε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό για την ικανοποίηση [μέρους] της απαίτησης της ποσού 205.000 ευρώ, εκθέτοντας το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο σε πλειστηριασμό στις 10.10.2012 με αποκλειστικό σκοπό να τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, την οποία ήδη τους έχει προκαλέσει με την αποστέρηση της μοναδικής τους κατοικίας.

   Ο δεύτερος αυτός λόγος της πρώτης σωρευόμενης ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, ο οποίος αφορά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 39, Ι, 4, σ. 566, της ίδιας, ό.π., § 9 IV 5, σ. 152-160 και υποσημ. 100) πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί καταρχήν ως απαράδεκτος διότι, προβάλλεται εκπροθέσμως αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται προς στήριξη αυτού, περιστατικά συμπεριφοράς της καθ` ης επισπεύδουσας μεταγενέστερα της κατασχετήριας έκθεσης, έτσι ώστε με αυτά να προσβάλουν πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού και ο σχετικός λόγος ανακοπής να υπόκειται στην κατά το άρθρο 934 § 1γ ΚΠολΔ προθεσμία των 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, θα έπρεπε να είχε προβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1β ΚΠολΔ, δηλαδή ως την σύνταξη της προσβαλλομένης έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Αλλά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο προαναφερόμενος λόγος κριθεί εμπρόθεσμος και συνακόλουθα παραδεκτός, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμος διότι ως ανωτέρω εκτέθηκε, δεν πιθανολογείται ότι το ως άνω κατασχεθέν ακίνητο ... χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία των αιτούντων...
   Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της δεύτερης σωρευόμενης ανακοπής κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης οι ανακόπτοντες [και ήδη αιτούντες], ισχυρίζονται ότι πάσχει από απόλυτη ακυρότητα ο εκτελεστός τίτλος δυνάμει του οποίου αυτοί [αιτούντες] επιτάσσονται να αποδώσουν στην καθ` ης τα ως άνω εκπλειστηριασθέντα ακίνητα διότι στο κοινοποιηθέν σε αυτούς αντίγραφο εξ απογράφου της υπ` αριθ. 16.694/19.10.2012 περίληψης της ως άνω υπ` αριθ. 16.664/10.10.2012 κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε ως υπάλληλος του πλειστηριασμού η συμβολαιογράφος Αργοστολίου Α.Γ. δεν επικυρώθηκε η υπογραφή της ως άνω συμβολαιογράφου που υπάρχει στο πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Κεφαλληνίας.
   Ο λόγος αυτός της δεύτερης σωρευόμενης ανακοπής κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι σύμφωνα με διάταξη της § 6 του άρθρου 11 του ν. 2830/2000 [Κώδικα Συμβολαιογράφων] όπως ισχύει, μετά τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι νόμοι 2915/29.5.2001, 2993/26.3.2002, 3060/11.10.2002, 3090/24.12.2002, 3160/30.6.2003, 3258/29.7.2004, 3472/4.7.2006, 3659/7.5.2008, 3904/23.12.2010, 3919/2.3.2011, 4038/2.2.2012 και η από 4.12.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ τ. Α 237/5.12.2012) ορίζει ότι «Το πρωτότυπο, τα αντίγραφα και τα απόγραφα των συμβολαίων σφραγίζονται με τη σφραγίδα του συμβολαιογράφου σε κάθε υπογραφή αυτού», χωρίς να απαιτείται η υπάρχουσα στο πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου υπογραφή του συμβολαιογράφου να επικυρώνεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών όπως προέβλεπε το άρθρο 25 ν.δ. 1393/1972 (βλ. σχετ. ΜΠρΑΘ 11451/1974 Δ 6. 653).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!