Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Διορισμός Μουφτή Θράκης

ΕΔΔΑ απόφαση 14-12-1999, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ/2000 (272)
Υπόθεση Ιμπραήμ Σερήφ κατά Ελλάδας

Πρόεδρος Μ. Fischbach, Μέλη C. Rozakis, B. Conforti, P. Lorenzen, M. Tsatsa - Nikolovska, A.B. Baka, E. Levits.

Περίληψη. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Θρησκευτική ελευθερία. Διορισμός του Μουφτή Θράκης από την Ελληνική Κυβέρνηση. Εκλογή άλλου Μουφτή από τους μουσουλμάνους της Θράκης. Καταδίκη του εκλεγέντος Μουφτή για αντιποίηση αρχής. Περιστατικά. Κρίση ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ για τη θρησκευτική ελευθερία. Επιμέλεια - παρουσίαση της απόφασης: Βασίλειος Κυριαζόπουλος, Πάρεδρος ΝΣΚ. 

  Εισαγωγή

  Με την προσφυγή που όακησε ο Ιμπραήμ Σερήφ προέβαλε, μεταξύ άλλων, αιτιάσεις περί του ότι η κσταδίκη του από τα εθνικά δικαστήρια για το αδίκημα της αντιποίησης ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της μουσουλμανικής θρησκείας (άρθρο 175 παρ. 1 ΠΚ), καθώς και για παράβαση του άρθρου 176 ΠΚ (εμφάνιση δημοσίως με την επίσημη θρησκευτική ενδυμασία του Μουφτή), αποτελούσε παραβίαση των δικαιωμάτων του, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 της ΕΣΔΑ (θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία έκφρασης αντίστοιχα).
 Επί της προσφυγής αυτής, μετά την υποβολή γραπτών παρα τηρήσεων, διεξήχθη και ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο με την επί του παραδεκτού απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες τις αιτιάσεις του προαφεύγοντος περί παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως (δίκαιη δίκη), ενώ έκρινε παραδεκτές τις αιτιάσεις περί παραβιάσεως των άρθρων 9 και 10 της Συμβάσεως, τις οποίες επιφυλάχθηκε να εξετάσει κατ` ουσία.
   Κατά την εξέταση της ουσίας των αιτιάσεων του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο με την αποφαση του της 14. 12.99 ασχολήθηκε κυρίως με το άρθρο 9 της Συμβάσεως και ειδικότερα με την έρευνα του αν υπήρξε επέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις συλλογικά και δημόσια και αν μία τέτοια επέμβαση ήταν δικαιολογημένη σε μία δημοκρατική κοινωνία, κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 της Συμβάσεως.
   Λόγω της εκτάσεως της αποφάσεως, παρατίθενται στη συνέχεια μία συνοπτική περίληψη των πραγματικών περιστατικών και οι πλέον κρίσιμες
σκέψεις του Δικαστηρίου.

  Ι. Πραγματικά περιστατικά

  Ο προσφεύγων είναι Ελληνας υπήκοος, κάτοικος Κομοτηνής. Οταν το 1985 απεβίωσε ο Μουφτής Ροδόπης, θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων της περιοχής, διορίστηκε από το κράτος ο Μ.Τ. ως τοποτηρητής της Μουφτείας (προσωρινός Μουφτής).
   Τον Απρίλιο του 1990 ο Μ.Τ. διορίσθηκε στη θέση του Μουφτή.
Το Δεκέμβριο του 1990 οι δύο ανεξάρτητοι μουσουλμάνοι βουλευτές Ροδόπης και Ξάνθης ζήτησαν απά το Κράτος να οργανώσει εκλογές για την ανάδειξη Μουφτή στη Ροδόπη, όπως, κατά τους ισχυρισμούς τους, προέβλεπε ο τότε ισχύων νόμος.
 Στις 24 Δεκεμβρίου 1990 εκδό9ηκε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, κατ` άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία, μεταξύ άλλων, τροποποιήθηκε η διαδικασία επιλογής των Μουφτήδων.
Στις 28 Δεκεμβρίου 1990, οι ως άνω μουσουλμάνοι βουλευτές οργάνωσαν εκλογές στα τεμένη, μετά το πέρας της προσευχής. Από τη διαδικασία αυτή ο προσφεύγων ανεδείχθη Μουφτής από τους πιστούς που συμμετείχαν στην προσευχή στα τεμένη.
   Στις 4 Φεβρουαρίου 1991, με το νόμο 1920/1991 κυρώθηκε αναδρομικά η ΠΝΠ της 24.12.90.
   Κατά του προσφεύγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Ροδόπης για παράβαση των άρθρων 175 και 176 ΠΚ.
 Με απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης της 12.12.1994, ο προσφεύγων κρίθηκε ένοχος για τα αδικήμστα που προβλέπουντα ως άνω άρθρα του ΠΚ. Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο προσφεύγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ασκούσε το σύνολο των αρμοδιοτήτων του Μουφτή Ροδόπης, τελώντας ιεροπραξίες (γάμους, βαπτίσεις), κηρύσσοντας και προβαίνοντας στην άσκηση διοικητικών δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι o προσφεύγων επ` ευκαιρία θρησκευτικών εορτών είχε εκδόσει μηνύματα προς τους μουσουλμάνους, ευχαριστώντας τους που τον εξέλεξαν ως Μουφτή, είχε συμμετάσχει, με την ιδιότητα του Μουφτή, σε εκδήλωση φέροντας ενδυμασία που σύ μφωνα με τα μουσουλμανικά έθιμα μόνον ο Μουφτής επιτρέπεται να φέρει και είχε παραστεί, υπό την ίδια ιδιότητα, σε θρησκευτική συγκέντρωση σε χωριό της Ροδόπης, όπου εκφώνησε τη βασική ομιλία.
Επίσης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο προσφεύγων είχε εμφανισθεί δημοσίως κατ` επανάληψη με την επίσημη ενδυμασία ταυ Μουφτή και του επέβαλε μετατρέψιμη ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών.
 Επί εφέσεως του προσφεύγοντος εκδόθηκε η από 21.10.1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ποινή φυλάκισης έξι μηνών, μετατραπείσα σε  χρηματική.
 Ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναιρέσεως με την οποία προέβαλε ότι η εφετειακή απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 175 ΠΚ, θεωρώντας ότι το αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο αυτό μπορούσε να διαπραχθεί και στην περίπτωση που ένα πρόσωπο ισχυριζόταν ότι είναι λειτουργός "γνωστής θρησκείας", χωρίς όμως να ασκεί καμία από τις αρμοδιότητες του λειτουργού αυτού. Επιπλέον, προέβαλε ότι εσφαλμένα αγνόησε τις καταθέσεις ειδικών, σύμφωνα με τις αποίες δεν υπήρχε επίσημη ενδυμασία του Μουφτή.  Περαιτέρω, προέβαλε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, είχε δικαίωμα να προβεί στις δηλώσεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, ότι Ο θεσμός του Μουφτή εκπροσωπούσε την ελεύ9ερη εκδήλωση της μουσουλμανικής θρησκείας, ότι η μουσουλμανική κοινότητα είχε τΟ δικαίωμα, σύμφωνο με τη Συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών του 1913, να εκλέΥει του Μουφτήδες της και, κατά συνέπεια, η κοταδίκη του παραβίασε τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ.
 Στις 2.4.1997 ο Αρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος. Εκρινε όΤι το αδίκημα του άρθρου 175 ΠΚ διαπράττεται οταν καποιος εμφανίζεται ως λειτουργός γνωστής θρησκείας και όταν ασκεί τις αρμοδιότητες του δικαιώματος του λειτουργού, συμπεριλαμβανομένων
οποιωνδήποτε εκ των διοικητικών καθηκόντων που συνδέονται στενά με τη φύση του λειτουργήματος αυτού. Ο Αρειος Πάγος έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει το ως άνω αδίκημα, εηειδή συμπεριφερόταν και εμφανιζόταν ως ο Μουφτής της Ροδόπης, φέροντας την ενδυμασία, η οποία, στη συνείδηση του λαού, ανήκε στον Μουφτή.
Στη συνέχεια της αποφάσεως, το Δικαστήριο παραθέτει τις επικληθείσες από τα μέρη σχετικές διατάξεις και πρακτική. Καταρχήν, παρατίθεται το άρθρο 11 της Συνθήκης Ειρήνης των Αθηνών του 1913 (σκέψη 20), το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι οι Μουφτήδες 9α εκλέγονται από τους μουσουλμάνους ψηφοφόρους και άτι, εκτός από τις αρμοδιότητές τους επί ζητημάτων αμιγώς θρησκευτικών, θα ασκούν τη δικαιοδοσία τους μεταξύ των μουσουλμάνων σε υποθέσεις γάμου, διαζυγίου, διατροφής, κηδεμονίας, επιτροπείας, χειραφεσίας ανηλίκων και ισλαμικών διαθηκών.
Γίνεται μνεία επίσης του άρ9ρου 14 παρ. 1 της Συνθήκης των Σεβρών του 1920 (σκέψη 21), σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα συμφώνησε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα όσον αφορά στους μουσουλμάνους, ώστε να δοθεί η δυνατότητα ρύθμισης των ζητημάτων οικογενειακού δικαίου και προσωπικής καταστάσεως σύμφωνα μετα μουσουλμανικά έθιμα.
Περαιτέρω, γίνεται μνεία της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης (σκέψη 22), της οποίας τα άρθρα 42 και 45 παρέχουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδος την ίδια προστασία που προέβλεπε το άρθρο 14 παρ. 1 της Συνθήκης των Σεβρών, καθώς επίσης γίνεται μνεία (σκέψη 23) της απόφασης 1723/1980 ΤΟυ Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι όφειλε να εφαρμοσθεί ο ισλαμικός νόμος σε Ορισμένες διαφορές μεταξύ μουσουλμάνων, δυνάμει της Συνθήκης των Αθηνών του 1913, της Συνθήκης για την Προστασία των Μειονοτήτων των Σεβρών του 1920 και της Συνθήκης  Ειρήνης της Λωζάνης του 1923.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αναφέρεται στις εθνικές διατάξεις περί των ΜΟυφτήδων και μνημονεύει καταρχήν το Ν 2345/1920 (σκέψη 24), ο οποίος προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι οι Μουφτήδες, πέραν των 9ρησκευτικού χαρακτήρα αρμοδιοτήτων τους, είχαν αρμοδιότητα να αποφαίνονται επί οικογενειακών και κληρονομικών διαφορών μεταξύ μουσουλμάνων, στο μέτρο που οι διαφορές αυτές διέπονταν από το ισλαμικά δίκαιο. Προέβλεπε, επίσης, ότι οι Μουφτήδες θα εκλέγονταν απευθείας από τους μΟυσουλμάνους που είχαν δικαίωμα ψήφου στις εθνικές εκλογές. Οι
εκλογές 9α διοργανώνονταν από το κράτος και προβλεπόταν η έκδοση διατάγματος που θα ρύθμιζε λεπτομερώς τα της εκλογής των Μουφτήδων. Το διάταγμα αυτό δεν εκδόθηκε ποτέ.
 Περαιτέρω, το Δικαστήριο αναφέρεται στην πρακτική που ακολούθησε το Κράτος ως προς το διορισμό των Μουφτήδων από το 1920 έως το 1990 (σκέψη 25).
 Τέλος, το Δικαστήριο αναφέρεται (σκέψη 26) στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 24.12.1990, δυνάμει της οποίας οι αρμοδιότητες και τα τυπικά προσόντα των Μουφτήδων παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητα. Προβλέπεται, όμως, ο διορισμός των Μουφτήδων με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Παιδείας, ο οποίος προηγουμένως πρέπει να συμβουλευθεί μία επιτροπή που αποτελείται από τον κατά τόπο αρμόδιο Νομάρχη και έναν αριθμό μουσουλμάνων αξιωματούχων επιλεγμένων από το Κράτος. Η ΠΝΠ καταργεί ρητώς το Ν. 2345/1920.
Στη συνέχεια, παρατίθενται οι σκέψεις της αποφάσεως ως προς την επικληθείσα από τον προσφεύγοντα παραβίαση του άρθρου 9 της Συμβάσεως.

  ΙΙ. Επί της παραβιάσεως του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ

  Η Κυβέρνηση αρνήθηκε ότι είχε υπάρξει παραβίαση. Κατά την άποψή της, δεν είχε υπάρξει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της θρησκείας. Ακόμη κι αν είχε υπάρξει επέμβαση, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν δικαιολογημένη σύμφωνα με τη δεύτερη
παράγραφο του άρθρου 9 της Συμβάσεως.
 Το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξετάσει εάν υπήρξε επέμβαση στα δικαιώματα του προσφεύγοντος σύμφωνα με το άρθρο 9, και, εάν ναι, εάν αυτή η επέμβαση ήταν προβλεπόμενη υπό του νόμου, επιδίωκε νόμιμο σκοπό και σποτελούσε αναγκαίο μέτρο σε δημοκρατική κοινωνία κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 9 της Συμβάσεως.
 Ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι η καταδίκη του ισοδυναμούσε με επέμβαση στο δικαίωμά του να ασκεί ελεύθερα τη θρησκεία του μαζί με όλους εκείνΟυς που στρέφονταν προς αυτόν για πνευματική καθοδήγηση.
 Η Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε υπάρξει επέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της θρησκείας, καθώς το άρθρο 9 της Συμβάσεως δεν εγγυάται στον προσφεύγοντα το δικαίωμα της επιβολής σε άλλους της δικής του αντίληψης σχετικά με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας
σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ειρήνης των Αθηνών.
Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατήρησε ότι ο προσφεύγων καταδικάσθηκε για αντιποίηση της άσκησης υπηρεσίας λειτουργού "γνωστής θρησκείας" και για δημόσια εμφάνιση με τη στολή τέτοιου λειτουργού χωρίς δικαίωμα. Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της καταδίκης του
προσφεύγοντος, όπως προκύπτουν από τις συναφείς αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, ήταν η έκδοση μηνύματος σχετικά με τη θρησκευτική σημασία μιας εορτής, η εκφώνηση ομιλίας σε θρησκευτική συγκέντρωση, η έκδοση άλλου μηνύματος επί την ευκαιρία θρησκευτικής αργίας και η εμφάνιση με το ένδυμα θρησκευτικού ηγέτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος ισοδυναμεί με επέμβαση στο δικαίωμά του σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 9 της Συμβάσεως "να εκδηλώνει τη θρησκεία του συλλογικώς και δημόσια, διά της λατρείας και της παιδείας".
Η Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος προβλεπόταν από το νόμο, συγκεκριμένα από τα άρθρα 175 και 176 ΠΚ. Δεδομένου του τρόπου με τον οποία είχαν ερμηνευθεί οι συγκεκριμένες διατάξεις από τα δικαστήρια, η έκβαση της δίκης κατά του προσφεύγοντος ήταν η αναμενόμενη. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, το θέμα του εάν η καταδίκη του προσφεύγοντος προβλεπόταν από το νόμο, δεν συνδεόταν με το Ν. 2345/1920 περί εκλογής Μουφτήδων ούτε με τη Συνθήκη της Ειρήνης των Αθηνών. Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι ο Ν. 2345/1920 είχε πέσει σε αχρησία. Περαιτέρω, οι διατάξεις της Συνθήκης της Ειρήνης των Αθηνών, που είχε συναφθεί όταν η Θράκη δεν αποτελούσε τμήμα της Ελλάδας, είχαν μείνει χωρίς σκοπό μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Τότε η Ελλάδα είχε ανταλλάξει όλους του Μουσουλμάνους που ζούσαν στα εδάφη που βρίσκονταν στην κατοχή της κατά το χρόνο της σύναψης της Συνθήκης της Ειρήνης των Αθηνών. Αλλως, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι διατάξεις της Συνθήκης της Ειρήνης των Αθηνών είχαν αντικατασταθεί από τις διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών για την Προστασία των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και της Συνθήκης της Ειρήνης της Λωζάνης και ότι οι συνθήκες αυτές δεν περιελάμβαναν καμία πρόβλεψη για την εκλογή των Μουφτήδων.
 Ο προσφεύγων διαφώνησε. Θεωρούσε ότι η Συνθήκη της Ειρήνης των Αθηνών παρέμενε σε ισχύ. Ο Ελληνας Πρωθυπουργός το είχε παραδεχθεί στη Διπλωματική Διάσκεψη που είχε οδηγήσει στη Συνθήκη της Ειρήνης της Λωζάνης του 1923. Επιπλέον, ο Αρειος Πάγος είχε επιβεβαιώσει τη συνεχιζόμενη ισχύ της Συνθήκης της Ειρήνης των Αθηνών και ειδικοί νομικοί επιστήμονες είχαν υιοθετήσει την ίδια άποψη. Οι Μουσουλμάνοι δεν είχαν ποτέ δεχθεί την κατάργηση του Ν. 2345/1920.
 Το Δικαστήριο δεν έκρινε απαραίτητο να αποφανθεί επί του ερωτήματος εάν η υπό κρίση επέμβαση ήταν προβλεπόμενη υπό του νόμου, δεδομένου ότι θεώρησε πως ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 9 για άλλους λόγους.
Η Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι η επέμβαση εξυπηρετούσε ένα νόμιμο σκοπό. Προστατεύοντας την εξουσία του νόμιμου Μουφτή τα εθνικά δικαστήρια επεδίωκαν να διατηρήσουν την τάξη στη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα και στην κοινωνία γενικότερα. Επεδίωκαν επίσης να προστατεύσουν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, που είναι ένας τομέας όπου τα Κράτη έχουν απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Ο προσφεύγων διαφώνησε.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη επέμβαση επεδίωκε έναν νόμιμο σκοπό σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 της Συμβάσεως, συγκεριμένα "την προάσπιση της δημοσίας τάξεως". Το Δικαστήριο επισήμανε σχετικώς ότι ο προσφεύγων δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ισχυριζόταν ότι ήταν ο θρησκευτικός ηγέτης της τοπικής Μουσουλμανικής κοινότητας. Στις 6 Απριλίου 1990 οι αρχές είχαν διορίσει ένα άλλο πρόσωπο ως Μουφτή της Ροδόπης και η σχετική απόφαση είχε προσβληθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι η επέμβαση ήταν μέτρο αναγκαίο σε μία δημοκρατική κοινωνία. Σε πολλές χώρες οι Μουφτήδες διορίζονται από το Κράτος. Επιπλέον, οι Μουφτήδες ασκούσαν σημαντικές δικαστικές αρμοδιότητες στην Ελλάδα και οι δικαστές δεν επιτρέπονταν να εκλέγονται από τον λαό. Συνεπώς, ο διορισμός του Μουφτή από το Κράτος δεν μπορούσε αφ` εαυτού να δημιουργήσει ζήτημα κατά το άρθρο 9.
Περαιτέρω, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο Αρειος Πάγος δεν είχε καταδικάσει τον προσφεύγοντα αποκλειστικά και μόνον για το λόγο ότι είχε εμφανισθεί ως Μουφτής. Το δικαστήριο είχε κρίνει ότι το αδίκημα του άρθρου 175 ΠΚ διεπράττετο όταν κάποιος πράγματι εκτελούσε τις υπηρεσίες θρησκευτικού λειτουργού. Το δικαστήριο είχε επίσης κρίνει ότι οι πράξεις του προσφεύγοντα ενέπιπταν στις διοικητικές  αρμοδιότητες ενός Μουφτή υπό την ευρεία έννοια του όρου. Δεδομένου ότι υπήρχαν τότε δύο Μουφτήδες στη Ροδόπη, τα δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα να καταδικάσουν το μη νόμιμο προκειμένου να αποφευχθεί η ένταση μεταξύ των Μουσουλμάνων, μεταξύ Μουσουλμάνων και χριστιανών και μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Ο προσφεύγων είχε αμφισβητήσει τη νομιμότητα των πράξεων του νόμιμου Μουφτή. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος έπρεπε να προστατεύσει το αξίωμα του Μουφτή και ακόμη και σε περίπτωση που δεν υπήρχε νόμιμα
διορισμένος Μουφτής, ο προσφεύγων θα έπρεπε να έχει τιμωρηθεί. Τέλος, η εκλογή του προσφεύγοντα παρουσίασε τυπικά ελαττώματα, καθώς δεν ήταν το αποτέλεσμα δημοκρατικής διαδικασίας και ο προσφεύγων είχε χρησιμοποιηθεί από τον τοπικό Μουσουλμάνο βουλευτή για κομματικούς πολιτικούς σκοπούς.
Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η καταδίκη του δεν ήταν αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία. Επισήμανε άτι οι χριστιανοί και οι Εβραίοι στην Ελλάδα είχαν το δικαίωμα της εκλογής των θρησκευτικών τους ηγετών. Η στέρηση αυτής της δυνατότητας από τους Μουσουλμάνους ισοδυναμούσε με διάκριση. Ο προσφεύγων περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων της Θράκης επιθυμούσε τον ίδιο στην θέση του Μουφτή. Μία τέτοια επέμβαση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί σε μία δημοκρατική κοινωνία όπου το κράτος δεν θα έπρεπε να επεμβαίνει στις ατομικές επιλογές στον τομέα της προσωπικής συνείδησης.
Το Δικαστήριο παρστήρησε ότι η ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας είναι ένα αηό τα θεμέλια της "δημοκρατικής κοινωνίας" κατά την έννοια της Συμβάσεως. Σε αυτήν βασίζεται ο κερδηθείς με μεγάλες θυσίες αιώνων και μη δυνάμενος να διαχωρισθεί απά μία δημοκρστική κοινωνία πλουραλισμός. Είναι αληθές ότι σε μία δημοκρατική κοινωνία ίσως είναι απαραίτητοι οι περιορισμοί της  ελευθερίας της θρησκείας για τη συμφιλίωση των συμφερόντων των διαφόρων θρησκετικών ομάδων. Κάθε τέτοιος περιορισμός, όμως, θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε "πιεστική κοινωνική ανάγκη" και θα πρέπει να είναι ανάλογος του επιδιωκομένου νόμιμου σκοπού.
Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι ο προσφεύγων καταδικάσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 175 και 176 του ΠΚ που καθιστούσαν ορισμένες πράξεις κατά λειτουργών "γνωστών θρησκειών" ποινικά αδικήματα. Το Δικαστήριο σημείωσε σχετικώς ότι, παρόλο που το άρθρο 9 της Συμβάσεως δεν απαιτεί από τα κράτη να προσδίδουν έννομες συνέπειες σε θρησκευτικούς γάμους και σε αποφάσεις θρησκευτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο οι γάμοι που τελούνται από ιερείς "γνωστών θρησκειών" εξομοιώνονται μετους πολιτικούς γάμους και τις αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων και οι Μουφτήδες έχΟυν την αρμοδιότητα να κρίνουν επί ορισμένων οικογενειακών και κληρονομικών διαφορών μεταξύ Μουσουλμάνων. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να λαμβάνει ειδικά μέτρα το Κράτος για να προστατεύσει από εξαπάτηση εκείνους, των οποίων οι έγγαμες σχέσεις θα μπορούσαν να θιγούν από τις πράξεις θρησκευτικών λειτουργών. Το Δικαστήριο, όμως, δεν έκρινε απαραίτητο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, το οποίο θεώρησε ότι δεν ανακύπτει στην υπόθεση του προσφεύγοντος.
Το Δικαστήριο επισήμανε στο σημείο αυτό ότι, παρά τον ασαφή ισχυρισμό ότι ο προσφεύγων είχε ιερουργήσει σε τελετές γάμου και είχε λάβει μέρος σε διοικητικές δραστηριότητες, στις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που καταδίκασαν τον προσφεύγοντα δεν υπάρχει καμία αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις του προσφεύγοντα που απόβλεπαν στη δημιουργία ένναμων αποτελεσμάτων. Τα εθνικά δικαστήρια καταδίκασαν τον προσφεύγοντα για τα ακόλουθα διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά: την έκδοση μηνύματος σχετικά με τη θρησκευτική σημασία μιας εορτής, την εκφώνηση ομιλίας σε θρησκευτική συγκέντρωση,την έκδοση άλλου μηνύματος επί την ευκαιρία θρησκευτικής αργίας και την εμφάνιση με το ένδυμα θρησκευτικού ηγέτη. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο προσφεύγων είχε την υποστήριξη τμήματος τουλάχιστον της Μουσουλμανικής κοινότητας της Ροδόπης. Κατά την κρίση, όμως, του Δικαστηρίου, η τιμωρία ενός προσώπου αποκλειστικά και μόνον για το  γεγονός ότι ενήργησε ως θρησκευτικός ηγέτης μιας ομάδας που εκούσια τον ακολούθησε, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις θρησκευτικού πλουραλισμού σε μία δημοκρατική κοινωνία.
 Το Δικαστήριο, περαιτέρω, παρατηρεί ότι λαμβάνει υηόψη το γεγονός ότι στη Ροδόπη υπήρχε, πέραν του προσφεύγοντος, ένας επίσημα διορισμένος Μουφτής. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος ήταν αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία λόγω του ότι οι πράξεις του υπονόμευαν το σύστημα που είχε θεσπίσει το Κράτος για την οργάνωση της θρησκευτικής ζωής της Μουσουλμανικής κοινότητας της περιοχής. Το Δικαστήριο, όμως, παρατήρησε ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο προσφεύγων επιχείρησε ποτέ να ασκήσει τις δικαστικές και διοικητικές αρμοδιότητες που προβλέπονται στη νομοθεσία περί Μουφτήδων και άλλων λειτουργών "γνωστών θρησκειών". Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν θεωρεί ότι σε δημοκρατικές κοινωνίες  το κράτος είναι απαραίτητο να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζει ότι οι θρησκευτικές κοινότητες θα παραμένουν ή θα τίθενται υπό ενιαία ηγεσία.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι αληθές πως η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, στις συγκεκριμένες συνθήκες της υπόθεσης, οι αρχές ήταν υποχρεωμένες να παρέμβουν για να αποφευχθεί η δημιουργία έντασης μεταξύ των Μουσουλμάνων στην Ροδόπη και μεταξύ των Μουσουλμάνων και Χριστιανών στην περιοχή, όπως και μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Παρόλο που το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι πιθανή η δημιουργία έντασης σε καταστάσεις όπου διχάζεται μία θρησκευτική ή άλλη κοινότητα, θεωρεί ότι πρόκειται για μία αναπόφευκτη συνέπεια του πλουραλισμού. Ο ρόλος των αρχών σε τέτοιες καταστάσεις δεν είναι να απαλείφουν την αιτία της έντασης εξαλείφοντας τον πλουραλισμό, αλλά να εξασφαλίζουν ότι οι αντιμαχόμενες ομάδες δείχνουν ανοχή μεταξύ τους. Το Δικαστήριο επισήμανε σχετικώς ότι, πέραν μιας γενικής αναφοράς στη δημιουργία εντάσεως, η Κυβέρνηση δεν έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε ταραχές μεταξύ των Μουσουλμάνων της Ροδόπης που πράγματι προκλήθηκαν ή που θα μπορούσαν να έχουν προκληθεί από την ύπαρξη δύο θρησκευτικών ηγετών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θεώρησε άτι δεν προβλήθηκαν στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό του κινδύνου της έντασης μεταξύ των Μουσουλμάνων και των Χριστιανών ή μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας ως οτιδήποτε άλλο εκτός από μία ελάχιστη πιθανότητα.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος σύμφωνα με τα άρθρα 175 και 176 του ΠΚ ήταν δικαιολογημένη από "πιεστική κοινωνική ανάγκη" βάσει των ιδιαίτερων συνθηκών της υπόθεσης. Συνεπώς, η επέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος να εκδηλώνει την θρησκεία του συλλογικά και δημόσια διά της λατρείας και της διδασκαλίας δεν ήταν αναγκαίο μέτρο, σε δημοκρατική κοινωνία, για την προάσπιση της δημόσιας τάξης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 της Συμβάσεως. Συνεπώς, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 9 της Συμβάσεως.
Το Δικαστήριο, περαιτέρω, ενόψει της διαπίστωσης ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 της Συμβάσεως, δεν έκρινε απαραίτητο να εξετάσει εάν υπήρξε παραβίααη και του άρθρου 10 (σκέψη 57).
 Τέλος, κατ` εφαρμογή του άρθρου 41 της Συμβάσεως, το Δικαστήριο επεδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 700.000 δραχμών ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 2.000.000 δραχμών προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, έναντι του αιτηθέντος ποσού των 10.000.000 δραχμών (σκέψεις 59επ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!